Του Γ. Μ. ΒΑΡΔΑΒΑ· Θεολόγου 3ου ΓΕΛ Ηρακλείου
Πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Λεξίτυπον» το νέο πόνημα του γνωστού θεολόγου εκ Ρεθύμνης Θ. Ι. Ρηγινιώτη με τίτλο: «Επιστολή προς τον σκεπτόμενο άθεο». Η προβληματική που απασχόλησε το συγγραφέα στο μυθιστόρημα του Εναντίον του Θεού (εκδόσεις Όμορφος Κόσμος, Ρέθυμνο 2006, βλ. σχετικό σημείωμα μας για το βιβλίο στην εφημερίδα «Πατρίς», αρ. φ. 17991/20-12-2006, σελ. 16) εδώ επεκτείνεται και διευρύνεται σε μια εξαντλητική διαπραγμάτευση. Στόχος του συγγραφέα είναι να πραγματώσει έναν οιονεί διάλογο με τον «σκεπτόμενο άθεο» της εποχής μας. Ο παραπάνω όρος δεν χρησιμοποιείται τυχαία από το συγγραφέα, δοθέντος του γεγονότος, ότι υπάρχουν άτομα που αυτοπροσδιορίζονται ως «άθεοι» αλλά εμφορούνται από τέτοιο βαθμό φανατισμού και καχυποψίας που καθιστούν απαγορευτική κάθε καλοπροαίρετη απόπειρα διαλόγου. Τα άτομα αυτά εμμένοντας με δογματισμό στις αθεϊστικές τους βεβαιότητες ουσιαστικά εγκλωβίζονται στην «απόλυτη αλήθεια» της «πίστης» τους στην ανυπαρξία του Θεού. Το οντολογικό ερώτημα, ωστόσο, είναι διαχρονικό και δεν προσφέρεται για επιδερμικές προσεγγίσεις ή ιδεολογικοποιημένες απολυτοποιήσεις του τύπου «άσπρο-μαύρο». Πέραν τούτου, σαφώς υπάρχουν και καλοπροαίρετοι άνθρωποι που μπορεί να δηλώνουν άθεοι, άθρησκοι, άπιστοι, αγνωστικιστές, σχετικιστές, σκεπτικιστές κ.α.π. (δικαίωμα τους βεβαίως, ελεύθεροι άνθρωποι είμαστε, δεν είναι εδώ Ιράν, όπως διατείνονται ορισμένοι) αλλά είναι ανοικτοί έμπρακτα στο διάλογο και τη γόνιμη ανταλλαγή επιχειρημάτων και απόψεων. Οι συγκεκριμένοι έχουν μια αρετή: έχουν μάθει να ακούνε και να σέβονται τη γνώμη του άλλου, ακόμα κι αν διαφωνούν· είναι με άλλα λόγια απροκατάληπτοι,γεγονός καθόλου αυτονόητο στους χαλεπούς καιρούς μας. Για να μην παρεξηγηθούμε, οι ανωτέρω παρατηρήσεις ισχύουν ενίοτε και για όσους δηλώνουν «ένθεοι», «πιστοί» κ.α.π., που δεν έχουν διάθεση να ακούσουν την αντίθετη άποψη αλλά θωρακίζονται πίσω από τις «βεβαιότητες» τους. Είναι σχεδόν σίγουρο ότι οι εν λόγω έχουν κατασκευάσει έναν χριστιανισμό «κατ’ εικόνα και ομοίωσιν» τους, έναν χριστιανισμό φονταμενταλιστικό και παραδοσιαρχικό, που δεν έχει καμιά σχέση με τον αυθεντικό χριστιανισμό.
Ο συγγραφέας προσπάθησε με τρόπο τω όντι εξαντλητικό να παρουσιάσει στα δοκίμια του την αυθεντική ορθοδοξία (αποστασιοποιούμενος επιτυχημένα από τις πολυποίκιλλες παραφθορές της), δίδοντας τη ζωντανή μαρτυρία της στους ρευστούς μετανεωτερικούς καιρούς μας. Είναι νομίζουμε γνωστό ότι λάθος εικόνα περί ορθοδοξίας έχουν διαμορφώσει τόσο οι «ένθεοι», όσο και οι «άθεοι». Οι πρώτοι εμμένουν σε μια παραδοσιαρχία που εκβάλλει στη λογική των αλήστου μνήμης θρησκευτικών οργανώσεων ή σε έναν πιετισμό προτεσταντικού τύπου ή σε έναν υφέρποντα φονταμενταλισμό που εγγίζει τα όρια του παλαιοημερολογητισμού. Φαίνεται, ωστόσο, να απουσιάζει η μέση οδός αφού από την άλλη πλευρά υπάρχει η λεγόμενη «εκσυγχρονιστική» μερίδα που εμμένει σε μια ελιτίστικη πρόσληψη της θεολογίας, καθιστώντας την τελευταία «θεολογία του σαλονιού», μια θεολογία για λίγους και εκλεκτούς θεολογίζοντες, στα όρια της σέκτας, μη έχουσα σχέση με τα προβλήματα, τα βάσανα, τις ανάγκες και τις πνευματικές ανησυχίες του λαού μας. «Αλλά ταύτα περιττά», καθότι γνωστά για να θυμηθώ την εισαγωγή του βιβλίου (σελ. 11). Από την άλλη πλευρά, η μερίδα των «αθέων» προσλαμβάνει στη συντριπτική της πλειοψηφία το χριστιανισμό με τους όρους της δυτικής σκέψης και διανόησης αγνοώντας το κοσμοσυστημικό ελληνικό παράδειγμα: αγνοούν πεισματικά και με ιδεολογική προκατάληψη το γεγονός ότι στον ελληνικό χώρο ποτέ δεν βιώσαμε φεουδαρχία, ιερά εξέταση, θρησκευτικούς πολέμους κ.α.π. αλλά αντιθέτως κατά την περίοδο της Τουρκοκρατίας άκμασαν οι ελληνικές κοινότητες, τα λεγόμενα κοινά, που όπως επαρκώς έχει αποδείξει ο καθηγητής Γιώργος Κοντογιώργης ήταν αυτοδιοίκητες, ήταν «κοινωνίες εν ελευθερία». Όλα αυτά αγνοούνται παντελώς και υιοθετούνται μεταπρατικά τα δυτικά ιδεολογήματα (E. Hobsbawm, B. Anderson, J. P.Fallmerayer κλπ)
Ο συγγραφέας δεν αγνοεί ότι ζούμε σε καιρούς μεταχριστιανικούς (βλ. σελ. 11) αλλά εκείνο που θέλει να μεταδώσει στον αναγνώστη είναι η αυθεντική ορθοδοξία, η πνευματική κληρονομιά της καθ’ ημάς Ανατολής, η παρακαταθήκη της νηπτικής και ασκητικής θεολογίας των αγίων, των οσίων και όλων όσοι διέβησαν τη χαρισματική οδό μέσω των τριών σταδίων (κάθαρση, φωτισμός, θέωση, βλ. μεταξύ πολλών, σελ. 221 κ.ε.), που όμως δεν πρέπει να απολυτοποιούνται, ούτε να ιδεολογικοποιούνται.
Eνθυμούμενος τις πολυποίκιλλες παραφθορές του χριστιανισμού ο συγγραφέας παραθέτει τα παρακάτω σοφά λόγια του π. Ι. Ρωμανίδη στο οπισθόφυλλο του βιβλίου: «Αν η Ορθοδοξία ήταν αυτή που διδάσκουν τα νεοελληνικά εγχειρίδια, εγώ σήμερα θα ήμουν άθεος».Αξίζει στο σημείο αυτό να θυμηθούμε τις καίριες επισημάνσεις του Χρήστου Γιανναρά: «Ἄν ὁ Θεὸς ὁριζόταν μὲ τοὺς κανόνες τῆς συλλογιστικῆς τῶν Σχολαστικῶν, μὲ τὶς ἐπιταγὲς ἀναγκαιότητας τοῦ νευτώνειου κοσμοειδώλου, μὲ τὶς κανονιστικὲς ἀπαιτήσεις ἤ ἠθικὲς σκοπιμότητες τῶν Διαφωτιστῶν, θὰ ἦταν «θεὸς» ὑποδεέστερος καὶ τῆς ἔκπληξης τοῦ ὑποατομικοῦ πεδίου. Τὸ συμπαντικὸ θαῦμα καὶ δράμα τῆς ἐλευθερίας μεταγραμμένο σὲ ψευδαισθήσεις εἰδωλοποιημένης αὐτάρκειας. Κι ὁ ἔρωτας κενὸ στολισμένο αἰσθήματα». (Χρ. Γιανναρά, Σχόλιο στο Άσμα Ασμάτων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 2003, σελ.101)
Το βιβλίο περιλαμβάνει δοκίμια του συγγραφέα που έχουν δημοσιευθεί κατά καιρούς σε διάφορα έντυπα και ιστοσελίδες στο διαδίκτυο αλλά έχουν ξαναδουλευθεί και πήραν την τελική τους μορφή στο εν λόγω έργο.
Στο Α’ μέρος του βιβλίου (σελ. 15-125) με τίτλο «Η περί Θεού επιστήμη» ο συγγραφέας προσπαθεί να προσεγγίσει το περί Θεού ερώτημα μέσα από την ορθόδοξη προοπτική. Αναλύονται εξαντλητικά πλήθος συναφών θεμάτων εκ των οποίων σταχυολογούμε ελάχιστα μόνο εν συνεχεία: α) Ο νεώτερος αθεϊσμός (σελ. 18-22), β) Η γνώση του Θεού (σελ. 19, 45 κ.ε. και αλλ.), γ) Ορθοδοξία και Δύση (σελ. 22-28), δ) Περί αγάπης (σελ. 28 κ.ε., σελ. 40 κ.ε. και αλλ.), ε) Ήθος και ηθικισμός (σελ. 30-39), στ) Το ασκητικό βίωμα στο χριστιανισμό (σελ. 50 κ.ε., σελ. 59 κ.ε.), ζ) Η αποφατική θεολογία (σελ. 52), η) Η θεολογία ως θεοπτία (σελ. 55), θ) Ψευδείς πνευματικές εμπειρίες στην ορθοδοξία (σελ. 73 κ.ε.), ι) Η διάκριση των πνευμάτων (σελ. 90 κ.ε.), ια) Περί πίστεως (σελ. 105 κ.ε.).
Στο Β΄ μέρος του βιβλίου (σελ. 129-232) με τίτλο «Ιχνηλασίες σε μύθους και αλήθεια» ο συγγραφέας αναφέρεται σε ορισμένους αντιχριστιανικούς μύθους, τους οποίους και ανατρέπει τεκμηριωμένα, ενώ παράλληλα τον απασχολούν δογματικά και λειτουργικά θέματα. Ο πιο κλασικός εξ αυτών των μύθων, που επανέφερε στο προσκήνιο προ ετών η -ήδη ξεπερασμένη- μόδα του «ντανμπραουνισμού», αναφέρει ότι δήθεν ο χριστιανισμός που ξέρουμε πήρε την τελική του μορφή στην Α’ Οικουμενική σύνοδο της Νικαίας (325) από τον Μ. Κωνσταντίνο. Ο συγγραφέας ανατρέπει με πλήρη τεκμηρίωση τον εν λόγω μύθο (σελ. 129-134).
Τα ζητήματα της τριαδολογίας και της χριστολογίας, που αποτελούν την πεμπτουσία της ορθοδόξου διδασκαλίας, απασχολούν ιδιαίτερα το συγγραφέα (σελ. 135-162). Αναφέρεται αναλυτικά στις μαρτυρίες για την Αγία Τριάδα της Βίβλου (Παλαιάς και Καινής Διαθήκης) και στις μαρτυρίες των πατέρων και εκκλησιαστικών συγγραφέων της μεταποστολικής εποχής.
Το ακανθώδες ζήτημα των σχέσεων θρησκείας και επιστήμης απασχολεί ιδιαίτερα το συγγραφέα (βλ. σελ. 162-182), ο οποίος αναφέρεται στην εικονολογική γλώσσα του βιβλίου της Γενέσεως, στους ποικίλλους ανθρωπομορφισμούς αλλά και στις σχετικές αναφορές της πατερικής ερμηνευτικής, χωρίς να παραλείπει να αναφερθεί στο απαράδεκτο του δημιουργισμού και του εξ ΗΠΑ ορμώμενου «ευφυούς σχεδιασμού» (σελ. 179). Παράλληλα τονίζει ότι θρησκεία και επιστήμη έχουν διακριτούς ρόλους και δεν πρέπει να εμπλέκεται η μια στα ζητήματα της άλλης. Διαπιστώνει ότι δεν υπάρχει απόλυτη εμμένεια στις επιστημονικές διατυπώσεις (πρβλ π.χ. κβαντομηχανική, εντροπία, απροσδιοριστία κλπ): «(…) ο επιστημονικός κόσμος συνειδητοποιεί ότι υπάρχει μια πλευρά της πραγματικότητας -η πιο θεμελιώδης- απρόσιτη στην ανθρώπινη κατανόηση, καθότι εντελώς διαφορετική από την καθημερινή μας εμπειρία(…)» (σελ. 171). Κατά συνέπεια η ενδεχομενικότητα και η πιθανότητα αμβλύνουν τις όποιες θετικιστικές βεβαιότητες, όπως χαρακτηριστικά έχει επισημάνει ο γνωστός φυσικός Paul Davies: «Η επιστήμη, μέσω της κβαντικής μηχανικής, έχει σχεδόν διαψεύσει τον ισχυρισμό ότι «κάθε συμβάν έχει μια αιτία». (…) Η συμπεριφορά των υποατομικών σωματιδίων είναι γενικά απρόβλεπτη. Δεν γίνεται να είστε σίγουροι τι πρόκειται να κάνει ένα σωματίδιο από τη μια στιγμή στην άλλη» (Paul Davies, Θεός και μοντέρνα φυσική, β’ έκδοση, εκδόσεις Κάτοπτρο, Αθήνα 2009, σελ. 67).
Το συγγραφέα απασχολούν ακόμη καίρια θέματα λειτουργικής θεολογίας (σελ. 182-197), ιεραποστολικής στην Αφρική (Ουγκάντα- Κένυα, σελ. 197-207) και σωτηριολογίας (ένα σημαντικό δοκίμιο που δημοσιεύεται στις σελ. 208-232). Σχετικά με τη «μέση κατάσταση των ψυχών» (σελ. 225 κ.ε.) υπενθυμίζουμε ότι συνιστά θεολογούμενο για την ορθόδοξη εκκλησία.
Στον Επίλογο του βιβλίου δημοσιεύεται μια λίαν ενδιαφέρουσα «Επιστολή σε γονιό, που η έφηβη κόρη του είναι έγκυος» (σελ. 233-237) και ακολουθεί αναλυτική Βιβλιογραφία. 
Συνελόντι ειπείν, το βιβλίο αποτελεί ένα εξαιρετικό οδηγό για τον αυθεντικό χριστιανισμό μακριά από παραφθορές, παραναγνώσεις, «ιδιωτικές θεολογίες», θεολογισμούς, ηθικισμούς και εστετισμούς. Θα κλείσουμε με μια σπουδαία φράση του συγγραφέα: «(…) ο άνθρωπος καθώς γίνεται άγιος, είναι ουσιαστικά ελεύθερος, άσχετα από τις εξωτερικές συνθήκες ζωής του» (σελ. 33, υποσημείωση 24). Τεράστιο το διακύβευμα. Αντέχετε;
[Δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα «Χανιώτικα Νέα», αρ. φ. 15808/13-7-2019, σελ. 42].

Του ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΥ ΣΕΡΜΕΤΗ

Το νέο βιβλίο του θεολόγου Ανδρέα Αργυρόπουλου ήρθε να ταράξει τα θολά νερά του θεολογικού εφησυχασμού, διότι θέτει καίρια ζητήματα του χριστιανισμού που είναι λησμονημένα στον κοινωνικό και πολιτικό χυλό της εποχής. Το βιβλίο αυτό αποτελεί ένα θεολογικό σχεδίασμα για τη διδασκαλία των θρησκευτικών στα σχολεία, καθώς αποτελεί απόσταγμα πολυετούς εμπειρίας του συγγραφέα στα σχολεία. Έχω την αίσθηση ότι θα πρέπει να δίνεται ως βοήθημα στους θεολόγους καθηγητές για τον τρόπο προσέγγισης των μαθητών και επικοινωνίας μέσα στην τάξη.

Τo πόνημα του Αργυρόπουλου είναι μια προσωπική εξομολόγηση και ταυτόχρονα μια αυθεντική βιωματική εμπειρία του χριστιανισμού. Το πρώτο ζήτημα που θέτει επιτακτικά είναι η διαλεκτικότητα ως μέθοδος διαλόγου με τους νέους ανθρώπους. Τούτο, όσο απλό και αν ακούγεται στην εφαρμογή του, είναι σχεδόν ακατόρθωτο. Διότι ο διάλογος προϋποθέτει ανοικτότητα, σεμνότητα, ταπεινότητα και φυσικά αγάπη. Όπως ο ίδιος ο συγγραφέας διατείνεται: «στην ελληνική κοινωνία δεν υπάρχει κουλτούρα διαλόγου. Κανένας δεν μπορεί να συνομιλήσει με κανέναν». Αυτή είναι μια απτή πραγματικότητα που τη συναντούμε τα τελευταία χρόνια στην ελληνική κοινωνία. Υπάρχει ένας διάλογος κωφών σε κοινωνικό και πολιτικό επίπεδο, όπου το μόνο που αφορά είναι η δημιουργία εντυπώσεων για να κερδηθεί η μάχη του εντυπωσιασμού και της εικόνας. Ίσως, τελικά, δεν υφίσταται διάλογος γιατί δεν υπάρχουν ιδέες και σκέψεις και γιατί ο μηδενισμός, εκτός από την έλλειψη αξιών και αρχών, έχει οδηγήσει και σε κενούς περιεχομένου ανθρώπους.

Ο Αργυρόπουλος στο βιβλίο θέτει ένα καίριο ερώτημα και από την απάντηση αυτού του ερωτήματος κρίνεται, εν πολλοίς, η σχέση του καθενός με τον χριστιανισμό. Ταυτόχρονα, δεν μπορεί παρά να είναι και πολιτικό το ερώτημα και για αυτόν τον λόγο, τελικά, ο συγγραφέας αναπόφευκτα γράφει ένα βιβλίο πολιτικής θεολογίας. Είναι γνωστό άλλωστε ότι ο Αργυρόπουλος είναι από εκείνους τους θεολόγους που, μαζί με τον έτερο θεολόγο τον Θανάση Παπαθανασίου, έκαναν γνωστή τη Θεολογία της Απελευθέρωσης στην Ελλάδα. Οπότε, άμεσα με την συγγραφική του πορεία απαντά στο μείζον ερώτημα για το αν ο χριστιανισμός είναι με τους θύτες ή με τα θύματα. Είναι γεγονός ότι από τη θέση που παίρνει κανείς στο καίριο αυτό ερώτημα εκδηλώνει αποφασιστικά και τη σχέση του με τον χριστιανισμό. Αν επιλέγει κανείς να βρίσκεται στην πλευρά των θυτών, τότε εκφεύγει του ευαγγελικού μηνύματος, που είναι η συμπόνοια στους έσχατους και στους ταπεινούς. Σε αυτή την περίπτωση ο χριστιανισμός μεταβάλλεται σε ιδεολογία και δεν σχετίζεται με τη μίμηση Χριστού, που συνιστά τη σωτηριολογική πορεία του κάθε χριστιανού. Αν, επίσης, κάποιος επιλέγει τη χλιαρότητα, θεωρώντας ότι ο χριστιανισμός είναι μόνο πνευματικός και άπτεται μόνο του ιερού, σκεπτόμενος ότι το εφήμερο δεν έχει και πολύ σημασία, αλλά η ατομική σωτηρία είναι το επίδικο, τότε ο χριστιανισμός επικαλύπτεται με ψυχολογικό μανδύα και το οντολογικό περιεχόμενο διαφεύγει της οπτικής. Αυτός ο χριστιανισμός είναι ένας φοβικός και ενοχικός χριστιανισμός, που ευνουχίζει τα συναισθήματα και την ψυχή του ανθρώπου. Τούτο έχει ως αποτέλεσμα να οδηγείται ο χριστιανός στη μνησικακία. Στην πραγματικότητα και στη δεύτερη περίπτωση, που είναι η ουδετερότητα, ένας χριστιανός βρίσκεται στην πλευρά επίσης των θυτών. Αν οι παραπάνω δύο περιπτώσεις που ανέφερα εντάσσονται στο πλευρό των θυτών, τότε υπάρχει και η τρίτη περίπτωση των χριστιανών εκείνων που βρίσκονται στην πλευρά των θυμάτων, κάνοντας πράξη την πορεία του Χριστού στη γη, όντας και ο ίδιος θύμα της εξουσιαστικότητας και της κυριαρχικότητας.

Ο Ανδρέας Αργυρόπουλος καταφέρνει να αναδείξει με έναν άμεσο βιωματικό τρόπο στο βιβλίο του έναν αυθεντικό χριστιανισμό. Έναν χριστιανισμό που βιώθηκε τους πρώτους αιώνες της Εκκλησίας, έναν χριστιανισμό της αλήθειας, της ελπίδας, της απελευθέρωσης, έναν χριστιανισμό που μεταδίδει την άκαυτη φλόγα της αγάπης. Μονολογεί εσωτερικά, αδιαμεσολάβητα, φωτεινά, για όλα εκείνα που χάνονται μέσα στη χοάνη της κοινωνικής και πολιτικής ανελευθερίας, της αδικίας, της ανισότητας. Είναι ένα βιβλίο κραυγής, υπό την οπτική του βαθιά χριστιανού ανθρώπου, που βλέπει τον μηδενισμό να εξαπλώνεται ταχύτατα και να ροκανίζει σαν αρρώστια το κοινωνικό σώμα. Είναι, εν τέλει, ένα βιβλίο που τα επόμενα χρόνια θα αποτελεί σημείο αναφοράς· και όχι μόνο για τους χριστιανούς.

ΠΗΓΗ

Ο Δρόμος της Αριστεράς

Αγαπητοί ζηλωτές - Τρεις στοχασμοί

Οι σελίδες αυτές απευθύνονται και σ’ εκείνους –και μάλιστα κυρίως σ’ εκείνους– που έχουν διαφορετικές ιδέες από τον συγγραφέα. Αυτά τα τρία νέα δοκίμια γράφτηκαν με την αίσθηση του επείγοντος, μέσα από την ανησυχία του, τον έντονο προβληματισμό και, πιο συγκεκριμένα, την πίστη πως ένα καλύτερο μέλλον είναι ακόμη εφικτό. Τι είναι ο φανατισμός; Είναι η φύση του οικουμενική; Μήπως ενυπάρχει σε όλους μας ένας τέτοιος πυρήνας; Ποια είναι η καρδιά του εβραϊσμού από την αρχή της ιστορίας του μέχρι σήμερα; Είναι πράγματι ασύμβατος ο εβραϊσμός με το δημοκρατικό πολίτευμα; Γιατί προσπαθούν να πείσουν τον ισραηλινό λαό πως η κατάσταση είναι «μη αναστρέψιμη»; Και ποια είναι τελικά αυτή η «κατάσταση»; Τι σημαίνει «δικαίωμα πάνω στη γη» και γιατί άραγε πρέπει κανείς να το διεκδικεί; Τρεις μαχητικοί στοχασμοί που προσεγγίζουν την ουσία της συζήτησης γύρω από την ίδια την ύπαρξη του κράτους του Ισραήλ, του εβραϊσμού και της ανθρωπότητας. Ο Άμος Οζ ρίχνει ένα απρόσμενο φως πάνω σε σύνθετα ιστορικά και πολιτικά ζητήματα και τολμά να προτείνει νέες διεξόδους σε μια πραγματικότητα που φαντάζει δυσοίωνα περίκλειστη.

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

 

KWAME ANTHONY APPIAH, (2015), Κοσμοπολιτισμός. Ηθική σε έναν κόσμο ξένων, μτφρ. Ελένη Αστερίου, Αθήνα: Αλεξάνδρεια.

Αποτέλεσμα εικόνας για κοσμοπολιτισμός βιβλίο

«Σ’ αυτό τον εμπνευσμένο στοχασμό γύρω από την παγκόσμια ηθική ο διαπρεπής πολιτικός φιλόσοφος Απάια θέτει παλιά ερωτήματα που έχουν καταστεί επείγοντα από την παγκοσμιοποίηση. Τι σημαίνει να είναι κανείς πολίτης του κόσμου; Τι οφείλουμε στους ξένους δυνάμει της κοινής ανθρώπινης υπόστασής μας; Οι απαντήσεις του Απάια προκύπτουν μέσα από μια συναρπαστική σύνθεση αυτοβιογραφίας, ιστορίας, λογοτεχνίας και φιλοσοφίας. Η προσωπική ιστορία του συγγραφέα -γιος Αφρικανού πατέρα και Αγγλίδας μητέρας, ο οποίος μεγάλωσε στη Γκάνα και σπούδασε στο Ηνωμένο Βασίλειο- ταιριάζει ωραία με τα υπεράνω συνόρων θέματα του βιβλίου, κεντρικός στόχος του οποίου είναι να ξανασκεφτούμε τις ηθικές αρχές του κοσμοπολιτισμού, αυτής της μακραίωνης παράδοσης που απορρίπτει τον φυλετισμό και τον εθνικισμό για χάρη ενός ευρύτερου εναγκαλισμού της ανθρώπινης κοινότητας», G. JONH IKENBERRY, «Foreign Affairs».

«Ο διεγερτικός τρόπος με τον οποίο εκθέτει τη φιλοσοφία του διαταράσσει κάθε αυτάρεσκη ισορροπία… Όλα δίνονται μέσα από εκλάμψεις εικονοκλαστικού χιούμορ»,  NADINE GORDIMER, Νόμπελ Λογοτεχνίας 1991.

«Ένα ξεχωριστό και ιδιαίτερα συναρπαστικό ύφος, διαλογικό μάλλον παρά διδακτικό», RICHARD RORTY, The New Leader.

«Ένιωσα καλύτερος άνθρωπος αφού το διάβασα και συνιστώ την ίδια εμπειρία και στους άλλους», ORHAM PAMUK, Νόμπελ Λογοτεχνίας 2006.

«Ο Κοσμοπολιτισμός είναι μια ευπρόσδεκτη προσπάθεια να αναγεννηθεί μια παλιότερη παράδοση ηθικού και πολιτικού στοχασμού και να καταδειχθεί η σημασία του για την τωρινή μας κατάσταση», JOHN GREY, The Nation.

[Από το οπισθόφυλλο του βιβλίου].

Του ΜΙΧΑΛΗ Ν. ΚΑΤΣΙΓΕΡΑ

Ο Ισαάκ Μιζάν, ένας καλός και συνετός άνθρωπος, Έλληνας Εβραίος σεφαραδίτης, με την οικογένειά του ριζωμένη στην Ελλάδα από την προ Χριστού εποχή, παρούσα σε αγώνες του έθνους, επιχειρεί με επιτυχία ένα τιτάνιο έργο. Έχοντας πίσω του λαμπρές σπουδές στη Γαλλία, στην Ελβετία και στο Ισραήλ, είχε μαζί με την πλούσια εμπειρία του όλες τις δυνατότητες για να δώσει στο ελληνόφωνο κοινό πρόσβαση σε ένα χρηστικό και λειτουργικό βιβλίο. Αλήθεια, πόσοι από μας χριστιανοί δεν αναρωτηθήκαμε τι πιστεύουν, πώς λατρεύουν τον Θεό οι Εβραίοι, ποια είναι τα έθιμά τους στην καθημερινή τους πρακτική ζωή;

Γοητευτικές απαντήσεις

Διαβάζοντας το εκ 550 σελίδων πόνημα του ραββίνου Μιζάν, ο Έλληνας αναγνώστης όχι μόνο παίρνει σαφείς, γοητευτικές και εν πολλοίς απολαυστικές απαντήσεις σε θρησκειολογικά θέματα –με έμφαση π.χ. στην αθανασία της ψυχής–, αλλά και σε θέματα σχετικά «πιο πεζά», που έχουν την ισχυρή συμβολική σημασία τους στον καθημερινό βίο των Εβραίων συμπολιτών μας. Ο ραββίνος Ισαάκ Μιζάν επέλεξε ως έγκυρο «όχημα» επαφής των αναγνωστών του με το αντικείμενό του, το Σσουλχάν Αρούχ, τον κώδικα του εβραϊκού νόμου (Αλαχά), τον πλέον διαδεδομένο παγκοσμίως ερμηνευτικό οδηγό των νόμων της εβραϊκής θρησκείας. Ο κώδικας αυτός, μαζί με τα επεξηγηματικά σχόλια που περιλαμβάνει, αποτελεί την πληρέστερη συλλογή εβραϊκών κανόνων που γράφτηκε ποτέ.

Όπως αναφέρεται, «πρόκειται για σειρά νόμων ηθικής συμπεριφοράς και κοινωνικών αρχών, που ορίζουν τον ρόλο και τις υποχρεώσεις του Εβραίου απέναντι στον συνάνθρωπο, στον Θεό και στην κοινωνία, και τον οδηγούν στην ενάρετη και ηθική ζωή που βασίζεται στον θεμέλιο λίθο της εβραϊκής θρησκείας, που δεν είναι άλλος από το ρητό “αγάπα τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου”». Οι νόμοι δεν αναφέρονται μόνο σε θεωρητικά ή μεταφυσικά σχήματα. Περιλαμβάνονται νόμοι για τη διατροφή (Κασερούτ), τη διαχείριση των τροφίμων και την υγιεινή. Έτσι, για τον μη Εβραίο αναγνώστη το βιβλίο αυτό προκαλεί ένα πρόσθετο ενδιαφέρον.

Πόσοι δεν θα θέλαμε να γνωρίσουμε, στον βαθμό του δυνατού, τους Εβραίους γείτονές μας εκ των ένδον;

Ένα παράδειγμα: τις προάλλες (21-22 Σεπτεμβρίου 2017) ήταν η εβραϊκή Πρωτοχρονιά, η λεγόμενη Ροσς Ασσανά. Ο ραββίνος μάς αποκάλυψε: «Τις δύο νύχτες του Ροσς Ασσανά, στο τραπέζι τρώμε κάποια φρούτα και λαχανικά που συμβολίζουν τη νέα χρονιά. Λέμε “Κιντούσς”, κάνουμε “Νετιλά” και “Αματσί”, μόνον που αντί να βουτήξουμε το ψωμί στο αλάτι, το βουτάμε στη ζάχαρη ή στο μέλι. Μετά φέρνουμε στο τραπέζι φρούτα και λαχανικά (μήλο γλυκό, πράσα, κοκκινογούλι, χουρμάδες, κολοκύθα) που “απωθούν” το κακό, καθώς και ψάρι και κεφαλάκι αρνιού ή ψαριού, το οποίο συμβολίζει πάντοτε την επιθυμία μας να πρωτοπορούμε. Να προσθέσουμε ότι το τραπέζι πρέπει να είναι καλοστρωμένο και η λάμπα αναμμένη για την τελετή».

Έτσι λοιπόν από το «Σσουλχάν Αρούχ», το «Στρωμένο τραπέζι» του βιβλίου, παίρνουμε το φως εκ των ένδον της εβραϊκής λυχνίας για τον βίο των Εβραίων φίλων μας.

Αναμφίβολα και πέρα από τα παραπάνω, αυτό το βιβλίο έρχεται να καλύψει ένα σημαντικό κενό στη θρησκευτική βιβλιογραφία του τόπου μας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Με αφορμή την έκδοση του βιβλίου: Ιωάννης Μουτζούρης 12 χρόνια μετά, Αθήνα 2016[*]

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Πικρότατος είναι ο λόγος του Αναξιμάνδρου: ότι έχει αρχή, υποχρεώνεται να έχει κι ένα τέλος. Σ’ αυτήν την προοπτική και ο άνθρωπος που έχει μια γέννηση, έχει και ένα θάνατο. Αλλά κι ολάκερος ο κόσμος που κάποτε άρχισε, θα έχει ένα τέλος. Συναχθήκαμε όλοι εδώ απόψε για να τιμήσουμε έναν άνθρωπο των Γραμμάτων, ο οποίος αν και γεννήθηκε στη Λέσβο, το έργο του έγινε γνωστό σ’ ένα μεγάλο κύκλο του πνευματικού κόσμου της πατρίδας μας, από τις αρχές της δεκαετία του 1950 μέχρι και σήμερα. Είναι ο Ιωάννης Μουτζούρης, ο «παππούς της ιστορίας», όπως συχνά τον έλεγα, μιας και με το συγγραφικό του έργο πολλές φορές κατά την τελευταία εικοσαετία στις προσωπικές μου θεολογικές και ιστορικές έρευνες αναμετρήθηκα. Ο Ιωάννης Μουτζούρης ήταν ο δεύτερος «παππούς της Ιστορίας» που έτυχε προσωπικά να γνωρίσω, από την εποχή της δεκαετία του 1990, όταν άρχιζα τις μεταπτυχιακές και διδακτορικές μου σπουδές στην Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Ο πρώτος ήταν ο κορυφαίος των νεότερων ιστορικών, ο «πατριάρχης του Νέου Ελληνισμού», ο αφανής σε πολλούς αλλά ακούραστος ερευνητής της εποχής της Τουρκοκρατίας και του 19ου αιώνα Απόστολος Βακαλόπουλος. Επιτρέψτε μου εδώ τον εξής αυθόρμητο λόγο, αυθόρμητος μεν, απολύτως διακριβωμένος με τη δεοντολογία που διέπει την ιστορική επιστήμη. Για την τοπική ιστοριογραφία το ιστορικό έργο του Ιωάννη Μουτζούρη είναι εφάμιλλο με του Απόστολου Βακαλόπουλου. Και οι δύο τους ασχολήθηκαν με γεγονότα και πρόσωπα της περιόδου της Τουρκοκρατίας, που εμείς οι νεότεροι ερευνητές έχουμε χρέος πάντα να συμβουλευόμαστε κατά την έρευνά μας. Και των δύο το ιστορικό έργο έχει ομόκεντρους κύκλους: Λέσβος, Βόρειο Αιγαίο, Νέος Ελληνισμός για τον Ιωάννη Μουτζούρη, Θεσσαλονίκη, Μακεδονία, Νέος Ελληνισμός για τον Απόστολο Βακαλόπουλο. Στην ίδια ομάδα, άλλωστε, ανήκουν κι άλλα πρόσωπα που ασχολήθηκαν με την ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Αναφέρω ενδεικτικά ακόμη έναν, τον εκ Δημητσάνας Τάσο Γριτσόπουλο. Θεωρώ αυτούς τους παραλληλισμούς αναγκαίους για να κατανοήσουμε πόσο σημαντική προσωπικότητα ήταν ο Ιωάννης Μουτζούρης.

Έτσι, δώδεκα χρόνια μετά το θάνατό του συνεχίζει να μας εμπνέει. Αυτή η έμπνευση σε καμιά περίπτωση δεν συνιστά μιάν απλή ενθουσιαστική και συναισθηματική υπερβολή. Αντιθέτως, συνιστά χρέος προς το τιμώμενο εδώ απόψε πρόσωπο. Γιατί ο μεγάλος κίνδυνος του ανθρώπου, πάντα θα είναι ο σωματικός θάνατος του, δηλαδή να μην υπάρχει κανείς στον κόσμο αυτό. Τι όμως διασώζει τη παρουσία ενός ανθρώπου των Γραμμάτων μετά το σωματικό θάνατό του; Μα φυσικά το συγγραφικό του έργο και αντοχή που αυτό έχει όταν εκείνος που αναφέρεται σ’ αυτό καλείται να φωτίσει άγνωστες πτυχές της έρευνάς του.

Ο Ιωάννης Μουτζούρης δεν ήταν μόνο ιστορικός, ήταν και θεολόγος. Μιας, όμως, ομιλώ για Ιστορία και Θεολογία οφείλω με παρρησία να επισημάνω το εξής: η Ιστορία και η Θεολογία είναι «θετικές» επιστήμες. Είναι αυθύπαρκτες επιστήμες, όσο κι αν σχετίζονται και με άλλες επιστήμες, όπως η Κοινωνιολογία και η Ψυχολογία. Προσωπικά πιστεύω ότι ο καλός ιστορικός, ο καλός θεολόγος πρέπει να επιμένει στην έρευνα θετικών στοιχείων κι όχι να κάμει Ιστορία και Θεολογία με αοριστίες.  Στην πραγματικότητα, λοιπόν, η ιστορική και η θεολογική γλώσσα, όπως η γλώσσα κάθε επιστήμης είναι γλώσσα ιερή, είναι αποκαλυπτική. Διότι μας ομιλεί και μας πείθει θα ‘λεγα για τα αθέατα, τα πνευματικά, τα οποία είναι πιο πραγματικά από την πραγματικότητα που λέμε ότι μόνον αυτή είναι αισθητή.

Ο Ιωάννης Μουτζούρης, λοιπόν, διακόνησε τη θεολογική επιστήμη με τις αντίστοιχες αναφορές στον ιστορικό της τομέα, αυτόν που ονομάζουμε Εκκλησιαστική Ιστορία. Δεν προτίθεμαι εδώ να σας απαριθμήσω τα αυτοτελή βιβλία του κ. Μουτζούρη, ούτε τα πολλά δημοσιεύματά του σε επιστημονικά περιοδικά και εφημερίδες. Αυτά μπορεί κανείς να τα δει στο παρουσιαζόμενο εδώ απόψε βιβλίο, εργογραφία με κόπο συγκεντρωμένη από τον γιό του Κωνσταντίνο. Νομίζω ότι μια τέτοια απαρίθμηση θα ήταν κουραστική αφού θα παρέθετε μόνο τίτλους βιβλίων και άρθρων. Άλλωστε στην παρουσίαση ενός βιβλίου για ένα συγγραφέα άλλα είναι τα πρωτεύοντα. Να προσεγγιστεί το έργο του και να αναδείξει το συγγραφέα του σε πρώτο ανάστημα των Γραμμάτων, στη μακρά διάρκεια του χρόνου. Ετούτη τη διάσταση της προσωπικότητας και του έργου του Ιωάννη Μουτζούρη επιθυμώ απόψε σύντομα να διατρέξω, διότι φρονώ ότι ο αείμνηστος «παππούς της Ιστορίας», αν και δεν είναι ανάμεσά μας, δημιούργησε για τον τόπο που τον γέννησε, το Μεγαλοχώρι, το Πλωμάρι, τη Λέσβο και κατ’ επέκταση την πατρίδα του Ελλάδα, Σχολή Γραμμάτων, αυτήν που οφείλουμε να καθιερώσουμε απ’ αυτήν εδώ την αίθουσα απόψε με τον όρο Σχολή της Λέσβου. Πρόκειται για μια πρόταση που στοχεύει στην ανάδειξη εκείνων των δεδομένων που ως ιστορικά τεκμήρια συγκροτούν την τοπική μας ιστορία, η οποία εντάσσεται στο ευρύτερο πλαίσιο σύνολης της ελληνικής ιστορίας, στην χρονική διάρκεια της περιόδου της Τουρκοκρατίας, με τις αντίστοιχες ιστορικές αναγωγές και προς τη βυζαντινή.  Αυτό π.χ., μπορεί κανείς να το διαπιστώσει όταν μελετήσει και τα 63 λήμματα που έγραψε ο Ιωάννης Μουτζούρης για τη Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια, λήμματα που κυρίως αφορούν την Εκκλησιαστική Ιστορία της βυζαντινής και τουρκοκρατούμενης Λέσβου. Τι συνιστά η Θρησκευτική και Ηθική Εγκυκλοπαίδεια για την ιστορική και θεολογική έρευνα, νομίζω ότι όσοι από εμάς έχουμε ασχοληθεί με εκκλησιαστικά πρόσωπα και γεγονότα είναι αδύνατον να μην αρχίσαμε την έρευνά μας απ’ αυτήν. Τις πρώτες βιβλιογραφικές πληροφορίες από την περίφημη ΘΗΕ, όπως συντομογραφικά τη λέμε, τις πήραμε. Στέκομαι σε δύο παραδείγματα για να γίνω πιο σαφής. Και τα δύο σχετίζονται με προσωπικότητες που διαδραμάτισαν πρωταγωνιστικό ρόλο στην αφύπνιση του υπόδουλου Ελληνισμού. Πρόκειται για τον άγιο Ιγνάτιο τον Αγαλλιανό και τον Δωρόθεο Λέσβιο, για τους οποίους ο Ιωάννης Μουτζούρης στη ΘΗΕ, στον 6ο και 5ο τόμο αντίστοιχα, αφιερώνει τέσσερις στήλες στο βίο και το ανακαινιστικό τους έργο. Οποιαδήποτε μετέπειτα μελέτη γι’ αυτούς τους δύο λογίους, είναι αδύνατον να μην έχει βιβλιογραφική αναφορά στα λήμματα του κ. Μουτζούρη.

Ταξινομώντας κανείς σήμερα όλα τα επιστημονικά δημοσιεύματα του Ιωάννη Μουτζούρη – ένας πρώτος καλός οδηγός είναι αυτός που επιχειρεί ο γιός του Κωνσταντίνος στο παρουσιαζόμενο εδώ από βιβλίο, έστω και με αυτή τη μορφή της φωτοτυπικής παράθεσης κρίσεων για το έργο του – νομίζω ότι είναι σε θέση να κάμει τις εξής επισημάνσεις. Ο Ιωάννης Μουτζούρης διακρίθηκε για την πλούσια συγγραφική του παραγωγή. Σ’ ότι αφορά τη θεολογική επιστήμη και τον τομέα της Εκκλησιαστικής Ιστορίας, δειγματοληπτικά σημειώνω την συγγραφή πάνω από τριάντα μελετών, αυτοτελών και άρθρων, δίχως να συμπεριλαμβάνω τα λήμματα στη ΘΗΕ, τα οποία, όπως παραπάνω επισήμανα, κυρίως σχετίζονται με την Εκκλησιαστική Ιστορία της Λέσβου. Στις πάνω από τριάντα μελέτες συγκαταλέγεται η διδακτορική του διατριβή, με τίτλο: Τα χαριστικά και ελεύθερα μοναστήρια, (Θεολογική Σχολή ΑΠΘ,1964), με συμβούλους – επόπτες καθηγητές τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, μετέπειτα Αρχιεπίσκοπο Αθηνών, και τον Παναγιώτη Χρήστου, διδάσκαλο στον οποίο εμείς οι νεότεροι θεολόγοι, όσοι τουλάχιστον κατά τις δεκαετίες 1980 – 1990 τον είχαμε καθηγητή σε σεμινάρια Πατρολογίας και Παλαιογραφίας στο Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών και στο Κέντρο Αγιολογικών Μελετών στην Αγία Θεοδώρα Θεσσαλονίκης, του οφείλουμε πολλά, τόσο στη θεολογική σκέψη όσο και στη μεθοδολογία της θεολογικής έρευνας, κυρίως της πατερικής. Αξιοσημείωτη είναι εδώ η υπόμνηση ότι η διατριβή του κ. Μουτζούρη δημοσιεύθηκε σε δύο συνέχειες, στον 34ο και 35ο τόμο του επίσημου περιοδικού της Εκκλησίας της Ελλάδος, τη Θεολογία. Τι, όμως, είναι τα χαριστικά και ελεύθερα μοναστήρια, με τα οποία επιτυχώς και μετά επαίνου ασχολήθηκε ο Ιωάννης Μουτζούρης, ίσως αναρωτηθεί κάποιος. Απαντώ: πρόκειται για μονές της βυζαντινής περιόδου, μετά τη λήξη της Εικονομαχίας, στις οποίες ίσχυσε ο θεσμός του χαριστικίου, δηλαδή της χαριστικής δωρεάς που στόχευσε στην ανάπτυξη των εγκαταλειμμένων μονών και στον έλεγχο της περιουσίας τους. Αυτή η δωρεά, η χαριστική, αποτελούσε παραχώρηση μονών σε ιδιώτες για συγκεκριμένο σύντομο χρονικό διάστημα, με σκοπό αυτοί να φροντίσουν για την επισκευή, τη συντήρηση και την αξιοποίηση της ακίνητης περιουσίας τους. Μολονότι η χαριστική και οι ευνοημένοι πολλές φορές χαριστικάριοι προέβαιναν σε οικονομικές καταχρήσεις για δικό τους όφελος, ο θεσμός του χαριστικίου παρέμεινε ενεργός μέχρι το τέλος της βυζαντινής αυτοκρατορίας. Στην ίδια σχεδόν κλίμακα ανήκουν και τα ελεύθερα, αυτοδέσποτα, ή αυτεξούσια μοναστήρια. Η διδακτορική, λοιπόν, διατριβή του κ. Μουτζούρη άνοιξε την έρευνα γύρω από μοναστηριακούς θεσμούς της βυζαντινής περιόδου, η οποία πρόσφατα συμπληρώθηκε με την ωραία μεταπτυχιακή εργασία του Μοναχού Αιμιλιανού Σιμωνοπετρίτη με τίτλο: Τα αυτοδέσποτα και ελεύθερα μοναστήρια  σύμφωνα με τα βυζαντινά μοναστηριακά τυπικά, Θεολογική Σχολή ΑΠΘ, Θεσσαλονίκη 2013).

Σημαντική εξ απόψεως Εκκλησιαστικής Ιστορίας, άμεσα συνδεόμενη με τη διδακτορική του διατριβή υπήρξε και η μελέτη του: Ο μοναχισμός της Λέσβου. Συμβολή στην ιστορία και στη μοναστηριολογία, που εκδόθηκε από την Εταιρεία Λεσβιακών Μελετών το 1989, και επανεκδόθηκε το 2015, με εισαγωγικό σημείωμα του ομιλούντα. Πρόκειται για το βασικότερο βιβλιογραφικό τεκμήριο  που ο ενδιαφερόμενος για την ιστορία του μοναχισμού στη Λέσβο, από την πρωτοβυζαντινή περίοδο μέχρι και σήμερα, μπορεί να συμβουλευτεί. Τολμώ να πω ότι η εν λόγω μελέτη, με  άμεση πρόσβαση στις σχετικές με το θέμα της πηγές, είναι αξεπέραστη ως σήμερα.

Η επιστημονική κατάρτιση και εγκυρότητα του Ιωάννη Μουτζούρη παρέμεινε αδιαμφισβήτητη ως το κλείσιμο της συγγραφικής του δραστηριότητας, όχι μόνο σε μελέτες ιστορικού περιεχομένου, όπως λόγου χάριν το βιβλίο του με τίτλο: Το Πλωμάρι επί Τουρκοκρατίας. Ιστορικά σύμμεικτα, (Αθήνα 1998), αλλά και σε μελέτες όπου η θεολογική και ιστορική επιστήμη είναι άρρηκτα δεμένες. Κλασικό παράδειγμα σταθερού, περιεκτικού και σαφούς εκκλησιαστικοϊστορικού λόγου το βιβλίο του με τίτλο: Βενιαμίν ο Λέσβιος. Οι κατήγοροι των ιδεών του και η Μεγάλη Εκκλησία, (Αθήνα, 1982), το οποίο συνιστά υποδειγματικό εργαλείο έρευνας για τον μεγάλο Πλωμαρίτη λόγιο του τέλους του 18ου και των αρχών του 19ου αιώνα, επειδή δεν περιορίζεται μόνο στην παράθεση πληροφοριών για το έργο του, αλλά και στην ερμηνευτική προσέγγιση ζητημάτων που σχετίζονται με τις διώξεις που υπέστη από τους κατηγόρους του, κυρίως από τον κολυβά Αθανάσιο Πάριο, προσφάτως άγιο της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Μολονότι η νεότερη ιστορική έρευνα έχει φέρει στο φως περισσότερα στοιχεία αυτής της διένεξης, και μολονότι παλαιότερα ο ομιλών σε άρθρο του με τίτλο: «Ο Βενιαμίν Λέσβιος στη θεώρηση της Λεσβιακής ιστοριογραφίας», Αιολικά Χρονικά, 7(2005)190-196, είχε εκφράσει επιφυλάξεις για τις αρνητικές αξιολογικές κρίσεις του Ιωάννη Μουτζούρη για τον Αθανάσιο Πάριο – επιτρέψτε μου εδώ να αναφέρω ότι ο συγκεκριμένος λόγιος, σφοδρός κατήγορος του Βενιαμίν Λεσβίου, αποτέλεσε το θέμα της μεταπτυχιακής μου διατριβής, η οποία κατά ομολογία των καθηγητών που την επόπτευσαν άνοιξε το δρόμο της έρευνας για αποκατάσταση του Αθανασίου Παρίου στις ιδεολογικές ζυμώσεις του 18ου αιώνα, γνωστού ως Νεοελληνικού Διαφωτισμού – πιστεύω πως αυτό το βιβλίο του κ. Μουτζούρη για τον Βενιαμίν Λέσβιο, εξακολουθεί να είναι βιβλίο αναφοράς.

Κυρίες και κύριοι, ξέρω πως πιο ψύχραιμοι από εσάς θα βρουν υπερβολικό τον ενθουσιασμό μου, να ομιλώ απόψε για ένα Λέσβιο άνθρωπο των Γραμμάτων. Πιστέψτε με, ίσως, να είμαι υπερβολικός στους χαρακτηρισμούς για τον Ιωάννη Μουτζούρη, γιατί μολονότι δέχομαι τη σοφία του «μέτρον άριστον» (κι όχι το κακοποιημένο «πάν μέτρον άριστον»), πιστεύω ακράδαντα όμως αυτό που με σοφία έλεγε ο Μανόλης Ανδρόνικος: «ο κόσμος δεν πάει μπροστά με τα μέτρα αλλά με τα άμετρα». Ο αξέχαστος Ιωάννης Μουτζούρης με την άψογη μεθοδολογία, την εξαντλητική αξιοποίηση των πηγών και των αρχειακών τεκμηρίων, μας άφησε ένα έργο ιδιαιτέρα σημαντικό, που χρήζει περαιτέρω αξιοποίησης.

Αν απόψε συναχθήκαμε εδώ για να τιμήσουμε τη μνήμη του, για να μη θεωρήσουμε πως έχουμε φτάσει στον ιδανικό στόχο, οφείλουμε να πούμε πως όλη ετούτη η θαυμάσια συλλογή της εργογραφίας του και των κριτικών γι’ αυτήν, είναι ένα θαρραλέο ξεκίνημα, έστω κι αν κανείς μπορεί να επισημάνει κάποιες αδυναμίες. Όμως θα ήταν άδικο να σταθούμε σ’ αυτές και να παραγνωρίσουμε την προσπάθεια να ξεκινήσει μια πιο συστηματική καταγραφή και αξιολόγηση του έργου του. Ποιος ή ποιοι θα την αναλάβουν, νομίζω ότι δεν μπορεί να είναι πρόβλημα. Από την πλευρά μου, θα ήταν τιμή για εμένα να μου ανατεθεί αυτό το έργο.

[*] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου: Ιωάννης Μουτζούρης, 12 χρόνια. Αίθουσα Θεάτρου και Τεχνών του Φ.Ο.Μ. (Κυριακή 28 Μαΐου 2017).

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ, (2016), Όταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των Δημοτικών. Πιάνω γραφή και γράφω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι -1, Αθήνα: Άγρα

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Teriade και την Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Παντελή Μπουκάλα, συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου, του οποίου το έργο και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ χρόνια παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον[1].

ΟΤΑΝ ΤΟ ΡΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΝΟΜΑ // Η «ΑΓΑΠΩ» ΚΑΙ ΤΟ ΣΦΡΙΓΟΣ ΤΗΣ Π

Οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Teriade και την Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Παντελή Μπουκάλα, συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου του οποίου το έργο και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, χρόνια παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον[1]

Πλουσιότατος είναι ο αμητός για το δημοτικό τραγούδι, από την εποχή του Ρομαντισμού (μέσα 19ου αιώνα) και της πρώτης απόπειρας κατάρτισης συλλογών από τον Γάλλο φιλόλογο και ιστορικό Κλωντ Σαρλ Φωριέλ, που σε δύο τόμους στα 1824-1825 συνέλεξε δημοτικά τραγούδια – ο Φωριέλ αν και δεν επισκέφθηκε ποτέ την επαναστατημένη τότε Ελλάδα κατάφερε να δημοσιεύσει την πρώτη βασική συλλογή δημοτικών τραγουδιών· το χεράκι σ’ αυτήν την καταγραφή έβαλε κι ο κορυφαίος λόγιος του Νέου Ελληνισμού Αδαμάντιος Κοραής[2] – μέχρι και σήμερα. Η νεότερη, ωστόσο, βιβλιογραφία για το δημοτικό τραγούδι είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς τίτλους μελετών: Δημοτικό τραγούδι. Προβλήματα καταγωγής και τεχνοτροπίας, του Κώστα Ρωμαίου, (Αθήνα 1979)· Το δημοτικό τραγούδι, του Στίλπωνα Κυριακίδη, (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1990)· Δημοτικό τραγούδι. Μια διαφορετική προσέγγιση, του Ερατοσθένη Καψωμένου, (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 31996)· τα Ακριτικά δημοτικά τραγούδια. Σε βυζαντινή και ευρωπαϊκή σημειογραφία, του Κωνσταντίνου Μάρκου, (τόμοι 2, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1995-1996)· Το δημοτικό τραγούδι. Παραλογές, με επιμέλεια του αξέχαστου Γιώργου Ιωάννου, (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1996)· Ιστορία και δημοτικό τραγούδι, του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου, (εκδ. παρουσία, Αθήνα 31998)· Η διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, του Μανόλη Γ. Βαρβούνη, (εκδ. Σμίλη, Αθήνα 1998)· και, βέβαια, την ανθολόγηση δημοτικών τραγουδιών, Της ξενιτιάς, (επιμέλεια G. Saunier, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1983)· Κλέφτικα, (επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2000). Στις τελευταίες, ωστόσο, μελέτες για το δημοτικό τραγούδι, εντάσσεται και εκείνη του Γιώργου Καραμπελιά με τίτλο: Το δημοτικό τραγούδι. Αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του Νεώτερου Ελληνισμού, (εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2017). 

Στο ασφυκτικό δεκάλεπτο που έχω στη διάθεσή μου να σας μιλήσω για το βιβλίο του κ. Π. Μπουκάλα, είναι αδύνατον να εξαντλήσω το περιεχόμενο των 600 περίπου σελίδων του, συμπεριλαμβανομένων και των υποσημειώσεων, με κατατοπιστικές παραπομπές σε βιβλιογραφία. 

Για να είμαι, όμως, συνεπής προς τους διοργανωτές και προς τον συγγραφέα, θα τολμήσω να καταθέσω στην αγάπη και την υπομονή σας τρία βασικά στηρίγματα, τα οποία αποτελούν και τρεις βασικές αρετές του βιβλίου, καθιστώντας το έτσι άκρως πρωτότυπο τόσο για τη φιλολογία, τη λαογραφία, όσο και για τη δοκιμιογραφία. 

Αποτελεί, τωόντι, μεγάλο το εγχείρημα του πολυγραφότατου συγγραφέα που έφερε εις πέρας ένα τέτοιο έργο, το οποίο προκαταβολικά πιστεύω ότι για τις επόμενες γενιές ερευνητών επάνω στο δημοτικό τραγούδι θα καταστεί έργο αναφοράς, αφού παρέχει πλουσιότατη βιβλιογραφική τεκμηρίωση και, βέβαια, με καίριο τρόπο εντάσσεται σ’ εκείνες τις γραφές γκρεμίσματος του γνωστού στερεότυπου ότι το δημοτικό τραγούδι, καρπός της λαϊκής παράδοσής μας, σε αντιδιαστολή με τη λόγια, πάντοτε θεωρούνταν υποδεέστερο. 

Η πρώτη, λοιπόν, βασική αρετή αυτού του βιβλίου είναι ότι μελετά το δημοτικό τραγούδι, στη μακρά διαχρονία του, ως ένα σημαντικό «προίκισμα», δηλαδή, να δύναται ο άνθρωπος να φτιάχνει πράγματα που, αν αυτός δεν τα έφτιαχνε, δεν θα γίνονταν ποτέ. Τέτοιο προίκισμα είναι το δημοτικό τραγούδι, το οποίο ενώ έχει βαθιά ριζώματα στην παράδοση του ελληνικού λαού, από την αρχαιότητα και δώθε, δυστυχώς «μαγαρίστηκε» καθώς λέγει ο συγγραφέας από κάθε «ελληνοκάπηλο κιβδηλοποιό» – έτσι για να ταιριάξει όπως αυτός ήθελε την εθνικοφροσύνη του. Ορθότατα στην περίπτωση αυτή ο κ. Μπουκάλας υποστηρίζει το εξής: «με ποια εφόδια να κρίνουμε λοιπόν, σαν ελλανόδικος επιτροπή σε οικουμενικά πολιτισμικά καλλιστεία, τι θα μετρούσαμε και πως θα το ζυγίσουμε, ώστε να αποδώσουμε τα πρωτεία; Και υπάρχει κάποιος σπουδαίος λόγος – πέραν των όσων υπαγορεύουν οι αλληλοεξερεθιζόμενοι εθνικισμοί – να τα αποδώσουμε;» διερωτάται στη πολυσέλιδη εισαγωγή του (εκατό περίπου σελίδες). Και ευθέως, χωρίς περιστροφές απαντά: «δεν βλέπω κανένα. Η ελληνική δημοτική ποίηση έχει να καυχιέται για τα εξαιρετικά από κάθε άποψη δημιουργήματά της σε όλες τις κατηγορίες, στα ακριτικά, τα κλέφτικα, της αγάπης, της ξενιτειάς, τα μοιρολόγια, και στα δίστιχά της βέβαια. Τι περισσότερο» (σσ. 55-56). Όμως, δεν είναι μόνον οι ελληνοκάπηλοι κιβδηλοποιοί που υπεραμύνθηκαν της αξίας της δημοτικής ποίησης, υπήρξαν και εκείνοι, της αντίπερας όχθης, που την υποτίμησαν. Αναφέρει έναν ο συγγραφέας. Τον Ηπειρώτη καθηγητή Κωνσταντίνο Ζήσιο, που σε ένα από τα έργα του, το Γλώσσα κομψή και γλώσσα συρφετώδης, στα 1915, με «χολερική ακρότητα» όπως λέγει ο κ. Μπουκάλας χαρακτήριζε τη δημοτική ποίηση χυδαία (σσ. 60–61) Επιτρέψτε μου, εδώ, να σημειώσω το εξής: τέτοιες αναθυμιάσεις, όπως η τελευταία, που σηκώνουν σκόνη ακροτήτων, δεν μπορεί να μην έχουν την απάντησή τους. Πέραν της χολερικής ακρότητας, καλόν είναι εδώ να υπενθυμίσω τον ακριβό λόγο του Δημήτρη Πικιώνη, ο οποίος καυτηρίαζε απόψεις που ήθελαν καθετί που προέρχεται από την παράδοση του ελληνικού λαού να είναι υποδεέστερο και υποτιμημένο. Γράφει ο Πικιώνης σ’ ένα κείμενό του: «να ζει μέσα του ο θείος σπόρος. Ζει η πανάρχαια λαλιά του. Και ρυθμοί και μέλη και σχήματα και ουσίες απ’ τους πανάρχαιους χρόνους, όπου τούτα ήταν ορισμένο να συλληφθούνε και που αν πέθαιναν ουδ’ ο Θεός ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τ’ αναστήσει»[3]

Έρχομαι τώρα στη δεύτερη αρετή του βιβλίου. Ο συγγραφέας μελετά την ποιητική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών πιστεύοντας ότι δεν είναι μόνο «μουσικοποιητική τέχνη» αλλά και «αναπαραστατική»«Λόγια είναι και τα τραγούδια· λέξεις που τις θέλουμε ιαματικές, μα μπορεί να αποδειχθούν ατελέσφορες», γράφει. Και συνεχίζει: «αλλά τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι μόνο λέξεις. Είναι τριαδικά, τρισυπόστατα: Λόγος, Μέλος, Χορός. Είναι πλουτισμένα με τη μουσική τους και, τις περισσότερες φορές, έχουν το χορό να τα ιστορεί, και να οδηγεί συχνά τα βήματά του αντίθετα προς το περιεχόμενο: πικρό το νόημα, αλλά ο χορός ανοίγει το σώμα, το αναπτύσσει μέσα στο πείσμα του και στην επιμονή του» (σ. 103). Επιτρέψτε μου, εδώ, ένα ερμηνευτικό σχόλιο στα γραφόμενα του κ. Μπουκάλα. Φρονώ ότι η δημοτική ποίηση έχει να κάνει με την ίδια τη ζωή, την οποία συντηρεί και ολοκληρώνει. Ετούτο, άλλωστε, το γεγονός αφ’ ενός φανερώνει ο συνοδεύων ρυθμός και χορός και αφετέρου η δραματικότητα του περιεχομένου το οποίο αναπαριστά. Και μιας ο χορός είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δημοτικού τραγουδιού, κοντά πάντα στη μουσική και στο στίχο, εκφράζει και τον καημό «που επιμένει στη δημοτική ποίηση». Μια ποίηση, που κατά τον συγγραφέα «δεν διστάζει να αυτοσχολιασθεί και να αυτοκριθεί, ελευθερόφωνη όπως είναι και ελευθερωτική» (σ. 106). Εδώ, βρίσκεται και το «τεράστιο γλωσσικό εργαστήριο», εκείνο το «δοκιμαστήριο νέων λέξεων» (σ. 107), με τις αντίστοιχες νέες γραμματικές «παρεκτροπές», τις οποίες ο συγγραφέας μελετά στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του. Τα παραδείγματα που παραθέτει πολλά· πρόκειται για ένα «κοιμητήριο λέξεων» «όλης της ελληνικής» (σ. 132), που είναι απέραντο και προέρχεται από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, με τις γνωστές παραλογές, σωσμένα απ’ όσους τα κατέγραψαν, όπως λόγου χάριν ο Ν. Γ. Πολίτης, ο Νουάρος Μιχαηλίδης, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος κ.ά. 

Μια μικρή αναφορά «στον κόσμο των μοιρολογιών» νομίζω ότι είναι επιβεβλημένη για να κατανοήσουμε πώς ο συγγραφέας προσεγγίζει το δημοτικό τραγούδι, δίχως να το ξεκαρφώνει από τις συντεταγμένες του κόσμου μας και δίχως να παραβλέπει το κύλισμα της μακράς ιστορίας του σε παρελθόντες χρόνους. Τα μοιρολόγια, λοιπόν, είναι τραγούδια που δεν χορεύονται. Τραγουδιούνται στο ξόδι, στην έξοδο του νεκρού. Είναι εκείνη η δημοτική ποίηση που «η γλώσσα της βαθιάς λύπης, επί θανάτου, είναι ένα ουρλιαχτό. Ή η σιωπή», σχετίζονται δηλαδή με την «κουλτούρα του θανάτου» (σ. 154), σημειώνει ο κ. Μπουκάλας. 

Είναι βέβαιο ότι όταν καλείσαι να παρουσιάσεις ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το τό αγάπησες πολύ, δεν το βρήκες δηλαδή μόνο ενδιαφέρον, έστω και σε σύντομο χρόνο απαιτείται να δώσεις το καλύτερό σου εαυτό σ’ αυτά που θα πεις. Δεν σας κρύβω ότι ολόκληρος ο μήνας Ιούνιος κύλησε μελετώντας σελίδα – σελίδα το πόνημα του κ. Μπουκάλα. Δεν σας κρύβω, επίσης, ότι αρκετές φορές έψαχνα και τον τεράστιο πλούτο των υποσημειώσεων και της βιβλιογραφίας που παραθέτει. Αυτό κι αν δείχνει πόσο «υψηλής αισθητικής πραγμάτευσης» είναι ετούτο το βιβλίο. Ιδιαίτερα το τρίτο κεφάλαιό του, Τα ρήματα της αγάπης (σσ. 267-392), το σημαντικότερο κατ’ εμέ. Γιατί φανερώνει το βαθύτερο νόημα των όσων γράφει ο συγγραφέας για το πάθος των συνθέτων λέξεων και επιθέτων στη δημοτική ποίηση. Και για να τεκμηριώσει τις απόψεις τους ψάχνει προσεκτικά τα γραπτά και τα λόγια των άλλων, του Κωνσταντίνου Σάθα, του Εμμανουήλ Ροΐδη, του Λίνου Πολίτη, του Γιώργου Κεχαγιόγλου, του Ιωάννη Κακριδή, της Παλατινής Ανθολογίας κ.ά., για να δει το χέρι που τείνει, ποια προσέγγιση επιδιώκει. Πρόκειται για μια ακόμη αρετή του βιβλίου, την τρίτη, και με αυτή τελειώνω την ομιλία μου. Οι αναφορές του για τη χρήση συνθέτων στη δημοτική ποίηση πολλαπλές. Ακόμη και στην αγιολογία με ιδιαίτερη άνεση καταφεύγει ο συγγραφέας, αφού καταγράφει το παράδειγμα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, αγίου πράου και ζωγράφου του ποιητικού λόγου, ο οποίος δεν δίσταζε να στηλιτεύει όσους γλεντοκοπούσαν σε ναούς μαρτύρων, επιδιδόμενοι έτσι στην τυμβωρυχία, αποκαλώντας τους «τυμβολέτες» και «γάστρωνες», δηλαδή τυμβωρύχους και κοιλαράδες, (σ. 293). 

Ανάμεσα στις εκατοντάδες ή πολλές χιλιάδες των δημοτικών ποιημάτων, σημαντική θέση για τον συγγραφέα κατέχει και «η Αγαπώ» (σσ. 346 κ.ε.), που μάλλον πρόκειται για ουσιαστικοποίηση ρήματος με χρήση άρθρου με αναφορική σημασία, και που απαντά σε δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με μια πρώτη απογραφή που συνέταξε ο Αλέξης Πολίτης και που δίστιχό της βρίσκουμε και σε χειρόγραφο της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, (σ. 323). Καλοί, εδώ, για τον συγγραφέα βιβλιογραφικοί οδηγοί οι γνωστοί μελετητές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, ο Ε. Legrand, o Μανούσος Μανούσακας, ο Catharinus Dulsis, μαθητής του Μαρτίνου Κρούσιου. 

Το βιβλίο του κ. Π. Μπουκάλα έτυχε θετικών κριτικών. Σταχυολογώ δύο, αυτή της Αικατερίνης Πολυμέρου – Καμηλάκη στο ΒΗΜΑ, και εκείνη της Ανθούλας Δανιήλ στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ. Επίσης, το βιβλίο εκδιδόμενο από τις καλύτερες κατ’ εμέ εκδόσεις: Άγρα, και στο πολυτονικό. 

Έχω την γνώμη ότι και στους επόμενους τόμους που θα ακολουθήσουν, με γενικό τίτλο Πιάνω γραφή και γράφω… Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι, με μελέτες όπως Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίησηΟ Διάκος της ιστορίας και των δημοτικών τραγουδιών. Πως αποθανάτισαν τον αγωνιστή του ’21 η λαϊκή μούσα, οι ιστοριογράφοι και επώνυμοι ποιητές, κ.ά., ο συγγραφέας θα απαντήσει σε τρία βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με το παραδοσιακό εν γένει τραγούδι[4], όπως: Τι νόημα έχει στις μέρες μας η αποζήτηση στο δημοτικό τραγούδι της έννοιας της παραδοσιακότητας; Και κατά πόσο αυτή η αποζήτηση αφορά τον σημερινό Έλληνα; Επίσης, κατά πόσο το δημοτικό τραγούδι, ενώ αναπολεί το πλούσιο ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού, μπορεί να παίξει σήμερα κι έναν άλλον ρόλο πέραν του διακοσμητικού; 

 [1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του Παντελή Μπουκάλα, Όταν το ρήμα γίνεται όνομα· στον αύλειο χώρο του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Teriade (30 Ιουνίου 2017). 

[2] Για το θέμα κατατοπιστική είναι η μελέτη του ΑΛΕΞΗ ΠΟΛΙΤΗ, (1999), Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, Αθήνα: Θεμέλιο. 

[3] Δ. ΠΙΚΙΩΝΗΣ, (1999), «Το πρόβλημα της μορφής», στο: Κείμενα, πρόλογος Ζήσιμου Λορεντζάτου, επιμέλεια Αγνή Πικιώνη – Μιχάλης Παρούσης, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 220. 

[4] Τα ερωτήματα τίθενται με καίριο τρόπο στο προλογικό σημείωμα του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, (2005), «Περί ασμάτων καινών, κενών και άλλων», στη: Σύναξη, τχ. 95, (Ιούλιος – Σεπτέμβριος), σ. 3, [τεύχος αφιερωμένο στο τραγούδι].

«Η σπουδή στη Θεολογία» από τις εκδόσεις Μπαρμπουνάκη (Θεσσαλονίκη 2016), της καθηγήτριας της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ κ. Δήμητρας Κούκουρα είναι ένα εύχρηστο και περιεκτικό σε γνώσεις εγχειρίδιο για την Εισαγωγή στη Θεολογία. Απευθύνεται  στους πρωτοετείς φοιτητές των Θεολογικών Σχολών αλλά και σε κάθε αναγνώστη, που επιθυμεί να παρακολουθήσει τη σπουδή της Θεολογίας στην Ανατολή και τη Δύση, να γνωρίσει τη σταδιακή διαμόρφωση των πανεπιστημιακών ιδρυμάτων και τη θέση της Θεολογίας μέσα σε αυτά. Αποτελείται από δύο Μέρη και ένα Επίμετρο.

Στο Α΄ Μέρος γίνεται αναφορά στην εγκύκλιο παιδεία που αναπτύχθηκε τον 5ο αι. π.Χ. στην Αθήνα, διότι α) σχετίζεται με την παλαιότερη ονομασία του γνωστικού αντικειμένου ως «Εγκυκλοπαιδεία της Θεολογίας» και β)  συνέβαλε σημαντικά στην καλλιέργεια της ανθρώπινης σκέψης, στον διάλογο του Ευαγγελίου με τον πολιτιστικό περίγυρο της ελληνόφωνης Ανατολής και στην ανάπτυξη των ακαδημαϊκών ιδρυμάτων και των επιστημών στη Δύση και στη συνέχεια σε ολόκληρο τον κόσμο.

Ακολούθως παρουσιάζονται και συγκρίνονται τα χαρακτηριστικά των δύο εισαγωγικών προσεγγίσεων με τις παλαιότερες ονομασίες, «Εγκυκλοπαιδεία της Θεολογίας» και «Εισαγωγή στη Θεολογία». Εξετάζονται οι διάφορες σημασίες του όρου «θεολογία» στην αρχαία ελληνική και τη χριστιανική γραμματεία. Αποτυπώνεται διαχρονικά η σπουδή της Θεολογίας στα εκπαιδευτικά ιδρύματα της ελληνόφωνης Ανατολής και της λατινόφωνης Δύσης, η δημιουργία των πρώτων πανεπιστημίων στη Δύση με τις δομές διοίκησης και λειτουργίας που διέπουν και τα σύγχρονα ΑΕΙ, η σπουδή της Θεολογίας στους νεώτερους χρόνους, η αμφισβήτηση και η αποδοχή της ανάμεσα στις επιστήμες, οι θεολογικές σπουδές στην Ελλάδα και το μέλλον της Θεολογίας στο σύγχρονο πανεπιστήμιο.

Με δεδομένο το πλαίσιο που διέπει τη λειτουργία των Ευρωπαϊκών Ανωτάτων Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων μετά την υπογραφή της κοινής Διακήρυξης της Μπολόνια το έτος 1999, παρατίθενται επίσης και οι σχετικές αποφάσεις, ώστε όσοι εισέρχονται να σπουδάσουν στο πανεπιστήμιο να γνωρίζουν τις υποχρεώσεις τους αλλά και τις δυνατότητες που τους προσφέρονται.

Στο Β΄ Μέρος παρατίθενται κείμενα σύγχρονου θεολογικού προβληματισμού από τη δεκαετία του 1960 και εξής, που παραθέτουν τα χαρακτηριστικά της Ορθόδοξης Θεολογίας, τη σχέση της με την Εκκλησία, τη δυναμική και στατική θεώρηση της πατερικής παράδοσης, τις επιστημονικές μεθόδους και τον πολιτιστικό περίγυρο μέσα στον οποίο καλλιεργείται η θεολογική σκέψη, όπως επίσης και την ανάγκη της μαρτυρίας της χριστιανικής πίστης τον σύγχρονο κόσμο.

Στο Επίμετρο οι υποψήφιοι ερευνητές μπορούν να ανεύρουν περιεκτικές οδηγίες για την εκπόνηση επιστημονικών εργασιών: τον προσδιορισμό του θέματος, τη μεθοδολογία, τη βιβλιογραφία, την αποδελτίωση και την αξιολόγηση  των ευρημάτων, τη σύνθεση, τη δομή, το γλωσσικό ύφος, το σύστημα των παραπομπών, τον βιβλιογραφικό κατάλογο και τον πίνακα περιεχομένων.