Κατηγορία: Πατερική Θεολογία

Του ΠΕΤΡΟΥ ΒΑΣΙΛΕΙΑΔΗ· Ομότιμου Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ
Διερωτώνται πολλοί φίλοι μου, καλόπιστα οι περισσότεροι, γιατί τόση εμμονή στην ανάγκη για λειτουργική αναγέννηση, και μάλιστα σε περίοδο σοβαρότατης ενδημικής κρίσεως. Πρώτα-πρώτα, γιατί η παρούσα ιώδης πανδημία αγγίζει την πεμπτουσία της Ορθόδοξης χριστιανικής ταυτότητας, την Θεία Ευχαριστία. 
Σε περιόδους, άλλωστε, κρίσεως – όπως π.χ. κατά την μετά το Μεγάλο Σχίσμα – διατήρησε την αυθεντική κατανόηση του μυστηρίου par excellence της Εκκλησίας μας, αρνούμενη να δεχτεί μια μαγική (σακραμενταλιστική) θεώρησή της κατά τις αρχές του μεσαίωνα. Δεν έχει κανείς παρά να συγκρίνει την επιμονή της Ανατολής στο ζήτημα της λειτουργικής «επικλήσεως» στην επίκληση του Αγίου Πνεύματος και όχι στην εκφορά – κατά μαγικό δηλαδή τρόπο – των κυριακών λόγων καθιερώσεως του μυστηρίου της Θ. Ευχαριστίας (Λάβετε φάγετε, κ.λπ). Είναι χαρακτηριστική, άλλωστε, και η ενασχόληση με την βαθύτερη σημασία της Θείας Λειτουργίας του Αγίου Νικολάου Καβάσιλα, με τη γνωστή σε όλους διατύπωση: «Η Εκκλησία εν τοις μυστηρίοις (δηλαδή την Ευχαριστία) σημαίνεται». Και μάλιστα σε εποχή που η αντιπαράθεση μεταξύ Ανατολής και Δύσεως περιστρεφόταν σε άλλα εξ ίσου σημαντικά ζητήματα (κτιστό-άκτιστο, ουσία-ενέργειες του Θεού κ.λπ). 
Δυστυχώς, στη συνέχεια λόγων των συνθηκών υποδούλωσης, και επομένως και θεολογικής υστέρησης, διολίσθησε και αυτή σε μαγικές θεωρήσεις. Στην νεώτερη, όμως περίοδο η θεολογική ανάκαμψη της Ορθόδοξης θεολογίας (Φλορόφσκυ, Σμέμαν, Μάγεντορφ, Ζηζιούλας κλπ) επανέφερε στο προσκήνιο την αυθεντική κατανόηση της Θ. Ευχαριστίας, το βιβλικό και αρχέγονο χριστιανικό υπόβαθρο της οποίας επιχείρησα κατά την ακαδημαϊκή μου σταδιοδρομία να αναδείξω. Γι’ αυτό και όταν ο μακαριστός Αρχιεπίσκοπος κυρός Χριστόδουλος με παρακάλεσε να εκπροσωπήσω την Εκκλησία της Ελλάδος στο ιεραποστολικό τμήμα του ΠΣΕ, του αντέτεινα και την δημιουργία φορέα λειτουργικής αναγέννησης, που όχι μόνο αποδέχτηκε, αλλά και ως από παλιά υπέρμαχός της δημιούργησε Ειδική Συνοδική Επιτροπή Λειτουργικής Αναγεννήσεως. 
Θεωρώ, ως εκ τούτου, ιδανική τη συγκυρία – σε περίοδο μάλιστα που κινδυνεύει να διασυρθεί η Εκκλησία ως άκρως οπισθοδρομική και θέτουσα σε δεύτερη μοίρα την ηθική της ευθύνη έναντι του κοινωνικού συνόλου, να προχωρήσει σε ρυθμίσεις που βασίζονται στην αυθεντική – και όχι τη ιστορικά καθιερωμένη, κατά κύριο λόγο την δεύτερη χιλιετία – παράδοση της. 
Παρουσίασα συνοπτικά, μόλις ενέσκηψε και στη χώρα μας η κοροναϊκή κρίση, την ουσία και τον χαρακτήρα της Ορθόδοξης ευχαριστιακής λειτουργίας. Άρχισε ως κοινό δείπνο πρόληψης και αναλαμπής των εσχάτων, της εσχατολογικής τραπέζης, δηλαδή ενός κόσμου διαφορετικού του συμβατικού, ενός κόσμου κοινωνίας, δικαιοσύνης, ειρήνης και θυσιαστικής προσφοράς και αλληλεγγύης. Οι πρώτοι χριστιανοί, ακολουθώντας την ανάμνηση του ιδρυτή τους, περιέφεραν το κοινό ποτήριο ως ένδειξη αδελφικής «κοινωνίας» (όρος που παρέμεινε μέχρι σήμερα, δυστυχώς τις περισσότερες φορές χωρίς τις ηθικές και οντολογικές του προεκτάσεις): «τούτο το ποτήριον η καινή διαθήκη εστιν…»
Αν χάσουμε την ουσία και διατηρήσουμε τους τύπους είμαστε ασυνεπείς προς την πίστη μας. Γι’ αυτό και θα πρότεινα στον Μακαριώτατο κατά την αυριανή σύνοδο (με ή χωρίς συνάντηση με τον Πρωθυπουργό της χώρας) να προτείνει δραστικά μέτρα με βάση την ηθική του ευαγγελίου του Χριστού (ουχ ως οι Γραμματείς και Φαρισαίοι της εποχής του). 
Αυτή είναι το βασικό ΔΟΓΜΑ της Εκκλησίας, όπως πολύ επίκαιρα για την σημερινή συγκυρία διακήρυττε απευθυνόμενος προς τον διώκτη των χριστιανών Ρωμαίο αυτοκράτορα ο πρώτος απολογητής της Εκκλησίας Αριστείδης ο Αθηναίος: «ταύτα, ω Βασιλεύ, τα δόγματα αυτών εστιν», αναφερόμενος όχι σε θεολογικές διατυπώσεις αλλά στην ηθική και κοινωνική τους συμπεριφορά. 
Αυτήν την υπενθύμιση ακολούθησα κι εγώ σήμερα, και με πόνο ψυχής για πρώτη σχεδόν φορά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου δεν μετείχα στην ευχαριστιακή σύναξη της ενορίας μου, και για πρώτη φορά μετά την ολοκλήρωση των πανεπιστημιακών μου σπουδών δεν μετείχα στην ευχαριστιακή τράπεζα της Βασιλείας, παρότι υπέρμαχος της Καθολικής συμμετοχής στο μυστήριο της «ζωής». Πιστεύω ακράδαντα πως η ηθική ευθύνη έναντι των συνανθρώπων μας προηγείται της προσωπικής θρησκευτικής υποχρέωσης.
ΠΗΓΗ

Ο Πέτρος Βασιλειάδης είναι ομότιμος καθηγητής του ΑΠΘ και διευθυντής προγράμματος του ΙHU. Πρόεδρος της Παγκόσμιας Συνομοσπονδίας Θεολογικών Εκπαιδευτικών Ιδρυμάτων (WOCATI) και επί τιμή του Κέντρου Οικουμενικών και Ιεραποστολικών Μελετών (CEMES). Mέλος της Διεθνούς Ακαδημίας Επιστημών της Θρησκείας και εκ των μεταφραστών της Καινής Διαθήκης στη δημοτική. Διετέλεσε ορθόδοξος επίτροπος της Παγκόσμιας Ιεραποστολής του ΠΣΕ. Είναι μέλος του κινήματος Relational Thinking των Ευρωπαίων επιστημόνων. Έχει διδάξει ως επισκέπτης καθηγητής σε πανεπιστήμια του εξωτερικού. Μιλήσαμε μαζί του για την Ορθοδοξία και τον ρόλο της στην Ελλάδα.

– Ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής μας είναι η θρησκεία, συνήθως όμως οι διανοούμενοι στην Ελλάδα την παραμελούν.

– Αν και η πλειονότητα του ελληνικού λαού κάνει ακριβώς το αντίθετο! Εδώ και καιρό η Εκκλησία έχασε την επαφή της με τους διανοούμενους στην Ελλάδα. Σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες κοινωνία και Εκκλησία βρίσκονται σε διάλογο. Η θεσμική Εκκλησία δεν ενδιαφέρεται για τον διάλογο για να μη χάσει προνόμια, ενώ θα έπρεπε να επαναφέρει τις αξίες της στην κοινωνία. Η Ορθοδοξία από τη δημιουργία του ελληνικού κράτους σταμάτησε να παράγει πολιτισμό. Από την άλλη πλευρά, η κοσμική διανόηση υποβλέπει το θρησκευτικό περίγραμμα της ελληνικής κοινωνίας θεωρώντας το ξεπερασμένο. Η υποκατάσταση της θρησκείας από την επιστήμη ήταν ευρύτατα διαδεδομένη αντίληψη μετά τον Διαφωτισμό. Σήμερα φαίνεται να ενισχύεται το θρησκευτικό αίσθημα σε όλες τις κοινωνίες, όχι όμως με υγιή τρόπο. Η θεολογία υπεισέρχεται σε δια-θρησκειακό διάλογο, που η θεσμική Εκκλησία υποβλέπει.

– Πιέζεται από κάπου η Εκκλησία να μπει σε διαδικασία διαλόγου;

– Η Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Κρήτης διατράνωσε ότι η Εκκλησία δεν ζει για τον εαυτό της. Βγαίνοντας όμως στον κόσμο βγαίνει και από την ασφάλεια. Η πραγματική Εκκλησία είναι αυτή που βρίσκεται διαρκώς σε ιεραποστολή.

– Η συντριπτική πλειονότητα των Ελλήνων είναι ορθόδοξοι. Από τι ακριβώς νιώθει η Εκκλησία ότι απειλείται;

– Ο κόσμος αισθάνεται την Εκκλησία σαν ένα καταφύγιο και μένει ικανοποιημένος. Πολλοί όμως σοβαροί κληρικοί αισθάνονται ότι χρειάζεται κάτι παραπάνω. Ο κόσμος δεν ζητεί τίποτε πέρα από την κυριακάτικη λειτουργία. Η λειτουργία, όμως, χωρίς τη λεγόμενη μετα-λειτουργία είναι λειψή. Και οι κοσμικοί και οι θρησκευόμενοι αρνούνται τον διάλογο, γιατί αισθάνονται ασφαλείς στον μικρόκοσμό τους.

– Γιατί τότε να υπάρξει αλλαγή;

– Η Εκκλησία δεν είναι καταφύγιο της ψυχικής ηρεμίας του καθενός, αλλά το φως του κόσμου για την αναμόρφωσή του.

– Αν η Χιλιετής Βασιλεία είναι τώρα εδώ, γιατί να υπάρξει αλλαγή;

– Στο Βυζάντιο ήταν παρούσα με διαφορετικές και αλληλοσυγκρουόμενες εκφράσεις. Η σωστή έκφραση της Εκκλησίας είναι κυριολεκτικά και μεταφορικά ένα καράβι (ναός από το ναυς) που πορεύεται προς κάτι που δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.

– Μα ζούμε σαν να πιστεύουμε ότι έχει ολοκληρωθεί.

– Δεν προσλαμβάνω τέτοια εντύπωση από τους ανθρώπους. Περισσότερο τους βλέπω να βρίσκουν το φάρμακό τους μέσα στην Εκκλησία. Η λειτουργία, όμως, δεν είναι παρά πρόγευση της Βασιλείας. Έχουμε κι άλλες ευθύνες. Αυτές οι αντιλήψεις είναι κακέκτυπα της εκκλησιαστικής και πνευματικής ζωής, επηρεασμένες από έναν περίεργο τύπο ατομικότητας. Η πραγματική έννοια της Εκκλησίας είναι αυτή της κοινωνίας.

– Δηλαδή ως Έλληνες ορθόδοξοι, ζούμε διπλή ζωή.

– Ακριβώς. Από τη μια η κοσμική ζωή που δεν αλλάζει, από την άλλη το «φαρμακείο της ψυχής».

– Υπάρχει περίπτωση να συνδέεται το ορθόδοξο δόγμα με αυτή την κατάσταση;

– Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει δόγμα, αλλά δεν είναι δογματική. Ευθύνη μας είναι να το επικαιροποιήσουμε. Χωρίς αποδοχή από το σώμα των πιστών δεν υπάρχει δόγμα. Ο λαός είναι συλλειτουργός των μυστηρίων και έχει την ίδια ευθύνη με τον κλήρο. Αυτή η συνοδικότητα έχει δυστυχώς εκλείψει σήμερα.

– Όλοι είναι ίσοι;

– Όλοι είναι μέλη του σώματος του Χριστού, και είναι ίσοι απέναντι στην κεφαλή (που είναι ο Χριστός).

– Οι προτεστάντες είναι ίδιοι με τους ορθόδοξους και τους καθολικούς;

– Οι προτεστάντες αντέδρασαν στον καταπιεστικό παπικό θεσμό φτάνοντας στο άλλο άκρο. Δεν έχουν εκκλησιαστική ενότητα, παρά μόνον ατομική σχέση με τον θεό. Δεν είναι Εκκλησία αυτό. Και αισθανόμενοι το έλλειμμα αυτό πρωτοστάτησαν μαζί με το πατριαρχείο στον οικουμενικό διάλογο. Η Ελλαδική Εκκλησία είναι στενά συνδεδεμένη με το κράτος, που εκμεταλλεύεται την Εκκλησία όσο μπορεί. Η Εκκλησία θα γίνει δυνατή αν επαναφέρει το συνοδικό σύστημα σε όλες τις βαθμίδες.

– Οι οργανώσεις όπως η «ΖΩΗ» έπαιξαν ποτέ τέτοιο ρόλο;

– Αυτές ήταν το άλλο άκρο. Απαγκιστρώθηκαν από το σύστημα της Εκκλησίας και δημιούργησαν το δικό τους υποσύστημα. Είχαν καλή πρόθεση να αλλάξουν τα πράγματα. Αλλά είχαν δομή διαφορετική από της Εκκλησίας. Θέλησαν να κυριαρχήσουν στην Εκκλησία, και το κατάφεραν. Ήταν, βέβαια, πρωτοπόροι σε πολλά πράγματα, όπως η επαναφορά του κηρύγματος.

– Γιατί δεν δημιούργησαν ποτέ Χριστιανοδημοκρατικό Κόμμα;

– Ευτυχώς. Η Αριστερά αντέγραψε τα κοινωνικά αφηγήματα της Εκκλησίας, ακόμα και την πρακτική της (τις λιτανείες αντικατέστησαν τα φεστιβάλ) για να συσπειρώσει τον κόσμο. Το βασικό στοιχείο, όμως, του χριστιανισμού είναι η ελευθερία, και αυτήν απέτυχαν να τη εξασφαλίσουν. Η Αριστερά μιλά με όρους κοσμικού χιλιασμού.

– Ο ησυχασμός έπαιξε ρόλο στην «καθήλωση» της Ορθοδοξίας;

– Ο ησυχασμός δεν αντιτίθεται στο νέο (ακόμη και στον λόγο). Πολλοί παρερμηνεύοντάς τον βγάζουν από τη σκέψη τους τον άλλο, με αποτέλεσμα ουσιαστικά να βγάζουν και τον όντως Άλλο, τον Θεό. Ο αυθεντικός ησυχασμός δεν οδηγεί στην άρνηση του λόγου. Συνέβαλε βέβαια στον απομονωτισμό κατά την Αναγέννηση.

– Υπάρχουν πατερικά κείμενα που να μπορούν να μας φέρουν κοντύτερα σε μια ενδοκοσμική σωτηρία; Ή για τους ορθόδοξους η σωτηρία είναι μόνο μεταφυσική;

– Έτσι κατάντησε, εξαιτίας όχι της αυθεντικής ορθόδοξης διδασκαλίας, αλλά του επηρεασμού που διαμορφώθηκε τον Μεσαίωνα. Δυναμική ερμηνεία μπορεί να βρεθεί και στην Καινή Διαθήκη.

– Εμείς, πάντως, δεν έχουμε καλή σχέση με την Αγία Γραφή.

– Άλλο ένα αρνητικό στοιχείο. Η Εκκλησία μας κατάντησε Εκκλησία των Πατέρων και όχι του Χριστού, παρότι οι ίδιοι οι Πατέρες ήταν αυθεντικοί ερμηνευτές της Γραφής. Η προσήλωση στα πατερικά κείμενα συντελέστηκε λόγω μιας αρνητικής ταυτότητας που δημιουργήθηκε εξαιτίας της αμυντικής στάσης της Ανατολικής Εκκλησίας. Είμαστε αυτό που δεν είναι οι άλλοι π.χ. οι προτεστάντες που δίνουν μεγάλη βάση στη Γραφή. Ευτυχώς σήμερα υπάρχουν θεολόγοι που υποστηρίζουν ότι δεν πρέπει να είμαστε το αντίθετο των άλλων, αλλά αυθεντικοί χριστιανοί, που δεν κατάφεραν εκείνοι.

– Μπορεί να υπάρξει εθνικό κράτος χωρίς εθνική Εκκλησία;

– Αυτοκέφαλη ναι, αλλά όχι εθνική. Η εθνοφυλετική ταυτότητα προηγείται σε πολλούς ορθοδόξους, ενώ θα έπρεπε να προηγείται η ορθόδοξη. Η εθνική ταυτότητα ακολουθεί. Αυτοκεφαλία βέβαια είναι μόνο διοικητική, η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να είναι μία. Ο καθολικός κόσμος δεν αντιμετώπισε τέτοιο πρόβλημα, επειδή ο Πάπας είχε πολιτική διοίκηση και παγκόσμια δικαιοδοσία. Το κράτος δεν έχει τη δυνατότητα να αποδώσει στην Εκκλησία τις αποζημιώσεις που συμφωνήθηκαν. Ήταν ευκαιρία όχι μόνο διακριτών ρόλων αλλά και πλήρους χωρισμού, με την προϋπόθεση η διοίκηση της Εκκλησίας να επανέλθει σε πλήρη συνοδικότητα, με συμμετοχή στη διοίκησή της του κλήρου, των επισκόπων, των μοναχών και των πιστών. Σήμερα η συνοδικότητα εξαντλείται μόνο στο ανώτερο επίπεδο. Οι Εκκλησίες πρέπει να είναι αυτοκέφαλες, χωρισμένες από το κράτος με Προκαθήμενο, που όμως να μην μπορεί να κάνει τίποτα χωρίς τους πολλούς.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Ο Ευθύμιος Νικολαΐδης, διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, μιλάει για τη σχέση επιστήμης και Ορθοδοξίας, με αφορμή το τριετές πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε πρόσφατα.

Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που η είδηση αφορά φαινομενικά μία ειδική ομάδα ερευνητών και χάνεται από τα ραντάρ, καλώς ή κακώς, της επικαιρότητας. Από μια «λοξή», ωστόσο, διάσταση ένα συνέδριο με τον τίτλο «Η σχέση επιστήμης και Ορθοδοξίας: παρελθόν – παρόν – μέλλον» μοιάζει μάλλον ταιριαστό στην επικαιρότητα κατά την οποία συζητείται ο περίφημος διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους. Με το συνέδριο αυτό, που πραγματοποιήθηκε από τις 29 Νοεμβρίου ως την 1η Δεκεμβρίου στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ολοκληρώθηκε η τριετής έρευνα του προγράμματος «Επιστήμη και Ορθοδοξία ανά τον Κόσμο» (Science and Orthodoxy around the World) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ, με στόχο να χαρτογραφήσει τη σχέση θετικών και φυσικών επιστημών με τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Με ερευνητές σε 10 χώρες, μια βάση δεδομένων ως υλικό έρευνας, συνεντεύξεις, συνέδρια, εργαστήρια και διαλέξεις, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και ένα σχετικό ντοκιμαντέρ που θα κυκλοφορήσει το 2019, αναδεικνύονται οι πολλαπλές όψεις αυτής της σχέσης – ενίοτε παρεξηγημένης. Στο πλαίσιο αυτό χωρούν η βιοηθική, η οικολογία και το περιβάλλον, η φυσική και η κοσμολογία, αλλά και η ψυχολογία και η ψυχανάλυση. Μιλήσαμε με τον Θύμιο Νικολαΐδη, διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, δίκην απολογισμού.

Ποια, κατά τη γνώμη σας, ήταν τα σημαντικότερα εμπόδια ώστε να ζήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία τη δική της «επιστημονική επανάσταση»;
Οι επιστήμες, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα, γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο από τον 16ο αιώνα και μετά. Η νέα αυτή γνώση προέκυψε από τη μεταμόρφωση της αρχαίας ελληνικής φυσικής φιλοσοφίας και των μαθηματικών επιστημών και επηρεάστηκε από τη δυτική θεολογία και τις απόψεις περί φύσης που απορρέουν από αυτήν. Έχει γίνει πολλή κουβέντα από τους ιστορικούς των επιστημών για τον ρόλο της μεταρρύθμισης και γενικότερα του προτεσταντισμού στην ανάπτυξη της νέας επιστήμης, οφείλουμε όμως να τονίσουμε ότι πολλοί βασικοί συντελεστές, όπως ο Γαλιλαίος, ήταν καθολικοί. Με τη σειρά τους οι νέες αυτές επιστήμες επηρέασαν τη δυτική θεολογική σκέψη και άλλαξαν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, μετατρέποντάς τη σε ένα εργαλειακό αντικείμενο εκμετάλλευσης. Oι ορθόδοξες κοινότητες, είτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είτε στη Ρωσία, δεν συμμετείχαν σε αυτές τις αλλαγές, οι οποίες, προερχόμενες από τον δυτικό χριστιανισμό, θεωρήθηκαν από μερίδα της Εκκλησίας ως ύποπτες αιρέσεων. Παρότι οι νέες ιδέες περί επιστημών και φύσης εισήχθησαν από ορθόδοξους ιερωμένους, μεγάλο μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η πλειοψηφία του κατώτατου κλήρου αντιστάθηκε στη νέα επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη.
Το «πίστευε και μη ερεύνα», όσο παρεξηγημένο κι αν είναι, έχει περάσει ως κοινός τόπος ότι η Εκκλησία προϋποθέτει την πλήρη υποταγή στο δόγμα αποθαρρύνοντας την έρευνα. Τι απαντάτε;Ο βασικός χρηματοδότης της επιστημονικής έρευνας στη Δυτική Ευρώπη ως την ίδρυση κρατικών θεσμών στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν η Εκκλησία. Έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα, παραμένει κλασικό το βιβλίο του ιστορικού των επιστημών John Heilbron «The Sun in the Church» (HUP, 2001). Τα ιησουιτικά κολέγια τον 17ο αιώνα τα οποία είχαν συνολικά 50.000 μαθητές, ήταν ο βασικός θεσμός διδασκαλίας μαθηματικών και αστρονομίας. Βέβαια, πάντα υπήρχε η μέριμνα συμβιβασμού της επιστήμης με τις βασικές θεολογικές αρχές, αυτό όμως το βλέπουμε και στους μεγάλους μεταρρυθμιστές των επιστημών, όπως ο Νεύτωνας. Στον ορθόδοξο κόσμο, πολλές σχολές των ελληνικών κοινοτήτων ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους χρηματοδοτούνταν από την Εκκλησία και η πλειοψηφία των διδασκάλων των νεωτερικών επιστημών έως τον 19ο αιώνα ήταν κληρικοί. Άρα δεν υπάρχει άλλη απάντηση στο ερώτημά σας από το ότι πρόκειται για έναν εσφαλμένο κοινό τόπο.
Υπάρχουν τομείς όπου η Ορθοδοξία και η επιστήμη ήρθαν πιο κοντά, ανεξάρτητα αν αυτό έγινε γνωστό στη δημόσια σφαίρα; Και, αντιστρόφως, ποιοι τομείς χρειάζονται περαιτέρω ενθάρρυνση;
Αν μιλήσουμε ιστορικά, η επιστήμη και η Ορθοδοξία ήρθαν πολύ κοντά την εποχή των Ελλήνων Πατέρων, όταν ορισμένοι από αυτούς προσπάθησαν να συγκεράσουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους με τη διδασκαλία των Γραφών. Πολλές από τις εξαημέρους, τα κείμενα δηλαδή που σχολιάζουν τις έξι ημέρες της Δημιουργίας του βιβλίου της Γένεσης αντανακλούν αυτήν την προσπάθεια. Στη συνέχεια, από τις απαρχές του πρώτου βυζαντινού ουμανισμού (τέλη 9ου αιώνα) και μετά, ο ανώτατος βυζαντινός κλήρος ταυτίστηκε με τον επιστημονικό χώρο. Το πρόβλημα σχετικά με τις επιστήμες (τη θύραθεν γνώση) ανέκυπτε κυρίως στον χώρο του μοναχισμού. Αργότερα, στους νεώτερους χρόνους, ορισμένοι ανώτεροι κληρικοί, όπως π.χ. ο Χρύσανθος Νοταράς ή ο Νικηφόρος Θεοτόκης, βλέπουν στις επιστήμες τη μελέτη της φύσης του Θεού και προσπαθούν να προωθήσουν τη διδασκαλία τους στον ορθόδοξο κόσμο. Από τον 19ο αιώνα και μετά, όταν δηλαδή οι δύο αυτές σφαίρες διαχωρίζονται σαφώς τόσο ιδεολογικά με την επιστήμη να μη χρησιμοποιεί πλέον τον Θεό στις εξισώσεις της όσο και θεσμικά με την ίδρυση κρατικών θεσμών επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας, οι χώροι αυτοί απομακρύνονται. Όμως συγκεκριμένα θέματα, όπως η θεωρία της εξέλιξης, τους αναγκάζουν σε διάλογο και καμιά φορά σε διαμάχη.
Σε σχέση με άλλα «κέντρα» της Ορθοδοξίας ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα ως προς την αξιοποίηση της επιστήμης; Σε ποια σημεία του κόσμου είναι πιο προωθημένη αυτή η σχέση;
Αν εννοείτε την αξιοποίηση από τα κράτη όπου το ορθόδοξο δόγμα κυριαρχεί, στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης επιστήμης και της κυριαρχίας της τεχνολογίας είναι σαφές ότι η επιστήμη, οι θεσμοί της και όσα απορρέουν από αυτήν είναι στις προτεραιότητες όλων αυτών των κρατών. Η κυρίαρχη ιδεολογία, από την οποία απορρέει και το οικονομικό μοντέλο, βασίζεται στην επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία. Οπωσδήποτε υπάρχουν αντιστάσεις στο μοντέλο αυτό από διάφορα κινήματα, ορισμένες εξ αυτών απορρέουν δε από το χριστιανικό ορθόδοξο μοντέλο της ταπεινοφροσύνης και του σεβασμού της φύσης (π.χ. η οικολογική καμπάνια του Οικουμενικού Πατριάρχη), αλλά προς το παρόν αυτές οι απόψεις δεν πλειοψηφούν στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Μπορείτε να μας υποδείξετε παραδείγματα – από την καθημερινότητα ή την πανεπιστημιακή εκπαίδευση – όπου η συνεργασία Ορθοδοξίας και επιστήμης αποδίδει ήδη καρπούς;
Θα πω τρία παραδείγματα:
– Οικολογική κρίση και κριτική της νεωτερικότητας. Ο συνδυασμός Ορθοδοξίας και επιστήμης μπορεί να λειτουργήσει ανατρεπτικά, με τη θετική έννοια του όρου, για τον τρόπο που σχετιζόμαστε με το φυσικό περιβάλλον και αναλαμβάνουμε έμπρακτα την ευθύνη μας για αυτό.
– Ο τομέας της βιοηθικής (με κομβικά σημεία την αρχή και το τέλος της ζωής) είναι ένα βασικό πεδίο όπου η συνεργασία τους θα μπορούσε να είναι επίσης σημαντική, στον βαθμό που ανακύπτουν κεντρικά ερωτήματα και διλήμματα για την ίδια της έννοια του ανθρώπου.
– Σύγχρονος προβληματισμός για τις αξίες. Οι θετικές επιστήμες, αν και είναι φορείς σημαντικών αξιών και αποτελούν ένας είδος οικουμενικής γλώσσας, δεν μπορούν να θεμελιώνουν τις αξίες με τρόπο σταθερό και καθολικό. Η πολύπλοκη, και άρα ευάλωτη, δομή των νεωτερικών κοινωνιών χρειάζεται συμπληρωματικές προσεγγίσεις για την κατανόηση των σύγχρονων πολυεπίπεδων προκλήσεων.
Η παρηγοριά – για την απώλεια, το τραύμα, τον θάνατο – είναι μια έννοια για την οποία θα μπορούσαν να έχουν λόγο τόσο η Εκκλησία όσο και η επιστήμη. Βρίσκετε εφικτή αυτή τη «συνεργασία»;
Στο πλαίσιο της χριστιανικής βιοηθικής εμφανίζονται τελευταία νέα πεδία προβληματισμού και πρακτικών στις επιστήμες της υγείας, όπως η διεπιστημονική παρηγορητική φροντίδα (palliative care) και η ιατρική ανθρωπολογία (medical anthropology) επεκτείνοντας τον ορίζοντα της βιοηθικής έρευνας, ώστε να συμπεριλάβει την ορθόδοξη πνευματικότητα ως σημαντικό στοιχείο, φωτίζοντας την πολιτισμική – πνευματική διάσταση της ασθένειας, του πένθους και της θεραπείας. Επίσης, όπως διαπιστώνουμε, στον διάλογο ψυχολογίας και ορθόδοξης θεολογίας και ποιμαντικής θίγονται τέτοια ζητήματα τόσο στην ψυχολογική όσο και στην πνευματική τους διάσταση.
Η Ορθοδοξία υπερασπίζεται έναν λόγο οντολογικό, σε αντίθεση με τη φιλοσοφική αναζήτηση. Θα μπορούσε ποτέ η φιλοσοφία να γίνει γέφυρα μεταξύ Ορθοδοξίας και επιστήμης;
Στο μέτρο που η θεολογία αλλά και οι επιστήμες εμπεριέχουν στην ιστορία και τη δομή τους φιλοσοφικές θεωρήσεις και έννοιες, χωρίς να εξαντλούνται σε αυτές, η διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας θα μπορούσε να λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ τους, κυρίως στα πεδία της επιστημολογίας, της ανθρωπολογίας και της ηθικής Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι τα ανανεωτικά ρεύματα στην ορθόδοξη θεολογία του 20ού αιώνα, όπως εκφράστηκαν για παράδειγμα από τη ρωσική Διασπορά, αναδύθηκαν στη δημιουργική συνάντηση της θεολογίας με τη σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία επέτρεψε στη θεολογία την ανανοηματοδότηση της ευαγγελικής πρότασης στο πλαίσιο του νεωτερικού κόσμου και των επιστημών. Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur μάς λέει στον περίφημο διάλογό του με τον νευροεπιστήμονα Jean-Pierre Changeux ότι στα σύνορα των πεδίων γίνονται οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις αρκεί να είμαστε προσεκτικοί με τη σημασία των λέξεων και τη χρήση των εννοιών. Αυτές, όμως, οι ανακαλύψεις δεν είναι δοσμένες. Η φιλοσοφία μπορεί να λειτουργεί ως τρίτος χώρος συνάντησης των δύο πεδίων, χωρίς να τα απορροφά. Κάτι τέτοιο διαπιστώνουμε και στη μέχρι τώρα καταγραφή που κάναμε, στο πλαίσιο του Science and Orthodoxy around the World.

ΠΗΓΗ

ΤΑ ΝΕΑ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Στα τόσα πολλά που συχνά πυκνά γράφονται και δημοσιεύονται στο Διαδίκτυο για τη σεξουαλικότητα και την αποτίμησή της από εκκλησιαστικής και θεολογικής πλευράς, είμαι σίγουρος πως ο κ. Χρήστος Γιανναράς σήμερα θα ξανάγραφε τα βιβλία του: Η μεταφυσική του σώματος, εκδ. Δωδώνη, Αθήνα 1971, και Ερωτικών αμφιλογία ή περί λεβελλοπράγμονος μοναχού, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1989. Σταχυολογώ ένα μικρό απόσπασμα από το δεύτερο, θεωρώντας το αποστομωτική απάντηση στα όσα περί σεξουαλικότητας φληναφήματα δημοσιεύονται σε ευσεβιστικά blogs, κι ας υποστηρίζουν ότι διακονούν την Εκκλησία του Χριστού. Γράφει, λοιπόν, ο κ. Γιανναράς: «Πέτρα σκανδάλου για τη μανιχαϊστική λογική είναι ο μέγας ασκητής της ερήμου, Ιωάννης της Κλίμακος. Λέει ο άγιος Ιωάννης: “Πόθου του προς Θεόν ο των σωμάτων έρως τύπος γενέσθω σοι. Ουδέν γαρ το κωλύον και εκ των εναντίον ποιείσθαι ημάς τα των αρετών υποδείγματα”. Ποιό είναι το “εναντίον” εδώ; Ο έρως αποκλειστικά και μόνον των σωμάτων, η ενστικτώδης έλξη, ο απρόσωπος πόθος για σαρκική μίξη. Αλλά ακόμα και αυτή η παραστρατημένη από το στόχο της και αποσπασματική ερωτική φορά, δεν παύει να είναι τύπος του προς Θεόν πόθου. Και τύπος τι άλλο σημαίνει παρά “υποδειγματική μορφή”, “πρότυπο παράδειγμα”», (σ. 57).

Έχω τη γνώμη πως πολλοί είναι εκείνοι, ένθεν κακείθεν, από την πλευρά του ευσεβισμού που θέλει τη σεξουαλικότητα απαγορευμένη, διότι όπως πιστεύει είναι αμαρτωλή, κι από την πλευρά του εκφυλισμού που τη θέλει ερωτικό πάθος. Και οι δύο αυτές θεωρήσεις συνιστούν δύο τραγικές για τον άνθρωπο ερμηνείες της σεξουαλικότητας. Η πρώτη, τη θεωρεί ανήθικη, ανίερη, απαγορευμένη, ενώ η δεύτερη, τη βλέπει εγωιστικά, ατομικά. Οφείλουμε, όμως, εδώ να τονίσουμε ότι η Εκκλησία δεν αποκλείει την σεξουαλικότητα, αλλά τη βλέπει ως μια κίνηση του ανθρώπου εκτός της ατομικής του ύπαρξης.

Προς επίρρωση των παραπάνω θέσεων, για διάβασμα ανεπιφύλακτα συνιστώ δύο βιβλία: το συλλογικό τόμο: Έρωτας και σεξουαλικότητα: Αφήγηση διεπιστημονική. Από την αρχαιότητα στο σήμερα. Από τους μικροοργανισμούς στον άνθρωπο, επιμέλεια Χρυσόστομος Σταμούλης, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2014· και την πολύ καλή μελέτη του παπά-Φιλόθεου Φάρου, Έρωτος φύσις, εκδ. Αρμός, Αθήνα 2009.

Του ΜΙΛΤΙΑΔΗ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Πολύ συχνά, πολλοί ορθόδοξοι χριστιανοί, περίφανοι για την ορθοδοξία τους, αδυνατούν να πουν σήμερα τη φράση «Έλα και δες!», που ο Φίλιππος απηύθυνε στον φίλο του Ναθαναήλ, με αποτέλεσμα να αδυνατούν να καταστούν μάρτυρες οι ίδιοι της σωτηρίας που με τόσο περίτεχνο και καλοδιατυπωμένο τρόπο διακηρύσσουν για τους άλλους. Προφανώς αυτός είναι ο λόγος που στη μνήμη των Πατέρων, οι οποίοι, φωτισμένοι από το Άγιο Πνεύμα, προσπάθησαν με την υψηλή θεολογική σκέψη τους να θέσουν τέρμα στις χριστολογικές έριδες της εποχής τους, η Εκκλησία υπενθυμίζει μέσα από τα βιβλικά αναγνώσματα της γιορτής την ανάγκη για ενότητα ήθους και δόγματος στην καθημερινή ζωή των χριστιανών.
ΠΗΓΗ

Μνήμη του ιερού Φωτίου σήμερα (6 Φεβρουαρίου), κι όσοι έρχονται σε επαφή με το συγγραφικό του έργο θα διαπιστώσουν αυτά που υποστηρίζει ο Στέφανος Ευθυμιάδης, Καθηγητής στη Σχολή Ανθρωπιστικών και Κοινωνικών Επιστημών του Ανοικτού Πανεπιστημίου Κύπρου. Στην εισαγωγή της Ανθολογίας: Βιβλιοθήκη. Όσα της ιστορίας, εκδ. Κανάκη, Αθήνα 2000, που έγραψε, και η οποία αφορά τη Μυριόβιβλο ή Βιβλιοθήκη, σύγγραμμα του Μεγάλου Φωτίου, αλλά λογίου και πολιτικού άνδρα της εποχής του 9ου αιώνα, ο διακεκριμένος καθηγητής λέγει ότι: «η σχετική καταμέτρηση έδειξε ότι σε έργα χριστιανών συγγραφέων αφιερώνονται 158 κώδικες και σε έργα κοσμικών 122, δηλαδή αναλογία σε ποσοστά 56,4% έναντι 43,6%. Στο γενικό σύνολο εντυπωσιακός είναι ο αριθμός των κοσμικών συγγραφέων που σχολιάζει και ο οποίος ισοσκελίζει τους χριστιανούς. Στη Βιβλιοθήκη 99 (ή 101) είναι οι κοσμικοί συγγραφείς που παρουσιάζονται και 158 οι εκκλησιαστικοί (θεολόγοι, αγιολόγοι και ιστορικοί της Εκκλησίας). Αν όμως η καταμέτρηση γίνει με βάση τις αράδες που η Βιβλιοθήκη αφιερώνει σε κάθε συγγραφέα, οι κοσμικοί συγγραφείς υπερτερούν αισθητά», (σ. 25).

Βιβλιοθήκη

Ο ιερός Φώτιος αναγνωρίζει ότι οι ποικίλες εκδοχές του κακού, συμπεριλαμβανομένης βέβαια και της θνητότητας, μοιάζουν να σταυρώνουν την αντιληπτική αλκή της ανθρώπινης διάνοιας, να δοκιμάζουν τη συναισθηματική αντοχή των πενθούντων ή ακόμη και να αντιδικούν φαινομενικά με τη θεία δικαιοσύνη. Ωστόσο, επιμένει πως κάθε είδους κακοπάθεια και θλίψη είναι οργανικά ενταγμένη στο πλαίσιο της θείας Πρόνοιας. Με άλλα λόγια, πως αν και δύσβατοι, οδυνηροί, απροσδιόριστοι ή και ασύμμετροι οι τρόποι εκδήλωσης της «ὑπέρ νοῦν φιλανθρωπίας» του Θεού υπηρετούν τη σωτηρία του ανθρώπου. Η συγκεκριμένη παραδοχή ωστόσο δεν λειτουργεί ως ψυχολογική ανακούφιση ή θωράκιση για τον πάσχοντα. Αντιθέτως, καθιστά ακόμη πιο επείγουσα και κομβική τη δική του συμμετοχή στην αυτοπραγμάτωσή του, η οποία συντελείται ως αγαπητική και ελεύθερη εμπιστοσύνη στην πατρική φροντίδα του Θεού.

ΠΗΓΕΣ

Εκόδεις ΑΡΜΟΣ

Θεολογικά Δρώμενα

ΜΙΚΡΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αδιαμφισβήτητο είναι πια το γεγονός ότι η γιορτή των Τριών Ιεραρχών, για ένα μέρος της εκπαιδευτικής κοινότητας, (Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια), με τον τρόπο που κάθε χρόνο μνημονεύονται οι τρεις αυτοί κορυφαίοι Πατέρες της Εκκλησίας, αποτελεί πια ένα πρόβλημα που εναγωνίως ζητά τη λύση του. Σε αυτό ας προστεθεί και η αμφιταλαντευόμενη θέση της Πολιτείας, για το αν δηλαδή η 30η Ιανουαρίου είναι σχολική γιορτή ή αργία, η οποία θέση, ως γνωστόν κάθε χρόνο, ένα δεκαήμερο πριν την γιορτή, εξαντλείται σε μια σειρά πληκτικών εγκυκλίων που αποστέλλονται προς τις σχολικές μονάδες, για το πως θα τιμήσει η καθεμιά τους Τρεις Ιεράρχες. Ωστόσο, το πρόβλημα δεν είναι μόνο αυτό. Η Πολιτεία, δια του εκάστοτε Υπουργού Παιδείας, ουδέποτε μπήκε στον κόπο να αφουγκραστεί την αγωνία πολλών συναδέλφων που πολλές φορές έχουν επισημάνει λανθάνουσες εκδοχές αυτής της γιορτής, ούτως ώστε να αλλάξει ολίγον το πνεύμα κι ο τρόπος εορτασμού της. Προς αυτήν την κατεύθυνση η βιβλιογραφία είναι αρκετά πλούσια. Ενδεικτικά, εδώ, αναφέρω δύο βιβλία, που καλόν είναι κάποτε οι ιθύνοντες σοβαρά να μελετήσουν, μήπως και η γιορτή των Τριών Ιεραρχών αποκοπεί από τα βαρίδια του  ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος, που κατά κόρον κάθε χρόνο αναπαράγονται σε πληκτικούς πανηγυρικούς λόγους και κυρίως ακούγονται σε σχολικές αίθουσες και ναούς. Συγγραφέας αυτών των βιβλίων είναι η ΕΦΗ ΓΑΖΗ. Οι τίτλοι τους με το καλύτερο δυνατό τρόπο αποτυπώνουν και δικαιολογούν τον παραπάνω προβληματισμό. Μπορεί κανείς σε μερικά σημεία τους να διαφωνεί, αυτό όμως δεν ακυρώνει την επιστημονική εγκυρότητά τους. Οι τίτλοι τους: Ο δεύτερος βίος των Τριών Ιεραρχών. Μια γενεαλογία του «ελληνοχριστιανικού πολιτισμού», εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 2004, το πρώτο, και: Πατρίς, θρησκεία, οικογένεια. Ιστορία ενός συνθήματος 1880-1930, εκδ. Πόλις, Αθήνα 2001, το δεύτερο. [Πρβλ. ΡΕΝΑ ΣΤΑΥΡΙΔΟΥ – ΠΑΤΡΙΚΙΟΥ, «Αντιπαραθέσεις των κυρίαρχων ρευμάτων κατά τον 20ό αιώνα. Η αποτύπωση του ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος», στο: Ιστοριογραφία της Νεότερης και Σύγχρονης Ελλάδας 1833-2002, Πρακτικά Δ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Ιστορίας, τ. Α΄, ΚΝΕ / ΕΙΕ, Αθήνα 2004, 67-78]. Εξαίρεση, ωστόσο, αποτελεί η περίπτωση εορτασμού των Τριών Ιεραρχών στην Τριτοβάθμια Εκπαίδευση, όπου το ακαδημαϊκό κύρος της γιορτής διασώζεται ατόφιο. Εξαίρεση, όμως, αποτελούν και οι πανηγυρικοί λόγοι, που όταν τους ακούς ή τους διαβάζεις λυτρώνεσαι, αναπαύεσαι πνευματικά. Και το κυριότερο γιατί αυτοί εκφωνούνται από συναδέλφους με καλό θεολογικό υπόβαθρο. Ένας τέτοιος είναι κι αυτός που αναρτώ ευθύς αμέσως. Ευχαριστώ τον συνάδελφο ΔΗΜΗΤΡΗ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗ από τη γειτονική Χίο για την άδεια δημοσίευσής του.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ. Το έργο των Τριών Ιεραρχών ως απόκριση στην πολιτισμική κρίση της εποχής τους

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Τα τελευταία χρόνια της ζωής του Μ. Βασιλείου (370-379), αποτελούν τη σπουδαιότερη περίοδο της δράσης του. Το 370 πεθαίνει ο Ευσέβειος και στον επισκοπικό θρόνο της Καισάρειας το διαδέχθηκε ο Βασίλειος. Ο Βασίλειος Τατάκης, στο κλασικό έργο του: Η συμβολή της Καππαδοκίας στη χριστιανική σκέψη, εκδ. Γαλλικό Ινστιτούτο Αθηνών / Κέντρο Μικρασιατικών Σπουδών, Αθήνα 1960, σ. 72, γράφει χαρακτηριστικά: «την καχεκτική κράση – αδιάκοπα σχεδόν είναι στην αλληλογραφία του τα παράπονα για την υγεία του – την αντισταθμίζει ο πλούσιος εσωτερικός κόσμος. Στην μεγάλη του ωριμότητα, με ικανότητες γυμνασμένες και δοκιμασμένες θα κρατήσει με δεξιότητα, σταθερότητα, σύνεση και σοφία το πηδάλιο· θα αναλώσει όλες τις δυνάμεις του στην υπηρεσία της Ορθοδοξίας και θα συντελέσει πάρα πολύ να διασωθεί αλώβητη από τους μεγάλους κλυδωνισμούς των ημερών του. Γιατί στάθηκε ο ενεργητικότερος και ικανότερος προασπιστής της».

Ωστόσο, το γεγονός που δείχνει την αγωνιστικότητα του Μ. Βασιλείου είναι αυτό της προσπάθειας του Ουάλη να επιβάλει τον Αρειανισμό και της σθεναρής αντίστασης του Αγίου. Γι’ αυτό έστειλε στην Καισάρεια τον Μόδεστο (372), για να τον «σωφρονίσει». Είναι γνωστή η στάση που κράτησε ο Βασίλειος σε εκείνες τις κρίσιμες ώρες. Στον Μόδεστο, που στο τέλος του λέει ότι κανείς ως τότε δεν του μίλησε έτσι, ο Βασίλειος δίνει αποστομωτική απάντηση: «γιατί δεν βρήκες, φαίνεται, στο δρόμο σου επίσκοπο». Στην Καισάρεια, βέβαια, πήγε κι ο ίδιος ο Ουάλης, αλλά δεν στάθηκε περισσότερο τυχερός. Η σύνεση και η σταθερότητα που έδειξε ο Βασίλειος επιβλήθηκαν.

ΒΑΣΙΛΕΙΟΣ Ο ΜΕΓΑΣ. Ψηφιδωτό της Μονής του Οσίου Λουκά

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων