Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Το πρόβλημα το ζούμε όλοι κατάσαρκα. Το ξέρουμε, ξέρουμε όλοι και τη λύση του. Κανένας μας δεν τολμάει να πει τη λύση. Όπως σε αποτυχημένο γάμο κανένας δεν μιλάει για διαζύγιο, στον καρκίνο κανένας δεν μιλάει για θάνατο. Συνεχίζουμε να διχογνωμούμε παθιασμένοι για το πρόβλημα, ενώ ξέρουμε τη λύση. Όπως στη δικτατορία: πολυσέλιδες οι εφημερίδες, καμιά δεν ονομάτιζε το πρόβλημα, οι δημόσιοι αγορητές το ίδιο.

Τότε μίλησε ο Σεφέρης. Με γλώσσα άλλη, «έξω από τα πολιτικά του τόπου» (Δήλωση, 28.3.1969). Ονομάτισε «δικτατορικές καταστάσεις» και τις όρισε σαν «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης όπου, όσες πνευματικές αξίες κατορθώσαμε να κρατήσουμε ζωντανές, με πόνους και κόπους, πάνε κι αυτές να καταποντιστούν μέσα στα ελώδη, στεκάμενα νερά». Προμήνυσε την «τραγωδία που περιμένει αναπότρεπτη στο τέλος» και σίγουρα δεν εννοούσε μόνο τη βίαιη αποκοπή της Κύπρου από τον ενιαίο κορμό της ελληνικής ιστορικής παρουσίας.

Σήμερα δεν υπάρχει Σεφέρης για να σπάσει τη σιωπή, και αν υπήρχε, τη γλώσσα του την έχει αχρηστέψει, την κάνει ακατανόητη, ο διακομματικός «προοδευτικός» μηδενισμός της μεταπολίτευσης – ίδια «ελώδη, στεκάμενα νερά», από τον Λευτέρη Βερυβάκη ώς τη Νίκη Κεραμέως. Συνεχίζουμε ανέκφραστοι να ζούμε το πρόβλημα, διαιωνίζουμε την «κατάσταση υποχρεωτικής νάρκης» σαν αναπότρεπτη μοίρα ή ριζικό.

Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες μέρες ή εβδομάδες (όσο ορίσουν τα «μέσα») το λέμε «φορολογικό». Στη συνέχεια το μετονομάζουμε σε «ασφαλιστικό». Μετά σε «μεταναστευτικό». Ύστερα, σε πρόβλημα «εθνικής άμυνας». Και τα χρόνια κυλάνε, με μια καινούργια τραγωδία να περιμένει σε κάποια απρόβλεπτη στιγμή, που όλοι την απευχόμαστε και όλοι την προετοιμάζουμε με την αδράνεια ή την ανημπόρια μας.

Κάθε Έλληνας πολίτης με στοιχειώδη νοημοσύνη, προσπαθεί να μειώσει με τεχνάσματα ή να αποφύγει εντελώς την καταβολή φόρου. Φράσεις όπως: «με απόδειξη, εκατό, χωρίς απόδειξη, σαράντα» συνοδεύουν τις περισσότερες δοσοληψίες.

Οι δυνάστες μας, στο καθεστώς της κομματοκρατίας, προσπαθούν να «πατάξουν» τη φοροδιαφυγή, με αυξημένους ελέγχους, αστυνομικές μεθοδεύσεις. Ταιριάζει κι εδώ ο βιβλικός χαρακτηρισμός: «μωροί και τυφλοί»: Δεν καταλαβαίνουν, επειδή δεν θέλουν να καταλάβουν, ότι η φοροδιαφυγή είναι λογικά τετράγωνη αυτοάμυνα. Θα πλήρωναν οι πολίτες ολοπρόθυμα τους φόρους τους, αν ήταν φανερό και ψηλαφητό ότι οι φόροι ξαναγυρίζουν στον πολίτη ως υπηρεσίες μέσω των θεσμών – λειτουργιών του κράτους. Ότι χρηματοδοτούν οι φόροι την ηλεκτροδότησή μας, την ύδρευση, τις συγκοινωνίες, την καθαριότητα των οικισμών, σχολειά για τα οποία να καμαρώνουμε, πανεπιστήμια να τα ’χουμε καύχημα.

Σήμερα οι πολίτες ξέρουμε ότι οι φόροι είναι ωμή ληστεία που υπηρετεί, προκλητικά και χυδαία, το πελατειακό κράτος των κομμάτων: Αναρίθμητους αυθαίρετους διορισμούς στο Δημόσιο (εξαγορασμένη ψηφοθηρία), διαπλοκή της εξουσίας με έναν δαιδαλώδη υπόκοσμο εργοληπτών και προμηθευτών του Δημοσίου. Όλα τα κοινωνικά λειτουργήματα έχουν παραδοθεί στην αδηφαγία της ιδιωτικής κερδοσκοπίας: το ηλεκτρικό, το πετρέλαιο, οι δρόμοι, τα λιμάνια, τα αεροδρόμια, τα τρένα, το ταχυδρομείο, η πληροφόρηση – όλα τα χρειώδη του βίου ο πολίτης πρέπει να τα αγοράσει, οπότε οι φόροι που απαιτεί το κράτος είναι μόνο «κεφαλικοί», χαράτσι για να του επιτρέπει η εξουσία να υπάρχει.

Πολυώνυμο το πρόβλημα, αλλά ένα και μοναδικό. Για κάποιες άλλες μέρες ή εβδομάδες το λέμε «ασφαλιστικό»: Ένα τεράστιο ποσοστό του πληθυσμού πληρώνεται από το κρατικό ταμείο, δήθεν υπάλληλοι ή δήθεν συνταξιούχοι, επειδή εφάπαξ πούλησαν την ψήφο τους σε κάποιον αετονύχη πολιτευτή. Το «κράτος» δεν ενδιαφέρεται να ελέγξει ούτε καν τις κατάφωρες αδικίες – για εργασία δεκαπέντε χρόνων (ή και λιγότερων) συνταξιοδοτούνται μυριάδες επί τριάντα, σαράντα, σαράντα πέντε χρόνια. Δίχως στοιχειώδη, έστω, δικαιοκρισία: Αξιωματικός, για δεκαετίες στο χαράκωμα και στις προφυλακές ή πανεπιστημιακοί που εκλέχθηκαν καθηγητές στην τέταρτη ή πέμπτη δεκαετία του βίου τους, έχουν πολλοστημόριο της σύνταξης κλητήρα της Βουλής ή υπαλλήλου της άλλοτε «Ολυμπιακής», της ΔΕΗ, του ΟΤΕ, του ΟΣΕ ή κρατικών Τραπεζών.

Ένα το πρόβλημα, αλλά πολυώνυμο – για κάποια περίοδο το λέμε «εθνική άμυνα». Μας έτυχε γείτονας λαός, σήμερα κάπου ογδόντα εκατομμύρια, που θέλησε και πέτυχε κάποτε να μας απωθήσει στο περιθώριο της Ιστορίας για τέσσερις ολόκληρους αιώνες. Και το ελάχιστο κρατίδιο που ξαναχτίσαμε το πριονίζει αδιάκοπα και το απειλεί αναιδέστατα. Εξάλειψε τον Ελληνισμό από την πανάρχαια μικρασιατική του κοιτίδα, τον ξερίζωσε από τον Πόντο, την Ανατολική Θράκη, την Ιμβρο, την Τένεδο, τη Βόρεια Κύπρο, απέσπασε θρασύτατα συγκυριαρχία στο πέλαγος, στον αέρα, στις βραχονησίδες του Αιγαίου.

Απέναντι σε απειροελάχιστο ενδεχόμενο ανάλογης απειλής, οι πολίτες Ελβετοί ανανεώνουν τη στρατιωτική τους εξάσκηση κάθε χρόνο, από τα δεκαοχτώ ώς τα πενήντα τους, συντηρώντας στο σπίτι τους τον οπλισμό που τους παρέχεται – είναι η πιο ετοιμοπόλεμη κοινωνία της Ευρώπης, και γι’ αυτό απόλεμη. Στη σημερινή Ελλάδα, με καθημερινές και θρασύτατες τις απειλές της Τουρκίας, η στρατιωτική θητεία έχει εξευτελιστεί σε κωμικής διάρκειας (κι όμως απεχθέστατο) μπελά – είμαστε ίσως η πιο τυφλά εθελόδουλη κοινωνία της Ευρώπης.

Το πρόβλημα πολύπτυχο, αλλά ένα: Η κομματοκρατία.

ΠΗΓΗ
Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Η βαθιά φωνή με την αργόσυρτη εκφορά των λέξεων, χωρίς ανεβοκατεβάσματα, χωρίς έμφαση, σαν κάθε λέξη να ’ναι ένα κομμάτι μάρμαρο και ο ποιητής να κουβαλάει το βάρος του. Στο τέλος της φράσης η τελεία ακούγεται σαν πνιγμένος λυγμός. Ήταν 28 Μαρτίου του 1968 όταν ο Σεφέρης έσπασε τη σιωπή του με την πολύκροτη δήλωση για τη δικτατορία που μεταδόθηκε από το BBC. «Είμαι ένας άνθρωπος χωρίς κανένα απολύτως πολιτικό δεσμό, και, μπορώ να το πω, μιλώ χωρίς φόβο και χωρίς πάθος… Αυτή η ανωμαλία πρέπει να σταματήσει. Είναι εθνική επιταγή». Η δήλωση αυτή έγινε ένας από τους ιδρυτικούς μύθους της αντίστασης κατά της δικτατορίας. Σίγουρα δεν επηρέασε τις «πλατιές λαϊκές μάζες», που στην καλύτερη περίπτωση αδιαφορούσαν για το καθεστώς των συνταγματαρχών. Μπορεί να βρήκε κάποια απήχηση στο διεθνές περιβάλλον, ως δήλωση ενός Έλληνα ποιητή βραβευμένου με Νομπέλ. Σίγουρα όμως επηρέασε τη στάση του πνευματικού κόσμου της χώρας μας για τα υπόλοιπα χρόνια της δικτατορίας. Ο Σεφέρης δεν μίλησε στο όνομα της πολιτικής. Επικαλέσθηκε το έθνος με το δικαίωμα που του έδινε το έργο του. Είναι αυτή η στάση που εγκατέλειψε ο πνευματικός κόσμος στα χρόνια της μεταπολίτευσης.

Το 1969 ο Σεφέρης έγραψε ένα από τα τελευταία του ποιήματα, το «Οι γάτες τ’ Αϊ-Νικόλα». Σήμερα μοιάζει με προφητεία της κατάστασης που έζησε η Ελλάδα μετά την κατάρρευση της δικτατορίας. Έστειλαν τις γάτες για να εξοντώσουν τα φίδια, όμως εξοντώθηκαν κι οι ίδιες από το πολύ δηλητήριο που κατάπιαν για να τα εξοντώσουν. Ποιος άλλος μπορούσε να προβλέψει ότι η αποχουντοποίηση θα οδηγούσε τον πνευματικό κόσμο σε υποχρεωτική κομματική στράτευση με αποτέλεσμα την ακύρωση του ρόλου του; Ποιος άλλος μπορούσε να δει το τέρας που θα κατάπινε την εκπαίδευση στο όνομα μιας προόδου, που εκφυλιζόταν ημέρα με την ημέρα σε δηλώσεις κοινωνικών φρονημάτων;

Πολλές φορές, από την ημέρα που ξέσπασε η κρίση, μου έχει έρθει στο μυαλό η ορφάνια που όλοι αισθανόμαστε. Και δεν εννοώ ότι μας έλειψαν οι «εθνικοί ποιητές» ή πνευματικές δυνάμεις με το κύρος του Σεφέρη ή του Παλαμά παλιότερα. Η εποχή τους έχει περάσει ανεπιστρεπτί και το κύρος της υπογραφής έχει υποβαθμισθεί από την αγελαία συμπεριφορά στα χρόνια της μεταπολίτευσης – όπου τη σημασία της διαμαρτυρίας τη μετρούσαμε με το καντάρι, κοινώς με τον αριθμό των υπογραφών. Η επίπλαστη ελευθερία της έκφρασης που προσφέρει το Διαδίκτυο ολοκλήρωσε το έργο της αλαλίας. Και τη λέω επίπλαστη διότι δεν έχει όρια, και χωρίς όρια οι λέξεις χάνουν τη σημασία τους. Στα χρόνια της κρίσης δεν μας έλειψε η πατρική μορφή του Σεφέρη. Μας έλειψε το βάρος των λέξεων που υπερασπιζόταν ο Σεφέρης. Κι έτσι, δέκα χρόνια τώρα, παίζουμε τυφλόμυγα.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

«Δεν πιστεύω πως πηγαίνει κανείς στο Θεό από κριτικές της ιστορίας. Λαλεί μέσα του ή δε λαλεί, κι όταν λαλεί χρειάζεται άσκηση της ανθρωπιάς, αγάπη και προσευχή εν-ενεργεία. Ζόρικα πράγματα».

Γράμμα του Γιώργου Σεφέρη στον Ζήσιμο Λορεντζάτου, (απόσπασμα).

Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου (1948 – 1968), επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1990, 155.

ΕΡΑΤΩ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑ, Σταύρωση, Μικτή τεχνική σε καμβά, 2003

Η αρχαία παράδοσις εις την ποίησιν του Σεφέρη

Στη συζήτηση που κατά τις τελευταίες ημέρες γίνεται για το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών, το παραπάνω κείμενο του πολυγραφότατου καθηγητού της Νεοελληνικής Φιλολογίας  Π. Δ. Μαστροδημήτρη, φρονώ ότι αξίζει να διαβαστεί.

Το ίδιο κείμενο, με αλλαγή στον τίτλο: «Ο Σεφέρης και οι Αρχαίοι» βλ. Π. Δ. Μαστροδημήτρης, Νεοελληνικά. Μελέτες και άρθρα, τ. Α΄, εκδ. Γνώση, Αθήνα 1984, σσ. 225-259. Αξίζει ακόμη να σημειωθεί ότι ο πυρήνας της μελέτης αυτής δημοσιεύθηκε στην εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ (11/12/1963), όταν ο Σεφέρης έπαιρνε το βραβείο Νόμπελ για τη Λογοτεχνία. Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι μεταφράστηκε και στα ισπανικά από την καθηγήτρια Goyita Nuhez Esteban, στο περιοδικό Estudios Clasicos, 12 (1968) 105-116.