Του Ι. Μ. Κονιδάρη / Ομότιμου Καθηγητή Νομικής Σχολής ΕΚΠΑ

Τώρα που πέρασαν τα Θεοφάνεια και τα δαιμόνια, οι «καλικάντζαροι», κατά τη λαϊκή δοξασία, επέστρεψαν και πάλι στα υποχθόνια κελιά τους, κρίνω πως είναι κατάλληλη η στιγμή να διατυπωθούν ψύχραιμα μερικές σκέψεις σχετικά με την πρόσφατη αιφνίδια κρίση στις σχέσεις της διοικούσας Εκκλησίας της Ελλάδος και της πολιτείας με αφορμή τον εορτασμό των Φώτων.

Την ασυνεννοησία των δύο πλευρών, για πρώτη φορά μετά την έναρξη της πανδημίας, ακολούθησε δημόσια συζήτηση που μόνον με τον όρο βαττολογίες μπορεί να χαρακτηρισθεί. Άσκοπες φλυαρίες, οι οποίες αναμάσησαν όλο τα φάσμα των απόψων που κατά καιρούς έχουν διατυπωθεί για αλλαγή στο καθεστώς σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, απόψεων που ποτέ δεν πήραν σάρκα και οστά, καθώς μεταξύ της διοικούσας Εκκλησίας και όλων των πολιτικών δυνάμεων ισχύει αυτό που λέει ο λαός μας, «μαζί δεν κάνουμε και χώρια δεν μπορούμε»…

Ιδιαίτερα θλιβερή, βέβαια, υπήρξε η σύγκριση, από συγκεκριμένες πλευρές, της λειτουργίας των Ναών με το άνοιγμα του λιανεμπορίου, πράγμα που έδωσε λαβή σε κάποιους να ισχυρισθούν ότι όλα αυτά γίνονται για «το παγκάρι». Θου Κύριε φυλακήν τω στόματί μου…

Εξίσου θλιβερή υπήρξε η προσωπική αναφορά, από προβεβλημένους Μητροπολίτες, σε συγκεκριμένα πολιτικά πρόσωπα ως υπαίτια των κυβερνητικών αποφάσεων, οι οποίες προφανώς πρέπει να τηρούνται ανεξαιρέτως από όλους. Θυμίζω, ότι κατά τη «διαβεβαίωσή» τους, ενώπιον του/της Προέδρου της Δημοκρατίας, οι Αρχιερείς δηλώνουν «υπακοήν εις το Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους»…

Γεγονός είναι ότι η πανδημία συνεχίζεται, θεραπεία δεν έχει βρεθεί, οι συνέπειες του συγχρωτισμού λόγω των εορτών δεν έχουν ακόμη οριστικά αποτιμηθεί, τα κρούσματα αυξάνονται, ιδίως στην Αττική, οι θάνατοι έχουν ξεπεράσει τους 5.300, που δεν είναι ένας αριθμός, αλλά ψυχές, άνθρωποι, με συγγενείς και κοινωνικό περίγυρο, ενώ οι εμβολιασμοί, τουλάχιστον προ το παρόν, καρκινοβατούν, οι αρνητές, τόσο του ιού όσο και του εμβολίου, επιπολάζουν και η επίτευξη μιας μερικής έστω ανοσίας του πληθυσμού δεν προβλέπεται πριν από το Πάσχα…

Από την άλλη πλευρά το εκκλησιαστικό εορτολόγιο προχωρά κανονικά, μετά ένα μήνα ανοίγει το Τριώδιο, ακολουθούν οι Απόκριες και η εορτή του Ευαγγελισμού, αναζωπυρώσεις είναι πιθανές και νέες συγκρούσεις δεν πρέπει να αποκλείονται…

Εκτιμώ, λοιπόν, ότι ίσως θα πρέπει να επιχειρηθεί από την πλευρά της διοικούσας Εκκλησίας μια ρηξικέλευθη ανατροπή που δεν θίγει την εκκλησιολογία της. Ενώ δηλ. έως τώρα η Εκκλησία, με το ειδικό βάρος της, επιμένει στη διευκόλυνση της μετάβασης των πιστών στους ναούς, ας έλθει αυτή τη φορά εκείνη προς τους πιστούς, προς τα μέλη της, ασκώντας την ενισχυτική και παρηγορητική αποστολή της.

Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η Εκκλησία εκτός από το ποίμνιό της εν ζωή (στρατευομένη Εκκλησία) διατηρεί τα μέλη της στους κόλπους της και μετά το θάνατό τους (θριαμβεύουσα Εκκλησία), γιαυτό και τελούνται τρισάγια και μνημόσυνα γι αυτούς.

Ας μεταβούν, λοιπόν, όλοι οι Αρχιερείς, Μητροπολίτες και Επίσκοποι, στα νεκροταφεία των περιοχών τους και ας τελέσουν τρισάγια μπροστά στους φρεσκοσκαμμένους τάφους, όπου τα μέλη της τοπικής Εκκλησίας έχουν ενταφιασθεί, συχνά σε ξεχωριστές ζώνες και υπό μακάβριες συνθήκες.

Ας μεταβούν και οι πολλές χιλιάδες κληρικοί μας (Αρχιμανδρίτες, πρεσβύτεροι, διάκονοι) στους ενορίτες τους, σε εκείνους που γνωρίζουν ότι έχασαν δικούς τους ανθρώπους, που δεν μπόρεσαν να τους αποχαιρετήσουν, που δεν τους πένθησαν καν, καθώς τα φέρετρα των νεκρών από κορωνοϊό τυλιγμένα σε διπλούς αδιάβροχους σάκκους ενταφιάζονται, πολλές φορές χωρίς να επιτραπεί η εξόδιος ακολουθία εντός του ναού, αλλά μόνο πάνω στον τάφο, για λόγους υγειονομικούς, για μια δεκαετία.

Ας παρηγορήσουν, λοιπόν, οι κληρικοί τους άτυχους συνανθρώπους μας που έχασαν γονείς και αδέλφια, συντρόφους και παιδιά, ας τους επισκεφθούν στα σπίτια τους, ας τους δείξουν έμπρακτα τη χριστιανική αλληλεγγύη.

Όλα αυτά δεν χρειάζεται να γίνουν εντός των ναών, είναι όμως εξίσου σημαντικά, καθώς ο λόγος και η αποστολή της Εκκλησίας μας δεν είναι μόνον ευχαριστιακός και διδακτικός, αλλά και ενισχυτικός και παρηγορητικός. ‘Αλλωστε αυτή είναι η μεγάλη ανάγκη όσων κτυπήθηκαν οι ίδιοι από τον ιό και όσων έχασαν τους ανθρώπους τους από αυτή τη μάστιγα της ανθρωπότητας, καθώς η ψυχική υγεία τους έχει βαρύτατα επιβαρυνθεί.

Και για να μη θεωρηθούν όλα αυτά ακαδημαϊκές αδολεσχίες, ας μου επιτρέψει ο αναγνώστης, όλως εξαιρετικώς, την κατάθεση μιας προσωπικής μαρτυρίας.

Από μικρό παιδί έβλεπα στο σπίτι μας τις φωτογραφίες το διάκου – παππού μου και της γιαγιάς μου, από την πατρική πλευρά, και γνώριζα ότι πέθαναν στην Κεφαλονιά στη διάρκεια της πανδημίας της «ισπανικής», όπως αποκλήθηκε, γρίππης του 1918/1919. Μαζί τους πέθαναν και τα τέσσερα από τα οκτώ παιδιά τους. Αυτά που επέζησαν κατέληξαν στο ορφανοτροφείο, που σημάδεψε την υγεία τους. Η οικογένεια ρήμαξε.

Δεν φανταζόμουν ποτέ ότι εκατό χρόνια μετά θα ζούσα μια παρόμοια πανδημία, είχα συνειδητοποιήσει, όμως, πολύ ενωρίς, πως και οι κληρικοί δεν είναι άτρωτοι.

ΤΟ ΒΗΜΑ

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Είπε κάποτε ο Διονύσης Σαββόπουλος: «Λένε (ορισμένοι πολιτικοί) ότι θέλουν να χωρίσουν την Εκκλησία από το κράτος. Αν μπορούσαν να χωρίσουν και τον λαό από το κράτος θα ήταν το τέλειο!» (η παράθεση από μνήμης).

Είναι φανερό, από σωρεία ενδείξεων, ότι το 1821 οι Έλληνες δεν ξεσηκώθηκαν για να ιδρύσουν έθνος – κράτος ευρωπαϊκού τύπου. Στόχος αυτονόητος ήταν «να πάρουνε την Πόλη και την Αγιά-Σοφιά». Ο ίδιος ο Όθωνας, με την είδηση θανάτου του σουλτάνου Μαχμούτ (1839), ήταν έτοιμος να πάει στην Κωνσταντινούπολη και να στεφθεί αυτοκράτορας! Όμως το κατεπείγον, από την πρώτη κιόλας Εθνοσυνέλευση της Επιδαύρου, ήταν να διακηρυχθεί, με την ορολογία της εποχής, η συγκρότηση πολιτειακού σχήματος που να πραγματώνει την επανένταξη των Ελλήνων στην κοινωνία των εθνών.

Η καθολικευμένη στην Ευρώπη ορολογία-γλώσσα της εποχής έλεγε «θρησκεία» και εννοούσε Ρωμαιοκαθολικισμό και Προτεσταντισμό – η Ορθοδοξία αφορούσε στα σλαβικά φύλα, όχι στην κυρίως Ευρώπη, όπου διεκδικούσαν θέση οι Έλληνες. Επιπλέον, όταν τα «Συντάγματα» των εξεγερμένων Ελλήνων χρησιμοποιούσαν την έκφραση «Η επικρατούσα εν Ελλάδι θρησκεία είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου Εκκλησίας», ήταν αδύνατο να έχουν διαγνώσει τον αντιθετικό νοηματικό χαρακτήρα που εύστοχα προσδόθηκε στις λέξεις «εκκλησία» και «θρησκεία» περίπου στα μέσα του 20ού αιώνα.

Ας μου επιτραπούν τηλεγραφικές διευκρινίσεις: Η λέξη «θρησκεία» παραπέμπει σε ένα απολύτως ατομοκεντρικό γεγονός: ατομικές πεποιθήσεις, ατομική πειθάρχηση σε ηθικές εντολές, ατομική συμμετοχή στη λατρεία, τελικά και ατομική «σωτηρία»: συνέχιση της ατομικής ύπαρξης σε έναν «υπερβατικό», αέναο χρόνο. Η λέξη «εκκλησία» σήμαινε αρχικά τη σύναξη, μάζωξη, συνάθροιση των πολιτών, που αποφάσιζε για τον συλλογικό βίο. Και, στη συνέχεια, έναν τρόπο ύπαρξης και βίου, που πραγματώνει τη ζωή ως σχέση, ως κοινωνία αναγκών, ελπίδων, στόχων. Μια αληθινή σχέση που ελευθερώνει την ύπαρξη από τον χρόνο, όπως την ελευθερώνει και ο έρωτας.

Διακόσια χρόνια τώρα, το μικρό κομμάτι του Ελληνισμού που ελευθερώθηκε, ζει μέσα σε ένα ψέμα αυτοκαθορισμού του. Αποτυπωμένο το ψέμα σε όλα τα Συντάγματα, από το πρώτο, της Επιδαύρου (1822), ως τον σημερινό πασοκικό τραγέλαφο, επαναλαμβάνουν το ίδιο «θεμελιώδες» άρθρο: «Επικρατούσα θρησκεία εις την ελληνικήν επικράτειαν είναι η της Ανατολικής Ορθοδόξου του Χριστού Εκκλησίας».

Το «επικρατούσα θρησκεία» κραυγάζει ότι είναι δάνειο από τη Δύση. Σημαίνει μια ατομική επιλογή που υπερτερεί αριθμητικά, δεν σχετίζεται με την ταυτότητα του Έλληνα.

Γι’ αυτό και στα τρία πρώτα Συντάγματα (Επιδαύρου, Άστρους, Τροιζήνας) είναι σαφής η ανάγκη να καθοριστεί ποιος είναι ο Έλληνας – τι κάνει τον Έλληνα να είναι Έλληνας: η φυλή, η γεωγραφία, μια κοινή ιδεολογία; Ορίζουν λοιπόν και τα τρία πρώτα Συντάγματα ότι:

«Όσοι αυτόχθονες κάτοικοι της Επικρατείας της Ελλάδος πιστεύουσιν εις Χριστόν, εισίν Έλληνες και απολαμβάνουν άνευ τινός διαφοράς όλων των πολιτικών δικαιωμάτων» (Επίδαυρος, 1822).

– Ακριβής επανάληψη και στο Σύνταγμα του Άστρους (1823).

«Έλληνες είναι, όσοι αυτόχθονες της Ελληνικής Επικρατείας πιστεύουσιν εις Χριστόν. Όσοι από τους υπό τον Οθωμανικόν ζυγόν, πιστεύοντες εις Χριστόν, ήλθαν και θα έλθωσιν εις την Ελληνικήν Επικράτειαν διά να συναγωνισθώσιν ή να κατοικήσωσιν εις αυτήν. Όσοι εις ξένας Επικρατείας είναι γεννημένοι από πατέρα Ελληνα» (Τροιζήνα, 1827).

Η λέξη «πολιτισμός» σημαίνει τον «τρόπο βίου στην πόλη» και κατά προέκταση τον κοινό «τρόπο βίου». Σήμερα η σημασία των λέξεων (δηλαδή, η νοο-τροπία, ο τρόπος-του-νοείν) έχει αλλάξει ριζικά. Όταν τότε οι Έλληνες έλεγαν πιστεύω, έχω πίστη, εννοούσαν: εμπιστεύομαι, έχω εμπιστοσύνη. Η πίστη δεν ήταν εγωτική πεποίθηση, ατομική επιλογή ιδεολογίας και ηθικού κώδικα, ήταν τρόπος ζωής, τρόπος σχέσεων. Όπως αγαπάς τη μητέρα σου ή η μητέρα το παιδί της, όπως η φιλία, όπως ο έρωτας δεν είναι επιλογές «πεποιθήσεων» ή καλλιέργεια συναισθημάτων, έτσι και η μετοχή στην Εκκλησία ήταν σχέσεις, τρόπος ύπαρξης, πράξη αυθόρμητη, καθημερινή – σταυροκόπημα, αναμμένο καντήλι, κοινή όλων νηστεία, διάλογος με τους αγίους (όπως ο Μακρυγιάννης με τον Αϊ-Γιάννη), μετοχή στη γιορτινή χαρά της Κυριακής και κάθε πανηγύρεως.

Ζούμε σε άλλη κοινωνία από αυτήν που έσωζε κάποτε ελληνική ιδιαιτερότητα, αυτήν που προϋπέθεταν τα πρώτα Συντάγματα της ανεξαρτησίας. Σήμερα έχει αλλάξει και η σημασία των λέξεων, η νοο-τροπία (τρόπος-του-νοείν). Με απλοϊκό ορθολογισμό πρέπει να παραδεχτούμε ότι γι’ αυτό το σαφέστατο ιστορικό τέλος της Ελληνικής Διαφοράς, τέλος της Ελληνικότητας, ευθύνη καίρια έχει ο ελλαδικός κλήρος, οι επίσκοποι.

Ανέχθηκαν και ανέχονται να χαρακτηρίζεται στο Σύνταγμα η Εκκλησία σαν «επικρατούσα θρησκεία». Αυτή τη θρησκειοποίηση τη θέλουν, τους βολεύει. Είναι υπάλληλοι του κράτους, τους μισθοδοτεί, για τις δικές του σκοπιμότητες, το επίσημα και υποχρεωτικά άθεο κράτος. Η επισκοπική ηγεσία της Εκκλησίας συνήθως από κοινωνικά στρώματα πολύ χαμηλής καλλιέργειας, ζουν σαν μαικήνες και άρχοντες, με στόλο ιδιωτικών αυτοκινήτων, επαύλεις, παραθαλάσσια θέρετρα, σωρεία υποκόμων – κάποιοι απαιτούν μέχρι και 4.000 ευρώ για να λειτουργήσουν σε ενορία της επισκοπής τους! Ίσως οι λιγότεροι. Αλλά οι υπόλοιποι σιωπούν.

Το χειρότερο από όλα: Έχουν αλλοτριώσει το περιεχόμενο της εκκλησιαστικής ζωής και αλήθειας σε, χυδαία χρησιμοθηρικό, κηρυγματικό ηθικισμό. Κήρυγμα, ιδεολογική προπαγάνδα, ωφελιμολογία – ούτε λέξη για το νόημα της ζωής και του θανάτου.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γράφει ο ΣΩΤΗΡΗΣ ΜΗΤΡΑΛΕΞΗΣ· Εντεταλμένος Διδάσκων Φιλοσοφίας στο ΕΚΠΑ & Ερευνητικός Εταίρος στο Πανεπιστήμιο του Winchester.

Στον απόκρημνο κόσμο της μελέτης των σχέσεων εκκλησίας – κράτους, πολλοί Έλληνες μελετητές αρέσκονται στο να λένε πως ειδικά στην Ελλάδα, και στις ορθόδοξες μεταβυζαντινές χώρες εν γένει, υφίσταται μια «συναλληλία εκκλησίας και κράτους», ένα μοντέλο που δεν συναντάται στη Δύση αλλά σχετίζεται με τη βυζαντινή κληρονομιά. Σπανίως διατυπώνεται σαφώς το ότι κάτι τέτοιο δε μοιάζει ισχύει με κανέναν τρόπο: καμία απολύτως ιδιαιτερότητα του ελληνικού μοντέλου εν συγκρίσει με την μεγάλη ποικιλία δυνητικών σχέσεων εκκλησίας και κράτους φαίνεται δεν υφίσταται (άλλωστε, σε συγκεκριμένα ευρωπαϊκά πρότυπα δομήθηκαν οι σχέσεις Ορθόδοξων εκκλησιών και νεωτερικών εθνικών κρατών, με πρώτη την Ελλάδα). Το μύθευμα αναπαράγεται στο πλαίσιο μιας ελπιζόμενης, φαντασιώδους γενεαλογίας. Αυτό όμως που σίγουρα υπάρχει στην Ελλάδα είναι μια σχέση υπαλληλίας, όχι συναλληλίας, της εκκλησίας στο κράτος. Ο αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος πάσχισε για χρόνια να διαγράψει μια εναλλακτική, μια διέξοδο και μια απελευθέρωση από αυτό το μοντέλο για το μέλλον της εκκλησίας στην Ελλάδα, αλλά εις μάτην, πολλές φορές συναντώντας την σθεναρή αντίσταση και μήνη της Συνόδου.

Η συνέχεια του άρθρου εδώ: ORTHODOXIA INFO

Του ΧΑΡΙΔΗΜΟΥ ΤΣΟΥΚΑ / Καθηγητή στα Πανεπιστήμια Κύπρου και Warwick

Ήταν συγκεντρωμένοι στο προαύλιο της εκκλησίας. Όταν τελείωσε η κεκλεισμένων των θυρών Θεία Λειτουργία μπήκαν συνωμοτικά στον ναό να κοινωνήσουν. Ο ιερέας δεν έφερε αντίρρηση. Το δικαιολόγησε, υποθέτω, όπως διάφοροι οψίμως αντιεξουσιαστές μητροπολίτες – ο νόμος του Θεού υπερισχύει του νόμου των ανθρώπων! Αναρωτιέμαι αν η περιφρόνηση της εγκόσμιας, νόμιμης εξουσίας θα εκδηλωθεί και με την αποποίηση του εγκόσμιου, κρατικού μισθού.

Σε καιρό πανδημίας, αρκετοί ιεράρχες συμπεριφέρονται σαν μέλη μιας ακόμη συντεχνίας – υπερασπίζονται τον προκάτ σχηματοποιημένο ρόλο τους. Και αρκετοί πιστοί δίνουν την εντύπωση ότι συμπεριφέρονται σαν καταναλωτές θρησκευτικών υπηρεσιών. Αμφότεροι αντιλαμβάνονται την πίστη ως ιδεολογικοποιημένο κώδικα ηθικής συμπεριφοράς.

Ο πιστός που, σε συνθήκες πανδημίας, δεν συμπεριφέρεται με τον προκάτ σχηματοποιημένο τρόπο κινδυνεύει να εκληφθεί ως ύποπτος ολιγοπιστίας. Αν θεωρήσει ότι η εκκλησία μπορεί να μολυνθεί από τον κορωνοϊό, τότε δείχνει ότι δεν πιστεύει αρκετά στη δύναμη του Θεού. Η ιδεολογικοποιημένη πίστη δημιουργεί συνθήκες ευσεβιστικής πλειοδοσίας: δείχνω ότι είμαι ευσεβής, ιδιαίτερα όταν κινδυνεύω, εκκλησιαζόμενος χωρίς μάσκα ή μεταλαμβάνοντας τη Θεία Κοινωνία. Με βλέπεις ότι το κάνω και, μη θέλοντας να εμφανιστείς ολιγόπιστος, παρακινείσαι να το κάνεις κι εσύ. Κάπως έτσι, η ευσεβιστική μίμηση καταλήγει να συμβάλλει στη μετάδοση του ιού σε χώρους θρησκευτικής λατρείας.

Την ευσεβιστική πλειοδοσία της εποχής του στηλίτευε ο Ιησούς, συχνά με αυστηρή γλώσσα. Ο ευσεβισμός καλλιεργεί την τυπολατρία, ενθαρρύνει την έπαρση και αποκόπτει το άτομο από την ουσιαστική εμπειρία της μετοχής του στον Θεό. Ο Ιησούς είναι σαφής: όταν προσεύχεσαι μη μιμείσαι αυτούς που επιδεικνύουν την προσευχή τους στις συναγωγές και στις πλατείες· προτίμησε το ιδιαίτερο δωμάτιό σου (Ματθ. στ΄, 5).

Η ιδεολογικοποιημένη πίστη υποδηλώνει την κατοχή μιας απάντησης (διατύπωσης, νοητικού σχήματος), η οποία έχει ορισθεί από την ιερατική εξουσία. Παρέχοντάς του βεβαιότητα, η απάντηση θωρακίζει τον ιδεολόγο πιστό. Ο Ιησούς μετατρέπεται σε είδωλο. Η πίστη σε Αυτόν, παρατηρεί ο Εριχ Φρομ, καθίσταται το υποκατάστατο για τη δική μας πράξη αγάπης. Εφόσον ο Χριστός αγαπά για λογαριασμό μας, απαλλασσόμαστε από την υποχρέωση να εντάξουμε τη διδασκαλία του στη ζωή μας· ξεφεύγουμε από την εσωτερική ταραχή που επιφέρει η απομάκρυνση από την εγωκεντρικότητα. Ο Ιησούς γίνεται λάβαρο, δεν συνιστά παράδειγμα υπέρβασης του εγώ. Η πίστη αλλοτριώνεται σε ευσεβιστική επίδειξη.

Η αλλοτριωμένη πίστη οδηγεί σε καταγέλαστη εμμονή. Μετά τη μόλυνσή του από τον κορωνοϊό, ο μητροπολίτης Ιερισσού Θεόκλητος δήλωσε: «Διαβεβαιώνω (…) ότι ο κορωνοϊός δεν με επεσκέφθη στον Ιερό Ναό Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, ούτε σε οποιονδήποτε άλλο χώρο θρησκευτικής λατρείας». Πώς το γνωρίζει ο Σεβασμιώτατος; Πού εδράζεται η βεβαιότητά του για τη μετάδοση λοιμωδών νοσημάτων; Μήπως ανεπίγνωστα εκφράζει την αγωνία του υπαλλήλου να προστατεύσει τον ρόλο του, εμφανίζοντας αξιωματικά τον ναό ως χώρο απρόσβλητο από τον κορωνοϊό;

Η πίστη ως ενεργός μετοχή στον αγαπητικό τρόπο ύπαρξης –μετοχή, δηλαδή, στην ελευθερία από τον εγωτισμό– είναι ένας εσωτερικός προσανατολισμός της ψυχής. Η πίστη δεν συνιστά προσκόλληση σε δόγμα ή ρόλο αλλά είναι «σχέση» και «διαδικασία» – σχέση αγάπης με τον συνάνθρωπο, διαδικασία αυθυπέρβασης χάριν του Άλλου. Προσανατολισμένοι στον συνάνθρωπό μας, προτάσσουμε τις ανάγκες του, υπερβαίνοντας την ατομοκεντρικότητά μας. Η σχέση αγάπης είναι μια αέναη κίνηση κένωσης του εγώ, δίχως εγγυήσεις επιτυχίας.

Στη διδασκαλία του Ιησού είναι υπέροχη η διαρκής υπέρβαση παραδεδομένων σχημάτων που παγιδεύουν το άτομο στην εγωτική αυτάρκεια· είναι συναρπαστική η αντι-τυπολατρία του –η αντι-σχηματολαγνεία του– χάριν της ουσιαστικής μετοχής στην αγαπητική σχέση. Οι Φαρισαίοι λ.χ. συχνά του θέτουν ερωτήματα προερχόμενα από παραδεδομένα σχήματα πίστης. Ο Ιησούς αμφισβητεί τις προκείμενες των ερωτημάτων και τα αναπλαισιώνει, διότι τον ενδιαφέρει η βαθύτερη –αγαπητική– αλήθεια.

Όταν του λένε τυπολατρικά, π.χ., ότι οι μαθητές του παραβαίνουν την παράδοση, εφόσον τρώνε ψωμί με ακάθαρτα χέρια, ο Ιησούς απαντά επανορίζοντας την «ακαθαρσία»: το σημαντικό δεν είναι να φάει κανείς με ακάθαρτα χέρια, αλλά να μην εξέρχονται από την καρδιά του ακάθαρτες σκέψεις (Ματθ., ιε΄, 17-20 ).

Όλη η συζήτηση για τον μέγιστο αριθμό των εκκλησιαζομένων τις ημέρες των εορτών (πιστοί ανά τ.μ.) είναι μια συζήτηση διαμορφωτών πολιτικής και ευσεβιστών χριστιανών. Καταλαβαίνω τους πρώτους, απογοητεύομαι από τους δεύτερους. Η στάση του μη ευσεβιστή χριστιανού είναι αυτή της μοναχικής μητέρας, η οποία, παρότι λαχταρά απίστευτα να βρεθεί με τα παιδιά της τα Χριστούγεννα, όπως κάθε Χριστούγεννα, τα προτρέπει με οδύνη να μείνουν μακριά της αυτή τη φορά για να μην τα εκθέσει σε κίνδυνο. Τέτοια αγαπητική αυθυπέρβαση δεν είδα από την εκκλησιαστική ιεραρχία. Δεν τόλμησαν να πουν αυτο-ανατρεπτικά: «Αδελφοί, μην εκκλησιάζεσθε εν μέσω πανδημίας. Προστατεύστε την υγεία σας. Προστατεύστε την υγεία των συνανθρώπων σας. Προσευχηθείτε ταπεινά στα σπίτια σας. Ο Θεός κατανοεί».
Είναι εύκολο να μιλάς για τον Χριστό. Είναι εξόχως άβολο να ζεις χριστιανικά.

ΠΗΓΕΣ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Οι πολεμικού τόνου τίτλοι, «αντάρτικο μητροπολιτών», «ανταρσία ιερέων» κ.ο.κ., κι από κοντά οι παραλλαγές τού «μολών λαβέ», λ.χ. «εμείς θα λειτουργήσουμε κι ελάτε να μας συλλάβετε», δημιουργούν την εντύπωση ότι βρισκόμαστε σε εποχή απηνούς διωγμού του χριστιανισμού. Σε εποχή που υποχρεώνει τους κληρικούς να υψώσουν λάβαρα επανάστασης, τους δε πιστούς, αν όχι να μαρτυρήσουν άχρι θανάτου, για να επιβεβαιώσουν το φρόνημά τους, τουλάχιστον να θέσουν εν κινδύνω τη ζωή τους και τη ζωή των οικείων τους. Ωστε να αποδείξουν την πίστη τους και να συμπεριληφθούν στη βασιλεία των ουρανών.

Φυσικά και δεν διώκεται η κυρίαρχη Ορθοδοξία στην Ελλάδα και στην Κύπρο, αφού και στη Μεγαλόνησο ηχούν σάλπιγγες εξέγερσης. Στην Κύπρο πρωτοστατεί ο μητροπολίτης Μόρφου, ο οποίος κατάφερε να εντάξει ακόμα και τον Αστερίξ στους σκοτεινούς συνωμότες που απεργάζονται δεινά για τον χριστιανισμό. Εδώ, εξέχουσα θέση ανάμεσα στους αντάρτες δεσπότες –που εκτός των άλλων αποδεικνύονται επιδέξιοι στα θορυβοποιά επικοινωνιακά τεχνάσματα– έχει ο άγιος Κερκύρας. Αυτός που παρότρυνε το ποίμνιό του να στέλνει ψεύτικα sms, να λέει ότι θα πηγαίνει να αθληθεί και αντ’ αυτού να εκκλησιάζεται. Επαψε φαίνεται το ψεύδος να συναριθμείται στα αμαρτήματα. Ο ισχυρισμός του μητροπολίτη Νεκτάριου, άλλωστε, ότι «δεν υπάρχουν μέτρα ούτε για τα πολυκαταστήματα ούτε για τα σούπερ μάρκετ», δεν βρίσκεται ιδιαίτερα κοντά στην αλήθεια.

Φαίνεται επίσης πως έπαψε να έχει ισχυρό αντίκρισμα στον νου των πλέον φιλόδοξων ιεραρχών, όσων επείγονται να θέσουν ζήτημα διαδοχής του «ενδοτικού» αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου, η εντολή σεμνότητας που έδωσε ο Ιησούς στους μαθητές, στον Μυστικό Δείπνο. Ενώ είχαν μόλις ακούσει από τον διδάσκαλό τους ποια είναι η καινή διαθήκη, αλλά και ότι κάποιος εξ αυτών θα τον προδώσει, «εγένετο φιλονεικία εν αυτοίς, το τις αυτών δοκεί είναι μείζων»… Μείζων, τους είπε ο Χριστός, μάλλον απογοητευμένος, είναι όποιος διακονεί, όχι όποιος κάθεται στο τραπέζι και ευωχείται.

Η οικουμενική εμπειρία ενός έτους πανδημίας έδειξε ότι οι τόποι λατρείας, ανεξαρτήτως θρησκείας ή δόγματος, εύκολα μετατρέπονται σε υπερμεταδότες. Η δοξασία μερίδας των ιεραρχών (αλλά και της κίτρινης μερίδας του Τύπου) ότι συνωμότησε το σύμπαν κατά της Ορθοδοξίας είναι αποκύημα αχαλίνωτης φαντασίας. Η δεύτερη δοξασία τους, ότι η δική μας θρησκεία είναι απρόσβλητη στη νόσο, αφήνει αδιάφορη την επιστήμη. Αλλά δυστυχώς και τον κορωνοϊό.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

Δεν μπορώ να κάνω ρεπορτάζ, δεν μπορώ δηλαδή να υποκριθώ ουδέτερο βλέμμα. Γράφω ως πιστός, του οποίου η κοινωνική στάση διαμορφώνεται από την πίστη του και όχι παρά την πίστη του. Και γράφω με οδύνη και με δίψα.

Ξεκινώ με την οδύνη. Αφορά την αθλιότητα που μαστίζει το σπιτικό μου – την Εκκλησία. Από τις αρχές Μαρτίου ξεκίνησε μια απίστευτη σύγκρουση στα σπλάχνα του εκκλησιαστικού και θεολογικού χώρου. Ο χώρος αυτός είναι πολύ σύνθετος. Δεν μονοπωλείται από τους επισκόπους, ούτε από τους μισαλλόδοξους που είναι οι αγαπημένοι των ΜΜΕ. Για κάθε προβληματισμένο άνθρωπο λοιπόν αποτελεί ασύγγνωστη ελαφρότητα η παραγνώριση αυτής της συνθετότητας.

Από τη μια, εκκλησιαστικοί άνθρωποι εκφράζουν με εκκωφαντική ένταση μαγικές εννοήσεις της θρησκευτικής ζωής, από τον ισχυρισμό ότι μέσα στο ναό ουδεμία ισχύ έχει ο ιός, μέχρι την απόφανση ότι η μάσκα εμποδίζει τη σχέση πιστού και Θεού. Το ενδιαφέρον (το οδυνηρά ενδιαφέρον) εδώ είναι το γεγονός ότι αυτές οι εννοήσεις διατυπώνονται στο όνομα της ακραιφνούς ευσέβειας, κι όμως αποτελούν βάναυση στρέβλωσή της! Ουδέποτε δίδαξε ο Χριστιανισμός ότι σταματά η αναμέτρηση με τη θνητότητα μέσα στην ιστορία. Αντιθέτως, καυχάται για την παράδοξη νίκη των μαρτύρων (δηλαδή αυτών που βίωσαν εντελώς την ευαλωτότητα μένοντας απροσκύνητοι) και για αγίους που πέθαναν ασθενείς και αθεράπευτοι, δεξιωνόμενοι στο έπακρο το μυστήριο του πανανθρώπινου πόνου. Η προσδοκία της Ανάστασης αφορά –ας το πω έτσι– τη μεταϊστορία.

Διάκριση μεταξύ μυστηρίου και τρόπων τέλεσής του

Από την άλλη, κατατίθενται (πάντα εντός του εκκλησιαστικού και θεολογικού χώρου) ρηξικέλευθες προτάσεις για τη δυνατότητα συνέχισης της εκκλησιαστικής ζωής με αλλαγές στους τρόπους έκφρασής της. Αυτό είναι καίριο σημείο της τρέχουσας τιτανομαχίας, καθόσον για άλλους οι τρόποι είναι κάτι ιερό που δεν επιδέχεται αλλαγή (πράγμα που όμως διαψεύδεται και από την ιστορία και από τη θεολογία), ενώ για άλλους υπάρχει διάκριση μεταξύ του μυστηρίου καθαυτού και των τρόπων τέλεσής του. Σύμφωνα με τη δεύτερη οπτική, οι τρόποι οφείλουν μεν να είναι οι κατάλληλοι ώστε να εκφράζουν (και να μη στρεβλώνουν) το νόημα, αλλά πάντως δεν ταυτίζονται με το νόημα. Όποτε οι τρόποι αναγορεύονται σε ιερούς και αμετάβλητους, έχουμε απλώς ειδωλολατρία στα σπλάχνα του χώρου ο οποίος υποτίθεται ότι οφείλει να είναι κατεξοχήν αντι-ειδωλολατρικός. Η θεολογική συζήτηση έχει πιάσει από την πρώτη στιγμή και το θέμα της θείας Κοινωνίας. Ο πιστός φυσικά εμπιστεύεται το μυστήριο ως αυτοπρόσωπη παρουσία του Θεού του. Όμως αυτό δεν μπορεί να ζητηθεί να γίνει αξίωμα όλης της κοινωνίας. Η συζήτηση συνεπώς αφορά τους τρόπους με τους οποίους δύναται να συνεχιστεί η Κοινωνία, χωρίς να δημιουργεί υπόνοιες για κίνδυνο μετάδοσης του ιού. Αυτό αποτελεί εκκρεμότητα πρωτίστως για την Εκκλησία. Δεν περιμένουμε από το κράτος να την κατανοεί. Η κυβέρνηση αντιμετωπίζει το θέμα εμμέσως, με ολοσχερές κλείσιμο, ουσιαστικά, των ναών. Σύμφωνα με την Κοινή Υπουργική Απόφαση, η λατρεία τελείται αποκλειστικά από τον ιερέα «και το αναγκαίο βοηθητικό προσωπικό χωρίς την παρουσία άλλων φυσικών προσώπων». Τα περί «βοηθητικού προσωπικού» αποτυπώνουν μια ιεροκρατική αντίληψη, πόρρω απέχουσα από τη χριστιανική συνείδηση ότι κανονικά οι πιστοί δεν είναι ούτε θεατές ούτε καταναλωτές, αλλά συλλειτουργοί.

Ενδεικτικά σημειώνω τρεις συλλογικές εκδόσεις που αποτυπώνουν αυτή την τιτανομαχία: 1) Η Εκκλησία σε περίοδο πανδημίας. Μπορεί η παρούσα κρίση να οδηγήσει την Ορθόδοξη Εκκλησία σε λειτουργική αναγέννηση; (εκδ. CEMES, Θεσσαλονίκη) 2) Καιρός του ποιήσαι. Η Ορθοδοξία ενώπιον της πανδημίας του κορωνοϊού (εκδ. Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου) 3) περιοδικό «Σύναξη», αφιέρωμα Πανδημία (θα κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο).

Μιλώ ηθελημένα για τιτανομαχία. Οι απόψεις πολύ συχνά διατυπώνονται με σταυροφορική επιθετικότητα, και πολλοί ιερείς που προσπάθησαν να τηρήσουν μια στάση γεμάτη έγνοια για το υγειονομικό πρόβλημα (π.χ. ζητώντας από τους πιστούς να μην τους φιλούν το χέρι ή κοινωνώντας τους πιστούς χωρίς τα χείλη να αγγίζουν το κουταλάκι), στοχοποιήθηκαν από μερίδα θρησκευόμενων και συκοφαντήθηκαν ως μειοδότες της πίστης. Είναι ανοιχτά όλα αυτά τα ζητήματα, μα η Ιερά Σύνοδος είναι ανήμπορη να τα συζητήσει, προφανώς διότι οι φυγόκεντρες τάσεις είναι ισχυρές. Ουσιαστικά η Σύνοδος περιορίζεται στο να διαβιβάζει στις Μητροπόλεις τις Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις με τα μέτρα της κυβέρνησης, συνοδεύοντάς τες με δικό της μήνυμα για μια σωστή έμφαση στο χρέος της αγάπης και της ευθύνης για τους άλλους. Αυτά όμως, παρόλο που εμφανίζουν την Ιεραρχία να κινείται με ηπιότητα, στερούν τη δυνατότητα για μια πολιτική (όχι κομματική) κριτική των κρατικών χειρισμών (κριτική η οποία κατά τη γνώμη μου ανήκει στη φύση της θεολογίας).

Από κοινού υπεράσπιση του κοινωνικού και του δημόσιου

Περνώ στο δεύτερο άξονά μου, τη δίψα. Είναι μια δίψα τυραννική, γιατί νερό δεν φαίνεται στον ορίζοντα. Είναι η δίψα για μια συζήτηση της προκοπής όσον αφορά το δημόσιο χώρο και την πολυτιμότητά του. Ζούμε μια τρέλα, όταν όσοι είναι ταγμένοι στη διακονία αξιών πέρα από την ξερή επιβίωση (ταγμένοι δηλαδή στη διακονία οραμάτων τα οποία δίνουν νόημα στη ζωή και την ξεκολλάνε από το βούρκο της κτηνώδους επιβίωσης) δεν μπορούν να κατακτήσουν ένα κοινό γλωσσάρι! Πώς είναι δυνατό η Αριστερά να μην καταλαβαίνει ότι η θρησκεία δεν είναι ατομική υπόθεση, αλλά ζήτημα του δημόσιου χώρου; Πώς είναι δυνατό οι θρησκευόμενοι να μην καταλαβαίνουν πόσο πολύτιμες είναι οι πολιτικές δράσεις στο δρόμο; Στη θεωρία τους αμφότερες οι πλευρές επισημαίνουν τον κίνδυνο της περιχαράκωσης στην εγωπάθεια, αμφότερες καταφάσκουν τη σημασία της ενσώματης σχεσιακής ζωής σε αντίθεση με την ψηφιοποίησή της. Και όμως αμφότερες οι πλευρές (μιλώ για την κυρίαρχη πραγματικότητα) έχουν δειχτεί ανίκανες να βγουν από την αυτοαναφορικότητα και το συντεχνιασμό τους. Αμφότερες θεωρούν ζωτικής σημασίας για τον εαυτό τους τη λιτανεία / πορεία, αλλά περιέρχονται σε υστερία όταν δουν την πορεία / λιτανεία του άλλου! Και δεν συνηγορώ υπέρ ναρκισσιστικών περιπτώσεων συναθροίσεων όπου οι συνδαιτυμόνες καμώνονται τους άτρωτους και περιφρονούν τις μάσκες και τις αποστάσεις. Αυτές είναι απερίφραστα καταδικαστέες. Αναζητώ κάτι άλλο: Μια εχέφρονα και από κοινού υπεράσπιση του κοινωνικού και του δημόσιου. Συγχωρέστε με, αλλά η πρώτη πορεία που απαγορεύτηκε ήταν η περιφορά του Επιταφίου, επτά μήνες πριν από την απαγόρευση της πορείας του Πολυτεχνείου. Πόση μοναξιά, πια, πρέπει να νιώσουμε όσοι πιστεύουμε ότι για την πολυτιμότητα του κοινωνικού και του δημόσιου δεν απαιτείται συμφωνία πίστεων, αλλά κοινά κριτήρια και κοινό γλωσσάρι έγνοιας για την ύπαρξη του άλλου;

Έχουμε ακόμη δρόμο. Όχι απλώς για το εμβόλιο. Αλλά για την άσκηση στην αναμέτρηση για τα ουσιώδη της ζωής.

ΠΗΓΗ
ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του π. Θεοδοσίου Μαρτζούχου

Ναι, αγαπητοί μου αδελφοί, μπαίνοντας πλέον στον χώρο του Ναού θα χρειάζεται να φοράμε μάσκα στο πρόσωπό μας. Η διάδοση της γνωστής επικίνδυνης ίωσης το κάνει απαραίτητο. Φυσικά κάτι τέτοιο είναι τεχνικό θέμα, χωρίς κανένα πνευματικό συνεπαγόμενο. Όπως όταν δεν βλέπουμε καλά φοράμε γυαλιά, πράγμα επίσης πνευματικά αδιάφορο.

Στον Ναό πηγαίνουμε ζητώντας από τον Χριστό να ανοίξει αφ’ ενός τα μάτια της διανοίας μας και αφ’ ετέρου να μας αφαιρέσει κάθε υποκρισία «διπλής όψεως»…

Αυτά είναι ψυχικά θέματα ενδεικτικά του περιεχομένου, δεν είναι συνθήκες εξωτερικών αναγκών. Δεν Του ζητάμε να μας βγάλει τα υλικά γυαλιά και την υφασμάτινη μάσκα! Ας μη γελοιοποιούμε τα μέγιστα με χαζές (δήθεν πνευματικές) φοβίες. Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΕΙΝΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ.

Ελάτε λοιπόν να ικετεύσουμε τον Χριστό (και με μάσκα… δεν ενοχλείται) να μας ελεήσει, απαλλάσσοντας και μας, χάριν του ελέους Του προς τους εν ανάγκαις αδελφούς μας (όπου γης), που θα υποφέρουν πολλαπλάσια από μας.

Αδελφοί μου είμαστε το αντικείμενο της συνεχούς αιώνιας αγάπης του Θεού. Μας βλέπει ακόμα και όταν φαίνονται όλα να είναι νύχτα και τα πάντα σκοτεινά. Είναι ένας ελεήμων Πατέρας. Ακόμα περισσότερο είναι η φιλοστοργότερη Μητέρα. Ας μάθουμε την αγάπη Του.      

ΠΗΓΗ

Enoriako.info Ι.Ν Αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου Πρεβέζης

O Καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης απαντά στις ερωτήσεις του ΣΑΚΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Eρχεται καιρός δοκιμασίας, λέει στην «Κ» ο καθηγητής Θεολογίας του ΑΠΘ και συγγραφέας Χρυσόστομος Σταμούλης, ο οποίος εκτιμά ότι η Εκκλησία δεν πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες και πρακτικές μπροστά στις αλλαγές που φέρνει η επόμενη μέρα της επιδημίας.

– Οι αλλαγές που προκάλεσε ο κορωνοϊός στην κοινωνία θα επηρεάσουν την Εκκλησία μετά την πανδημία;

– Ουσιαστικά, η πανδημία σηματοδοτεί το τέλος της αθωότητας του νεότερου πολιτισμού. Αλλαγές θα συμβούν –ήδη συμβαίνουν– τόσο στην Ορθόδοξη Εκκλησία όσο και στις θρησκευτικές κοινότητες όλου του κόσμου. Η Εκκλησία αντλεί τον λόγο, αλλά και τον τρόπο υπάρξεώς της, από τα έσχατα «ουκ εκ του κόσμου», αλλά λειτουργεί και δρα εντός της ιστορίας, καθώς υφίσταται «εν τω κόσμω». Είναι μέρος μιας κοινωνίας, αλλά και μέλος συγκεκριμένης πολιτείας και ως εκ τούτου διέπεται από τους νόμους που αυτή ορίζει όσον αφορά τη λειτουργία των δομών της. Οι πραγματικές αλλαγές, όμως, δεν θα προέλθουν από τις πολιτειακές επιταγές, αλλά από τη θεολογική αρχή της ανάγκης, η οποία αφουγκράζεται τις ανάγκες του σώματος, εκκλησιαστικού και κοινωνικού, και αποτελεί τον καθοριστικό παράγοντα που ορίζει τον τρόπο της ύπαρξής της.

– Μπορεί αυτή η κρίση να γίνει ευκαιρία ώστε οι ιεράρχες να έρθουν πιο κοντά στον καθημερινό άνθρωπο και τα προβλήματά του;

– Κάθε κρίση, πολύ δε περισσότερο αυτή που κλονίζει το σύνολο των βεβαιοτήτων του σύγχρονου ανθρώπου και του ιεροποιημένου πολιτισμού του, οδηγεί σε επαναπροσδιορισμό της ζωής. Θέλω να πιστεύω πως και οι ιεράρχες, μετέχοντας σε αυτό το νέο πάθος, θα μεταλάβουν την αγωνία και τους καημούς των καθημερινών ανθρώπων, θα γονατίσουν ενώπιον της ζωής, η οποία βιώνεται «εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις».

– Βλέπετε αλλαγές στην τέλεση μυστηρίων, π.χ. γάμων και κηδειών, και σε παραδόσεις που περιλαμβάνουν ευρεία κοινωνική συναναστροφή;

– Ο καιρός που έρχεται θα είναι καιρός δοκιμασίας. Οι αλλαγές που θα επέλθουν –και θα επέλθουν–, θα περάσουν διά πυρός και σιδήρου. Δυστυχώς, η Εκκλησία κρύβει μέσα της ένα κομμάτι που αντιστέκεται μετά μανίας σε κάθε αλλαγή. Πρέπει να παραδεχτούμε επιτέλους πως υπάρχει και ορθόδοξος φονταμενταλισμός, ο οποίος είναι άγριος και άκρως επιθετικός. Ετσι, μοιάζει να έχει δίκαιο ο Γιάννης Τσαρούχης όταν λέγει πως «όσο αυξάνει η Εκκλησία», και εννοεί προφανώς την άσαρκη μεσσιανική καθοδηγητική ιδεολογία, τόσο «μικραίνει ο Χριστός». Θα αλλάξουν, λοιπόν, παραδόσεις που δεν αλλοιώνουν τον βασικό πυρήνα της πίστης.

– Θα συνεχιστεί και την επόμενη μέρα η συζήτηση για τη Θεία Ευχαριστία και την προστασία από την επιδημία;

– Βεβαίως και θα συνεχιστεί. Εχουμε μπει σε μια καινούργια στροφή της ζωής μας και η Εκκλησία δεν θα πρέπει να κρυφτεί πίσω από επισφαλείς βεβαιότητες ή πρακτικές μιας συγκεκριμένης ιστορικής περιόδου. Ο τρόπος μετάδοσης της Θείας Ευχαριστίας ποικίλλει στην αρχαία Εκκλησία. Ακόμα και στα Ευαγγέλια βλέπουμε ότι δεν σώζεται μια κοινή παράδοση. Οσον αφορά τα σημερινά, ήδη πολλοί ιεράρχες και θεολόγοι δείχνουν προς την κατεύθυνση της πρακτικής που στηρίζεται εν μέρει στη Θεία Λειτουργία του αγίου Ιακώβου του Αδελφοθέου και προτείνουν τη δι’ εμβαπτισμού του σώματος στο αίμα Θεία Ευχαριστία. Κάτι αντίστοιχο ίσχυε, σύμφωνα με την παλιότερη Διάταξη της Προσκομιδής (12ος αι.), και για τους «εν όρεσι» αναχωρητές, οι οποίοι έπαιρναν μαζί τους και κοινωνούσαν θείο άρτο βαπτισμένο στο αίμα. Aκόμα και αν δεν υπήρχαν αυτές οι λύσεις, η Εκκλησία, ως ζωντανός οργανισμός που μετέχει στις άκτιστες ενέργειες του τριαδικού Θεού και παράγει συνεχώς θεολογία, θα έπρεπε να τις δημιουργήσει.

– Αύριο οι πιστοί δεν θα γιορτάσουν όλοι μαζί την Ανάσταση στις εκκλησίες. Θα επηρεάσει αυτό τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε την Ορθόδοξη πίστη;

– Ζούμε εδώ και καιρό μια παρατεταμένη Μεγάλη Παρασκευή, όπου δίπλα μας όλα καταρρέουν. Η Εκκλησία των ακανθών και του Σταυρού οφείλει να σταθεί στο πλευρό όλων των τραυματισμένων από το πάθος αυτό ανθρώπων και να δείξει για μια ακόμα φορά πως το κακό δεν μπορεί να είναι αιώνιο. Η Ανάσταση θα έλθει.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ / Δρ.  Θεολογίας – Συγγραφέα – ΕΔΙΠ στη Θεολογική Σχολή ΕΚΠΑ

Τις ώρες που γράφονται αυτές οι αράδες οδεύουμε προς το Πάσχα, ένα Πάσχα που θα το βιώσουμε διαφορετικά από κάθε άλλη φορά, καθώς η πανδημία του κορωνοϊού έχει μεταβάλει βασικές ορίζουσες του βίου, ιδίως στο πεδίο των κοινωνικών μας σχέσεων. Έχει εξάλλου οδηγήσει τον σύγχρονο άνθρωπο σε μια βιωματικά πρωτόγνωρη μνήμη θανάτου και μέσω αυτής σε μια συνειδητή κατάφαση της ζωής, που απειλείται, δεν είναι δεδομένη, και δοξολογείται. Τούτη την ώρα δεν γνωρίζουμε ποια θα είναι η εξέλιξη της πανδημίας στη χώρα μας, ήδη όμως είναι ορατά τα όρια των δυνατοτήτων των υπηρεσιών υγείας, καθημαγμένων σε βάθος δεκαετίας. Παρά ταύτα, η άνοδος της καμπύλης μεταδοτικότητας είναι σχετικά ομαλή, και τα έγκαιρα μέτρα κοινωνικής αποστασιοποίησης μοιάζουν να αποτρέπουν τα χειρότερα.

Στο πλαίσιο αυτών των μέτρων, και η κυβερνητική απόφαση για τη μη τέλεση ιεροπραξιών και τη δυνατότητα «ατομικής προσευχής» και μόνο στους ναούς είναι σε πλήρη εφαρμογή, ενώ δεν προβλέπεται καν δυνατότητα μετάβασης στον ναό μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, μήτε γνωρίζει κανείς πότε τυχόν θα μεταβληθεί αυτή η κατάσταση προς μια θετικότερη εξέλιξη – ασφαλώς μετά το Πάσχα. Στο πλαίσιο της ζοφερής ατμόσφαιρας των ημερών έλαβε χώρα στη δημοσιότητα και μια εκτεταμένη συζήτηση για τη λειτουργία της Εκκλησίας, την κοινή προσευχή στους ναούς και ακόμα την ίδια τη θεία Λειτουργία και Κοινωνία. Το χριστεπώνυμο πλήρωμα κατηγορήθηκε από πολύ νωρίς και με σφοδρότητα ως παράγων διάδοσης του ιού, παράγων μολυσματικός, που χαρακτηρίζεται από ιδεοληψία και κοινωνική ανευθυνότητα, καθώς αδιαφορεί για την έκθεση του πλησίον σε κίνδυνο. Εκφράστηκε η απαίτηση να απαγορευτεί η λατρεία, που είναι βλαπτική ακόμα και για όσους δεν μετέχουν σε αυτή, εξαιτίας του κινδύνου διάδοσης του ιού, και βέβαια λοιδορήθηκε ιδίως η συμμετοχή των πιστών στη θεία Κοινωνία μέσα από την κοινή λαβίδα.

Είναι προφανής η πολλαπλότητα των κινήτρων όσων έθεταν τέτοια ζητήματα, ενώ η πολυπλοκότητα της κοινωνικής αντίδρασης συσχετίζεται επίσης και με τους χρόνους και την ένταση με την οποία διατυπώθηκαν κάθε λογής επιφυλάξεις. Δεν μπορεί να μη σημειώσει κανείς την ηχηρή εμφάνιση ενός ρατσιστικού λόγου, που μαζί με χαρακτηρισμούς και ρητορικά σχήματα υπερβολής ζητούσε και την άρση της ελευθερίας της λατρείας από τους χριστιανούς, μαζί και με την εγγραφή τους στο πεδίο της ανηλικιότητας και ανευθυνότητας – συνθήκης που θα έπρεπε να τύχει κοινωνικής επιτήρησης από τους ενήλικες θιασώτες του «ορθολογισμού». Ας σημειωθεί πάντως ότι στο ίδιο πεδίο ανηλικιότητας έχει από χρόνους πολλούς κατατάξει το ποίμνιο και μέρος της ποιμένουσας εκκλησίας, που ενθαρρύνει την κηδεμόνευση και τον πατερναλισμό, και με ιδιαίτερη έμφαση εμμένει εξίσου στην αέναη σιωπή των λογικών της προβάτων. Αυτό είναι όμως μια συζήτηση λίγο διαφορετική, αν και όχι ασύνδετη.

Πολλοί συνάνθρωποι εξάλλου είχαν απλώς μια υγιή ανησυχία και περίσκεψη ή έστω μια κάπως οξυμένη αίσθηση φόβου ή ακόμα και πανικού.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου [εδώ] και [εδώ]

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Πρέπει να είναι ψυχοφθόρος μαζοχισμός να είσαι αρχιτέκτονας με συνείδηση εργολάβου οικοδομών, γιατρός με συνείδηση κομψού χρηματολάγνου, δάσκαλος αργυρώνητος με καλοστημένα «ιδιαίτερα», πολιτικός υποταγμένος στον υπόκοσμο του άνομου πλούτου και του δημοσιογραφικού αμοραλισμού. Και η δυστυχέστερη από όλες τις άλλες περίπτωση: να είσαι επίσκοπος με συνείδηση κορυφαίου στην υπαλληλία εξυπηρέτησης των «θρησκευτικών αναγκών του λαού».

Να το ξαναπούμε, κι ας είναι χιλιοειπωμένο ή σκόπιμα στρεβλωμένο: Η Εκκλησία βρίσκεται στους αντίποδες της θρησκείας, πρόκειται για αλληλοαναιρούμενες έννοιες. Η θρησκεία είναι ατομοκεντρικό γεγονός, θωρακίζει το εγώ με μεταφυσικές πεποιθήσεις, ναρκισσιστική πειθαρχία σε νομικές διατάξεις, παρέχει ψυχολογική ευεξία προσδοκίας ότι το εγώ θα επιβιώσει σε ατέρμονα γραμμικό χρόνο. Η Εκκλησία είναι αυτό που δηλώνει καταγωγικά η ελληνική της ονομασία: Μια κλήση-σε-σχέση (εκ-καλώ) αγαπητικής ελευθερίας. Όχι να υπάρχεις και επιπλέον να αγαπάς, αλλά να υπάρχεις επειδή αγαπάς, ελεύθερος από τις αναγκαιότητες της ιδιοτέλειας.

Να υπάρχεις με τον τρόπο της Τριαδικής Αιτιώδους Αρχής τού υπάρχειν, η οποία «αγάπη εστί». Τα ονόματα «Πατήρ», «Υιός», «Παράκλητος» δηλώνουν την ύπαρξη ως σχέση, ως ελευθερία αγάπης.

Για την «εκκλησία των πολιτών» στην Αρχαία Ελλάδα «κριτήριον αληθείας», δηλαδή αθανασίας της ύπαρξης, ήταν ο «τρόπος της του παντός διοικήσεως» (Ηράκλειτος): η λογική αρμονία των σχέσεων, η συμπαντική ευταξία και κοσμιότητα. Για τους Χριστιανούς είναι η ελευθερία της αγάπης, το άθλημα αυθυπέρβασης και αυτοπροσφοράς.

Η αναζήτηση να πραγματωθεί ο «κατ’ αλήθειαν» τρόπος ύπαρξης και συνύπαρξης γέννησε τον πολιτισμό της Αρχαίας Ελλάδας: την πόλιν και τους θεσμούς της, το θάμβος της αρχιτεκτονικής, την τραγωδία, το «άγαλμα» στη γλυπτική. Η ίδια αναζήτηση αλήθειας των χριστιανών Ελλήνων γέννησε τον πολιτισμό της κοινότητας – ενορίας, την αρχιτεκτονική των «κεκλιμένων ουρανών» (θόλων-ημιθολίων-τόξων), τη συνέχιση της τραγωδίας στην ευχαριστιακή δραματουργία και του αρχαιοελληνικού άσματος στο «βυζαντινό» μέλος.

Για λόγους ιστορικά ευκρινείς και με καταλύτη την κοσμογονική αλλαγή στην πληθυσμική σύνθεση των ευρωπαϊκών περιοχών της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, από τον 4ο έως και τον 6ο μ.Χ. αιώνα, ανακόπηκε και εξαρθρώθηκε η συναρμογή του ελληνικού και του χριστιανικού «παραδείγματος». Οι βαρβαρικοί εισβολείς «εκχριστιανίστηκαν», δηλαδή προσάρμοσαν το εκκλησιαστικό γεγονός στις δικές τους απαιτήσεις για «θρησκεία». Ο θρησκειοποιημένος Χριστιανισμός στη Δύση έδωσε, στον μεσαίωνα, θαυμαστά δείγματα Τέχνης – τεχνικής με θρησκευτική έμπνευση και μαστορική επιδεξιότητα, αλλά η καισαρική διαφορά της Εκκλησίας από τη θρησκεία είχε πια χαθεί.

Ο Ελληνισμός, όταν, ύστερα από τέσσερις αιώνες τουρκοκρατίας, κατόρθωσε να ελευθερώσει ένα ελάχιστο τμήμα από τις κοιτίδες του πολιτισμού του, επιβίωσε για δώδεκα μόλις χρόνια με μια ανεξαρτησία δραματικά εμφυλιοπολεμική. Η αποτυχία λειτούργησε ταχύτατα ως πρόσχημα, για να καταστεί το κρατίδιο με τον Όθωνα, τοπικό προτεκτοράτο των δυτικοευρωπαϊκών Δυνάμεων, με τους θεσμούς και τις λειτουργίες του παθητικές απομιμήσεις του ευρωπαϊκού πρωτοτύπου. Κατεπειγόντως η Εκκλησία αυτοανακηρύχθηκε «αυτοκέφαλη» σε ρόλο κρατικής θρησκείας, μετασχηματίστηκε σε χρηστικό κρατικό θεσμό, με απόλυτη προτεραιότητα την ηθικιστική ωφελιμοθηρία, το νοησιαρχικό προπαγανδιστικό κήρυγμα.

Έτσι διολισθήσαμε στη θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού γεγονότος, στη ριζική αλλοτρίωσή του. Χάθηκε η συνείδηση μετοχής σε σώμα: ενορίας – κοινότητας. Η πίστη έπαψε να σημαίνει εμπιστοσύνη, σημαίνει ατομικές «πεποιθήσεις» ή (το ευκολότερο) υποταγή στις ντιρεχτίβες μιας «αυθεντίας». Η αρετή είναι ατομικό κατόρθωμα (οπωσδήποτε χρηστικό) και η αλήθεια μια εξουσιαστικά εγγυημένη γνώση. Σήμερα πια, στο ελλαδικό κρατίδιο, η Εκκλησία, μαζί με το ΚΚΕ, είναι οι δυο πανομοιότυποι θεσμοί με την ίδια εμπιστοσύνη στην ιδεολογική πειθαρχία και απόλυτη προτεραιότητα της διάνοιας και της χρηστικής ωφελιμότητας των δογμάτων.

Στην Ελλάδα σήμερα οι επίσκοποι στο σύνολό τους (οι εξαιρέσεις σπάνιες) δείχνουν να καταλαβαίνουν το λειτούργημά τους ως αξίωμα πρωτοκλασάτου προπαγανδιστή – συγγενεύουν περισσότερο με τη λογική των opinion makers και των υπερασπιστών ενός ιδεολογικού «αλαθήτου». Αντιλαμβάνονται την «πατρότητα» που ευαγγελίζεται η Εκκλησία, σαν στοργικό «ύφος», στην κηρυγματική τους φλυαρία, την αφ’ υψηλού παροχή συμβουλών συμπεριφοράς.

Ο μανιώδης πληθωρισμός του κηρύγματος είναι η εξόφθαλμη βεβαίωση του εκπροτεσταντισμού της Εκκλησίας στην Ελλάδα. Κήρυγμα-κήρυγμα-κήρυγμα, καταιγισμός ωφελιμολογίας – όλα αρχίζουν και τελειώνουν στην κατα-νόηση και στο συναίσθημα, ακριβώς όπως και στο ΚΚΕ. Δεν αρκεί η προφορική κενολογία, υπάρχει και η έντυπη (εκατοντάδες χιλιάδες κηρυγματικά φυλλάδια η «Φωνή Κυρίου», κάθε Κυριακή), μαζί και το περιοδικό που απαραίτητα κάθε Μητρόπολη εκδίδει – εκεί τα ιδεολογικά «ψυχωφέλιμα» μοιράζονται τις σελίδες με αναρίθμητες επιδεικτικές φωτογραφικές απαθανατίσεις του τοπικού επισκόπου.

Δυστυχισμένοι άνθρωποι, χωρίς έστω και τη μικροαστική σοβαρότητα. Ποιος κορωνοϊός θα μπορέσει ποτέ να συγκλονίσει την «ηγετική» τους υπεροψία και να τους υποψιάσει για το χάρισμα της πατρότητας;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ