Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σκέφτομαι πολλές φορές πως η ελληνική λογοτεχνία ελάχιστα, αν όχι καθόλου, έχει ασχοληθεί με τη Μεσόγειο. Το λέω σε σύγκριση με τη γαλλική λογοτεχνία, για παράδειγμα, τον Βαλερύ ή τον Καμύ, που έγραψαν για τον «μεσογειακό πολιτισμό» αντιπαραθέτοντάς τον στους τρόπους του Βορρά. Για εμάς, η Μεσόγειος είναι σαν να μην υπάρχει. Για τον Ελύτη, η θάλασσα είναι το Αιγαίο. Για τον Καβάφη, είναι ο ορίζοντας της Αλεξάνδρειας. Αναρωτιέμαι αν σε όλη του την ποίηση εμφανίζεται κάπου η λέξη. Μπορεί να κάνω και λάθος. Δεν χρειάζεται να αναφερθώ στον κατ’ εξοχήν θαλασσινό πεζογράφο μας, τον Παπαδιαμάντη. Ο τρόπος της λογοτεχνίας του είναι νησιωτικός. Βλέπει τη θάλασσα γύρω του και τον ορίζοντά του τον κλείνει η σκιά του διπλανού νησιού. Διότι πάντα υπάρχει ένα διπλανό νησί στον ελληνικό ορίζοντα. Θυμάμαι πάντα τη φαντασίωση κάποιου Μπουεντία στα «Εκατό χρόνια μοναξιάς» του Μάρκες. Πίστευε πως στο Αιγαίο τα νησιά είναι τόσο κοντά που μπορείς να πηδήξεις από το ένα στο άλλο.

Θα μπορούσε κανείς να δει κάτω απ’ αυτό το πρίσμα τα πρώτα διακόσια χρόνια της νεοελληνικής ύπαρξης – βρεφική, παιδική ηλικία, εφηβεία, αποφοίτηση, ενηλικίωση. Αν θέλουμε να καταλάβουμε ποιος είναι ο πηλός της ψυχής κάτω από τα μεγάλα ιστορικά γεγονότα, αφήνοντας κατά μέρος τους εμφυλίους, τους πολέμους, τις πολιτικές ανατροπές. Το βλέμμα μας δεν έβλεπε τη Μεσόγειο. Μια ψυχική ροπή που ενδεχομένως να εξηγεί και το γεγονός ότι η ελληνική πολιτεία αναπτύχθηκε εις βάρος του μείζονος ελληνισμού που ήταν απλωμένος στη Μεσόγειο. Από την Αίγυπτο ώς την Κωνσταντινούπολη και την τραγική Σμύρνη.

Δεν βλέπουμε τη Μεσόγειο, ίσως επειδή την έχουμε στα πόδια μας. Ποιος σκέφτεται ότι ο Σαρωνικός είναι στον μυχό της; Για τον Καμύ, το ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό μπορεί να είναι μια στιγμή του «τραγικού» στη Μεσόγειο, όταν οι σκιές αντικαθιστούν το φως. Για τη δική μας ευαισθησία είναι ένα ηλιοβασίλεμα στον Σαρωνικό.

Δεν βλέπουμε τη Μεσόγειο, επειδή το βλέμμα μας, από την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τη λάμψη της σύγχρονης ζωής, ήταν στραμμένο αλλού. Ελάτε τώρα. Η Ελληνική Επανάσταση, εκτός όλων των άλλων, είναι και η υπόθεση ενός λαού που γοητεύθηκε από τον κόσμο της εποχής του και ήταν έτοιμος να θυσιάσει και τη ζωή του ακόμη για να βρει τη θέση του σε αυτόν. Πέστε το Διαφωτισμό, πέστε το ό,τι θέλετε. Το ζήτημα είναι ότι το βλέμμα μας ήταν στραμμένο προς την πηγή της λάμψης, σαν εκείνον τον δεσμώτη στο πλατωνικό σπήλαιο που αντικρίζει το φως του ήλιου.

Το δικό μας ιστορικό σπήλαιο ήταν η βαλκανική ενδοχώρα. Δεσμώτες της γεωγραφίας που μας χώριζε από τη Δυτική Ευρώπη, δεσμώτες όμως και της ιστορίας που μας κράτησε για τέσσερις αιώνες εκτός ευρωπαϊκού πολιτισμού. Εδώ εμφανίζεται μια αντίφαση που διατρέχει τη νεοελληνική ύπαρξη έως σήμερα ακόμη. Η υπέρβαση της βαλκανικής ταυτότητας οδηγούσε στην υπέρβαση της οθωμανικής «εξορίας», όμως δεν μπορούσε να μετατραπεί σε απόρριψη της βαλκανικής μας ταυτότητας, αφού μέρος αυτής ήταν η καταλυτική για την εθνική ταυτότητα ορθοδοξία. Στη «Σύγκρουση των πολιτισμών» ο Χάντιγκτον μας κατατάσσει στο ανατολικό τόξο λόγω ορθοδοξίας. Η ιστορία της Ελλάδας μέχρι στιγμής δεν τον έχει δικαιώσει. Πλην όμως η τοποθέτησή του καταδεικνύει τη δυναμική αντίφαση που σημάδεψε τα πρώτα διακόσια χρόνια της νεοελληνικής ύπαρξης. Μια εργώδης προσπάθεια απαλλαγής από το βάρος της βαλκανικής ενδοχώρας από τη μια, κι από την άλλη μια προσπάθεια συμφιλίωσης με αυτό το βάρος αφού η ορθοδοξία εμψύχωσε την απελευθέρωσή του.

Ο εθνικός μας ποιητής, ο Σολωμός, ήταν Ζακυνθινός, άρα εκτός οθωμανικού τόξου. Ο εθνικός μας ιστορικός όμως, ο Παπαρρηγόπουλος, ήταν Κωνσταντινουπολίτης με καταγωγή από την Πελοπόννησο. Τους συνέδεε η ορθοδοξία. Ο Καποδίστριας ήρθε για να οικοδομήσει ένα κράτος σύγχρονο, με πρότυπα Δυτικής Ευρώπης, όμως υπήρξε υπουργός Εξωτερικών του τσάρου. Η σύνθεση ήταν δύσκολη. Ε ναι. Τα πρώτα διακόσια χρόνια είναι δύσκολα.

Παρακαλώ τους απαιτητικούς αναγνώστες, ευτυχώς είναι πολλοί, να μη βιαστούν να μου προσάψουν βιασύνη ή συνειρμική ευκολία. Επειδή δεν πρόκειται να σταματήσω να γράφω όλον τον Αύγουστο, δεσμεύομαι για τη συνέχεια και ελπίζω να συμμετάσχω με τον τρόπο μου στην προετοιμασία για την επέτειο των διακοσίων ετών. Στην πραγματικότητα, πιστεύω ότι είναι μια πρώτης τάξεως ευκαιρία για την αναζήτηση της εθνικής μας ταυτότητας. Μια ευκαιρία ώστε η χώρα του περίπου να αναζητήσει το ακριβώς της, και, αν είναι να το βρει στο «περίπου», χαλάλι της.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του Μάνου Στεφανίδη

Στον. Γ. Καραμπελιά

Αυτό που απέδειξε με κυνικήν ωμότητα ο μοιραίος Αλέξης σ’ αυτά τα χρόνια της εξουσίας του, είναι πως είμαστε κι εμείς όλοι, ή τουλάχιστον οι περισσότεροι, ίδιοι κι απαράλλαχτοι με τους άλλους, τους απέναντι.  Ή, τουλάχιστον τους περισσότερους. Καμία διαφορά, καμία εξαίρεση, καμιά ελπίδα… Τα προσωπεία έπεσαν και τα πρόσωπα έγιναν θλιβερές καρικατούρες του εαυτού τους. Ο Μπαλάφας στη θέση του Γιακουμάτου.

Έτσι, κι οι απέναντι θα επιστρέψουν με την σειρά τους και με την ίδια κι απαράλλαχτη αλαζονεία με την οποία πρωτοανέβηκε ο πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ τα σκαλιά του Μαξίμου, στους παλιούς τους θώκους. Σίγουροι, δηλαδή επικίνδυνοι.

Λες και οι δυσάρεστες εμπειρίες κι ακόμα χειρότερα οι οδύνες αυτού του τόπου δεν αξίζει να διδάξουν τίποτα το ουσιαστικό στο μακάριο, πολιτικό μας σύστημα… Στις αποκρουστικές βεβαιότητες των δύο μονομάχων. Αφού κι οι απέναντι περιμένουν να νικήσουν όχι γιατί έχουν ανανεωθεί ριζικά ή κομίζουν κάτι το συνταρακτικά καινούργιο αλλά γιατί απλώς εκπροσωπούν το μη χείρον βέλτιστον. Λες και μπορεί να υπάρξει κάτι χειρότερο από την σπείρα των Συριζανέλ και των θλιβερών, δευτερότριτων πασόκων συνοδοιπόρων τους. Δείτε τι προτείνουν αμφότεροι για τον πολιτισμό. Τίποτε!

Στη Ν.Δ. λοιπόν αστεία, πολιτικά πρόσωπα που σε άλλες συνθήκες θα είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης, αλληλοπροσφωνούνται «πρόεδροι» και περιμένουν την ευκαιρία για την προσωπική τους ρεβάνς χωρίς καμία ουσιαστική έγνοια για τον τόπο. Αηδία. Λες και δεν έφεραν αυτοί και η ανικανότητα τους τον μοιραίο Αλέξη στα πράγματα.

Του δε Κυριάκου παραμένει ακόμη ως πιο γενναία του, πολιτική κίνηση η καταψήφιση του Πάκη. Και πιο επικοινωνιακή του η προσχώρηση των Τατσόπουλου – Πανούτσου. Χωρίς να υπονοώ τίποτα αρνητικό και για τους δύο. Θα περίμενα όμως ένα πιο γενναίο άνοιγμα στον φιλελεύθερο χώρο ή την διανόηση.

Σ’ αυτό λοιπόν το θλιβερό τοπίο εξακολουθούν ασύδοτοι κάποιοι λειτουργώντας ως το αγελαίο, αριστερό άλλοθι μιας ετεροκίνητης, προσκυνημένης κυβέρνησης, να βάζουν τυφλές βόμβες έξω από ναό για να πλήξουν όσους πήγαν στην πρωινή, χριστουγεννιάτικη λειτουργία!

Φρίκη αληθινή για αυτούς που ανατράφηκαν σ’ ελληνικά σχολεία αλλά δεν έμαθαν τίποτα από τον Σολωμό, τον Παπαδιαμάντη, τον Κόντογλου ή τον Καρούζο και θεωρούν την χυδαία βία σαν επανάσταση και σαν προοδευτισμό την τρομοκρατία της πίστης του άλλου και την εξαφάνιση των συμβόλων της παράδοσης. Ο φασισμός σε όλη του την αποκρουστική αποκάλυψη. Χειρότερος μάλιστα από κάθε άλλο φασισμό γιατί παρουσιάζεται πιο «διανοούμενος»! Χειρότερος ακόμη κι από εκείνον των προγλωσσικών χρυσαυγιτών.

Στην αρχή σκέφτηκα πως μπορεί να είναι προβοκάτσια αλλά έπειτα θυμήθηκα πως έχουν πυκνώσει τα περιστατικά αγνώστων που βρωμίζουν ή βανδαλίζουν εκκλησίες -τα όπια του λαού!- ενώ ποτέ δεν μαθεύτηκε ευρύτερα το αποκρουστικό γεγονός πως παρόμοιοι «ιδεολόγοι» αφόδευσαν (sic ) στο ναΐδριο της Πανεπιστημιούπολης Ζωγράφου. Πριν καιρό. Στο ιερό! Οχετός επανάστασης… Θα μού πείτε τί έκαναν οι πανεπιστημιακές αρχές; Και θα σας απαντήσω. Τίποτα!

Από το ήμερο χωριό της γαλλόφωνης Ελβετίας που βρίσκομαι, θα ήθελα να γράψω σήμερα κάτι πιο παρηγορητικό ή εορτάσιμο. Όμως το ότι κάποιοι πουλάνε φόβο και βία με στόχο εκκλησιαζόμενους, ημέρες γιορτών, με ξεπέρασε. Αιφνίδια λυπήθηκα που δεν πηγαίνω πια στην λειτουργία των Χριστουγέννων. Κάποτε η μάνα μάς ξύπναγε ξημερώματα για να ακούσουμε το «Χριστός γεννάται, δοξάσατε!» Εδώ και δεκαετίες δεν πηγαίνω, δεν αισθάνομαι αρκούντως αθώος. Λάθος. Λάθος ζωής.

Αιφνίδια συνειδητοποίησα πως κάποτε ζούσαμε εν σώματι τον κόσμο του Παπαδιαμάντη. Στο ίδιο του το τρυφερό σύμπαν. Τώρα, όχι πλέον. Ο Παπαδιαμάντης, όπως κι ο Θουκυδίδης με τον Επιτάφιο κι η Αντιγόνη και η Κύρου Ανάβασις κι ο Αρριανός έχουν εξοριστεί από την, εργαλειακή ούτως ή άλλως, εκπαίδευση μας. Από την άμεση μας καθημερινότητα …στο όνομα ενός αορίστου, δυσεπώνυμου εκμοντερνισμού. Δεν έχουν τίποτα να πουν όλοι αυτοί, αυτό το σώμα – σήμα παιδείας, στους νεότερους και ιδού τα αποτελέσματα. Το χειρότερο μάλιστα είναι πως ούτε και οι από εδώ ούτε και οι απέναντι έχουν τα πνευματικά εφόδια για να καταλάβουν σ’ όλο της το τραγικό βάθος αυτή την έλλειψη. Την εθνική απώλεια.

Υ. Γ. 1 Το πολιτικό προσωπικό της χώρας είναι βαθιά κατατονικό, βαθιά συμβιβασμένο. Μοιάζει οι μεν να έχουν να επιδείξουν στους δε απλώς και μόνο καλύτερη τεχνογνωσία ως προς την διαχείριση των συμβιβασμών. Και το χειρότερο: Ούτε θέλουν αμφότεροι, ούτε μπορούν να εμπνεύσουν και να ποδηγετήσουν μια κοινωνία εξίσου κατατονική και εξίσου συμβιβασμένη.

Υ. Γ. 2 Το χωριό λέγεται Bevaix κι είναι χτισμένο πάνω στη λίμνη του Neuchâtel. Στο βάθος οι Άλπεις από την πλευρά της Βέρνης. Το μέρος είναι ήσυχο, οι άνθρωποι ευγενείς και διακριτικοί, η φύση αγέρωχη κι απόλυτη. Η περιοχή έως την αστική επανάσταση του 1848, ήταν πρωσικό πριγκιπάτο. Το διαπιστώνει κανείς από την σωζόμενη αρχιτεκτονική… Έκτοτε μεσολάβησαν πολλά. Σπίτια δίπατα, καλαίσθητα ανθρώπων που αγωνίστηκαν για να πετύχουν σ’ έναν τόπο όχι εύκολο. Και τα κατάφεραν. Σήμερα βλέπει κανείς μιαν καλοκουρδισμένη κοινωνία που απολαμβάνει μοναδική ποιότητα ζωής και τα πλεονεκτήματα της άμεσης δημοκρατίας. Το πνεύμα (και η ψυχή) του Καποδίστρια. Στα μάτια μου η Ελβετία είναι η μικρογραφία αυτού που θα μπορούσε να ήταν η Ευρώπη. Αλλά δεν είναι.

«Όπως σε όλα τα θέματα, είναι αμέτρητοι εκείνοι που προηγηθήκανε και στους οποίους χρωστάμε το κάθε βήμα μας· αδύνατο να τους ευχαριστήση κανένας ανάλογα ή να τους μνημονέψη χωριστά. Τα στερεά σημεία στα γραφτά μας – όσα υπάρχουνε – είναι όλα δικά τους και σε κάθε αράδα που χαράζουμε διακρίνουνται καθαρά τα χρωστούμενα· η αγαθή μερίδα μένει πάντα εκεινών. Όλα τα υπόλοιπα, τα αδύνατα σημεία ή τα λάθη – όσα υπάρχουνε – είναι αδιαφιλονίκητα δικά μας.

Όποιος καταλάβη αυτό γίνεται άτρωτος στη δόξα ή στην παραμικρότερη φήμη. Αντιμετωπίζει και τα παινέματα με το Ψαλτήρι στο χέρι: “Αποστραφήτωσαν παραυτίκα αισχυνόμενοι οι λέγοντές μοι· Εύγε εύγε”.

Τότε βγαίνει σωστότερος ο λογαριασμός»[*].

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, (1970), Ο «Διάλογος» του Σολωμού. Ένας απολογισμός, Αθήνα: Ίκαρος, σ. 9.

[*] Τηρήθηκε πιστά η ορθογραφία του συγγραφέα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ