Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Περιμένοντας στην ουρά του ΑΤΜ για ανάληψη χρημάτων, η μητέρα με το μικρό αγοράκι που βρισκόταν πίσω μου, έδωσε τον τόνο τού γνωστού στις μέρες μας ρατσισμού ενάντια στους πρόσφυγες και τους μετανάστες. Κάποια στιγμή το μικρό αγοράκι ξεφεύγει από τα χέρια της και αρχίζει να τρέχει στο πεζοδρόμιο. Προς την πλευρά της τράπεζας περπατούσε ένας μετανάστης. Ακούω τη μητέρα να λέει επί λέξει στο παιδί της: «πρόσεχε θα σε φάει ο μαύρος». Την κοιτάζω και τη ρωτώ το εξής απλό: «Τί λέτε στο παιδί σας;» Και η απάντηση που εισπράττω, κυριολεκτικά με αφήνει άφωνο: «Αυτοί δεν είναι άνθρωποι, είναι χιμπατζήδες».

Το σκηνικό θα μπορούσε να έχει συνέχεια… Ανήκει στα γεγονότα που καθημερινά ο καθένας μας βιώνει, με αφορμή το μεταναστευτικό φαινόμενο, το οποίο στις μέρες μας όλο και περισσότερο γιγαντώνεται, και ειδικότερα εδώ στη Λέσβο δεν είναι διαχειρίσιμο, με ευθύνες κυρίως των πολιτικών και των τοπικών παραγόντων.

Προχθές από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών του Βόλου έλαβα μια πρόσκληση, για τη διάλεξη που θα κάνει στην Αθήνα ο διεθνούς φήμης φιλόσοφος Charles Taylor, Ομότιμος Καθηγητής του Πανεπιστημίου McGill (Μόντρεαλ, Καναδάς). Η διάλεξη, με θέμα: «Ο Χριστιανισμός στην κοσμική εποχή της Δύσης», θα γίνει στο αμφιθέατρο Λεωνίδας Ζέρβας, Εθνικό Ίδρυμα Ερευνών, Βασιλέως Κωνσταντίνου 48, Αθήνα), στις 7.30 μμ., και οργανώνεται από την Ακαδημία Θεολογικών Σπουδών Βόλου και το Πρόγραμμα «Επιστήμες και Ορθοδοξία ανά τον κόσμο» (SOW) του Ινστιτούτου Ιστορικών Ερευνών του Εθνικού Ιδρύματος Ερευνών.

Με αφορμή το παραπάνω ρατσιστικό παραλήρημα της μητέρας, ανέσυρα από τη βιβλιοθήκη μου ένα από βιβλία του κορυφαίου αυτού Καναδού καθηγητή, με τίτλο: Πολυπολιτισμικότητα, εκδ. Πόλις, Αθήνα 1999, στο οποίο περιέχονται και σχόλια τεσσάρων συνεργατών του. Στην εισαγωγή, την οποία γράφει η Amy Gutmann, καθηγήτρια Πολιτικής Επιστήμης στο Πανεπιστήμιο του Princeton, διάβασα ένα απόσπασμα, που κάπως αλάφρωσε τον θυμό μου για τη μισαλλόδοξη μητέρα και τον ρατσιστικό της λόγο, ο οποίος άνετα για πολλούς θα μπορούσε να γίνει και σύνθημα, αν δεν έχει ήδη γίνει. Γράφει η κα. Amy Gutmann: «Ο μισάνθρωπος λόγος (hate speech) παραβιάζει τον πλέον στοιχειώδη ηθικό γνώμονα να σεβόμαστε την αξιοπρέπεια όλων των ανθρώπων και απλώς προϋποθέτει την εγγενή κατωτερότητα των άλλων», (σ. 67).

Θα έλεγα, λοιπόν, δίχως κανέναν ενδοιασμό ό,τι σε έναν κόσμο που εναγώνια αναζητά την ασφάλεια του, περίκλειστος μόνο στον εαυτό του, ο μετανάστης, ο πρόσφυγας, ο εκδιωγμένος, ο αναγκασμένος από τα πράγματα να αλλάζει συνεχώς τόπο και τρόπο ζωής, είναι εκείνο το πρόσωπο του άλλου· καταπώς γράφει κι ο πολύς Νίκος – Γαβριήλ Πεντζίκης: «Το εγώ μου είν’ ένας άλλος», (Προς Εκκλησιασμόν, εκδ. ΑΣΕ, Θεσσαλονίκη 1986, σ. 66).

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΜΠΟΥΚΑΛΑ

Α​​πό τον Αριστοτέλη και την «Ποιητική» του ξέρουμε πως η ποίηση, που ασχολείται με το «καθόλου», είναι «φιλοσοφότερη» της ιστορίας, που καταπιάνεται με το «καθ’ έκαστον». Μπορεί και να ισχύει. Αλλά όπως οι κανόνες έχουν τις εξαιρέσεις τους, έτσι οι αφορισμοί έχουν τους περιορισμούς τους. Χωρίς την ιστοριογραφία πάντως, η φιλοσοφία που αποσκοπεί στη διερεύνηση των ανθρωπίνων, στην ατομική και τη συλλογική φανέρωσή τους, θα είχε πολύ λιγότερα ερείσματα, και λιγότερο στέρεα.

Τμήμα διακριτό και σπουδαίο της ιστορίας των ανθρώπων, η ποίηση αποτελεί επιπλέον και ένα ευαίσθητο ιστοριογραφικό δεδομένο η ίδια, μια μαρτυρία που εκτιμάται σε συνάρτηση με τα στοιχεία που παρέχουν οι μη λογοτεχνικές πηγές. Ιδιαίτερα η δημοτική ποίηση, με την ανιδεολογική αθωότητα που εν γένει τής αναγνωρίζεται, μπορεί να εμπλουτίσει τις ιστορικές και ανθρωπολογικές γνώσεις μας, σαν συμπληρωματική αλλά αυτοτελής πηγή. Το βλέπουμε αυτό και με τα λεγόμενα ιστορικά δημοτικά τραγούδια, όσα πλάστηκαν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης του 1821, για να ιστορήσουν συγκεκριμένα επεισόδια του Αγώνα ή εξέχουσες μορφές του. Αν τα ρωτήσουμε με σεβασμό, χωρίς να τα θεωρούμε κατώτερης στάθμης κείμενα, θα μας δώσουν ενδιαφέρουσες απαντήσεις για κάποιους δείκτες συνδεόμενους με την ελληνογνωσία μας. Ας μείνουμε εδώ στον εθνωνυμικό δείκτη.

Στα προεπαναστατικά δημοτικά τραγούδια το εθνώνυμο Έλληνας απαντά σπανιότατα, και κυρίως στα ποντιακά άσματα (Τραντέλλενας). Απαξιωμένο όπως ήταν επί αιώνες, στη διάρκεια τη Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, αφού οι ηγεμονεύοντες χριστιανοί το ταύτισαν με τους παγανιστές, τους εθνικούς, τους ειδωλολάτρες, υποχώρησε μπροστά στα ονόματα Γραικός και το Ρωμιός, ακόμα και το χριστιανός. Στα τραγούδια που συντέθηκαν μέσα στην Επανάσταση, το Έλληνας εμφανίζεται πλέον συχνότερα, σαν ισότιμο των άλλων δύο εθνωνύμων, γεγονός που δεν μπορεί να είναι άσχετο με την όλη συζήτηση περί του πρέποντος ή του πιο ταιριαστού ιστορικά εθνωνύμου (ο «Διάλογος δύο Γραικών» του Αδαμάντιου Κοραή είχε εκδοθεί το 1805), όση απόσταση κι αν υποθέσουμε ότι υπήρχε ανάμεσα σε «επώνυμους» λόγιους και «ανώνυμους» πολεμιστές.

Ο Μακρυγιάννης λοιπόν χρησιμοποιεί το όνομα Έλληνας σε γύρισμα που ενθέτει σε ένα τραγούδι που λέει στην παρέα του, παίζοντας τον περίφημο ταμπουρά του, πολιορκημένος στην Ακρόπολη, το 1826. Ο καπετάνιος τραγουδάει μισό αυτοσχεδιάζοντας, μισό αναπλάθοντας παλαιότερα μοτίβα, όπως είχε πράξει σε άλλη περίσταση και ο Θεόδωρος Κολοκοτρώνης. Διαβάζουμε στα «Απομνημονεύματα» του Στρατηγού:

«Τότε έκατσε ο Γκούρας και οι άλλοι και φάγαμεν ψωμί· τραγουδήσαμεν κι εγλεντήσαμεν. Με περικάλεσε ο Γκούρας κι ο Παπακώστας να τραγουδήσω· ότ’ είχαμεν τόσον καιρόν οπού δεν είχαμεν τραγουδήσει – τόσον καιρόν, οπού μας έβαλαν οι ‘διοτελείς και γγιχτήκαμεν διά να κάνουν τους κακούς τους σκοπούς. Τραγουδούσα καλά.

Τότε λέγω ένα τραγούδι: Ο ήλιος εβασίλεψε, / -Eλληνά μου εβασίλεψε- / και το Φεγγάρι εχάθη / κι ο καθαρός Αυγερινός που πάει κοντά την Πούλια / τα τέσσερα κουβέντιαζαν και κρυφοκουβεντιάζουν. / Γυρίζει ο Hλιος και τους λέει, γυρίζει και τους κρένει· / “Εψές οπού βασίλεψα πίσου από μια ραχούλα, / άκ’σα γυναίκεια κλάματα κι αντρών τα μοιργιολόγια / γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά στον κάμπο ξαπλωμένα, /και μες στο αίμα το πολύ είν’ όλα βουτημένα /. Για την πατρίδα πήγανε στον Aδη, τα καημένα”».

«Ο μαύρος ο Γκούρας αναστέναξε και μου λέγει: “Αδελφέ Μακρυγιάννη, σε καλό να το κάμει ο Θεός· άλλη φορά δεν τραγούδησες τόσο παραπονεμένα. Αυτό το τραγούδι σε καλό να μας βγει”. – Είχα κέφι, τού ειπα, οπού δεν τραγουδήσαμεν τόσον  καιρόν. Oτι εις τα ‘ρδιά πάντοτες γλεντούσαμεν». Στη μάχη που ακολούθησε ο Γκούρας σκοτώθηκε.

Δεν καινοτόμησε πάντως ο Μακρυγιάννης. Το όνομα Έλληνας το συναντάμε σε δημοτικό τραγούδι που πλάστηκε ήδη στον πρώτο χρόνο της Επανάστασης, για να απαθανατίσει τη μάχη της Αλαμάνας, τη γενναιότητα του Διάκου και το μαρτυρικό του τέλος. Το τραγούδι αυτό, όπως υπογραμμίζει και ο Νικόλαος Πολίτη στις «Εκλογές», «εποιήθη μήνάς τινας μετά τον θάνατον του Διάκου». «Είχα δύο αντίγραφα αυτού του τραγουδιού», σημειώνει σχετικά ο Κλοντ Φοριέλ, που το δημοσίευσε το 1824 στο Παρίσι. «Το ένα το οφείλω στις φροντίδες ενός Eλληνα πολύ αγαπητού φίλου, ο οποίος το μάζεψε στα ίδια τα μέρη όπου βγήκε το τραγούδι».

Οι κρίσιμοι στίχοι στην εξακριβωμένης αυθεντικότητας παραλλαγή του Γάλλου νεοελληνιστή: «Στην Αλαμάνα έφθασαν, κι έπιασαν τα ταμπόρια. / “Καρδιά, παιδιά μου”, φώναξε, “παιδιά μη φοβηθείτε. / Ανδρεία ωσάν Έλληνες, ωσάν Γραικοί σταθείτε”».

Ο Διάκος τα λέει αυτά, ο οποίος, και στη συγκεκριμένη την παραλλαγή του τραγουδιού, λίγο παρακάτω, αλλά και σ’ εκείνη που δημοσίευσε ο Πολίτης, αυτοπροσδιορίζεται ως Γραικός:

«Χίλιοι τον πήραν απ’ εμπρός και δυο χιλιάδες πίσω, / κι Ομέρ Βριόνης μυστικά στον δρόμον τον ερώτα: / “Γίνεσαι Τούρκος, Διάκο μου, την πίστιν σου ν’ αλλάξεις, / να προσκυνάς εις το τζαμί, την εκκλησιάν ν’ αφήσεις;” / Κι εκείνος τ’ απεκρίθηκε και με θυμόν τού λέγει: / “Πάτε κι εσείς κι η πίστις σας, μουρτάτες, να χαθείτε· εγώ Γραικός γεννήθηκα, Γραικός θέλ’ απεθάνω”».

Κανένας ψυχικός ή πνευματικός διχασμός βέβαια. Έλληνας και Γραικός, αλλά και Ρωμιός, είναι ισοδύναμα πλέον, και εναλλάξιμα, όπως ισοδύναμα είναι τα ονόματα Αχαιοί, Αργείοι και Δαναοί στα ομηρικά έπη, όπου δεν απαντά το εθνικό όνομα Eλλην. Eξι χρόνια άλλωστε μετά τον θάνατο του Διάκου, ο λαϊκός τραγουδιστής βάζει στο στόμα του θνήσκοντος Γεωργίου Καραϊσκάκη την ίδια προτροπή, με επουσιώδεις λεκτικές διαφορές. Πληγωμένος ο Καραϊσκάκης, στον κάμπο της Αθήνας, νιώθει το τέλος του και «ψιλή φωνίτσα βάζει»: «Έλληνες μην κιοτέψετε, παιδιά μη φοβηθείτε, / και πάρ’ το γιούχα η Τουρκιά κι ερθεί και μας χαλάσει. / Σαν Έλληνες βαστάξετε κι ωσάν Γραικοί σταθείτε».

Να ήταν άραγε κάποιος λόγιος, κάποιος γραμματιζούμενος, ο πρώτος δημιουργός του μοτίβου, αν κρίνουμε από το επίρρημα «ανδρεία», ίσως και από το «ωσάν»; Δεν είναι απίθανο, αυτή η μέθοδος άλλωστε ήταν αρκετά συχνή στη σύνθεση των δημοτικών τραγουδιών. Αν όμως ο δήμος δεν ένιωθε δική του την πρόταση, ως προς το γράμμα και ως προς το πνεύμα της, δεν θα την ενστερνιζόταν. Θα την άφηνε να σβήσει άδοξα. Δεν θα την έκανε δηλαδή δημοτική, τραγουδώντας την και ξανατραγουδώντας την, και απαλείφοντας εντέλει το επιρρηματικό «ανδρεία», πιθανόν σαν περιττό. Ή πάλι επειδή, όπως το ξέρουμε και από τον Γιάννη Αποστολάκη, στο δημοτικό –το κλέφτικο ιδίως, καθώς και ο άμεσος γόνος του, το ιστορικό τραγούδι– προτιμούν το ρήμα και τον γυμνό πλούτο του, όχι το επίθετο και το επίρρημα.

Ομιλία στην εκδήλωση «Ποίηση και Ιστορία» του Ιστορικού Αρχείου του Πανεπιστημίου Αθηνών (19.5.2018).

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αρκετά blogs αναπαράγουν την είδηση: «Ο Μητροπολίτης Πειραιώς έβαλε στη θέση του τον προκλητικό συνταγματολόγο Σωτηρέλη στο θέμα των Θρησκευτικών», κατά τη δημόσια συζήτηση που οργάνωσε η Εταιρεία Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου και ο Όμιλος “Αριστόβουλος Μάνεσης”, την Τετάρτη 9 Μαΐου, με θέμα «Το μάθημα των Θρησκευτικών υπό το φως της πρόσφατης απόφασης 660/2018 Ολομ. του Σ.τ.Ε».  Και μάλιστα πανηγυρίζουν για τη στάση που κράτησε ο Μητροπολίτης Πειραιώς Σεραφείμ. Δυστυχώς εις τους κόλπους της θεσμικής Εκκλησίας, αυτή η στάση φαίνεται να κυριαρχεί. Πρέπει να απελπιστούμε; Όχι βέβαια. Η ανθρώπινη ψυχή είναι περισσότερο πλούσια απ’ ό,τι τη νομίζουμε. Καταπώς λέγει κι ο Γ. Σεφέρης στο ποίημά του «Διάλειμμα χαράς»: «κι άνοιξες τα μεγάλα σου τα μάτια κοιτάζοντας / τον αρχάγγελο να γυμνάζεται με μια πύρινη ρομφαία. / “Ανεξήγητο” είπες “ανεξήγητο” / δεν καταλαβαίνω τους ανθρώπους…», Ποιήματα, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1998, σ. 167.

Αποτέλεσμα εικόνας για φίκος wasted love

Wasted Love, δια χειρός Φίκου

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Οι εκδόσεις ΕΝ ΠΛΩ διοργανώνουν την Κυριακή 6 Μαΐου στις 13:30 μ.μ. στο πλαίσιο της 15ης ΔΕΒΘ (Περίπτερο 15 Stand 20-24) παρουσίαση του νέου τεύχους της ετήσιας έκδοσης διαλόγου και πολιτισμού ΑΝΘΙΒΟΛΑ.

Ομιλητές:

– Θούλη Μισιρλόγλου, Διευθύντρια του Μακεδονικού Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης..
– Γιώργος Ζωγραφίδης, Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ.
– Παναγιώτης Υφαντής, Αναπληρωτής καθηγητής, Τμήμα Θεολογίας ΑΠΘ.
– Δημήτρης Κόκορης, Επίκουρος καθηγητής νεοελληνικής γραμματείας, Τμήμα Φιλοσοφίας και Παιδαγωγικής ΑΠΘ.

Τα περιεχόμενα του τεύχους εδώ: ΙΔΙΩΤΙΚΗ ΟΔΟΣ