Λήψη αρχείου

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Ο πρωθυπουργός, συνταγματικός μονοκράτορας στην Ελλάδα, αποφάσισε να ξεκινήσει η προετοιμασία, προκειμένου, τον μεθεπόμενο χρόνο (2021), να γιορτάσουμε οι Έλληνες τη συμπλήρωση δύο αιώνων από τον ξεσηκωμό των προγόνων μας για την απελευθέρωση από τους Τούρκους.

Το πρόσωπο που διάλεξε ο πρωθυπουργός για την προεδρία της επιτροπής εορτασμού, δηλώνει τι ο ίδιος φαντάζεται και τι περιμένει να οργανωθεί, προκειμένου να τιμηθεί η επέτειος: Περίπου τα γνωστά πανηγυριώτικα «ευρήματα» σκηνοθετικού εντυπωσιασμού, που επαναλαμβάνονται στις ενάρξεις «ολυμπιακών αγώνων», σε φιέστες καρναβαλικές, σε διεθνή τουρνουά ποδοσφαίρου κ.ά.α.

Απόλυτος στόχος, να κερδηθούν οι εντυπώσεις, να εκστασιαστεί το πόπολο, να ενδιαφερθούν για το θέαμα τα διεθνή τηλεοπτικά δίκτυα.

Στόχος παντού και πάντοτε οι εντυπώσεις: Στην οργάνωση της παραγωγής, στην αγορά προϊόντων, στη διακίνηση ιδεών, στην επιστημονική κατάρτιση, στον ανταγωνισμό εμπορικών αθλητικών ομάδων, εμπορικών πολιτικών κομμάτων, εμπορικών τηλεοπτικών καναλιών και ραδιοφώνων. Έτσι και με την επιλογή του πρωθυπουργού για την προεδρία του εορτασμού δύο αιώνων από την «παλιγγενεσία», πρώτο κριτήριο η ικανότητα εντυπωσιασμού των ασχέτων.

Ο συνταγματικός μονοκράτορας πρωθυπουργός θα μπορούσε να είχε, έστω και μόνο, ξεφυλλίσει το αυτοβιογραφικό πόνημα της εκλεκτής του – εκδόθηκε το 2013. Θα είχε τότε, ίσως, κάτι αντιληφθεί για τη διαφορά της σοβαρότητας από την ελαφρότητα, του δημιουργικού ταλέντου από την επιδεικτική επιδεξιότητα. Ίσως όλα να ήταν διαφορετικά στην πατρίδα μας, αν έστω κι ένας πρωθυπουργός, στα τελευταία σαράντα χρόνια, μπορούσε να διακρίνει την κρίσιμη διαφορά του σοβαρού από το ασόβαρο, του πραγματικού από τις εντυπώσεις.

Ασφαλώς προσβάλλει την όποια έλλογη ευαισθησία η πρωθυπουργική επιλογή της προέδρου για την προετοιμασία του εορτασμού της παλιγγενεσίας. Όμως, ολόκληρο το «σύστημα» διαχείρισης της ελληνικής συνέχειας στη χώρα μας (κυβερνήσεις, κόμματα, η κρατική μηχανή, η Δικαιοσύνη, τα Ανώτατα Εκπαιδευτικά Ιδρύματα, οι Επίσκοποι, οι Ένοπλες Δυνάμεις, η Τοπική Αυτοδιοίκηση ή ό,τι άλλο) βεβαιώνουν, έμπρακτα, καθημερινά και με έμφαση ότι αντιλαμβάνονται την «παλιγγενεσία» ακριβώς όπως και ο πρωθυπουργός: Δηλαδή, ακριβώς όπως μια πρώην αποικία που αποτίναξε, με τεράστιες θυσίες, τον ζυγό αθέλητης δουλείας αιώνων, για να της παραχωρηθεί μια πιο λουστραρισμένη, αλλά τώρα θελημένη υποδούλωση: ηδονικά καμουφλαρισμένος αυτεξευτελισμός. 

Κατάφαση ή αντίρρηση σοβαρή γι’ αυτή την πιστοποίηση προϋποθέτει μελέτη πολλή και δίχως προκαταλήψεις – μια επιφυλλίδα μόνο σαν πρόκληση μπορεί να λειτουργήσει. Με την καταθλιπτική, εκ προτέρου επίγνωση ότι και η πρόκληση είναι προ πολλού παγιδευμένη: Η συντριπτική πλειονότητα των Ελληνωνύμων σήμερα είναι απολύτως βεβαιωμένη ότι έχει την «ορθή» άποψη, έστω κι αν την αντλεί από επιπόλαια ψιλοδιαβάσματα ή κυρίως από την εγκληματική ανευθυνότητα των ΜΜΕ. Δεκαετίες τώρα (τουλάχιστον τέσσερις) η ιστορικο-υλιστική προπαγάνδα μονοπωλεί τα κρατικά και ιδιωτικά ΜΜΕ στη χώρα μας.

Το ερώτημα είναι απλό: Ποιος ήταν ο Ελληνισμός πριν την παλιγγενεσία και ποιος είναι σήμερα; Η απάντηση μπορεί να ελεγχθεί με δεδομένες μετρήσεις, πολλαπλά βεβαιωμένες μαρτυρίες: Οι Έλληνες τότε, πριν την «παλιγγενεσία», ήταν πολλές και μεγάλες πληθυσμικές ομάδες διάσπαρτες τόσο μέσα στην Οθωμανική Αυτοκρατορία όσο και σε χώρες της Ευρώπης, της Ασίας, της Αφρικής. Με τα λόγια του Ελύτη, ο Έλληνας τότε «ανάσαινε (ακόμα) τον αέρα μιας περίπου αυτοκρατορίας. Οι δυνατότητές του να κινηθεί χωρίς διαβατήριο γλώσσας καλύπτανε μεγάλα μέρη της Ιταλίας και της Αυστρίας, ολόκληρη την Αίγυπτο, τη νότιο Βουλγαρία, τη Ρουμανία, τη Ρωσία του Καυκάσου και φυσικά την Κωνσταντινούπολη με την ενδοχώρα της, ώς κάτω, κατά μήκος του Αιγαίου, τη λεγόμενη στις μέρες μας νοτιοδυτική Τουρκία».

Έστω και μόνο τα κτίρια που άφησαν πίσω τους οι Έλληνες στην Τεργέστη, στην Οδησσό, στη Βιέννη, στη Βενετία, στη Μασσαλία, στην Αλεξάνδρεια, στο Κάιρο, στο Βουκουρέστι βεβαιώνουν το συναρπαστικό παράδοξο: Ότι υπόδουλοι στους Τούρκους οι Έλληνες ήταν άρχοντες. Λαός με πηγαία περηφάνια για τη γλώσσα του, την Ιστορία του, τους προγόνους του, την πίστη του. Οικονομικοί μεγιστάνες στα μεγάλα αστικά κέντρα της εποχής, άρχοντες καλλιέργειας της ευαισθησίας στην άγονη ύπαιθρο και στα νησιά, με τη συναρπαστική ποικιλότητα της λαϊκής φορεσιάς, της σοφής και έκπαγλης λαϊκής αρχιτεκτονικής, της λαϊκής μουσικής, αυτοδιαχειριζόμενων κοινοτήτων.

Μετά τη δολοφονία του Καποδίστρια και την οθωνική ασέλγεια βιασμού της Ελληνικότητας από τον φορμαλιστικό «εξευρωπαϊσμό», οι Έλληνες δεν είναι πια Έλληνες. Η εικόνα λαού αρχόντων καταπόθηκε από τα στερεότυπα των «λαντζέρηδων» στα εστιατόρια της Αμερικής, των εξαθλιωμένων που «ξύνουν ψάρια» στα Fish and Chips της Αυστραλίας, των ανθρακωρύχων του Βελγίου, των Gastarbeiter της Γερμανίας. Χάθηκε αμετάκλητα ο Ελληνισμός της Μικράς Ασίας, του Πόντου, της Ανατολικής Θράκης, της Ανατολικής Ρωμυλίας, της Βόρειας Ηπείρου, της Βόρειας Κύπρου, της μακεδονικής Πελαγονίας.

Η βαρύτερη απώλεια δεν είναι οι χαμένες πατρίδες, οι σφαγμένοι, τυραννισμένα εξοντωμένοι Έλληνες της άλλοτε ελληνικής «οικουμένης». Είναι η οριστική απόσβεση του ελληνικού «τρόπου». Δεν υπάρχει πια γλώσσα να συνεχίσει την ελληνική μοναδικότητα, κοινή επίγνωση Ιστορίας, σώμα εκκλησιαστικής κοινωνίας, διασπορά που να λογαριάζει με καύχηση την ελληνικότητά της.

Και ούτε ένας «θάνατος από αηδία», δηλωτικός αντίστασης στη νεκροφόρο φιέστα της Γιάννας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Για την ιστορία, όπως τη ζούμε σήμερα, εν θερμώ, στην εφημεριδογραφική και διαδικτυακή διάστασή της, ίσως έχει κάποια σημασία η είδηση ότι «οι σαμαρικοί της Ν.Δ. ενοχλήθηκαν με τον ορισμό της κ. Γιάννας Αγγελοπούλου ως επικεφαλής της Επιτροπής “Ελλάδα 2021”». Για την ιστορία, ωστόσο, που θα γραφτεί σε δύο ή τρεις δεκαετίες, με αξιολογική αυστηρότητα, η «ενόχληση» αυτή θα είναι παντελώς αδιάφορη. Ούτε καν μια υποσημείωση.

Μικρό –εγκυκλοπαιδικό– ενδιαφέρον θα έχει αναδρομικά και η καθαυτό επιλογή της ολυμπιάρχου του 2004, παρεκτός και επιβεβαιωθούν –όπως είναι το πιθανότερο– οι φόβοι ότι η κ. Αγγελοπούλου επελέγη από τον κ. Κυριάκο Μητσοτάκη με όρους θεάματος, όχι πνεύματος. Αλίμονο όμως αν συρρικνωθεί σε μερικά θεαματικά events η επέτειος-ορόσημο, τα διακόσια χρόνια από μια Επανάσταση που συντάραξε τον κόσμο όλον. Τα πυροτεχνηματικά σόου μπορούν να υπηρετήσουν μόνο τη διαιώνιση της εξιδανικευτικής ρητορικής και των αυτοκολακευτικών μυθευμάτων που αντέχουν επί δύο αιώνες, σε πείσμα της αδέκαστης πλην μη υιοθετούμενης από τους ποικίλους πολιτειακούς μηχανισμούς ιστοριογραφίας. Σε μια τέτοια περίπτωση, η κληρονομιά της επετείου δεν θα έχει μεγαλύτερη αξία από τη διαβόητη «ολυμπιακή κληρονομιά»: ημιαχρηστευμένες γιγαντιαίες εγκαταστάσεις και πολλοί, πάρα πολλοί καθρέφτες σπασμένοι από τη ματαιοδοξία που κατοπτρίστηκε πάνω τους. Χυμός, κανένας.

Για να γεννηθούν χυμοί ανθεκτικοί στον χρόνο, για να ’χουν λόγο οι Έλληνες σε δύο ή τρεις δεκαετίες να ασχοληθούν με το 2021, η επέτειος πρέπει να οργανωθεί από ένα πνεύμα δίκαια κριτικό και έντιμα αυτοκριτικό. Αυτό είναι το μόνο ικανό να διακονήσει την ουσιώδη αυτογνωσία μας, κλαδεύοντας τους μύθους που υποτίθεται πως είχε ανάγκη η εθνική μας αυτοπεποίθηση στην πρώτη ηλικία της. Ίχνη τέτοιου πνεύματος δεν διακρίνονται στο άρθρο 113 του σχεδίου νόμου για το επιτελικό κράτος, που ορίζει, με τσαπατσούλικα ελληνικά, τα της Επιτροπής: «Σκοπός της Επιτροπής είναι […] (γ) η ανάπτυξη του εθνικού αφηγήματος της Ελλάδας με σκοπό τη δημιουργία ενιαίας εικόνας και ταυτότητας της χώρας και των φορέων του κράτους». Δηλαδή, να φτιάξουμε ένα «εθνικό αφήγημα», που θα φτιάξει την «ενιαία εικόνα της χώρας» (πρώτα η εικόνα) και την «ενιαία ταυτότητά» της. Το κράτος-συγγραφέας, κανονιστικός και δεσποτικός, ιδιοκτήτης της μιας και μόνης αληθείας. Το κράτος-ιστοριογράφος της σχολής του Προκρούστη. Αν αυτό είναι το πρώτο στάδιο της εξαγγελθείσας «επανάστασης στον πολιτισμό», ποια τα επόμενα;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ [1]

Κυρίες και κύριοι πριν σας ξεδιπλώσω τη σκέψη μου για την ιδεολογική, σε ότι αφορά στην Επανάσταση του 1821, σχέση του Γιώργου Βαλέτα με τον Γιάννη Σκαρίμπα, επιτρέψτε μου λίαν συντόμως να καταθέσω μια δοκιμή αυτοβιογραφίας. Η γνωριμία μου με τα κείμενα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα ξεκινά από τα χρόνια που ήμουν μαθητής στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Λαμίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 είχα την τύχη να έχω έναν φωτισμένο φιλόλογο καθηγητή, τον Νίκο Αναγνωστόπουλο, που κατά την ώρα διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας, καταργώντας πολλές φορές το διδακτικό εγχειρίδιο, μυούσε εμένα και πολλούς συμμαθητές μου στη μελέτη ιδιαίτερα ριζοσπαστικών κειμένων που σχετίζονται με την εποχή της Τουρκοκρατίας, ανατρέποντας πολλές φορές όσα μέχρι τότε γνωρίζαμε για πρόσωπα και γεγονότα της μακρόχρονης σκλαβιάς μας στον Τούρκο δυνάστη. Τέτοια κείμενα προέρχονταν από τη γραφίδα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα. Ασχέτως κι αν οι μετέπειτα σπουδές μου στο γνωστικό αντικείμενο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, απομακρύνθηκαν απ’ αυτήν τη σκοπιά θεώρησης της παραπάνω περιόδου, ποτέ δεν σταμάτησα να εντρυφώ, όποτε οι περιστάσεις το ζητούν, στη σκέψη τους. Για όσους δεν γνωρίζουν τώρα τι συνιστούν τα κείμενα των δύο αυτών συγγραφέων και πως αυτά ερμηνεύουν την εθνική Παλιγγενεσία, ευθύς αμέσως θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω. Εξ’ ου και ο τίτλος της εισήγησής μου για ιδεολογικά παράλληλα στην Επανάσταση του 1821.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

Οι περισσότεροι ιστορικοί όταν γράφουν τις μελέτες τους παράγουν δύο είδη δημοσιευμάτων. Κι αυτό το κάμουν για να συμβάλλουν στον εμπλουτισμό της ιστορικής γνώσης, ο καθένας βέβαια, με το δικό του τρόπο. Τα είδη αυτά θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: επιστημονικά έργα (μονογραφίες, προσωπογραφίες, άρθρα), και έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με σκοπό πάντα τα τελευταία να ανταποκρίνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στη διάδοση της ιστορικής γνώσης σ’ έναν κύκλο ανθρώπων των λαϊκών κυρίως στρωμάτων. Η άποψη ό,τι υπάρχει ριζική διάκριση ανάμεσα στις δύο παραπάνω πλευρές συγγραφής ιστορικών μελετών, μολονότι κατά το παρελθόν από κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, που με συνέπεια εκκολάπτονταν σε πολλές πανεπιστημιακές ιστορικές σχολές, σήμερα είναι ξεπερασμένη. Σ’ αυτήν την προοπτική ο ιστορικός χρόνος – εδώ αυτός που αναφέρεται στα πρόσωπα της Επανάστασης του 1821 – δεν μπορεί να είναι δεδομένος σ’ όποιον του υποκλίνεται ως ερευνητής του. Απεναντίας, χρησιμοποιώντας έναν μαθηματικό όρο, θα έλεγα ό,τι ο ιστορικός χρόνος είναι μια μεταβλητή, στην οποία με συνέπεια ο ιστορικός επάνω της μπορεί να οικοδομήσει τους στόχους της έρευνάς του, προκείμενου να μελετήσει και να ερμηνεύσει περιόδους του παρελθόντος με τις οποίες καταπιάνεται. Κι όχι μόνο να τις μελετήσει και να τις ερμηνεύσει, αλλά και να τις προσαρμόσει στο παρόν που ο ίδιος ζει. Αυτήν την τελευταία συνιστώσα την υπολογίζω ιδιαίτερα. Παρακάτω θα την επικαλεστώ, αποτιμώντας την ερμηνεία που δίνουν ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας στην Επανάσταση του 1821 και τη μακρά διάρκεια των μηνυμάτων της μέχρι σήμερα.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, και οι δυό τους, ο πρώτος γεννημένος το 1907 στην Άργενο Λέσβου, κορυφαίος γραμματολόγος και συγγραφέας, και ο δεύτερος γεννημένος το 1893 στην Αγία Ευθυμία Φωκίδας κι εγκατεστημένος από το 1915 στη Χαλκίδα, εργαζόμενος ως εκτελωνιστής – αξίζει εδώ να αναφέρω ό,τι ήταν απόγονος οικογένειας αγωνιστών του 1821 – είναι οι συγγραφείς που πέραν της ενασχόλησής τους με τη Λογοτεχνία, ο Βαλέτας ως γραμματολόγος κι ο Σκαρίμπας ως λογοτέχνης, καταπιάστηκαν και με τη συγγραφή ιστορικών μελετών για την Επανάσταση, οι οποίες για πολλούς ιστορικούς από τη δεκαετία του ‘40 και εξής χαρακτηρίστηκαν αιρετικές, μιας και με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο καυτηριάζουν πρόσωπα και γεγονότα της εθνικής Παλιγγενεσίας, όπως λόγου χάριν οι κοτζαμπάσηδες, οι Φαναριώτες κι ο κλήρος.

Εδώ, ας μου επιτραπεί το εξής ερμηνευτικό σχόλιο. Είναι γεγονός ότι σήμερα στο χώρο της ιστορικής επιστήμης και έρευνας, το κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα είναι γνωστό με τον όρο «αποδόμηση» του ιστορικού παρελθόντος. Πολλά πρόσωπα και γεγονότα, αυτά που κατά κύριο λόγο σχετίζονται με την εποχή της Τουρκοκρατίας, βρίσκονται στο στόχαστρο της ιστορικής έρευνας. Θυμίζω μερικά: ο μύθος του Κρυφού Σχολειού, ο μύθος του χορού του Ζαλόγγου, κ.λπ. Πρωτεργάτες ετούτης της νοοτροπίας αποδόμησης, ουκ ολίγοι ιστορικοί, σπουδασμένοι οι περισσότεροι σε πανεπιστημιακές σχολές Ιστορίας, Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Κοινωνιολογίας στην Εσπερία και, βέβαια, γοητευμένοι οι περισσότεροι από τα προτάγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης στη σημερινή ιστορική επιστήμη είναι η προσπάθεια αναθεώρησης και το ξαναγράψιμο ζητημάτων γύρω από την Επανάσταση. Οι τάσεις αυτές, εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες κυριαρχούν στις περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές Ιστορίας και δυστυχώς, οφείλω ως εκπαιδευτικός να το τονίσω αυτό, εντέχνως πολλοί προσπαθούν να περάσουν και στο χώρο της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το γεγονός με το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, γνωστό ως βιβλίο της κας. Ρεπούση είναι ενδεικτικό. Δεν είναι του παρόντος εδώ να αναμοχλεύσουμε τέτοια ζητήματα. Άλλωστε έχουν γραφτεί τόσα πολλά, αλλά υπέρ κι άλλα κατά, που όποιος στο μέλλον καταπιαστεί με τη μελέτη τους, έχω τη γνώμη ότι οφείλει αντικειμενικά να τα θεωρήσει και να τα αποτιμήσει.

Απόπειρες, όμως, διαφορετικής θεώρησης της ιστορικής γνώσης για την  Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, η οποία εμπερικλείει και την Επανάσταση του 1821 έχουν γίνει και στο απώτερο παρελθόν. Ξεκινώντας από τον γνωστό Γιάννη Κορδάτο και φτάνοντας μέχρι τη γενιά του Ομίλου Μελέτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με κορυφαίους νεοελληνιστές και ιστορικούς, τον Κ. Θ. Δημαρά, τον Άλκη Αγγέλου και τον Φίλιππο Ηλιού, η εικόνα που σχηματίζει κανείς μελετώντας το έργο όλων αυτών είναι κάπως παρόμοια με τη σημερινή σχολή αποδόμησης της νεότερης ιστορίας μας. Παρόμοια, όχι όμως ταυτόσημη. Και ευθύς αμέσως τεκμηριώνω την άποψή μου, προσαρμόζοντάς την στα έργα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα. Πριν, όμως, σας ξεδιπλώσω περισσότερο τη σκέψη μου οφείλω με έμφαση εδώ να σημειώσω ό,τι σε καμιά περίπτωση ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας δεν μπορούν όχι μόνο να ταυτιστούν, αλλά ούτε να συγκριθούν με την σημερινή ομάδα ιστορικών αποδόμησης του άμεσου ιστορικού μας παρελθόντος. Ο λόγος, νομίζω, ότι είναι προφανής: ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξαν αγωνιστές της ελευθερίας του λαού μας, συνάμα και φλογεροί πατριώτες. Θα ήταν βεβήλωση να τους ταυτίσει κανείς με νοοτροπίες που θέλουν την Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821 να τη γράφουν «γενιτσαραγάδες». Κι αυτό γιατί η δημιουργία της ιστορικής γνώσης εν πολλοίς εξαρτάται από το είδος των ερωτημάτων που ο ιστορικός θέτει για το παρελθόν, σε συνάρτηση βέβαια, με την εκπαίδευσή του, τα ενδιαφέροντά του και τις ιδεολογικές ροπές που κυριαρχούν στην εποχή του. Αυτή η διαφορετικότητα των «ιστορικών βλεμμάτων», δεν με παρεμποδίζει καθόλου να υποστηρίξω το γεγονός ό,τι για την Επανάσταση του 1821 ο Γιώργος Βαλέτας, κυρίως μέσα από τα βιβλία του: Το προδομένο Εικοσιένα και την έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας, και ο Γιάννης Σκαρίμπας μέσα από δύο βιβλία του: Το 1821 και η Αλήθεια, και Το 1821 και η Αριστοκρατία του, αποτίμησαν πρόσωπα και γεγονότα υπό τη σκιά της μαρξιστικής θεώρησης της Ιστορίας. Αν και έκαμαν ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το ιστορικό τους κριτήριο, ακόμα κι αν διαφωνεί μαζί τους. Και οι δύο στα τέσσερα παραπάνω έργα τους, επισημαίνουν τα κριτήρια που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα. Υπό την προϋπόθεση ότι πατριωτικά και όχι αποδομητικά υπηρετούν την ιστορική επιστήμη. Αν λόγου χάριν ο Γιώργος Βαλέτας γράφει για προδομένο 1821, το κάμει διότι «το πραγματικό Εικοσιένα είναι παραχωμένο στις λαϊκές πηγές τους, που δεν μας παραδόθηκαν».

Στην ίδια τροχιά θεώρησης κινείται και Γιάννης Σκαρίμπας. «Αν ο μόνος σκοπός που αξίζει τον κόπο κανείς να γεννηθεί» γράφει στο 1821 και η Αλήθεια, «είναι η λευτεριά, και μόλις γεννηθεί του την υποθηκεύουν τα συμφέροντα, τι άλλο του απομένει αν όχι η επανάσταση;» Και συνεχίζει: «οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θάκανε την επανάσταση για να αποκαταστήσει πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια». Ολόκληρη αυτήν την ιδεολογία ο Γιάννης Σκαρίμπας την τεκμηριώνει επικαλούμενος τα γραπτά του Γιάννη Κορδάτου και του Σμυρνιού λογοτέχνη Δημήτρη Φωτιάδη, που κι αυτοί ασχολήθηκαν με πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης. Στο 1821 και η Αριστοκρατία του, από την αυστηρότατη κριτική του δεν θα γλιτώσουν ούτε οι λόγιοι, ούτε ο ανώτερος κλήρος, ούτε οι πολιτικοί της Επανάστασης.

Κυρίες και κύριοι

Τα έργα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα για το 1821 ιδεολογικά είναι παράλληλα. Κατά συνέπεια το ιστορικό κριτήριό τους, οικειοποιημένο τη μαρξιστική θεώρηση της Ιστορίας, με πατριωτικό κατεξοχήν χαρακτήρα, επιδιώκει να αγγίξει την κοινή λαϊκή ματιά, ούτως ώστε αυτή αμερόληπτα να γνωρίσει και να κρίνει πρόσωπα και γεγονότα τα οποία συνέβαλαν στον αγώνα της εθνικής Παλιγγενεσίας. Για τον Γιώργο Βαλέτα πολλά μέχρι σήμερα έχουν γραφτεί. Αποτιμώντας συνολικά το έργο του, γραμματολογικό και ιστορικό, παρά τα λάθη που νεότεροι έχουν επισημάνει σε αυτό, όπως επί παραδείγματι η έκδοση των απάντων του Παπαδιαμάντη, ή ακόμη και η διαφορετική θεώρησή του για ζητήματα του πνευματικού βίου κατά την Τουρκοκρατία – αναφέρω επιγραμματικά εδώ τη μονόπλευρη κριτική που κάμει για τους αντιπάλους του γνωστού Διδασκάλου του Γένους Βενιαμίν Λεσβίου – δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει σ’ αυτόν τον δρόμο που άνοιξε στην έρευνα σε εμάς τους νεότερους για τη διερεύνηση πολλαπλών ζητημάτων και της Λογοτεχνίας και της Ιστορίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Υπ’ αυτήν την έννοια σημαντικά είναι αυτά που γράφει ο Π. Δ. Μαστροδημήτρης: «όταν διαβάζουμε έργα του Σκαρίμπα βρισκόμαστε μέσα σε έναν εξωλογικό, σε έναν ονειρικό χώρο, όπου ο ύπνος μας διακόπτεται από χτυπητές παραστάσεις, καμωμένες από ζωηρά και ανόμοια χρώματα, από παράξενες παρουσίες σκιών (ανθρώπων και ομοιωμάτων ανθρώπων)». Ετούτο τον εξωλογικό και ονειρικό χώρο μπορεί κανείς να τον δια-γνώσει αν διαβάσει και Το Προδομένο Εικοσιένα του Γιώργου Βαλέτα.

[1]Αποσπάσματα εισήγησης που έγινε στην Εσπερίδα για τον Γιώργο Βαλέτα, την οποία οργάνωσαν η Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β. Αιγαίου και το Πειραματικό ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, (Αίθουσα Τελετών – 25 Ιουνίου 2016).