Του Ν. Παύλου· Συντονιστή Θεολόγων Εκπαιδευτικού Έργου – Δρ. Θεολογίας 

Τις τελευταίες ημέρες έχει αρχίσει και πάλι να αναπτύσσεται μία έντονη συζήτηση για το μάθημα των Θρησκευτικών με αφορμή την έκδοση των αποφάσεων 1749/2019 και 1752/2019 της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας.

Καταρχήν να τονιστεί ότι τα ΠΣ που ισχύουν αυτή τη στιγμή, παρά τις αδυναμίες τους (θεματοποίηση της ύλης, υποτίμηση της ιστορικής διάστασης της θρησκευτικότητας κ.α.) αποτελούν σίγουρα σταθμό στην ιστορία της νεοελληνικής εκπαίδευσης. Ειδικά οι μέθοδοι διδασκαλίας που τα συνοδεύουν είναι πρωτοποριακές και ανοίγουν δρόμους, αποτελώντας παραδείγματα για μίμηση. Θα αποτελέσει πλήγμα για την παιδεία αν δεν αξιοποιηθούν στο πλαίσιο μιας σύγχρονης θρησκευτικής εκπαίδευσης.

Στα θετικά των ΠΣ που ισχύουν μπορεί να προσμετρηθεί και το γεγονός ότι -ειδικά στο Δημοτικό και Γυμνάσιο – το Πρόγραμμα του μαθήματος τα τελευταία χρόνια, ως πρόγραμμα διαδικασίας που ήταν, μπορούσε να διαμορφωθεί από το διδάσκοντα, ανάλογα με το τμήμα στο οποίο δίδασκε. Αυτό σημαίνει, ότι ήταν δυνατό, στα πλαίσια της θεματικής διάταξης της ύλης να γίνει αναδιάταξη των κειμένων που περιλάμβαναν οι φάκελοι, να εναρμονιστούν κοκ.

Ο απόλυτα ομολογιακός χαρακτήρας του μαθήματος θα σημάνει ότι μαθητές των ελληνικών σχολείων που δεν είναι χριστιανοί ορθόδοξοι δε θα μπορούν να παρακολουθήσουν το θρησκευτικό μάθημα ούτε να γίνουν μέτοχοι των γνώσεων και των δεξιοτήτων που παρέχει. Βέβαια η Πολιτεία είναι υποχρεωμένη να παρέχει θρησκευτικές γνώσεις και δεξιότητες σε μαθητές που επικαλούνται λόγους συνείδησης για να μη μετέχουν στο θρησκευτικό ομολογιακό μάθημα, όπως συνάγεται από τη διατύπωση της σχετικής είδησης των ΜΜΕ («διδασκαλία ισότιμου μαθήματος») που αναφέρεται σε ισότιμο μάθημα. Βέβαια από πουθενά δε συνάγεται ότι αυτό το μάθημα θα το διδάσκουν θεολόγοι, τη στιγμή μάλιστα που πτυχιούχοι άλλων σχολών και κατευθύνσεων φαίνεται να μπορούν να διδάξουν σχετικά θέματα, και είναι σίγουρο ότι θα διεκδικήσουν μία θέση στην εκπαίδευση. Παράλληλα εγκυμονεί ο κίνδυνος το ορθόδοξο θρησκευτικό μάθημα να απαξιωθεί, αφού ο καθένας θα έχει τη δυνατότητα να απαλλάσσεται από αυτό. Άλλωστε ένα μάθημα για να θεωρείται ισότιμο με τα υπόλοιπα που περιλαμβάνονται στο ωρολόγιο πρόγραμμα είναι απαραίτητο να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές.

Πάντως τα Θρησκευτικά πάντα θεωρούνταν ότι είχαν χαρακτήρα ομολογιακό. Απόδειξη είναι το γεγονός ότι οι απαλλαγές μαθητών από αυτό δεν είχαν σταματήσει ποτέ. Το μάθημα δηλαδή είχε ορθόδοξο χαρακτήρα, αφού ο μη ορθόδοξος μαθητής (όταν ήταν ενήλικος) ή οι γονείς του (όταν ήταν ανήλικος) μπορούσε να υποβάλλει δήλωση απαλλαγής στο Διευθυντή του σχολείου με την οποία επικαλούνταν θρησκευτικούς λόγους και να μην το παρακολουθεί ούτε να βαθμολογείται.

Το ζήτημα είναι τι θα μπορούσε να γίνει από εδώ και στο εξής. Στη συνέχεια θα ακολουθήσουν σκέψεις και προτάσεις για ένα ΑΠ Θρησκευτικών που έχουν ως αφετηρία την αγωνία για την ποιότητα που επιβάλλεται να έχει ένα σύγχρονο θρησκευτικό μάθημα αλλά και για τη θέση των θεολόγων εκπαιδευτικών στο σύστημα της παιδείας μας.

Εφόσον λοιπόν πρέπει να υπάρξουν νέα προγράμματα σπουδών προτείνεται η επιλογή των εμπειρογνωμόνων να γίνει με βάση το προσοντολόγιο στελεχών και τη διαδικασία που ορίζει ο ν. 4547/2018 καθώς και την διδακτική τους εμπειρία, ώστε να είναι κατεξοχήν αντικειμενική.

Αφού είναι απαραίτητο να δημιουργηθεί ένα ισότιμο μάθημα που θα διδάσκεται σε μαθητές που παίρνουν απαλλαγή από το θρησκευτικό μάθημα προτείνεται ως περιεχόμενό του να οριστούν γενικές πληροφορίες για το θρησκευτικό φαινόμενο και τις θρησκευτικές παρεμβάσεις στο σύγχρονο κόσμο. Θα βαθμολογείται κανονικά στη θέση των Θρησκευτικών και βέβαια θα διδάσκεται από θεολόγους. Με αυτό τον τρόπο ενδεχομένως να διοριστούν περισσότεροι εκπαιδευτικοί ΠΕ01, και ο θεολογικός κόσμος θα έχει την δυνατότητα να διδάξει ένα οικείο αντικείμενο, αφού έχει κάνει σχετικές σπουδές.

Αυτή τη στιγμή σε όλη την επικράτεια έχουν τοποθετηθεί μόνο έντεκα Συντονιστές ΕΕ των θεολόγων. Χωρίς αμφιβολία χρειάζονται περισσότεροι, αφού οι περιστάσεις απαιτούν να βρίσκονται συνεχώς στο πλευρό των συναδέλφων, κάτι που τώρα δεν είναι καθόλου εύκολο, αφού οι περισσότεροι ΣΕΕ ΠΕ01, πέρα από τα παιδαγωγικά τους καθήκοντα, έχουν στην επιστημονική τους ευθύνη όχι μία περιφερειακή διεύθυνση εκπαίδευσης , αλλά δύο ή και τρεις.

Μέχρι τη δημιουργία Προγραμμάτων Σπουδών και τη διανομή των σχολικών εγχειριδίων που θα τα υλοποιούν προτείνεται να παραμείνουν σε ισχύ τα υπάρχοντα προγράμματα σπουδών με ενδεχόμενες τροποποιήσεις και να υπάρξει οδηγία για την ύλη του μαθήματος από το ΙΕΠ.

Οι περιστάσεις απαιτούν τη δημιουργία δυναμικής ιστοσελίδας για τα Θρησκευτικά που θα περιλαμβάνει φόρουμ ανταλλαγής απόψεων, καλές πρακτικές, πληροφόρηση για ελεύθερα λογισμικά, προτάσεις για χρήση των ΤΠΕ που μπορεί να χρησιμοποιηθούν στην εκπαιδευτική διαδικασία, καθώς και συλλογών εποπτικού υλικού. Στόχος είναι να υπάρξει ουσιαστική βοήθεια των θεολόγων εκπαιδευτικών για να οργανώσουν καλύτερα το μάθημά τους, να το κάνουν ελκυστικό και να αναδείξουν θετικά στοιχεία του. Οπότε θα αποτελέσει στοίχημα για αυτούς να έχουν όσο το δυνατό λιγότερες απαλλαγές, αφού οι μαθητές θα συνειδητοποιήσουν ότι η παρακολούθηση των Θρησκευτικών μόνο ωφέλιμη θα είναι.

Τα Προγράμματα Σπουδών προτείνεται να έχουν έναν κοινό παρονομαστή και αυτός να είναι η Αγία Γραφή. Η προσφορά της Βίβλου χωρίς αμφιβολία είναι ανεκτίμητη, αποτελεί βασικό συστατικό της Ορθόδοξης πίστης και είναι πολιτιστικός πυλώνας απαραίτητος για την κατανόηση αξιών που διακρίνουν την ευρωπαϊκή οικογένεια.

Τα παραπάνω βεβαίως είναι μόνο προτάσεις. Το βασικό είναι τα δεδομένα που υπάρχουν αυτή τη στιγμή να γίνουν αφετηρία ενός ξεκινήματος και να αναδείξουν τα θετικά συστατικά των Θρησκευτικών, να αναβαθμίσουν το μάθημα και να βοηθήσουν τους Θεολόγους – Εκπαιδευτικούς ΠΕ01 να προσφέρουν γνώσεις και δεξιότητες στη νέα γενιά.

ΠΗΓΗ: ΘΕΟΛΟΓΟΙ ΤΟΥ ΜΑΥΡΟΠΙΝΑΚΑ

Της ΕΥΗΣ ΒΟΥΛΓΑΡΑΚΗ – ΠΙΣΙΝΑ· ΕΔΙΠ στο Τμήμα Κοινωνικής Θεολογίας και Θρησκειολογίας του ΕΚΠΑ, συγγραφέα, εκπαιδευτικού

Με την απόφαση του ΣτΕ για το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά, το επονομαζόμενο Γαβρόγλου, αλλά στην πραγματικότητα πρόγραμμα επιτροπής εμπειρογνωμόνων μέσα από διαδικασίες μοριοδότησης και αξιολόγησης από το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής (ΙΕΠ), άνοιξε ο ασκός του Αιόλου. Το ΣτΕ απεφάνθη, δίχως να δηλώσει αναρμοδιότητα, για το δογματικό περιεχόμενο του μαθήματος, την ώρα που η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος έχει εγκρίνει ήδη το Πρόγραμμα Σπουδών και τα εγχειρίδια.

Η απόφαση αυτή του ΣτΕ, σε ευθεία ρήξη με την περί Ορθοδοξίας κατανόηση της ίδιας της Εκκλησίας της Ελλάδος, προκλήθηκε από φονταμενταλιστικούς κύκλους σε αγαστή συνεργασία με έναν παράδοξο εταίρο, την Ένωση Αθέων. Όλοι μαζί από διαφορετικές σκοπιές στηρίζουν ένα πολυομολογιακό μάθημα, με τους μαθητές χωρισμένους σε ομολογιακά κουτάκια δίχως αλληλεπίδραση.

Η απόφαση αυτή μοιάζει να ικανοποιεί ενίους από τους πιο συντηρητικούς κύκλους της Εκκλησίας, ή παραεκκλησιαστικούς, καθώς θεωρούν ότι θα ασκήσουν καλύτερο έλεγχο στο περιεχόμενο ενός ομολογιακού-κατηχητικού μαθήματος, επιβάλλοντας σταδιακά και τον έλεγχο του διδάσκοντος, μέσα από αλλοίωση των εργασιακών σχέσεων και δικαιωμάτων.

Άλλωστε, τέτοιες βλέψεις μοιάζει να κολακεύει και η νέα υπουργός Παιδείας κ. Κεραμέως, ίσως ανεπίγνωστα, μιλώντας για «ιεροδιδασκάλους» στα σχολεία. Το γλωσσικό ολίσθημα μαρτυρεί πολλά. Ο όρος κανονικά αναφέρεται σε μουσουλμάνους ιεροδιδασκάλους, οι οποίοι διδάσκουν το μάθημα στα μειονοτικά σχολεία, καθώς πολλοί εξ αυτών δεν είναι θεολόγοι. Η αδόκιμη μεταφορά του όρου για τους θεολόγους φανερώνει τις επιρροές μιας ορισμένης αντίληψης για τη θρησκεία, σαφώς εργαλειακής.

Και ενώ θεολόγοι και ιεροδιδάσκαλοι στη Θράκη συνεργάζονται ήδη εδώ και χρόνια αρμονικά στο πλαίσιο κοινών εκπαιδευτικών προγραμμάτων για την καλύτερη παιδαγωγική διεξαγωγή της θρησκευτικής διδασκαλίας στα σχολεία [1], άνθρωποι άσχετοι προς κάθε παιδαγωγική αλλά και θεολογική δεοντολογία εκφέρουν στη διαπασών τη γνώμη τους σε κλίμα οχλαγωγίας, μερικοί δε εργάζονται ενσύνειδα για αλλότρια συμφέροντα.

Είναι χαρακτηριστική στην κατεύθυνση αυτή η ανακοίνωση της ΔΑΚΕ Πειραιά, που ως «επαΐοντες», αλλά και υποτιθέμενοι προασπιστές πατρίδας και θρησκείας, σε πρόσφατη ανάρτηση δίχως ημερομηνία, αλλά και ανώνυμη [2], τα βάζουν με τη… Σχολή της Φρανκφούρτης, τον Βάλτερ Μπένγιαμιν (μήπως για να μας υπενθυμίσουν τους διώκτες του;) και πολλά σύγχρονα φιλοσοφικά ρεύματα.

Πέρα από την περίλαμπρη επίδειξη αμορφωσιάς αλλά και σκοταδισμού, στο ίδιο κείμενο, χαρακτηρίζουν «πεμπτοφαλαγγίτες» τους συντάκτες των νέων Προγραμμάτων και ζητούν διακαώς μια ομάδα «αμέμπτων», «τελείων», «εντίμων», με καλή συμμαρτυρία ομοϊδεατών, να διαχειρίζεται στο εξής το μάθημα των Θρησκευτικών του ελληνικού σχολείου. Επιζητούν να αποτραπεί η «καταστροφή της Δυτικής κουλτούρας και της χριστιανικής θρησκείας» και να στηριχτεί η «παράδοση των Αιώνων και η Πίστη των Ελλήνων».

Η «Πίστη των Ελλήνων» (μια τραγελαφική εθνικιστική συρρίκνωση της πίστης στον Θεό δημιουργό και προνοητή σύμπαντος κόσμου, μια ιδεολογικοποιημένη εκδοχή της θρησκείας ξένη προς το σωτηριώδες έργο του Ιησού Χριστού), σε συνδυασμό με τους Αιώνες με κεφαλαίο, παραπέμπει ευθέως στην παγανιστοναζιστική ιδεολογία των «Γερμανών χριστιανών» (και έχει πολλά να μας διδάξει επ’ αυτού η Ιστορία, εάν τη σπουδάσουμε). Η μνεία κινδύνου καταστροφής της «Δυτικής κουλτούρας», και όχι της πατροπαράδοτης πίστης της ανατολικής Εκκλησίας, ορίζει σαφώς εξάλλου τις πολιτικές αναφορές των συντακτών, διακηρύσσοντας εμμέσως και την ισλαμοφοβία.

Πρόκειται για αλλοίωση της θρησκευτικής πίστης και θεολογίας της Εκκλησίας αλλά και για την κατασκευή μιας Αρίας φυλής εντός της Ορθοδοξίας, μιας φυλής «αμέμπτων», της οποίας η πρόθεση που συνεχώς ξεδιπλώνεται όλο και θρασύτερα είναι να αποκτήσει τη νομή και διαχείριση έξω από αξιοκρατικές διαδικασίες και εκτοπίζοντας κάθε άλλη φωνή. Η σύμπλευση της Νέας Δημοκρατίας με την Ακροδεξιά είναι ούτως ή άλλως εφιάλτης για κάθε δημοκράτη, όπου και αν ανήκει πολιτικά, ακόμα και στην ίδια τη Νέα Δημοκρατία. Η σύμπλευση της Εκκλησίας με την Ακροδεξιά είναι εξ ορισμού, καταστατικά, αδύνατη και αδιανόητη.

Εν τούτοις, η διακίνηση αυτού και παρόμοιας εμπνεύσεως δημοσιευμάτων από οργανωσιακές ή φονταμενταλιστικές ζητωορθόδοξες ιστοσελίδες επιβεβαιώνει περίτρανα άλλη μία φορά την πλήρη σύμπλευση όχι της Ορθοδοξίας, αλλά του φονταμενταλισμού και της Ακροδεξιάς, τόσο ως προς την ουσία του εκφερόμενου λόγου όσο και τη χυδαιότητα των πρακτικών σπίλωσης όσων δεν συμβαδίζουν με τη λογική του πολυομολογιακού μαθήματος.

Στην πραγματικότητα εδώ εκτυλίσσεται μια αδυσώπητη απόπειρα χειραγώγησης αλλά και λεηλασίας της Εκκλησίας από σέχτες, που λόγω σύμπλευσης με πολιτικές οργανώσεις και με λούμπεν πρακτικές αποκτούν μαζική απήχηση, σε έναν στενό εναγκαλισμό του φονταμενταλισμού και του φασισμού. Η πλήρης αλλοίωση της χριστιανικής πίστης είναι και πάλι, πολλές δεκαετίες μετά τη χούντα, προ των πυλών, ενώ η απόφαση του ΣτΕ γίνεται, ας ελπίσουμε αθέλητα, ένα ακόμα εργαλείο καθυπόταξης της ίδιας της Εκκλησίας.

Ας δούμε όμως το θέμα και από τη σκοπιά της δημόσιας εκπαίδευσης και της καλλιέργειας του δημοκρατικού φρονήματος, θεμελιώδους επιταγής του Συντάγματος, αλλά και των προβληματισμών που αναπτύσσονται στο ευρωπαϊκό γίγνεσθαι. Η δημόσια εκπαίδευση δεν χρειάζεται πολυομολογιακά μαθήματα, όπου η τάξη θα διαχωρίζεται και οι μαθητές θα περιχαρακώνονται στη βάση θρησκευτικών και ιδεολογικών διακρίσεων. Σε τέτοιους θύλακες ενυπάρχει ο κίνδυνος να αναφύονται κάθε είδους ζιζάνια, από εκείνα που ευδοκιμούν σε περίκλειστους χώρους.

Αντίθετα η δημόσια εκπαίδευση χρειάζεται τη γνήσια υπαρξιακή αναζήτηση των ελεύθερα σκεπτόμενων ανθρώπων και συνεπώς τη θρησκεία και τη φιλάνθρωπη ορθόδοξη παράδοση αυτού του τόπου σε μια υγιή αλληλεπίδραση με την ετερότητα, με τις μεγάλες απαντήσεις που έχουν ιστορικά δοθεί στους ανθρώπινους προβληματισμούς, μέσα σε περιβάλλον αλληλοσεβασμού και διαλόγου, όπου έφηβοι μαθητές θα μπορούν ελεύθερα να ξεδιπλώσουν τη σκέψη τους, την απορία τους και τον προβληματισμό τους για να κερδίσουν εν τέλει μια στάση ζωής και ίσως μια πίστη με επίγνωση και αλληλοσεβασμό.

Στο μεταξύ αυτό που επετεύχθη σήμερα και σαφώς καταλογίζεται στους υπαίτιους είναι η πλήρης προαιρετικοποίηση και έργω απαξίωση του μαθήματος των Θρησκευτικών, ο ευτελισμός των δασκάλων του στην πράξη, αλλά και οι μακρόχρονες συνέπειες που όλα αυτά θα έχουν και στις Θεολογικές Σχολές.

_________________

[1] Διαπολιτισμική Θρησκευτική Εκπαίδευση και Ισλαμικές Σπουδές: Προκλήσεις και Προοπτικές σε Ελλάδα, Ευρώπη, ΗΠΑ, επιμ. Αγγελική Ζιάκα (Αθήνα: Μαΐστρος, 2016).

[2] http://dakedepeiraia.blogspot.com/2019/09/blog-post_28.html, επίσκ. 30/9/19.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του ΒΑΣΙΛΗ ΞΥΔΙΑ· Θεολόγου Καθηγητή

Σολομώντεια η απόφαση του ΣτΕ για τα θρησκευτικά. Κατάφερε να ικανοποιήσει ταυτόχρονα τους υπερσυντηρητικούς της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων και τους υπερπροοδευτικούς της Ένωσης Αθέων, που είχαν προσφύγει εναντίον του νέου μαθήματος από αντίθετες αφετηρίες. Δικαιώθηκαν και οι δύο. Οι πρώτοι πήραν το κατηχητικό μάθημα που ήθελαν, οι δεύτεροι πήραν την απαλλαγή απ’ αυτό.

Το ΣτΕ καταργεί το νέο μάθημα διότι, όπως λέει, δεν περιέχει «ολοκληρωμένη –και διακριτή έναντι άλλων δογμάτων και θρησκειών– διδασκαλία των δογμάτων, ηθικών αξιών και παραδόσεων της ορθόδοξης εκκλησίας». Επικαλούμενο το Σύνταγμα, που ορίζει σαν σκοπό της παιδείας την «ανάπτυξη της εθνικής και θρησκευτικής συνείδησης» (άρθρο 16, παρ. 2), θεωρεί πως το μάθημα των θρησκευτικών οφείλει να αναπτύσσει όχι τη θρησκευτική συνείδηση γενικά, αλλά ειδικά την «ορθόδοξη χριστιανική συνείδηση», απευθυνόμενο «αποκλειστικά στους ορθόδοξους χριστιανούς μαθητές».

Έτσι όμως πήρε και η Ένωση Αθέων αυτό που ζητούσε: την αναγνώριση σε ανώτατο επίπεδο της δυνατότητας για πλήρη απαλλαγή από το μάθημα «με μόνη την επίκληση λόγων θρησκευτικής συνείδησης», όπως λέει χαρακτηριστικά η απόφαση. Και προσθέτει πως η Πολιτεία «οφείλει, εφόσον συγκεντρώνεται ικανός αριθμός μαθητών που απαλλάσσονται, να προβλέψει τη διδασκαλία ισότιμου μαθήματος».

Όσο λοιπόν κι αν καταπλήσσει η συντηρητική διάσταση της απόφασης του ΣτΕ, δεν πρέπει να μας διαφεύγει η άλλη της πλευρά. Ότι είναι απολύτως εναρμονισμένη, και τυπικά και ουσιαστικά, με τη φιλοσοφία του πολιτικού φιλελευθερισμού και την κουλτούρα των ατομικών δικαιωμάτων που επικρατεί σήμερα στα νομικά πράγματα.

Επομένως δεν πρόκειται για «επιστροφή» στο μακρινό παρελθόν, όπως είπαν πολλοί. Αντιθέτως, είναι ένα ευφάνταστο βήμα «μπροστά»… Θρίαμβος του μεταμοντερνισμού: Λέμε «Ναι» στον ελληνοχριστιανικό συντηρητισμό, «Ναι» και στους αλλοθρήσκους, «Ναι» και στον άθρησκο προοδευτισμό. Αρκεί να μην έρχονται σε επαφή μεταξύ τους. Να είναι ιδιωτικός φορμαλισμός και ακοινώνητες ατομικές επιλογές.

Αυτό που αμφισβητεί –ή μάλλον, που αρνείται– η απόφαση του ΣτΕ είναι αυτό που αποτέλεσε τον διακηρυγμένο στόχο του νέου μαθήματος: το να υπάρξει κάποιου είδους κοινή θρησκευτική αγωγή για όλους ανεξαιρέτως τους μαθητές, που να παρέχεται από το σχολείο σαν μέρος της υποχρεωτικής γενικής εκπαίδευσης, ανεξάρτητα από τις θρησκευτικές ή άλλες πεποιθήσεις, ή την εθνική προέλευση των παιδιών και των οικογενειών τους.

Δεν υπάρχει προφανώς ούτε εύκολη, ούτε αυτονόητη απάντηση σ’ αυτό το ερώτημα. Το νέο μάθημα επιχείρησε να λύσει τον γρίφο εστιάζοντας όχι στην «υποκειμενική» (αν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι) πλευρά της θρησκευτικής πίστης, αλλά στον «αντικειμενικό» χαρακτήρα της θρησκευτικής παράδοσης ως στοιχείου της ιστορίας και του πολιτισμού αυτού του τόπου.

Υπό την έννοια αυτή το μάθημα δεν είναι ομολογιακό (δεν μαρτυρεί δηλαδή την «αλήθεια» μιας συγκεκριμένης χριστιανικής ομολογίας), ούτε και θρησκειολογικό (αντικειμενική δηλαδή και ουδέτερη παρουσίαση των διαφόρων θρησκειών). Είναι μάθημα ιστορικό και πολιτιστικό, διδαχή «πατριδογνωσίας» για όσους μετέχουν του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, αλλά και για όσους θα ήθελαν απλώς να ζήσουν και να εργαστούν σ’ αυτή τη χώρα. Γι’ αυτό εστιάζει στον ορθόδοξο χριστιανισμό, λόγω της σημασίας του στη διαμόρφωση του ελληνικού πολιτισμού, και περιλαμβάνει επίσης στοιχεία από την ιστορία και τη διδασκαλία άλλων θρησκευτικών παραδόσεων.

Και βέβαια, δεν είναι τα «θρησκευτικά του ΣΥΡΙΖΑ». Είναι προϊόν μιας μακράς πορείας ενδοθεολογικών συζητήσεων και διαδοχικών μεταρρυθμίσεων του μαθήματος, που ξεκινάνε από τη δεκαετία ήδη της μεταπολίτευσης. Το 2008-2010 ένα τμήμα των θεολόγων προωθήσαμε ενεργά την ανάγκη για ριζική αλλαγή του μαθήματος. Και έτσι προέκυψαν τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, που πέρασαν απ’ όλες τις κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ και της Ν.Δ., και έτυχε απλώς στον ΣΥΡΙΖΑ η ώρα της γενικευμένης εφαρμογής τους. (Βλ. περισσότερα γι’ αυτό σε παλαιότερο άρθρο μου, Τα θρησκευτικά μεταξύ εξουσίας και χειραφέτησης).

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι το νέο μάθημα, όπως τελικά εφαρμόστηκε, είχε προβλήματα και αδυναμίες, τόσο από άποψη παιδαγωγική (θεματικό περιεχόμενο και διδακτική μεθοδολογία), όσο και από την άποψη του τρόπου που επιχειρήθηκε να επιβληθεί διοικητικά και μέσα σ’ ένα πλαίσιο άγονης ιδεολογικής πόλωσης προοδευτικών-συντηρητικών. Ίσως λοιπόν η απόφαση του ΣτΕ να είναι μια καλή ευκαιρία να δει κανείς αυτοκριτικά το όλο εγχείρημα και να ξανακεντράρουμε στην ουσία των πραγμάτων με την επίγνωση ότι το μέλλον της θρησκευτικής αγωγής δεν θα κριθεί ούτε στις δικαστικές αποφάσεις ούτε στα κυβερνητικά διατάγματα, αλλά στη διδακτική πράξη και στη συνείδηση της ελληνικής κοινωνίας.

ΠΗΓΗ: ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ· Θεολόγου Καθηγητή

Συνήθως, όταν θέλουμε να πούμε κάτι για την εκπαίδευση και να το συνδυάσουμε με το μεγάλο μας λογοτέχνη Νίκο Καζαντζάκη, καταφεύγουμε στην περιγραφή του για τη δική του πρώτη ημέρα στο σχολείο. Όταν ο πατέρας του, ο καπετάν Μιχάλης, τον παρέδωσε στο δάσκαλο, λέγοντας «το κρέας δικό σου, τα κόκαλα δικά μου»!

Μια άλλη περιγραφή έχει κάνει σε μένα μεγαλύτερη εντύπωση. Αυτή που, στην Τρίτη πια Δημοτικού, ο δάσκαλος ιδρώνει και πασχίζει να τους μάθει γραμματική, ενώ έξω είναι άνοιξη που μπαίνει και μέσα στην τάξη. Μιλάει ο δάσκαλος, λαλεί έξω ένα πουλάκι στο δέντρο, συνεχίζει να μιλάει ο δάσκαλος. Και σηκώνει το χέρι το Νικολιό και λέει: «Σώπα, δάσκαλε. Σώπα, δάσκαλε, ν’ ακούσουμε το πουλί».

Είναι τρομερό αυτό με το εκπαιδευτικό μας σύστημα. Τρομερό το πώς εκπαιδεύουμε τα παιδιά μας μόνο ν’ ακούνε. Και να δέχονται. Σε σημείο που καμιά φορά να τα προκαλούμε στο Λύκειο «μίλα, μωρέ. Αμφισβήτησέ με. Ψάξε. Πες τη γνώμη σου» κι αυτά να συνεχίζουν να σε κοιτούν αμήχανα, ψάχνοντας να δουν τι τελικά να πουν που θα σου αρέσει πάλι, θα συμφωνείς.

Παραγεμίζουμε τα παιδιά με γνώσεις σαν γαλοπούλες, όπως έχει πει κάπου ο Ευγένιος Τριβιζάς, αγνοώντας ίσως ότι όταν ρωτήθηκε ο Αϊνστάιν για την ταχύτητα του ήχου (ύλη Ε΄ Δημοτικού) δεν ήξερε, συμπληρώνοντας ότι αρνείται να αποθηκεύει στο μυαλό του πληροφορίες που εύκολα βρίσκει στα βιβλία (πιο εύκολα σήμερα στο διαδίκτυο).

Και είναι τρομερό ότι αυτό το κακοποιημένο παιδί, το παραφουσκωμένο με γνώσεις, θεωρείται άριστος μαθητής όταν απλά μάς τις αραδιάσει με τάξη και ευπρέπεια, αλλά με καθόλου ενσυναίσθηση.

Είναι τρομερό που μέσα στην πίεση να γίνουμε αγέλαστες μηχανές παράθεσης πληροφοριών («σας χρειάζονται για τις εξετάσεις») δεν ακούμε προσεκτικά τις σιωπές τους, το θυμό τους, το κλικ των ματιών τους. Αφήνουμε έξω την άνοιξη. Σε παραξένεψε το «αγέλαστες»; Έχω και το «ανέραστες». Όχι. Δεν τα ζητάει όλα το σύστημα. Κάποια τα φτιάχνουμε και μόνοι μας. Τι; Ένα σύστημα θα μάς κάνει κουμάντο; Μπορούμε και να το ξεπεράσουμε.

Τελικά, δάσκαλε, νομίζω ότι για να είσαι πραγματικά Δάσκαλος, πρέπει οι μαθητές σου να σε βρίσουν. Όχι μία. Δυο φορές. Να σε βρουν αργότερα στο δρόμο τους, να αλλάξουν την πορεία και το βλέμμα τους για να σε συναντήσουν, να πέσουν πάνω σου και να πουν… «ναι, ρε γαμώτο!»

ΠΗΓΗ: Εκπαιδευτικές και θεολογικές αταξίες