«Το “πίστευε και μη ερεύνα” είναι ένα λάθος»

Ο Ευθύμιος Νικολαΐδης, διευθυντής Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, μιλάει για τη σχέση επιστήμης και Ορθοδοξίας, με αφορμή το τριετές πρόγραμμα που ολοκληρώθηκε πρόσφατα.

Είναι από τις περιπτώσεις εκείνες που η είδηση αφορά φαινομενικά μία ειδική ομάδα ερευνητών και χάνεται από τα ραντάρ, καλώς ή κακώς, της επικαιρότητας. Από μια «λοξή», ωστόσο, διάσταση ένα συνέδριο με τον τίτλο «Η σχέση επιστήμης και Ορθοδοξίας: παρελθόν – παρόν – μέλλον» μοιάζει μάλλον ταιριαστό στην επικαιρότητα κατά την οποία συζητείται ο περίφημος διαχωρισμός Εκκλησίας και Κράτους. Με το συνέδριο αυτό, που πραγματοποιήθηκε από τις 29 Νοεμβρίου ως την 1η Δεκεμβρίου στο Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, ολοκληρώθηκε η τριετής έρευνα του προγράμματος «Επιστήμη και Ορθοδοξία ανά τον Κόσμο» (Science and Orthodoxy around the World) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του ΕΙΕ, με στόχο να χαρτογραφήσει τη σχέση θετικών και φυσικών επιστημών με τον ορθόδοξο χριστιανισμό. Με ερευνητές σε 10 χώρες, μια βάση δεδομένων ως υλικό έρευνας, συνεντεύξεις, συνέδρια, εργαστήρια και διαλέξεις, άρθρα σε επιστημονικά περιοδικά και ένα σχετικό ντοκιμαντέρ που θα κυκλοφορήσει το 2019, αναδεικνύονται οι πολλαπλές όψεις αυτής της σχέσης – ενίοτε παρεξηγημένης. Στο πλαίσιο αυτό χωρούν η βιοηθική, η οικολογία και το περιβάλλον, η φυσική και η κοσμολογία, αλλά και η ψυχολογία και η ψυχανάλυση. Μιλήσαμε με τον Θύμιο Νικολαΐδη, διευθυντή Ερευνών του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών, δίκην απολογισμού.

Ποια, κατά τη γνώμη σας, ήταν τα σημαντικότερα εμπόδια ώστε να ζήσει η Ορθόδοξη Εκκλησία τη δική της «επιστημονική επανάσταση»;
Οι επιστήμες, όπως τις γνωρίζουμε σήμερα, γεννήθηκαν και αναπτύχθηκαν στον ευρωπαϊκό χώρο από τον 16ο αιώνα και μετά. Η νέα αυτή γνώση προέκυψε από τη μεταμόρφωση της αρχαίας ελληνικής φυσικής φιλοσοφίας και των μαθηματικών επιστημών και επηρεάστηκε από τη δυτική θεολογία και τις απόψεις περί φύσης που απορρέουν από αυτήν. Έχει γίνει πολλή κουβέντα από τους ιστορικούς των επιστημών για τον ρόλο της μεταρρύθμισης και γενικότερα του προτεσταντισμού στην ανάπτυξη της νέας επιστήμης, οφείλουμε όμως να τονίσουμε ότι πολλοί βασικοί συντελεστές, όπως ο Γαλιλαίος, ήταν καθολικοί. Με τη σειρά τους οι νέες αυτές επιστήμες επηρέασαν τη δυτική θεολογική σκέψη και άλλαξαν τη σχέση του ανθρώπου με τη φύση, μετατρέποντάς τη σε ένα εργαλειακό αντικείμενο εκμετάλλευσης. Oι ορθόδοξες κοινότητες, είτε στην Οθωμανική Αυτοκρατορία είτε στη Ρωσία, δεν συμμετείχαν σε αυτές τις αλλαγές, οι οποίες, προερχόμενες από τον δυτικό χριστιανισμό, θεωρήθηκαν από μερίδα της Εκκλησίας ως ύποπτες αιρέσεων. Παρότι οι νέες ιδέες περί επιστημών και φύσης εισήχθησαν από ορθόδοξους ιερωμένους, μεγάλο μέρος της Ορθόδοξης Εκκλησίας και η πλειοψηφία του κατώτατου κλήρου αντιστάθηκε στη νέα επιστημονική και φιλοσοφική σκέψη.
Το «πίστευε και μη ερεύνα», όσο παρεξηγημένο κι αν είναι, έχει περάσει ως κοινός τόπος ότι η Εκκλησία προϋποθέτει την πλήρη υποταγή στο δόγμα αποθαρρύνοντας την έρευνα. Τι απαντάτε;Ο βασικός χρηματοδότης της επιστημονικής έρευνας στη Δυτική Ευρώπη ως την ίδρυση κρατικών θεσμών στα τέλη του 17ου αιώνα ήταν η Εκκλησία. Έχουν γραφτεί πολλά για το θέμα, παραμένει κλασικό το βιβλίο του ιστορικού των επιστημών John Heilbron «The Sun in the Church» (HUP, 2001). Τα ιησουιτικά κολέγια τον 17ο αιώνα τα οποία είχαν συνολικά 50.000 μαθητές, ήταν ο βασικός θεσμός διδασκαλίας μαθηματικών και αστρονομίας. Βέβαια, πάντα υπήρχε η μέριμνα συμβιβασμού της επιστήμης με τις βασικές θεολογικές αρχές, αυτό όμως το βλέπουμε και στους μεγάλους μεταρρυθμιστές των επιστημών, όπως ο Νεύτωνας. Στον ορθόδοξο κόσμο, πολλές σχολές των ελληνικών κοινοτήτων ως την ίδρυση του ελληνικού κράτους χρηματοδοτούνταν από την Εκκλησία και η πλειοψηφία των διδασκάλων των νεωτερικών επιστημών έως τον 19ο αιώνα ήταν κληρικοί. Άρα δεν υπάρχει άλλη απάντηση στο ερώτημά σας από το ότι πρόκειται για έναν εσφαλμένο κοινό τόπο.
Υπάρχουν τομείς όπου η Ορθοδοξία και η επιστήμη ήρθαν πιο κοντά, ανεξάρτητα αν αυτό έγινε γνωστό στη δημόσια σφαίρα; Και, αντιστρόφως, ποιοι τομείς χρειάζονται περαιτέρω ενθάρρυνση;
Αν μιλήσουμε ιστορικά, η επιστήμη και η Ορθοδοξία ήρθαν πολύ κοντά την εποχή των Ελλήνων Πατέρων, όταν ορισμένοι από αυτούς προσπάθησαν να συγκεράσουν τις επιστημονικές γνώσεις της εποχής τους με τη διδασκαλία των Γραφών. Πολλές από τις εξαημέρους, τα κείμενα δηλαδή που σχολιάζουν τις έξι ημέρες της Δημιουργίας του βιβλίου της Γένεσης αντανακλούν αυτήν την προσπάθεια. Στη συνέχεια, από τις απαρχές του πρώτου βυζαντινού ουμανισμού (τέλη 9ου αιώνα) και μετά, ο ανώτατος βυζαντινός κλήρος ταυτίστηκε με τον επιστημονικό χώρο. Το πρόβλημα σχετικά με τις επιστήμες (τη θύραθεν γνώση) ανέκυπτε κυρίως στον χώρο του μοναχισμού. Αργότερα, στους νεώτερους χρόνους, ορισμένοι ανώτεροι κληρικοί, όπως π.χ. ο Χρύσανθος Νοταράς ή ο Νικηφόρος Θεοτόκης, βλέπουν στις επιστήμες τη μελέτη της φύσης του Θεού και προσπαθούν να προωθήσουν τη διδασκαλία τους στον ορθόδοξο κόσμο. Από τον 19ο αιώνα και μετά, όταν δηλαδή οι δύο αυτές σφαίρες διαχωρίζονται σαφώς τόσο ιδεολογικά με την επιστήμη να μη χρησιμοποιεί πλέον τον Θεό στις εξισώσεις της όσο και θεσμικά με την ίδρυση κρατικών θεσμών επιστημονικής έρευνας και διδασκαλίας, οι χώροι αυτοί απομακρύνονται. Όμως συγκεκριμένα θέματα, όπως η θεωρία της εξέλιξης, τους αναγκάζουν σε διάλογο και καμιά φορά σε διαμάχη.
Σε σχέση με άλλα «κέντρα» της Ορθοδοξίας ποια είναι η κατάσταση που επικρατεί στην Ελλάδα ως προς την αξιοποίηση της επιστήμης; Σε ποια σημεία του κόσμου είναι πιο προωθημένη αυτή η σχέση;
Αν εννοείτε την αξιοποίηση από τα κράτη όπου το ορθόδοξο δόγμα κυριαρχεί, στην εποχή της παγκοσμιοποιημένης επιστήμης και της κυριαρχίας της τεχνολογίας είναι σαφές ότι η επιστήμη, οι θεσμοί της και όσα απορρέουν από αυτήν είναι στις προτεραιότητες όλων αυτών των κρατών. Η κυρίαρχη ιδεολογία, από την οποία απορρέει και το οικονομικό μοντέλο, βασίζεται στην επιστημονική και τεχνολογική καινοτομία. Οπωσδήποτε υπάρχουν αντιστάσεις στο μοντέλο αυτό από διάφορα κινήματα, ορισμένες εξ αυτών απορρέουν δε από το χριστιανικό ορθόδοξο μοντέλο της ταπεινοφροσύνης και του σεβασμού της φύσης (π.χ. η οικολογική καμπάνια του Οικουμενικού Πατριάρχη), αλλά προς το παρόν αυτές οι απόψεις δεν πλειοψηφούν στην κυρίαρχη ιδεολογία.
Μπορείτε να μας υποδείξετε παραδείγματα – από την καθημερινότητα ή την πανεπιστημιακή εκπαίδευση – όπου η συνεργασία Ορθοδοξίας και επιστήμης αποδίδει ήδη καρπούς;
Θα πω τρία παραδείγματα:
– Οικολογική κρίση και κριτική της νεωτερικότητας. Ο συνδυασμός Ορθοδοξίας και επιστήμης μπορεί να λειτουργήσει ανατρεπτικά, με τη θετική έννοια του όρου, για τον τρόπο που σχετιζόμαστε με το φυσικό περιβάλλον και αναλαμβάνουμε έμπρακτα την ευθύνη μας για αυτό.
– Ο τομέας της βιοηθικής (με κομβικά σημεία την αρχή και το τέλος της ζωής) είναι ένα βασικό πεδίο όπου η συνεργασία τους θα μπορούσε να είναι επίσης σημαντική, στον βαθμό που ανακύπτουν κεντρικά ερωτήματα και διλήμματα για την ίδια της έννοια του ανθρώπου.
– Σύγχρονος προβληματισμός για τις αξίες. Οι θετικές επιστήμες, αν και είναι φορείς σημαντικών αξιών και αποτελούν ένας είδος οικουμενικής γλώσσας, δεν μπορούν να θεμελιώνουν τις αξίες με τρόπο σταθερό και καθολικό. Η πολύπλοκη, και άρα ευάλωτη, δομή των νεωτερικών κοινωνιών χρειάζεται συμπληρωματικές προσεγγίσεις για την κατανόηση των σύγχρονων πολυεπίπεδων προκλήσεων.
Η παρηγοριά – για την απώλεια, το τραύμα, τον θάνατο – είναι μια έννοια για την οποία θα μπορούσαν να έχουν λόγο τόσο η Εκκλησία όσο και η επιστήμη. Βρίσκετε εφικτή αυτή τη «συνεργασία»;
Στο πλαίσιο της χριστιανικής βιοηθικής εμφανίζονται τελευταία νέα πεδία προβληματισμού και πρακτικών στις επιστήμες της υγείας, όπως η διεπιστημονική παρηγορητική φροντίδα (palliative care) και η ιατρική ανθρωπολογία (medical anthropology) επεκτείνοντας τον ορίζοντα της βιοηθικής έρευνας, ώστε να συμπεριλάβει την ορθόδοξη πνευματικότητα ως σημαντικό στοιχείο, φωτίζοντας την πολιτισμική – πνευματική διάσταση της ασθένειας, του πένθους και της θεραπείας. Επίσης, όπως διαπιστώνουμε, στον διάλογο ψυχολογίας και ορθόδοξης θεολογίας και ποιμαντικής θίγονται τέτοια ζητήματα τόσο στην ψυχολογική όσο και στην πνευματική τους διάσταση.
Η Ορθοδοξία υπερασπίζεται έναν λόγο οντολογικό, σε αντίθεση με τη φιλοσοφική αναζήτηση. Θα μπορούσε ποτέ η φιλοσοφία να γίνει γέφυρα μεταξύ Ορθοδοξίας και επιστήμης;
Στο μέτρο που η θεολογία αλλά και οι επιστήμες εμπεριέχουν στην ιστορία και τη δομή τους φιλοσοφικές θεωρήσεις και έννοιες, χωρίς να εξαντλούνται σε αυτές, η διαμεσολάβηση της φιλοσοφίας θα μπορούσε να λειτουργεί ως γέφυρα επικοινωνίας μεταξύ τους, κυρίως στα πεδία της επιστημολογίας, της ανθρωπολογίας και της ηθικής Δεν είναι ίσως τυχαίο ότι τα ανανεωτικά ρεύματα στην ορθόδοξη θεολογία του 20ού αιώνα, όπως εκφράστηκαν για παράδειγμα από τη ρωσική Διασπορά, αναδύθηκαν στη δημιουργική συνάντηση της θεολογίας με τη σύγχρονη φιλοσοφία, η οποία επέτρεψε στη θεολογία την ανανοηματοδότηση της ευαγγελικής πρότασης στο πλαίσιο του νεωτερικού κόσμου και των επιστημών. Ο Γάλλος φιλόσοφος Paul Ricoeur μάς λέει στον περίφημο διάλογό του με τον νευροεπιστήμονα Jean-Pierre Changeux ότι στα σύνορα των πεδίων γίνονται οι μεγαλύτερες ανακαλύψεις αρκεί να είμαστε προσεκτικοί με τη σημασία των λέξεων και τη χρήση των εννοιών. Αυτές, όμως, οι ανακαλύψεις δεν είναι δοσμένες. Η φιλοσοφία μπορεί να λειτουργεί ως τρίτος χώρος συνάντησης των δύο πεδίων, χωρίς να τα απορροφά. Κάτι τέτοιο διαπιστώνουμε και στη μέχρι τώρα καταγραφή που κάναμε, στο πλαίσιο του Science and Orthodoxy around the World.

ΠΗΓΗ

ΤΑ ΝΕΑ

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων