Γράφει ο ΜΙΛΤΙΑΔΗΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Ομότιμος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ – Άρχων Διδάσκαλος του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας.

Η γιορτή της Παναγίας είναι αναμφίβολα το πιο διαδεδομένο πανηγύρι του καλοκαιριού σε ολόκληρο τον Ορθόδοξο κόσμο. Σχεδόν δεν υπάρχει περιοχή στην Ελλάδα που να μην έχει την περίοδο του Δεκαπενταύγουστου κάποιο πανηγύρι προς τιμήν της Παναγίας. Πέρα από το λαογραφικό ενδιαφέρον που παρουσιάζουν τα πανηγύρια αυτά, από θεολογική άποψη η εξαιρετική τιμή που αποδίδεται στο πρόσωπο της Παναγίας σχετίζεται με τον ιδιαίτερο ρόλο που κατά την Ορθόδοξη θεολογική σκέψη παίζει η Θεοτόκος στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Η κατανόηση του θεολογικού περιεχομένου της γιορτής προϋποθέτει την αποσαφήνιση του τρόπου με τον οποίο προσεγγίζει κανείς την Αγία Γραφή. Όπως σαφώς διακηρύσσει ο απόστολος Παύλος, οι χριστιανοί ως «διάκονοι της Καινής Διαθήκης» αξιώθηκαν από τον Θεό να υπηρετήσουν «όχι το γράμμα του Νόμου αλλά το Πνεύμα του Θεού» (2Κο 3:6), τους δόθηκε, δηλαδή, με τη μεσολάβηση του Χριστού η δυνατότητα για μια άλλη θεόπνευστη κατανόηση της Γραφής στο φως της οποίας το περιεχόμενο των κειμένων της Παλαιάς Διαθήκης αποκτά νέα σημασία και καθιστά τα βιβλικά κείμενα ανοιχτά σε κάθε παρόν (πρβλ., 2Κο 3:12-18).

Αυτή η νέα δυνατότητα νομιμοποιεί και την εφαρμογή από πολλούς Πατέρες της Εκκλησίας της τυπολογικής ερμηνείας της Βίβλου. Έτσι, η Αγία Γραφή δεν κατανοείται πλέον σαν ένα βιβλίο που περιέχει διδακτικές αφηγήσεις ή ιστορικές πληροφορίες για πρόσωπα και γεγονότα ενός πολύ μακρινού παρελθόντος, αλλά ως μια καταγραφή των εμπειριών της κοινότητας εκείνης η οποία βίωσε την αποκάλυψη του Θεού μέσα στην Ιστορία της και την ερμήνευσε αυθεντικά, ώστε να κατανοήσει για την ίδια και για τις επόμενες γενιές το θέλημα του Θεού και το σχέδιό του για τον κόσμο. Διαβάζοντας, κατά συνέπεια, κανείς τις ιστορίες της Βίβλου ως μια καταγραφή της πορείας των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, θα διαπιστώσει – ανεπάντεχα ίσως – ότι, αν και η Αγία Γραφή φαίνεται να αφιερώνει ελάχιστους μόνο στίχους για να περιγράψει το ιστορικό πρόσωπο της Μαρίας, η μορφή και ο ρόλος της Παναγίας στην ιστορία της σωτηρίας προβάλλουν γλαφυρά πίσω από κάθε επεισόδιο αυτής της ιστορίας.

Από μια επισκόπηση, λοιπόν, ολόκληρης της ιστορίας των σχέσεων του Θεού με τον άνθρωπο, όπως αυτές σκιαγραφούνται μέσα στην Αγία Γραφή και κατανοούνται στο πλαίσιο της Εκκλησίας, θα προκύψει ότι, καθ’ όλη τη μακρά αυτή πορεία των σχέσεων, προκειμένου ο Θεός να σώσει τον άνθρωπο δεν παραβιάζει ποτέ την ελευθερία του, αλλά επιδιώκει πάντοτε τη συνεργασία μαζί του. Πίσω από τις αφηγήσεις, που περιγράφουν διάφορα επεισόδια αυτής της επιδίωξης του Θεού για ανθρώπινη συμμετοχή στο σχέδιό του, είδε η Εκκλησία να σκιαγραφείται ο ρόλος της Παναγίας στο έργο της σωτηρίας. Στο πλαίσιο της νέας προσέγγισης της Παλαιάς Διαθήκης από τη χριστιανική Εκκλησία, όπως αυτή περιγράφτηκε παραπάνω, τα κείμενα που διαβάζονται κατά την ακολουθία του Εσπερινού των αφιερωμένων στην Παναγία γιορτών αποκτούν ένα εντελώς καινούργιο περιεχόμενο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα το πρώτο από τα αναγνώσματα αυτά, το οποίο αναφέρεται σε ένα όνειρο που είδε ο εγγονός του Αβραάμ, ο Ιακώβ, στη Βαιθήλ (Γεν 28:10-17).

Ο Ιακώβ εμφανίζεται στο κείμενο αυτό σε ένα οριακό για τη ζωή του σημείο· δραπετεύει από ένα παρελθόν που είναι απειλητικό για τον ίδιο και πορεύεται προς ένα μέλλον εντελώς αβέβαιο. Έχει εξαπατήσει και τον αδελφό του και τον πατέρα του, και τώρα είναι αναγκασμένος να αυτοεξοριστεί για να αποφύγει τις συνέπειες. Αυτήν ακριβώς τη στιγμή της απελπισίας, της απόγνωσης, του αδιεξόδου και της έλλειψης προοπτικών, τον συναντάει ο Θεός, για να ανανεώσει μαζί του τη Διαθήκη που είχε κλείσει με τον προπάτορά του, τον Αβραάμ. Η συνάντηση πραγματοποιείται μέσα από ένα όνειρο. Ο Ιακώβ πέφτει να κοιμηθεί και στον ύπνο του βλέπει μια σκάλα να ενώνει τη γη με τον ουρανό και στην κορυφή της τον Θεό να του υπόσχεται ότι θα του δώσει τη χώρα την οποία τώρα ετοιμάζεται να εγκαταλείψει, θα του χαρίσει πλήθος απογόνων και θα του συμπαρασταθεί σε όλες τις επιλογές του. Ο Ιακώβ ξυπνάει και αναγνωρίζει τον τόπο εκείνο ως “οίκο” του Θεού και “πύλη” του ουρανού.

Τόσο η στιγμή της ανανέωσης της Διαθήκης όσο και το πρόσωπο με το οποίο αυτή συνάπτεται θέτουν με τον πιο έντονο τρόπο το ερώτημα για τα κριτήρια των επιλογών του Θεού. Απάντηση στο ερώτημα αυτό μπορεί να προκύψει από μια επισκόπηση ολόκληρης της ιστορίας των σχέσεων του Θεού με τον λαό του. Ολόκληρη η ιστορία του Ισραήλ, όπως περιγράφεται στη Βίβλο, χαρακτηρίζεται από την εναλλαγή περιόδων κρίσεων και περιόδων δυναμικής πορείας προς την πραγμάτωση των στόχων του σχεδίου της θείας οικονομίας. Ο Αβραάμ είναι γέρος και άτεκνος, ο Ισαάκ οδηγείται στο θυσιαστήριο, ο Ιακώβ αναγκάζεται σε φυγή στη Μεσοποταμία, ο Ιωσήφ καταλήγει στις φυλακές της Αιγύπτου, ο Μωυσής ρίχνεται στον Νείλο και αργότερα αυτοεξορίζεται στην Μαδιάμ, οι Ισραηλίτες στην έρημο αντιμετωπίζουν πλήθος κινδύνων από πείνα, δίψα, ληστρικές επιδρομές και εσωτερικές επαναστάσεις· οχυρωμένες πόλεις εμφανίζονται σαν ανυπέρβλητα εμπόδια για την κατάκτηση της Χαναάν, η εχθρότητα των γειτονικών φυλών κατά την περίοδο των κριτών απειλεί με αφανισμό τον λαό του Θεού, ο Σαούλ, παρά τη γενναιότητά του, κρίνεται από τον Θεό ακατάλληλος για την εκπλήρωση των στόχων της εκλογής του, ο Δαβίδ αντιμετωπίζει αλλεπάλληλες αρνητικές καταστάσεις εξαιτίας των αμαρτιών του, το βασίλειο που ίδρυσε διασπάται και η διαφθορά της βασιλικής και θρησκευτικής εξουσίας στους επόμενους αιώνες θα φέρουν ως αποτέλεσμα την καταστροφή των βασιλείων, την εξορία του λαού και τη διασπορά του σε ολόκληρη τη γη.

Όλες αυτές οι αρνητικές καταστάσεις φαίνονται ανυπέρβλητες και απειλούν με ματαίωση το σχέδιο της θείας οικονομίας, όμως ο Θεός επεμβαίνει πάντοτε την κατάλληλη στιγμή για να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα, εκλέγοντας για τον σκοπό αυτόν τα πρόσωπα εκείνα που αυτός θεωρεί κάθε φορά κατάλληλα. Αυτό που καθιστά ένα πρόσωπο άξιο της θείας εκλογής δεν είναι κάποιες ιδιαίτερες σωματικές ή διανοητικές ικανότητές του, ούτε καν η ηθική του, αλλά η ετοιμότητά του για υπακοή στο θέλημα του Θεού. Στις περισσότερες περιπτώσεις τα πρόσωπα που επιλέγονται από τον Θεό για την επίτευξη των στόχων του θεωρούνται από τους ανθρώπους εντελώς ακατάλληλα, αλλά όπως χαρακτηριστικά τονίζει ο απόστολος Παύλος στην Α´ Προς Κορινθίους Επιστολή του (1:27-28): «Αυτούς που ο κόσμος τούς θεωρεί αφελείς, εκείνους διάλεξε ο Θεός για να ντροπιάσει τελικά τους σοφούς· κι αυτούς που ο κόσμος τούς θεωρεί ανίσχυρους, εκείνους διάλεξε ο Θεός για να ντροπιάσει τελικά τους κατά κόσμον ισχυρούς· κι αυτούς που ο κόσμος τούς θεωρεί παρακατιανούς και περιφρονημένους, εκείνους διάλεξε ο Θεός, τα μηδενικά, για να καταργήσει όσους θαρρούν πως είναι κάτι».

Οι εκλεκτοί, κατά συνέπεια, του Θεού δεν είναι αγγελικές υπάρξεις ούτε διαθέτουν κάποια ειδικά προσόντα ή ιδιαίτερες ικανότητες, αλλά είναι άνθρωποι με πάθη και αδυναμίες· όμως η ταπεινή υποταγή και η ανταπόκρισή τους στο θείο θέλημα τούς αξιώνει να γίνουν συνεργάτες του Θεού. Είναι χαρακτηριστικό ότι κατά την εμφάνισή του ο Θεός στο όνειρο του Ιακώβ δεν ασκεί καμιά κριτική για τις προηγούμενες ενέργειές του σε βάρος του πατέρα του και του αδελφού του, αλλά απευθύνεται προς αυτόν με μια σειρά υποσχέσεων χωρίς να θέτει οποιονδήποτε όρο. Έτσι, η παρέμβαση του Θεού στη ζωή του Ιακώβ μετατρέπει έναν ασήμαντο τόπο στη μέση του πουθενά και μια πέτρα σε “οίκο Θεού” και “πύλη του ουρανού”, και αυτό αναγνωρίζεται από έναν εγωκεντρικό και υπολογιστή άνθρωπο, ο οποίος θα μετατραπεί έτσι σε όργανο του Θεού για τη σωτηρία ολόκληρης της ανθρωπότητας. Μέσα από την αφήγηση για το όνειρο του Ιακώβ προβάλει με ιδιαίτερα εντυπωσιακό τρόπο ο καθοδηγητικός ρόλος του Θεού στην παγκόσμια ιστορία, καθώς ο αποφασιστικός παράγοντας που κινεί την Ιστορία είναι η χάρη και η δύναμη του Πνεύματός του και όχι οι όποιες ικανότητες των πρωταγωνιστών.

Όταν, λοιπόν, ήρθε ο κατάλληλος καιρός, ο Θεός αναζήτησε άλλον έναν άνθρωπο, που και πάλι ελεύθερα και χωρίς καταναγκασμό, θα δεχόταν να συνεργαστεί μαζί του. Εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς ότι χωρίς αυτήν την απροϋπόθετη συνεργασία της Μαρίας η πραγματοποίηση του σχεδίου του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου θα ήταν αδύνατη. Όπως υπενθυμίζει η Εκκλησία με την επιλογή της περικοπής Φιλ 2:5-11 ως αποστολικού αναγνώσματος της γιορτής στους σύγχρονους πιστούς, η Μαρία είχε κατορθώσει να επιτύχει αυτό που παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος στους πιστούς της εποχής του: «Φροντίστε στις μεταξύ σας σχέσεις να σκέφτεστε όπως κι ο Ιησούς Χριστός, ο οποίος ως πραγματικός Θεός που ήταν, δεν θεώρησε την ισότητά του με τον Θεό σαν κάτι ξένο που το άρπαξε, αλλά δέχτηκε να γίνει ένα τίποτα, να μοιάσει με δούλο, καθώς έγινε ίδιος με τους ανθρώπους· και όντας πραγματικός άνθρωπος, δέχτηκε να ταπεινωθεί, υπακούοντας στον Θεό μέχρι θανάτου, και μάλιστα θανάτου σταυρικού» (Φιλ 2:5-7).

Το παραπάνω κείμενο, μια από τις αρχαιότερες ομολογίες πίστεως της Εκκλησίας, περιγράφει μια επαναστατική για τις σχέσεις του Θεού με τον άνθρωπο αλήθεια. Μόνον αυτό που κατέχει κανείς πραγματικά μπορεί να το μοιραστεί με τους άλλους· αντίθετα, εκείνο που δεν του ανήκει και το αποκτά δι’ αρπαγής το κρατάει για τον εαυτό του, στερούμενος έτσι της χαράς του μοιράσματος και της σχέσης με τον άλλον. Ο Χριστός ως πραγματικός Θεός θέλει και προσφέρει στους ανθρώπους τη δυνατότητα μετοχής στη θεότητά του, για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται να σαρκωθεί. Και η Μαρία προσφέρει στον Θεό αυτό ακριβώς που δεν έχει, τη σάρκα, για να το κάνει όμως αυτό χρειάζεται να υποτάξει το δικό της θέλημα στο θέλημα του Θεού. Έτσι, η Μαρία κατόρθωσε να μιμηθεί τον Χριστό, όπως παραγγέλλει ο απόστολος Παύλος, πριν ακόμη γεννηθεί ο Χριστός. Και αφού ήταν ένας κοινός άνθρωπος σαν όλους τους άλλους, έγινε το σύμβολο της ανθρώπινης συμμετοχής στο σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του κόσμου.

Αυτός είναι ο λόγος που το πρώτο ανάγνωσμα του Εσπερινού της γιορτής του Κοιμήσεως της Θεοτόκου αναφέρεται στο όνειρο του Ιακώβ και από αυτήν τη σκηνή είναι επηρεασμένη και η εικονογραφία των ορθόδοξων εκκλησιών. Το αρχιτεκτονικό τμήμα της εκκλησίας που συνδέει το δάπεδο, σύμβολο της γης, με την οροφή, σύμβολο του ουρανού, είναι η κόγχη του ιερού και γι’ αυτό στο συγκεκριμένο σημείο εικονογραφείται αυτή που σαν άλλη σκάλα του Ιακώβ ένωσε τη γη με τον ουρανό.

Η τοποθέτηση, λοιπόν, από την ορθόδοξη παράδοση μιας γiορτής της Παναγίας στην αρχή και στο τέλος κάθε εκκλησιαστικού έτους, σηματοδοτεί την ανανέωση της δέσμευσης των χριστιανών προς τον Θεό να είναι πάντοτε έτοιμοι -μιμούμενοι την ετοιμότητα της Μαρίας, και αναγνωρίζοντας το μερίδιο της δικής τους ευθύνης για τη σωτηρία του κόσμου- να συνεργαστούν μαζί του, ώστε «κάθε γλώσσα να ομολογήσει ότι Κύριος είναι ο Ιησούς Χριστός» (Φιλ 2:11).

ΠΗΓΗ

ΟΡΘΟΔΟΞΙΑ INFO

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ· Καθηγητού Θεολογικής Σχολή ΑΠΘ – Άρχοντος Διδασκάλου του Ευαγγελίου της Μεγάλης του Χριστού Εκκλησίας

Η περικοπή Ιωη 3:23 – 4:5 είναι, σύμφωνα με την ανατολική λειτουργική παράδοση της Εκκλησίας, το δεύτερο ανάγνωσμα από την Παλαιά Διαθήκη του Εσπερινού της γιορτής της Πεντηκοστής. Ο λόγος της επιλογής είναι προφανής, καθώς, σύμφωνα με το βιβλίο Πράξεις των Αποστόλων (2:16-21), ο ίδιος ο απόστολος Πέτρος, κατά την ημέρα της ιουδαϊκής γιορτής της Πεντηκοστής, εξηγεί στο πλήθος που συγκεντρώθηκε έξω από το σπίτι όπου ήταν μαζεμένοι οι μαθητές του Χριστού, ότι η βοή που ακούστηκε είναι εκπλήρωση της σχετικής προφητείας του Ιωήλ, η οποία αναφέρεται στην εκδήλωση του ελέους του Θεού προς τον λαό του και την πλούσια χορήγηση προς αυτόν του Πνεύματός του.

Για τον προφήτη Ιωήλ, το όνομα του οποίου συνιστά κάτι σαν ομολογία πίστης (Ο Κύριος είναι ο Θεός), ελάχιστα βιογραφικά στοιχεία είναι γνωστά, καθώς η μοναδική πηγή πληροφοριών γι’ αυτόν είναι το ομώνυμο σύντομο, συγκροτούμενο από τέσσερα μόνον κεφάλαια, βιβλίο της συλλογής “Δωδεκαπρόφητον”. Ο πατέρας του προφήτη ονομαζόταν Βαθουήλ, και το προφητικό του κήρυγμα, που έχει ως θέμα την ημέρα της κρίσης του Κυρίου, σχετίζεται με την Ιερουσαλήμ. Από τη συνάφεια και το περιεχόμενο των προφητειών του Ιωήλ εικάζεται με σχετική βεβαιότητα ότι έδρασε κατά την μετά την επιστροφή των Ιουδαίων (538 π.Χ.) από τη βαβυλώνια αιχμαλωσία περίοδο.

Διαβάστε τη συνέχεια του ενδιαφέροντος αυτού άρθρου [εδώ

Στο πλαίσιο του Επιστημονικού Συνεδρίου: «Αγία Γραφή και Ελληνική Λογοτεχνία», της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρείας, τον Δεκέμβριο του 2015 στο Πολιτιστικό κέντρο της Ιεράς Αρχιεπισκοπής Αθηνών, ο συγγραφέας Ισίδωρος Ζουργός μίλησε με θέμα: «Σπορές της Βίβλου στο νεοελληνικό μυθιστόρημα».

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Του ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ / Ομότιμου Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Το μυστήριο της Εκκλησίας βιώνεται αυθεντικά στην λατρευτική της ζωή και μέσω αυτής οι πιστοί  οδηγούνται στην – προληπτική έστω – μέθεξη  της ουράνιας βασιλείας. Με δεδομένο, μάλιστα, τον λειτουργικό χαρακτήρα της Ορθόδο­ξης θεολογίας (Φλορόφσκυ), και την εμμονή από όλους σχεδόν τους Ορθοδό­ξους στα πλαίσια του οικουμενικού διαλόγου στη σημασία λατρείας, πάνω και πέρα από τη σημασία και αυτού του λόγου του Θεού, ο ακριβής προσδιορισμός της έννοιας και της θεολογικής σημασίας της λατρείας αποτελεί επιτακτική ανάγκη. Δεν είναι, άλλωστε, και πολύ μακριά η εποχή που η Ορθόδοξη Εκκλησία υποτιμητικά χαρακτηριζόταν από τον Α. Harnack «σακραμενταλιστική» θρησκεία.

Απαιτείται, ως εκ τούτου επακριβής προσδιορισμός της φύσεως και του χαρακτήρα της χριστιανικής λατρείας, στη δική μας περίπτωση της Ορθόδοξης, αλλά και της εξέλιξης της θεολογικής της κατανόησης από τον αρχικό βιβλικό επαναστατικό δυναμισμό της στον μεταγενέστερο δοξολογικό «λειτουργισμό». Δανείζομαι τον όρο από τον π. Θεόδωρο Στυλιανόπουλο

Η αρχέγονη χριστιανική Εκκλησία, λοιπόν, διαφοροποιείται εντυπωσιακά από όλες τις άλλες θρησκείες στο ρωμαϊκό κόσμο από το γεγονός ότι δεν είχε λατρευτικά αγάλματα, ναούς, ή θυσίες (ζώων ή γεννημάτων), ή ακόμη και τη συνήθη μουσική συνοδεία. Η χριστιανική λατρεία είχε κυρίως λεκτικό χαρακτήρα, και από αυτή την άποψη ήταν παρόμοια με την αντίστοιχη της ιουδαϊκής συναγωγής, με την οποία έχει ισχυρούς ιστορικούς δεσμούς. Ωστόσο, οι πρώτοι χριστιανοί είχαν θρησκευτικές συναθροίσεις όπου πραγματοποιούνταν διάφορων τύπων τελετουργίες. Συγκεντρώνονταν στα λεγόμενα Κυριακά Δείπνα, συναθροίζονταν για να βαφτίζουν τα νέα μέλη, να διαβάζουν την Αγία Γραφή, να ακούν το λόγο του Θεού, να προσεύχονται και να αναπέμπουν ύμνους δοξολογίες και ευχαριστίας στον Θεό. Οι λατρευτικές αυτές δραστηριότητες όμως δεν συνδέονταν με συγκεκριμένο τόπο λατρείας, είχαν χρονικό και όχι χωρικό χαρακτήρα, καθότι ελάμβαναν χώρα κυρίως την Κυριακή, ημέρα εορτασμού της ανάστασης του Κυρίου. Υπό αυτήν και μόνο την άποψη μπορούν όλες αυτές οι δραστηριότητες να χαρακτηριστούν ως λατρεία του Θεού. Παρά το γεγονός ότι όλα τα παραπάνω είχαν τις ρίζες τους στην εβραϊκή παράδοση, η χριστιανική λατρεία σταδιακά αποστασιοποιήθηκε από τον Ιουδαϊσμό δημιουργώντας, όπως άλλωστε όλα τα θρησκευτικά συστήματα, νέο ήθος, νέα λατρεία και νέο αφήγημα, τα ευαγγέλια, που επικεντρώνονται στη δράση και τον πυρήνα της διδασκαλίας του Ιησού.

O πυρήνας αυτής της διδασκαλίας, χωρίς καμιά σχεδόν αμφιβολία, στηρίζεται στις βασικές διδασκαλίες της Π.Δ. Και μάλιστα όχι μόνο το κήρυγμα του Ιστορικού Ιησού, αλλά και ο αρχέγονος χριστιανισμός κατανοούσε τις θεμελιώδεις ιστορικές του καταβολές υπό το φως της συνέχειας της πιστεύουσας κοινότητας ως εκκλησίας, αλλά και της ιδέας της διαθήκης (ή των διαθηκών). Στην Π.Δ. εκτός των λοιπών λατρευτικών στοιχείων της αρχαιότητας (θυσίες κλπ.) σημαντική ήταν θέση των περίφημων Shema (Άκουε Ισραήλ) που ηχούσαν ως δέσμευση των μελών της με το θεό και μεταξύ των για την ανάμνηση των γεγονότων της Εξόδου, κατά την οποία ο Ισραήλ βίωσε την απελευθερωτική χάρη του θεού. Γι’ αυτό και ο εκλεκτός λαός του Θεού, η υβριδική μορφή της Εκκλησίας στην Π.Δ., ένιωθε την υποχρέωση να λατρεύσει τον θεό, που στην συγκεκριμένη ιστορική συγκυρία τον οδήγησε στην απελευθέρωση, την σωτηρία και την ειρήνη (šalôm).

Η έννοια επομένως της εκκλησίας ως κοινωνίας του λαού του θεού –  που στην μεταγενέστερη καινοδιαθηκική και ύστερη Ορθόδοξη καθολική χριστιανική παράδοση προσέλαβε τριαδολογική διατύπωση: λαός του Θεού, σώμα Χριστού, κοινωνία του Αγίου Πνεύματος – εκδηλώνονταν στην Π.Δ. πρωταρχικά ως λατρευτική ευχαριστία για την απελευθέρωσή του από την καταδυνάστευση των Αιγυπτίων, ταυτόχρονα όμως λειτουργούσε και ως δέσμευση στην ίδια τη ζωή τους για αντίσταση ενάντια σε οποιαδήποτε καταπίεση και εκμετάλλευση του πλησίον. Με αυτή την έννοια η λατρεύουσα κοινότητα ήταν ταυτόχρονα και μαρτυρούσα ιεραποστολική κοινότητα.

Όταν, όμως, οι κοινωνικές και πολιτικές συνθήκες στον Ισραήλ άρχισαν να μεταβάλλονται, και κυρίως όταν η συγκρότηση του λαού του θεού προσέλαβε μοναρχικές διαστάσεις, άρχισε να μεταβάλλεται και η έννοια της κοινωνίας του λαού του Θεού. Έτσι, κατά την περίοδο της βασιλείας η χαρισματική υπόσταση του λαού του Θεού ως κοινωνίας, αλλά και ο ομοσπονδιακός τρόπος συγκρότησής του, έδωσαν τη θέση τους σε εξουσιαστικούς κανόνες με νέους κοινωνικούς και οικονομικούς όρους. Ο Νόμος του Θεούκαι οι διαδοχικές διαθήκες του Θεού με εκπροσώπους του λαού του (αδαμική, νοαχική, σιναϊτική κλπ) αντικαταστάθηκαν από τον νόμο της βασιλείας, και φυσικά την ομοσπονδιακή υπόσταση που εκδηλώνονταν μόνον με την λατρεία του ενός Θεού αντικατέστησε η έννοια του έθνους, το μέλλον του οποίου πλέον βασιζόταν σε πολιτικές συμμαχίες και κοινωνικούς και θρησκευτικούς συγκρητισμούς, συνήθως εις βάρος της «κοινωνίας» του με το Θεό και της εμπιστοσύνης του σ’ αυτόν και τον Νόμο του. Ανάμεσα πλέον στον λαό και τον Θεό του, που παλιότερα εκδηλωνόταν με ποικίλους τρόπους ως ευχαριστιακή λατρεία, μεσολαβούσε ως μεσάζων ο βασιλιάς του Ισραήλ. Αυτό είχε ως αναγκαίο επακόλουθο και την θεσμοποίηση της παραδοσιακής λατρείας ως αποκλειστικής έκφρασης κοινωνίας του λαού του Θεού. Με την ανέγερση μάλιστα του Ναού του Σολομώντος η λατρευτική ζωή της κοινότητας μετατράπηκε σε κατεστημένη λατρεία, με το απαραίτητο μεσιτικό ιερατείο και με τις απαραίτητες οικονομικές συναλλαγές.

Η σύγχρονη βιβλική επιστήμη έχει ορθά καταλήξει στο συμπέρασμα, ότι ο Ισραήλ από την εποχή της βασιλείας διολίσθησε σε τρεις επικίνδυνους ατραπούς: (α) η απληστία των κρατούντων οδήγησε σε οικονομική εκμετάλλευση των αδυνάτων, (β) η επιβληθείσα κοινωνική ιεραρχική τάξη με τη σειρά της οδήγησε και στην πολιτική καταπίεση των αδυνάτων προς χάριν του αναδυόμενου κράτους, και (γ) και σπουδαιότερο, η καθιέρωση επίσημης λατρείας, που υιοθετήθηκε για να υπηρετεί την βασιλεία και τους πολιτικούς της συμμάχους (βλ. περισσότερα στο W. Brueggemann, The Prophetic Imagination.Philadelphia 1978), ουσιαστικά αντικατέστησε την παραδοσιακή λατρεία του Θεού, κυρίως κατά την περιπλάνησή του στην έρημο. Είναι μάλιστα άκρως διαφωτιστική η συνομιλία του Σαμουήλ με τον Γιαχβέ, και κυρίως οι επισημάνσεις του για τις συνέπειες της ριζικής αυτής αλλαγής στον τρόπο συγκρότησης της κοινωνίας του λαού του θεού στο 8ο κεφ. του Α’ Βασιλειών.

Όλα αυτά, μας διαβεβαιώνει η νεότερη έρευνα, νομοτελειακά οδήγησαν και στην επικράτηση της ατομικής ιδιοκτησίας, οι συνέπειες της οποίας όπως είναι γνωστό προκάλεσε και την έντονη διαμαρτυρία, αλλά και δράση, των Προφητών, αφού το κέντρο βάρους μετατοπίστηκε από την δικαιοσύνη του Θεού στην ατομική ευημερία. Ο Αμώς και ο Ωσηέ στο Βόρειο Βασίλειο πριν από την διάλυσή του το 722 π.Χ., και ο Ησαΐας, ο Μιχαίας, ο Σοφονίας, ο Ιερεμίας, ο Αββακούμ και ο Ιεζεκιήλ στην Ιουδαία, άρχισαν να κάνουν λόγο για τον Νόμο και την δικαιοσύνη, αξίες οι οποίες είχαν χαθεί εξαιτίας του νέου ιδιοκτησιακού καθεστώτος, που αλλοίωσε την παραδοσιακή έννοια της κοινωνίας και τη βαθύτερη σημασία της παραδοσιακής λατρείας. Για τους Προφήτες της Π.Δ. η κατάργηση της δικαιοσύνης και η ακύρωση των δικαιωμάτων των φτωχών σήμαινε πάνω από όλα απόρριψη του ίδιου του Θεού του Ισραήλ.

Για τον προφήτη Ιερεμία π.χ. το να γνωρίζει κανείς τον Θεό ήταν ταυτόσημο με το να είναι δίκαιος έναντι των φτωχών («οὐκ ἔγνωσαν, οὐκ ἔκριναν κρίσιν ταπεινῷ οὐδὲ κρίσιν πένητος, οὐ τοῦτό ἐστιν τὸ μὴ γνῶναί σε ἐμέ; λέγει κύριος», Ιερ 22:16). Ο προφήτης Ησαΐας μάλιστα ασκεί καυστική κριτική τόσο για το ζήτημα της απαλλοτρίωσης των χωραφιών, όσο και για την απληστία και την πλεονεξία που εκδηλώνονταν με τη συσσώρευση γης, που ήταν αποτέλεσμα της καθιέρωσης της ατομικής ιδιοκτησίας: «Οὐαὶ οἱ συνάπτοντες οἰκίαν πρὸς οἰκίαν καὶ ἀγρὸν πρὸς ἀγρὸν ἐγγίζοντες, ἵνα τοῦ πλησίον ἀφέλωνταί τι, μὴ οἰκήσετε μόνοι ἐπὶ τῆς γῆς;  (Αλίμονο σ’ εκείνους που προσθέτουν στο σπίτι τους κι ενώνουνε χωράφι με χωράφι, έτσι που πια να μην υπάρχει τόπος για άλλους κι αυτοί να μείνουνε οι μοναδικοί της χώρας κάτοχοι  5:8). Ο ίδιος προφήτης δεν διστάζει να χαρακτηρίσει τους άπληστους γαιοκτήμονες «κλέφτες» («οἱ ἄρχοντές σου ἀπειθοῦσιν, κοινωνοὶ κλεπτῶν», 1:23) και να χαρακτηρίσει τη δήμευση των εκτάσεων των χρεωμένων αγροτών «αρπαγή εις βάρος των φτωχών» («ἁρπαγὴ τοῦ πτωχοῦ ἐν τοῖς οἴκοις ὑμῶν; τί ὑμεῖς ἀδικεῖτε τὸν λαόν μου καὶ τὸ πρόσωπον τῶν πτωχῶν καταισχύνετε;»  3:14-15).

Η κοινωνική αυτή κριτική των Προφητών συνδυάστηκε με την έκκληση για επιστροφή στο Νόμο του Μωυσέως, ως εναλλακτική αντίληψη περί κοινωνίας με τον παραδοσιακό τρόπο λατρείας του Γιαχβέ, αφού η πίστη και η ζωή της περιπλάνησης στη έρημο ήταν βαθιά ριζωμένη σε μια πολιτική της ισότητας, σε μια οικονομία της επάρκειας (πρβλ. τη διήγηση του μάννα στο 16ο κεφ. της Εξόδου), σε μια πολιτική της δικαιοσύνης, και σε μια λατρεία του θεού υπερβατικού μεν αλλά ταυτόχρονα παρεμβαίνοντος στη ιστορία. Αντίθετα, η νέα αντίληψη της λατρείας και η έννοια της κοινωνίας που διαμορφώθηκε από τον 7ο π.Χ. αιώνα στον Ισραήλ βρισκόταν σε ευθεία αντίθεση προς τις βουλές του Θεού, όπως αυτές αποκαλύφθηκαν κατά την Έξοδο στον Μωυσή. Γι’ αυτό ακριβώς και οι Προφήτες αναγκάζονται να επιμένουν στο επαναστατικό και φαινομενικά «αντι-λατρευτικό» λόγιο: «ἔλεος θέλω καὶ οὐ θυσίαν» (Ωσηέ 6:6), το οποίο σημειωτέον δεν αναφέρεται στο θυσιαστικό λατρευτικό σύστημα, αλλά αποτελεί στοχευμένη κριτική στον συμβατικό τρόπο λατρείας ερήμην της δικαιοσύνης του Θεού.

Ερχόμαστε τώρα στην Κ.Δ. Στα αρχαιότερα στρώματα της ευαγγελικής παράδοσης το κήρυγμα του Ιησού επικεντρώνεται στην Βασιλεία του Θεού, μέτοχοι και κληρονόμοι της οποίας κατά κύριο λόγο είναι οι «πτωχοί», ενώ όσοι απέκτησαν πλούτη με κάθε είδους μηχανισμούς που σχετίζονται με άδικους θεσμούς (ατομική ιδιοκτησία, είσπραξη φόρων, χρήση ισχύος κλπ, αλλά και τη συμβατική λατρεία, βλ. περιπτώσεις νηστείας, κανόνες καθαρότητας, κώδικες εστίασης και κοινών κοινωνικών γευμάτων κ.τ.ό. ) κατακρίνονται από τον Ιστορικό Ιησού με δριμύτητα.

Από την παράδοση της Πηγής των Λογίων Q, που συντάχτηκε και κυκλοφόρησε περί το 50 μ.Χ. αναφέρω επιλεκτικά. τους μακαρισμούς, και κυρίως το «μακάριοι οἱ πτωχοί» [Λκ 6:20εξ παρ.], τις περί επιγείων αγαθών [Λκ 12:22-32=Mτ 6:25-34] και  πραγματικού θησαυρισμού στον ουρανό [Λκ 12:33-34=Mτ 6:19-21] διδασκαλίες, και κυρίως την ασυμβατότητα παράλληλης λατρείας Θεού και Μαμωνά [Λκ 16:13=Μτ 6:24]).

Από την Μάρκεια παράδοση (το αρχαιότερο ευαγγέλιο γράφτηκε περί το 70 μ.Χ.) επιλέγω την ερμηνεία του σπορέα, κυρίως για την δυσδιάκριτη κριτική στον πλούτο: «οἱ εἰς τὰς ἀκάνθας σπειρόμενοι· οὗτοι εἰσιν οἱ τὸν λόγον ἀκούσαντες, καὶ αἱ μέριμναι τοῦ αἰῶνος καὶ ἡ ἀπάτη τοῦ πλούτου…συμπνίγουσιν τὸν λόγον καὶ ἄκαρπος γίνεται», [Μκ 4:18εξ παρ.], και τον χαρακτηρισμό των αργυραμοιβών στην θεσμική λατρεία του Ναού ως «ληστών» [Μκ 11:15εξ παρ.]).

Περνάμε τώρα στις ιδιαίτερες παραδόσεις των μεταγενέστερων Συνοπτικών μεταξύ 80 και 90 μ.Χ. Από την ιδιαίτερη πηγή του Λουκά (L), απομονώνω την προγραμματική διδασκαλία του Ιησού στη Ναζαρέτ [Λκ 4:16εξ], και τις παραβολές του άφρονα πλουσίου [12:13εξ] και του πλουσίου και του φτωχού Λαζάρου [16:19εξ]), ενώ από εκείνην του Ματθαίου (Μ), την περικοπή της τελικής κρίσεως [Μτ 25:30-46]).

Βλέπουμε δηλαδή όλα τα στρώματα της αρχέγονης ευαγγελικής παράδοσης να συνηγορούν πως ο Ιστορικός Ιησούς ακολουθώντας την παράδοση των Προφητών διακήρυττε με κάθε τρόπο, έμμεσο ή άμεσο, την αντίθεσή του στην καθεστηκυία λατρεία με τους οικονομικούς μηχανισμούς που διασπούν την εύρυθμη λειτουργία της κοινωνίας, προβάλλοντας την οικονομία όχι της άδικης συσσώρευσης πλούτου, αλλά της καθημερινής «επάρκειας», προτρέποντας τους μαθητές του να λατρεύουν το θεό προσευχόμενοι: «τὸν ἄρτον ἡμῶν τὸν ἐπιούσιον δίδου ἡμῖν τὸ καθ᾿ ἡμέραν» (Λκ 11:3, «δὸς ἡμῖν σήμερον», στο παράλληλο του Ματθαίου, 6:11. Πρβλ. και τις διηγήσεις του πολλαπλασιασμού των άρτων, Μκ 6:35εξ παρ).

Αν τώρα συμπεριλάβουμε στις καινοδιαθηκικές μαρτυρίες από τη ζωή της πρώτης εκκλησίας και τον θεσμό της κοινοκτημοσύνης από το βιβλίο των Πράξεων (Πραξ 4:32-35), τις πολιτικές, κοινωνικές, και κυρίως οικονομικές διαστάσεις των οραμάτων του προφήτη της Αποκαλύψεως (Αποκ 13:16εξ), την ριζοσπαστική ηθική της επιστολής Ιακώβου («αχυρένια» κατά το Λούθηρο), και κυρίως το πρωτοποριακό πρόγραμμα της παύλειας λογείας (σαφώς εντασσόμενο στις λατρευτικές συνάξεις), οι θεολογικές συνέπειες της οποίας – όπως τις αναπτύσσει θεολογικά ο ίδιος ο απόστολος στα κεφ. 8-9 της Β’ Κορ – ήταν η «ισότητα» και η «ισοκατανομή και κοινωνία των υλικών αγαθών», τότε αναμφίβολα η βιβλική θεώρηση της λατρείας δεν μπορεί να είναι άλλη από εκείνη που προσδιορίζεται από το νόμο της δικαιοσύνης του θεού, τον σεβασμό του ανθρώπου και όχι τον μαμμωνά, την επάρκεια (που οδηγεί στην αειφόρο ανάπτυξη) και όχι το κέρδος και τη συσσώρευση πλούτου (πλεονεξία), με άλλα λόγια την πνευματική και λογική λατρεία.

Μια τέτοια λατρεία με σαφέστατα ηθικές και κοινωνικές διαστάσεις υπερβαίνει τους οποιουσδήποτε συνειρμικούς συσχετισμούς με το σύγχρονο πολιτικό δίπολο καπιταλισμού-σοσιαλισμού, αφού δεν εστιάζει το ενδιαφέρον της στην τεχνική και διαδικασία παραγωγής και κατανομής, αλλά στην πηγή, των υλικών αγαθών, αφού «τοῦ Κυρίου ἡ γῆ καὶ τὸ πλήρωμα αὐτῆς, οἱ κατοικοῦντες καὶ πάντα τὰ ἐν αὐτῇ» (Ψλ 24:1), από τον Ψαλτήρα, το βασικό δηλ. λατρευτικό βιβλίο της Εκκλησίας μέχρι και σήμερα.

Οι ηθικές και κοινωνικές προεκτάσεις της περί λατρείας βιβλικής αναδεικνύονται με σαφήνεια ακόμη περισσότερο, αν εξετάσουμε προσεκτικά τους θρησκευτικούς/ οικονομικούς θεσμούς (του σαββάτου, του σαββατιαίου έτους και του ιωβηλαίου, καθώς και του παύλειου προγράμματος της λογείας στην Κ.Δ.), και αν εξετάσουμε τις θεολογικές συνέπειες της περί «πλεονεξίας» διδασκαλίας του αποστόλου Παύλου κλπ.

Βέβαια, παράλληλα προς αυτήν την ιστορική κατανόηση της βιβλικής έννοιας της λατρείας, άρχισε σταδιακά να αναπτύσσεται και η εσχατολογική της διάσταση. Άλλωστε, η δι­δα­σκα­λί­α – και κυ­ρί­ως η ζω­ή και το έρ­γο του Χρι­στού – δεν μπο­ρούν να κα­τα­νο­η­θούν σω­στά χω­ρίς α­να­φο­ρά στις ε­σχα­το­λο­γι­κές προσ­δο­κί­ες του ι­ου­δα­ϊ­σμού, την προσ­δο­κί­α δηλ. ε­νός Μεσ­σί­α, ο ο­ποί­ος στις «έ­σχα­τες» μέ­ρες της ι­στο­ρί­ας θα εγ­κα­θι­στού­σε τη βα­σι­λεί­α του, συγ­κα­λών­τας σε έ­να τό­πο το δι­α­σκορ­πι­σμέ­νο λα­ό του Θε­ού προ­κει­μέ­νου να α­πο­τε­λέ­σει μια ε­νό­τη­τα γύ­ρω α­πό το πρό­σω­πό του. Εί­ναι χα­ρα­κτη­ρι­στι­κή η δι­α­τύ­πω­ση του κα­τά Ι­ω­άν­νην ευ­αγ­γε­λί­ου για το ρό­λο αυ­τό του Μεσ­σί­α στους στίχ. 11,51-52. Ε­κεί ο συγ­γρα­φέ­ας ερ­μη­νεύ­ον­τας τη ρή­ση του ι­ου­δαί­ου αρ­χι­ε­ρέ­α υ­πο­στη­ρί­ζει ό­τι «επρο­φή­τευ­σεν ό­τι έμελ­λεν Ι­η­σούς απο­θνή­σκειν … ουχ υπέρ του έθνους μό­νον αλ­λ” ίνα και τα τέ­κνα του Θε­ού τα δι­ε­σκορ­πι­σμέ­να συ­να­γά­γη εις εν» (τη μεσσιανική αυτή αντίληψη διακρίνουμε και σε άλλα χωρία Ησ 66,18· Ματθ 25,32· Ρωμ 12,16· Διδ 9,4β· Μαρτ. Πολ 22,3β· Α΄ Κλήμ. 12,6 κ.ά.).

Άλλωστε, κοι­νή πε­ποί­θη­ση ό­λων των θε­ο­λό­γων της Πρώ­της Εκ­κλη­σί­ας, που εμ­φα­νέ­στε­ρα ό­μως και εν­το­νό­τε­ρα υ­πο­γραμ­μί­ζεται στα έργα του Λου­κά, ήταν ό­τι με την Α­νά­στα­ση του Χρι­στού και κυ­ρί­ως με την Πεν­τη­κο­στή, τα έ­σχα­τα έ­χουν ή­δη ει­σβά­λει στην ι­στο­ρί­α, ό­τι η εσχα­το­λο­γι­κή εποχή γί­νε­ται α­πτή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, ό­σες φο­ρές η Εκ­κλη­σί­α  συ­νέρ­χε­ται«ε­πί το αυ­τό», σε έ­ναν τό­πο, κυ­ρί­ως για να τε­λέ­σει τη Θεία Ευ­χα­ρι­στί­α. Η περί λατρείας, όμως, αντίληψη που α­πορ­ρέ­ει α­πό τη συ­νει­δη­το­ποί­η­ση της ε­σχα­το­λο­γι­κής ταυ­τό­τη­τας της Εκ­κλη­σί­ας είχε πάντοτε δυ­να­μι­κό, ρι­ζο­σπα­στι­κό και συλ­λο­γι­κό χα­ρα­κτή­ρα. Οι πι­στοί κα­λούν­ται να γί­νουν ά­γιοι, ό­χι ως ά­το­μα αλ­λ’ ως συλ­λο­γι­κή εκ­κλη­σι­α­στι­κή ον­τό­τη­τα· ο­νο­μά­ζον­ται «ά­γιοι», για­τί α­νή­κουν στο ε­κλε­κτό ε­κεί­νο λήμ­μα του λα­ού του Θε­ού· θε­ω­ρούν­ται«βα­σί­λει­ο ι­ε­ρά­τευ­μα», για­τί ό­λοι α­νε­ξαι­ρέ­τως (ό­χι μό­νο κά­ποι­α ι­δι­αί­τε­ρη με­σι­τι­κή τά­ξη, ό­πως οι ι­ε­ρείς, οι λευ­ΐ­τες κλπ.) έ­χουν ι­ε­ρή και πνευ­μα­τι­κή υ­πό­στα­ση, ε­πι­τε­λούν εν δι­α­σπο­ρά το έρ­γο της ι­ε­ρα­τι­κής τά­ξεως, και κα­λούν­ται με το βί­ο και τα έρ­γα τους να α­πο­δει­χτούν ά­ξιοι της ε­κλο­γής τους, και φυσικά να ο­δεύ­ουν προς την ε­νό­τη­τα («ίνα ώσιν τε­τε­λει­ω­μέ­νοι εις εν» Ι­ω 17,23), να α­πο­βά­λουν τα έρ­γα του σκό­τους και να τε­λει­ω­θούν, να γί­νουν δηλ. ά­γιοι, για­τί εκείνος που τους κά­λε­σε α­πό το σκο­τά­δι στο φως, «εκ του μή όν­τος εις τό είναι», εκείνος που τους έ­κα­νε α­πό μη μέ­λη του λα­ού του Θε­ού σε πραγ­μα­τι­κά μέ­λη της νέ­ας ε­σχα­το­λο­γι­κής κοι­νό­τη­τας (πρβλ. Α´ Πε 2,10 «οι πο­τε ου λα­ός, νυν δέ λα­ός του Θε­ού») εί­ναι ά­γιος και τέ­λει­ος («εγώ α­γιά­ζω εμαυ­τον ίνα ω­σιν καί αυτοί ηγι­α­σμέ­νοι εν αλη­θεί­α», Ι­ω 17,19. πρβλ. ε­πί­σης Ματθ 5,48 παρ: «έσε­σθε ουν ημείς τέ­λει­οι κα­θώς καί ο πα­τήρ η­μών ο ουρά­νιος τέ­λει­ός εστιν»).

Η αρ­χι­κή αυ­τή ο­ρι­ζόν­τια ι­στο­ρι­κή ε­σχα­το­λο­γί­α συμ­πλέ­κε­ται α­πό πολύ νωρίς με μια κά­θε­τη και πε­ρισ­σό­τε­ρο περ­σο­να­λι­στι­κή αν­τί­λη­ψη της σω­τη­ρί­ας. Ακόμη και η Ευχαριστία, το κέντρο δηλ. της χριστιανικής λατρείας, άρχισε λίγο αργότερα να έ­χει ση­μεί­ο α­να­φο­ράς ό­χι τα έσχα­τα, το Ω, αλ­λά τη δη­μι­ουρ­γί­α, το Α, την αρ­χή των όν­των, την πα­ρα­δεί­σια μα­κα­ρι­ό­τη­τα που ε­πι­κρα­τού­σε αρ­χι­κά, όχι την πλήρη ισότητας και δικαιοσύνης εσχατολογική Βασιλεία του Θεού.

Μέχρι και το χρυσό αιώνα του χριστιανισμού η κατανόηση της λατρείας, αλλά και η λει­τουρ­γι­κή εμ­πει­ρί­α της Εκ­κλη­σί­ας, ήταν α­δι­α­νό­η­τα χω­ρίς την κοι­νω­νι­κή τους δι­ά­στα­ση. Οι μαρτυρίες της Κ.Δ. (Πράξ 2:42εξ· Α´ Κορ 11:17εξ· Β´ Κορ 9:11εξ· Εβρ 13:10-16 κλπ) επικαιροποιούνται ανάγλυφα στα έργα του Ιουστίνου, Α´ Απολογία 67· του Ειρηναίου,Κατά Αιρέσεων κεφ. 18,1 κ.ά., και κυρίως των μεγάλων συντελεστών διαμόρφωσης της λατρείας της Εκκλησίας, Μεγάλου Βασιλείου και Ιωάννου του Χρυσοστόμου, ακόμη και μέχρι και την εποχή επισκόπου Πουατιέ Ιλαρίου, ο οποίος μας διασώζει την πολύ ενδιαφέρουσα υπόμνηση, ότι «είμαστε αναγκασμένοι να επιχειρήσουμε ό,τι είναι ανέφικτο, να αναρριχηθούμε εκεί που δεν μπορούμε να φθάσουμε, να μιλάμε για εκείνο που δεν μπορούμε να εκφράσουμε, και αντί της απλής λατρείας, είμαστε αναγκασμένοι ακόμη και να εμπιστευθούμε  τα σοβαρά ζητήματα της πίστεως στον κίνδυνο της ανθρώπινων εκφράσεων κλπ.» (De Trinitate, 11,2.4).

Ο π. Αλ. Σμέμαν, αλλά και ο π. Γ. Φλορόφσκυ, αυτήν την περίοδο της ζωής της Εκκλησίας, μέχρι δηλαδή την αναγνώρισή της ως επίσημης θρησκείας της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, και συνεκδοχικά αυτήν την κατανόηση της λατρείας, θεωρούν ως εκφραστική της αυθεντικής Ορθοδοξίας. Για πολλούς λόγους, θεολογικούς, ιστορικούς κλπ., που δεν είναι του παρόντος να αναλύσουμε, σταδιακά εγκαταλείπεται η ιεραποστολική προοπτική, αλλά και παραδοσιακή βιβλική κατανόηση, της χριστιανικής λατρείας προς όφελος μιας περισσότερο υψιπετούς θεολογικά και δοξολογικής εκφραστικά λειτουργικής νοοτροπίας.

Ακόμη και η μεγαλοπρεπής παραδοσιακή ναοδομία του βασιλικού ρυθμού, με την έντονα ιεραποστολικά προσανατολισμένη συμβολική της πορευόμενης στην ιστορία Εκκλησίας ως νοητής νηός, στην μεν Ανατολή σχεδόν εκτοπίζεται από το αρχιτεκτονικό θαύμα της Αγίας Σοφίας, που περισσότερο συμβολίζει πορεία προς τα άνω και νοητή συνένωση των κάτω τοις άνω παρά προς τα μπρος, προς την ιστορία, προς την ιεραποστολική ευθύνη – εξόχως χαρακτηριστικό είναι το περίφημο Χρονικό στην περίπτωση του εκχριστιανισμού των Ρώσων – στην δε Δύση αντικαθίσταται από τα ουρανομήκη πετάγματα του Γοτθικού ρυθμού.

Παραλείπω τα όποια ελλείμματα επιχειρεί να θεραπεύσει η λειτουργική αναγέννηση, θα μιλήσουν γι αυτά άλλοι συνάδελφοι, και καταλήγω:

Αποτελεί τιμή για τη νεότερη Ορθόδοξη θεολογία, αλλά και θεϊκή πρόνοια και επενέργεια του Αγίου Πνεύματος, η επαναφορά στη νεότερη Ορθόδοξη Εκκλησία της για αιώνες ξεχασμένης ιεραποστολικής της ευθύνης με την έννοια της «λειτουργίας μετά τη λειτουργία».

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

ΑΓ&ΟΛ_37

Ένα από τα πλέον διαδεδομένα στερεότυπα που χρησιμοποιείται συχνά για την περιγραφή των βασικών γνωρισμάτων των διάφορων χριστιανικών παραδόσεων είναι αυτό που θεωρεί ως κύριο χαρακτηριστικό της Ορθόδοξης Εκκλησίας τη λειτουργική ζωή ενώ τη μελέτη της Βίβλου ως γνώρισμα των προτεσταντικών ομολογιών. Σύγχρονοι, μάλιστα, θεολόγοι συνηθίζουν, προκειμένου να τονίσουν τη στενή σχέση ορθοδοξίας και λατρευτικής ζωής, να παρετυμολογούν τον όρο “Ορθοδοξία”, αποδίδοντας το δεύτερο συνθετικό της λέξης όχι ως “πίστη” αλλά ως “δοξολογία”. Ακόμα και σ’ αυτήν την περίπτωση όμως το βιβλικό υπόβαθρο του όρου δεν μπορεί να παραθεωρηθεί. Στο τέταρτο κεφάλαιο του βιβλίου της Γενέσεως περιγράφονται οι θυσίες που προσέφεραν στον Θεό οι αδελφοί Άβελ και Κάιν. Όπως είναι γνωστό, η θυσία του πρώτου έγινε δεκτή από τον Θεό, ενώ η θυσία του δευτέρου απορρίφθηκε. Η αιτιολόγηση της απόρριψης, όπως αυτή παραδίδεται από το κείμενο των Ο΄, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι δικαιολογεί την παραπάνω παρετυμολογία: οὐκ ἐὰν ὀρθῶς προσενέγκῃς ὀρθῶς δὲ μὴ διέλῃς ἥμαρτες (Γεν 4:7).

Προσεκτικότερη πάντως μελέτη της βιβλικής γλώσσας θα καταδείξει ότι το εβραϊκό ρήμα “γιαδά”, όπως και το ελληνικό αντίστοιχό του, “γνωρίζω”, δεν έχει στην Αγία Γραφή απλώς τη σημασία του «πληροφορούμαι για κάτι» αλλά του «γνωρίζω μετέχοντας». Η μελέτη, λοιπόν, της Βίβλου δεν είναι μια νοησιαρχική λειτουργία, αλλά μυστηριακή μέθεξη στον λόγο του Θεού, και είναι προφανές ότι μια τέτοια μέθεξη είναι αδύνατη έξω από το πλαίσιο της Εκκλησίας. Βιώνοντας την αλήθεια αυτή η Εκκλησία αφομοίωσε τη θεολογία της Βίβλου στις ιερές πράξεις της, στα μυστήριά της. Ολόκληρη η μυστηριακή ζωή της Εκκλησίας δεν είναι παρά μια επανάληψη των σωτηριωδών ενεργειών του Θεού που παραδίδονται από τη Βίβλο και η ερμηνεία των ενεργειών αυτών. Δεν υπάρχει ύμνος ή προσευχή, που η φρασεολογία τους δεν είναι επηρεασμένη από τη βιβλική γλώσσα, ούτε πράξη ή κίνηση μέσα στη λατρεία, που να μην έχει αναγωγή στο θεολογικό περιεχόμενο των θείων ενεργειών που αναφέρονται στην Παλαιά και στην Καινή Διαθήκη. Μόνο στη Θεία Λειτουργία του Αγίου Ιωάννου του Χρυσοστόμου, για παράδειγμα, ανιχνεύονται 250 βιβλικά χωρία μέσα σε διάφορες φράσεις της.

Είναι, κατά συνέπεια, ευτυχής συγκυρία που το παρόν συνέδριο πραγματοποιείται κατά τις παραμονές της περιόδου του Τριωδίου, κατά την οποία το πλήθος των λατρευτικών εκδηλώσεων, συνδυαζόμενο με τον μεγάλο αριθμό βιβλικών αναγνωσμάτων που τις συνοδεύουν, προσφέρει μια θαυμάσια ευκαιρία  στους πιστούς για ενδοσκόπηση και εσωστρέφεια, που οδηγεί στην καλύτερη γνώση του εαυτού τους και στην αρτιότερη βίωση των θείων ενεργειών για τη σωτηρία του σύμπαντος κόσμου.

ΑΓ&ΟΛ_84

Πιστεύοντας ότι η διοργάνωση του παρόντος συνεδρίου θα συμβάλει ουσιαστικά στην πληρέστερη κατανόηση της στενής σύνδεση της Ορθόδοξης Λατρείας με την Αγία Γραφή επιθυμώ να εκφράσω και από τη θέση αυτήν τα συγχαρητήριά μου αλλά και τις θερμότατες ευχαριστίες μου προς όλους όσοι συνέβαλαν στην πραγματοποίησή του.

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Tο Τμήμα Θεολογίας της Θεολογικής Σχολής Θεσσαλονίκης, υπό την αιγίδα της Κοσμητείας, συνδιοργανώνει με την Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως διεθνές  Επιστημονικό συνέδριο με θέμα: «Αγία Γραφή και Ορθόδοξη Λατρεία». Το ενδιαφέρον αυτό Συνέδριο που στοχεύει να αναδείξει τη βαθιά σχέση Αγίας Γραφής και Ορθοδόξου Λατρείας θα πραγματοποιηθεί την Πέμπτη και Παρασκευή, 18 και 19 Φεβρουαρίου, και θα ξεκινήσει με θεία Λειτουργία στον Ιερό Μητροπολιτικό Ναό Αγίου Γρηγορίου του Παλαμά. Εν συνεχεία οι εργασίες του θα διεξαχθούν στην αίθουσα της Ιεράς Μητροπόλεως Θεσσαλονίκης την Πέμπτη και την Παρασκευή στο κτήριο της Θεολογικής Σχολής του ΑΠΘ.

Δείτε παρακάτω το αναλυτικό πρόγραμμα του συνεδρίου:

Αγία Γραφή και Ορθόδοξη Λατρεία

ΠΗΓΗ

ΘΕΟΛΟΓΙΚΑ ΔΡΩΜΕΝΑ