ΧΡΗΣΤΟΣ ΓΙΑΝΝΑΡΑΣ, Ο έρωτας και η πίστη

Για την πίστη ως εμπιστοσύνη και τον έρωτα ως «έξοδο από το εγώ» μίλησε και συζήτησε με το κοινό ο Χρήστος Γιανναράς σε εκδήλωση στο βιβλιοπωλείο «άΠΕΙΡΟΣ χΩΡΑ» στα Βριλήσσια  τον Ιούνιο του 2016.

Η εκδήλωση έγινε στο πλαίσιο επανέκδοσης των βιβλίων του:  Άσμα Ασμάτων και Αλφαβητάρι της Πίστης από τις εκδόσεις Ίκαρος.

ΠΗΓΗ

Αντίφωνο

Απολαυστικό βιβλίο…

ΕΛΙ ΒΙΖΕΛ, Ο καιρός των ξεριζωμένων, μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Μεταίχμιο, Αθήνα 2003.

Ο καιρός των ξεριζωμένων

Ο Γκαμλιέλ, ένα μικρό Εβραιόπουλο θα χάσει τους οικείους του, την πίστη του, ακόμα και το όνομά του, όταν η μητέρα του, για να τον σώσει από τους Ούγγρους φασίστες θα τον εμπιστευτεί στα χέρια της Ιλόνκα, μιας νεαρής τραγουδίστριας που δουλεύει σε καμπαρέ της Βουδαπέστης. Τα χρόνια που θα ακολουθήσουν του επιφυλάσσουν όμως κι άλλες επώδυνες περιπλανήσεις. Ώσπου, στα τέλη του 20ού αιώνα, ο Γκαμλιέλ Φρίντμαν βρίσκεται στη Νέα Υόρκη και έχει αποκτήσει πλέον αμερικανική υπηκοότητα. Όταν η γιατρός Λίλι Ρόζενκρατς του ζητά να τη βοηθήσει με μια ηλικιωμένη ουγγαρέζα ασθενή της, η οποία μιλά μόνο ουγγρικά, το παρελθόν του ξυπνά. Η τρελή σκέψη ότι η άρρωστη μπορεί να είναι η Ιλόνκα, που έχει να τη δει από το 1956, όταν οι κάτοικοι της Βουδαπέστης εξεγέρθηκαν εναντίον των σοβιετικών δυνάμεων, θα σταθεί η αφορμή για να τον κατακλύσουν οι αναμνήσεις: τα παιδικά του χρόνια, ο αποτυχημένος γάμος του με την Κολέτ, οι δυο του κόρες, με τις οποίες δεν έχει πια καμία επαφή, οι παλιοί του φίλοι, οι σύντροφοι με τους οποίους μοιράζεται τη σκληρή μοίρα του ξεριζωμού, αλλά και οι ατάλαντοι συγγραφείς στους οποίους ο Γκαμλιέλ δανείζει τα κείμενα και το ταλέντο του, ενώ μοναδική του έγνοια είναι να τελειώσει το Μυστικό Βιβλίο του.

Μέσα σε μία μέρα ο Γκαμλιέλ, αυτός ο ισόβια ξεριζωμένος, συνειδητοποιεί ότι πρέπει να συμφιλιωθεί με το παρελθόν του, να ριζώσει κάπου. Πρέπει να πείσει τον εαυτό του ότι υπάρχει ακόμη χώρος στην καρδιά των ανθρώπων για το όνειρο και την ελπίδα.

Για τον Ελί Βιζέλ βλ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ Α. ΣΤΑΜΟΥΛΗΣ, Ερχόμαστε από τη τολμηρή πλευρά της Ιστορίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία και ο καινούργιος κόσμος

«Έτσι συμβαίνει πάντοτε: ο ποιητής ριψοκινδυνεύει, ενώ πίσω του άνθρωποι παραπλανημένοι επιμένουν να κρατάνε καλά κλειστή μια πόρτα που από καιρό τώρα έχει χάσει τη δικαιολογία της κλειδαριάς της», Οδυσσέας Ελύτης, «Τέχνη – Τύχη – Τόλμη», στο: Ανοιχτά χαρτιά, (1987), Ίκαρος: Αθήνα,σ. 116.

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Ζούμε σε ένα κόσμο που φλέγεται. Δεν μπορούμε να κάνουμε πως δεν καταλαβαίνουμε. Της Ορθοδοξίας δεν της πρέπει μια τέτοια στάση. Δεν της πρέπει μια τέτοια έκπτωση.

Η ίδρυση, η ιστορική ίδρυση της Εκκλησίας, σχετίστηκε με τον ευαγγελισμό του καινούργιου. Ο Χριστός ήταν το απόλυτα καινούργιο. Ένας καινούργιος κόσμος από Ανατολή σε Δύση και από Βορρά σε Νότο. Η αρχή μιας άλλης κίνησης, μιας στάσιμης κίνησης και μιας αεικίνητης στάσης, καθώς θα  έλεγε ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, και μαζί  το τέλος αυτής της κίνησης, το κάλλος το άγιον, το «τελικό» αίτιο, στο οποίο επιστρέφει κάθε αγαθή δημιουργία, προκειμένου να χαθεί μέσα στην απεραντοσύνη της ενότητας.[1]

Βέβαια, η ενότητα, είναι μια διαδικασία συνεχούς μαθητείας, συνεχούς κατάδυσης, στους κραταιούς «θανάτους» που επιβάλλει η αγάπη[2]. Μια πορεία αιμάτινη, που παλεύει να νικήσει τις οποιεσδήποτε φοβίες γεννά η συνήθεια και η ανέξοδη παραμονή σε «κεκτημένα» και δάφνες του παρελθόντος. Μια συνήθεια και μια ειδωλολατρική παραμονή, που αδυνατούν να δουν την αλήθεια που ευαγγελίζεται ο εκάστοτε καιρός∙ ο καιρός του ποιήσαι. Την αλήθεια ενός σώματος ζώντος, που συνεχώς αυξάνει και ταξιδεύει στη συνάντησή του με την προσδοκία των εσχάτων. Γι αυτό και έχει δίκιο ο ποιητής όταν λέγει, πως: «Μ’ αν είναι για χάρη της ομόνοιας να πνίγεται πάντοτε η αλήθεια […] μια τέτοια ενότητα καλύτερα να συντριβεί»[3].

Και τα λέγω τούτα, διότι η εικόνα που σήμερα διαμορφώνεται στη δημόσια πλατεία για την Εκκλησία δεν είναι η καλύτερη δυνατή. Μια εικόνα, για την οποία δεν ευθύνονται πάντα οι εκτός των τειχών∙ αυτοί που συχνά και με απίστευτη ευκολία ονομάζονται «εχθροί» της Εκκλησίας. Αυτό, βέβαια,  δεν αφαιρεί τις ευθύνες από τους πονηρούς της ιστορίας, οι οποίοι παραμονεύουν πάντα την Εκκλησία. Ξέρουμε, όμως, πως  τα κάστρα πέφτουν από μέσα, από τους αλλοτριωμένους φρουρούς τους, από τους υπερασπιστές  μιας τσαλακωμένης ή και ανύπαρκτης ιδεολογίας, τους μαχητές μιας χυδαίας ιδιοτέλειας, που μάχεται μετά μανίας την προφητεία. Εκείνη δηλαδή τη φλόγα η οποία με οδηγό την κριτική της διάθεση δεν διστάζει να κάψει βεβαιότητες και ασφάλειες που οδηγούν σε καθεστωτική νοοτροπία και στάση. Γι αυτό και ο απόστολος Παύλος όταν μιλάει, δεν μιλάει για τους εκτός, αλλά για τις αμαρτάδες των εντός, τις αμαρτάδες των μελών της κοινότητας. Συνεπώς, η επίρριψη όλων των κακών στις πλάτες των «εχθρών» της Εκκλησίας θα ήταν μια εύκολη, αλλά μαζί και υποκριτική λύση. Μια λύση, η οποία θα έσωζε μια ψευδή ενότητα, αλλά  θα ακινητοποιούσε το πλοίο της Εκκλησίας στο λιμάνι της απόλυτης εσωστρέφειας.

Φονταμενταλισμοί άγριοι, ρητορική μίσους και αναξιοπρέπειας, κυνήγι μαγισσών, μαχαιρώματα αδελφών, απόδοση προθέσεων, μανικός εξευτελισμός προσώπων και αγώνων μιας ζωής, διαπόμπευση της διαφορετικότητας, συνωμοσιολογίες και απόλυτη ιδιωτικοποίηση και ως εκ τούτου στραγγαλισμός  της ορθοδοξίας, αποτελούν σήμερα λίγα από εκείνα τα φερτά υλικά   που φτιάχνουν το σκοινί που κρατά το πλοίο της Εκκλησίας δεμένο στο λιμάνι της παρακμής και της σταδιακής νέκρωσης.

Ίσως αυτές μου οι παρατηρήσεις να φαίνονται σκληρές, ίσως και απόλυτες, πολύ πιθανόν και άδικες. Έχω την αίσθηση, όμως, και οφείλω με ειλικρίνεια να το ομολογήσω, πως μοιάζει σήμερα η Εκκλησία, η Ορθόδοξη Εκκλησία μας, να περνά τη δυσκολότερη φάση της νεότερης ιστορίας της. Μια πραγματικότητα, η οποία αναγκάζει πολλούς να παίρνουν το δρόμο της απολογητικής, προκειμένου να σώσουν ό, τι σώζεται, άλλους να υιοθετούν  μια επιθετική  πρακτική, ελπίζοντας στην άτακτη υποχώρηση του κακού και κάποιους, τέλος, αποκαρδιωμένους, να επιλέγουν την εύκαιρη παραμονή τους στο μυστήριο της σιωπής∙ αυτής της πραγματικότητας που κάποτε είναι χρυσός.

Βεβαίως, κοντά στα ξερά καίγονται και τα χλωρά. Και αυτά δεν είναι λίγα, ίσως να είναι και τα περισσότερα. Είμαι πεπεισμένος πως είναι τα περισσότερα. Μάλιστα, πολλές φορές μάχονται με όλες τους τις δυνάμεις για την αποκάλυψη μιας άλλης Εκκλησίας, φιλάνθρωπης και ανοικτής, βουτηγμένης στην αγάπη της θυσίας του Σταυρού και της Ανάστασης, μιας Εκκλησίας για τον άνθρωπο και τον κόσμο. Όμως, η δύναμη και η ένταση του κακού είναι τέτοια που διεκδικεί, και πολλές φορές  πετυχαίνει, την άχρι καιρού περιθωριοποίηση της πραγματικής παρουσίας. Γι αυτό και είναι πλέον, σήμερα, περισσότερο από ποτέ, αναγκαία η εντατικοποίηση της προσπάθειας. Να βρεθεί εκείνος ο τρόπος εξόδου της Εκκλησίας προς τον άλλον, το άλλο, το διαφορετικό. Την έξοδο στην κοινωνία, στον πολιτισμό, προκειμένου να επιτευχθεί η επέκταση του σώματος, ο ολοκληρωτικός ανακαινισμός του. Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο Γιώργος Σεφέρης, «Οι ανανεώσεις έτσι γίνονται, με μια ζωή εντατικότερη, με μια ευκολότερη και ταχύτερη κυκλοφορία του αίματος, οι ζωντανοί οργανισμοί αφομοιώνουν και αυξάνουν, οι άρρωστοι οργανισμοί βγάζουν αποστήματα και δηλητηριάζονται. Είναι νόμος φυσικός. Το λιοντάρι, έλεγε ο Παύλος Valéry, είναι καμωμένο από αφομοιωμένο πρόβατο».

Έχω την αίσθηση, λοιπόν, πως τώρα είναι ο καιρός του ποιήσαι. Τώρα που το κακό έχει φουντώσει. Ρωτήσανε κάποτε τον άγιο Κύριλλο Αλεξανδρείας, για ποιο λόγο δεν παρουσιάστηκε από την αρχή ο Κύριος, αλλά πρόσφερε στην ανθρώπινη ζωή τη φανέρωση της θεότητάς του στους έσχατους χρόνους, και εκείνος απάντησε: «Επειδή επρόκειτο να αναμειχθεί στην ανθρώπινη ζωή για να εξαλείψει την κακία κατ’ ανάγκη περίμενε να βλαστήσει όλη η κακία που με τις πράξεις του εχθρού είχε ριζώσει και τότε χτύπησε την αξίνα στη ρίζα όπως λέει το ευαγγέλιο». Και συνεχίζει, «πραγματικά όσοι από τους γιατρούς διακρίνονται στην τέχνη τους, όταν βαθιά στο σώμα ο πυρετός καίει και σιγά – σιγά δυναμώνει από την αιτία της αρρώστιας, καθυστερούν τη θεραπεία μέχρι το πάθος της αρρώστιας  να φτάσει σε ακμή και δεν προσφέρουν στον ασθενή καμιά βοήθεια μέσω της τροφής.  Όταν όμως το κακό σταθεροποιηθεί τότε παρέχουν τις υπηρεσίες της τέχνης τους, αφού δηλαδή φανερωθεί ολόκληρη η ασθένεια. Παρόμοια και εκείνος που γιατρεύει τους αρρώστους στην ψυχή περίμενε να αποκαλυφθεί ολόκληρη η νόσος της κακίας, με την οποία αναμείχθηκε η φύση μας, για να μη μείνει τίποτα από τα κρυμμένα αθεράπευτο»[4].

Και πιστεύω βαθιά, πως μια τέτοια θεραπεία του σώματος μπορεί να προσφέρει ο εναγκαλισμός του πολιτισμού της σάρκωσης. Ένας πολιτισμός – όχημα που υφαίνεται από τα υλικά της κένωσης και της πρόσληψης. Τουτέστιν τα υλικά της ενανθρώπησης. Συχνά πυκνά ψάχνουμε το πώς της χριστοποίησης της Εκκλησίας και έχουμε την αίσθηση ότι πρόκειται για πράγμα περίπλοκο. Ιδέες επί ιδεών, αναλύσεις επί αναλύσεων, κατασκευάσματα θεωρητικά, συγκροτούν μια δήθεν πραγματικότητα με αμφίβολη προοπτική και οπωσδήποτε αμφίβολο παρόν∙ ξένη προς τη ζωή και τις ανάγκες της. Όμοια με τόσες άλλες υποτονικές ουτοπίες, που κάνει την ποιήτρια Κική Δημουλά να σημειώνει δηκτικά: «Δαπανηρή ιδέα ο βίος / Ναυλώνεις έναν κόσμο/ για να κάνεις το γύρο μιας βάρκας»[5].  Και λίγο πριν, στο ίδιο ποίημα, στο ποίημα Γιαλό γιαλό: «Α, τί ταξίδι φόρτωσα / γεμάτο περιπέτεια μαζί σου Ελευθερία. / Θα πηγαίναμε στη ζούγκλα σου, βαθιά / να κυνηγήσουμε άγριες αλυσίδες./ Όμως εσύ μακρύτερα απ᾿ το θρύλο σου δεν πας. / Μόνο εκδρομούλες μονοήμερες σε πανό και μέθη / -γιαλό-γιαλό η υπενθύμισή σου. / Ωραία που θα φεύγαμε φοβιτσιάρες άγκυρες».

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Γινόμαστε όλοι μάρτυρες τον τελευταίο καιρό μιας ιδιόμορφης επίθεσης, η οποία στηρίζεται στη βία της δύναμης, στη βία της εξουσίας, στη βία της κυριαρχικότητας, στη σωματική βία, στη βία του συναισθήματος, αλλά και στη βία του βλέμματος και των συμβόλων. Πραγματικότητες ανέραστες, αντιδημιουργικές και ως εκ τούτου άκρως αντι-ανθρωπιστικές, που αποκαλύπτουν το «πρόσωπο του τέρατος», αλλά και τον «φόβο μήπως το συνηθίσουμε». «Από την ώρα που ο Φραγκεστάϊν γίνεται στόλισμα νεανικού δωματίου», γράφει ο Μάνος Χατζιδάκις, «ο κόσμος προχωράει μαθηματικά στην εκμηδένισή του. Γιατί δεν είναι που σταμάτησε να φοβάται, αλλά γιατί συνήθισε να φοβάται».

Και όλα αυτά κάτω από το ένδυμα  μιας κάποιας δήθεν ευλάβειας, «επιζήμιο», την ονομάζει ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, η οποία κρύβει τα σημάδια του μεσσιανισμού και του λαϊκισμού, ενός ακραίου παραλογισμού, που προσπαθεί να επιβάλλει τη νέκρωση του σώματος της Εκκλησίας. Ενός παραλογισμού, που παλεύει να εξαφανίσει με μιας τα πολύτιμα ενός τρόπου, ο οποίος γεννήθηκε στη φάτνη και αναπτύχθηκε εντός της Εκκλησίας με αγώνες αιμάτινους απέναντι στις πολύτροπες προκλήσεις του καιρού, αιρετικές και άλλες. Ενός παραλογισμού,  ο οποίος ναρκισσευόμενος δεν μπορεί να κοιτάξει έξω από τον κλειστό του εαυτό. Ενός παραλογισμού ανασφαλούς, με εμφανή τα σημάδια της έλλειψης αυτοσυνειδησίας, ο οποίος προκειμένου να αυτοεπιβεβαιωθεί επιτίθεται μετά μανίας στους πάντες και τα πάντα. Κάθε διαφορετική άποψη είναι αιρετική, ο κάθε διαφορετικός είναι αιρετικός, μασόνος, οικουμενιστής, ισλαμολάγνος, διαπλεκόμενος, άπιστος, εχθρός της Εκκλησίας. Και έτσι, φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε καινοτομία και μεγάλη αμαρτία τη συνοδικότητα, την οικουμενικότητα, τη φιλανθρωπία, τον διάλογο, το αγκάλιασμα των τσαλακωμένων του κόσμου, την κοινοτικότητα, την κοινωνικότητα, την κινητικότητα, την οποιαδήποτε συνάντηση με αυτό που δεν είμαστε. Στ’ αλήθεια φτάσαμε στο σημείο να θεωρούμε αμαρτία την ίδια τη σάρκωση∙ εκείνο δηλαδή το μυστήριο που διά του αδειάσματος του εαυτού αφήνει χώρο για την πρόσληψη του άλλου. Θέλουμε θαύματα, αλλά ξεχνούμε ότι η προϋπόθεση για να περπατήσει κανείς στα κύματα, είναι η συνάντηση με τον ελάχιστο αδελφό, την πόρνη, τον ληστή και τον τελώνη.

Ξεχνούμε επίσης ή αγνοούμε παντελώς, πως εκεί έξω, βρίσκεται ένας κόσμος σε αναμονή. Ένας κόσμος που θέλει να δει την Ορθόδοξη Εκκλησία να νοηματοδοτεί τη ζωή και μαζί με τις άλλες Θρησκείες να αποτελούν τον αγαπητικό αρμό συγκρότησης  των κοινωνιών που διαλύονται. Ένας κόσμος κουρασμένος από εξουσιαστικότητες και εξουσιαστές, από επαρκείς και δυνατούς. Ένας κόσμος τραυματισμένος από την αφιλία.

Και ερωτώ. Είμαστε έτοιμοι σήμερα για ένα τέτοιο εσωτερικό και εξωτερικό «μαζί». Είμαστε έτοιμοι για την άρνηση του ετεροπροσδιορισμού. Να σταματήσουμε επιτέλους να λέμε τι δεν είμαστε και να πούμε τι είμαστε, ποιοι είμαστε και γιατί υπάρχουμε; Μήπως, τελικά, μετά από τόσα χρόνια επιμονής στην παρουσία μιας αλήθειας γεμάτης επάρκεια και δύναμη, πρέπει να αναζητήσουμε τη λύση στην αυτοπαράδοσή μας στην αλήθεια ενός αδύναμου και ανεπαρκούς απέναντι στην εξουσία και την εξουσιαστικότητα Χριστού, στην αλήθεια ενός Θεού «ανυπερήφανου[6]», όπως λέγει ο μεγάλος ποιητής Συμεών ο Νέος Θεολόγος;  Μήπως ήλθε ο καιρός να παραδεχτούμε επιτέλους, πως η προσέλευσή μας στην ενότητα της εμπειρίας της πίστης δεν αρνείται, πολύ περισσότερο δεν μηδενίζει τις διατυπώσεις και τους όρους της πίστης, αλλά καλεί σε μια υπέρβασή τους, τουτέστιν σε μια οριστική κατάφαση στο γεγονός που θέλει τη δύναμη των ονομάτων να ηττάται από τη σημασία του αφράστου αγαθού[7]; Μήπως μια τέτοια παραδοχή της ήττας μάς επιτρέπει να έχουμε το νου μας στον Άδη και να μην απελπιζόμαστε;

Ερχόμαστε από  μια ιστορία, την ιστορία της θείας οικονομίας, εντός της οποίας τα πρόσωπα του Χριστού, της Παναγίας, των προφητών, των πατριαρχών και των αγίων χάραξαν πορεία επαναστατική, πορεία αντίστασης στη διαίρεση και το μαρασμό. Ερχόμαστε από την τολμηρή πλευρά της ιστορίας και έχω την αίσθηση, πως είναι  τούτα  τα τολμήματα του παρελθόντος, που σήμερα δεν επιτρέπουν την υποχώρηση, αλλά επιβάλουν το σάλπισμα μιας ωφέλιμης ήττας. Την ομολογία μιας αναστάσιμης ήττας, που θα αποβάλλει την αμαρτία της σκληρότητας, θα αναδείξει ως τελικό όριο το πρόσωπο του κάθε άλλου και προβάλλοντας την ποιητική ευαισθησία της αγιότητας θα επιτρέψει στα μέλη της Οικουμενικής Εκκλησίας των Ορθοδόξων να ζουν με τον πόνο που προκαλεί η αναπηρία ενός ανθρώπινου σώματος και την ελπίδα της φυσιολογίας  ενός δέντρου, τα κλαδιά του οποίου δε μαράθηκαν, αλλά κλαδεύτηκαν από τον Θεό της αγάπης μήνα Φεβρουάριο για ν’ ανθίσουν αναστάσιμα την Άνοιξη.

Ένας σπουδαίος ιεράρχης, ο μακαριστός Μητροπολίτης Χαλκηδόνος κυρός Μελίτων, αντιμέτωπος με αντίστοιχα προβλήματα της εποχής του, έγραφε σχετικά, στο προφητικό του κείμενο, με τίτλο Λόγος εις την υποκρισίαν: «Δεν είναι δυνατόν η Εκκλησία, και μάλιστα η Ορθόδοξος, η δική μας Εκκλησία, να νοηθή ως άσχετη προς τη ζωή, προς τους καιρούς, προς την αγωνίαν αυτής της ώρας, προς τα φλέγοντα προβλήματα αυτής της στιγμής, απλώς ως πόλις επάνω όρους κειμένη και θεωρούσα τα περί αυτήν. Ως Εκκλησία είμεθα εμπεπλεγμένοι εις την πορείαν του γένους των ανθρώπων, εις την μεγάλην αυτήν περιπέτεια, που ονομάζεται Ιστορία, άγουσα εις την τελείωσιν των εσχάτων. Υποκρινόμενοι την χθες, απουσιάζομεν από την σήμερον και η αύριον έρχεται άνευ ημών. Ομιλών εις την 4ην Πανορθόδοξον Διάσκεψιν της Γενεύης, είχον ειπεί: “Η χθες παρήλθε προ πολλού, ούτε καν την σήμερον ζώμεν, μας προέλαβεν η μεθαύριον”. Το επαναλαμβάνω αυτό σήμερον εντονώτερον. Διότι είναι η πέραν της αυτάρκους υποκρισίας αλήθεια, η απλή, η ευκολωτέρα αντιμετώπισις των προβλημάτων είναι να τα χλευάση και να τα κατακρίνη κανείς και να αντιπαρέλθη, όπως ο Ιερεύς και ο λευΐτης της Σαμαρειτικής παραβολής. Αλλά η πληγή είναι εδώ και κράζει […] Άν όλοι οι μικρόνοες, όλοι οι εθελοτυφλούντες, όλοι οι παρελθοντολόγοι και εγκαυχώμενοι δια την αρετήν της εποχής των συνωμοτήσουν, δια να κατακρίνουν όλα αυτά τα πράγματα, η Εκκλησία έχει χρέος να σταθή με θεανδρικήν κατανόησιν, ενανθρωπιζομένη όπως ο Κύριος της εν μέσω ενός νέου κόσμου, πού έρχεται μακρόθεν, και να ακούση αυτή την αγωνιώδη κραυγήν, πού αναπηδά από όλα αυτά τα θεωρούμενα από μας έξαλλα πράγματα. Κάτι έχει να μας πή με όλα αυτά τα φαινόμενα αυτός ο κόσμος, που έρχεται νέος εις το προσκήνιον της Ιστορίας». Και κατέληγε αναρωτώμενος: «είμεθα Εκκλησία Χριστού συνεχώς ενανθρωπιζομένη, συνεχώς μεταμορφουμένη και συνεχώς μεταμορφώνουσα;»[8].

Και κάτι τελευταίο, με αφορμή όλον αυτόν τον Ορθόδοξο παραλογισμό για τον οποίο προ ολίγου σας μίλησα. Δεν είναι λίγοι εκείνοι σήμερα που  μετ’ επιτάσεως  ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι γυρεύει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα όσο περνά ο καιρός οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Πρόκειται για ένα ισχυρό ρεύμα το οποίο πιστεύει ότι η Εκκλησία δεν μπορεί να έχει δημόσιο λόγο, διότι αφορά αποκλειστικά και μόνο τη σφαίρα του ιδιωτικού. Θα μπορούσαμε να πούμε ότι αυτή είναι μια απάντηση σε όλους εκείνους που χρόνια τώρα ταυτίζουν την Εκκλησία με τον κρατικό μηχανισμό και την εξουσιαστικότητα. Οφείλω, όμως, με έμφαση να σημειώσω,  ότι η φύση της Εκκλησίας είναι πολιτική και μαζί αντιεξουσιαστική. Δεν μπορεί να ταυτίζεται με κρατικούς μηχανισμούς, αλλά και δεν μπορεί να περιθωριοποιηθεί, δεν μπορεί να εξοριστεί από τη δημόσια πλατεία, η οποία αποτελεί το χώρο παρουσίας και δράσης της.

Μακαριώτατε, σεβασμιώτατοι, σεβαστοί πατέρες.

Η Εκκλησία δεν είναι η   αλεπού της Ιστορίας, αλλά εκείνη η δημιουργική υπόσταση που μπορεί να τη μεταμορφώσει και να την αγιάσει. Αυτό οφείλουμε να το φωνάξουμε όλοι δυνατά.

[1] Βλ. Περί Θείων Ονομάτων 4, 7, PG 3, 704 Α.

[2] Άσμ. 8, 6-7: «Θες με ως σφραγίδα επί την καρδίαν σου, ως σφραγίδα επί τον βραχίονά σου∙ ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη, σκληρός ως άδης ζήλος∙ περίπτερα αυτής περίπτερα πυρός, φλόγες αυτής∙ ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην».

[3] Τ. Πατρίκιος, Μαθητεία Ξανά, Αθήνα 1991, σ. 93.

[4] Κυρίλλου Αλεξανδρείας, Κατά ανθρωπομορφιτών, εισαγωγή – σχόλια Χρυσόστομου Σταμούλη, μετάφραση Γεωργίας Ροδινού – Χρυσόστομου Σταμούλη, εκδ. Το Παλίμψηστον, Θεσσαλονίκη 1993, σ. 199.

[5] Κ. Δημουλά, Γιαλό γιαλό.

[6] Συμεών του Νέου Θεολόγου, Ευχαριστία…: «Ούπω έγνων ότι συ υπάρχεις ο ανυπερήφανος Θεός μου και Κύριος. Ούπως γαρ φωνής σου ηξιώθην ακούσω, ίνα γνωρίσω σε, ούπω ης είπων μοι μυστικώς ότι “Εγώ ειμι”».

[7] Γρηγορίου Νύσσης, Εις το Άσμα Ασμάτων…: «…ο δε παντός γνωριστικού χαρακτήρος εξώτερος αεί ευρισκόμςνος πώς αν δια τινος ονοματικής σημασίας περιληφθείη; Τούτου χάριν επινοεί μεν παντοίων ονομάτων δύναμιν εις την του αφράστου αγαθού σημασίαν ηττάται δε πάσα φραστική λόγου δύναμις και της αληθείας ελάττων ελέγχεται […] επινοούσα φωνάς ενδεικτικάς της αφράστου μακαριότητος […] και ο μέγας Δαβίδ μυρίοις ονόμασι το θείον καλών και ηττάσθαι της αληθείας ομολογών».

[8] Μητροπολίτου Γέροντος Χαλκηδόνος Κύρου Μελίτωνος, Λόγος εις την υποκρισίαν,  Λόγοι και Ομιλίαι, επιμέλεια διάκονος Ανδρέας Νανάκης, εκδ. Πανσέληνος, Άγιον Όρος 1991, σσ. 86-89.

Ομιλία στην πανθρακική ιερατική Σύναξη των τεσσάρων Μητροπόλεων της Θράκης υπό τον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών και Πάσης Ελλάδος κ. κ. ΙΕΡΩΝΥΜΟ τον Β΄, (Αλεξανδρούπολη 6 Ιουλίου 2016).

ΠΗΓΕΣ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

ΙΕΡΑ ΜΗΤΡΟΠΟΛΙΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥΠΟΛΕΩΣ

Ο πόλεμος των πολιτισμών και η Ελλάδα

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

Ο Σάμιουελ Χάντιγκτον πριν εικοσιπέντε χρόνια μιλούσε ήδη για έναν «πόλεμο των πολιτισμών», που τείνει να διαιρέσει ακόμα και με ποταμούς αίματος τον σύγχρονο κόσμο, υποκαθιστώντας εν μέρει ή εν όλω τις ιδεολογικές ή τις πολιτικο-κοινωνικές αντιπαραθέσεις. Το βιβλίο του Χάντιγκτον κυκλοφόρησε αμέσως μετά την ειρηνιστική αυταπάτη του Φουκουγιάμα για το «Τέλος της Ιστορίας» ως ο αντίποδάς του. Ο Φουκουγιάμα υμνούσε τον ενιαίο μονοπολικό κόσμο που αναδυόταν μετά την κατάρρευση του Σοβιετικού στρατοπέδου,  και την εποχή της παγκοσμιοποίησης, ενώ ο αντι-πολυπολιτισμικός Χάντιγκτον διέβλεπε την τεράστια σημασία των πολιτισμικών συγκρούσεων, που απειλούν με ρηγματώσεις την παγκοσμιοποίηση.

Τότε λοιπόν σηκώθηκε μια τεράστια κατακραυγή εναντίον του, τόσο στις χώρες της Δύσης όσο και στην Ελλάδα.

Ο Χάντιγκτον, ο οποίος ήταν ένας συντηρητικός συστημικός Αμερικανός συγγραφέας, επικρίθηκε έντονα τόσο από τους γνωστούς διανοουμένους της πολυπολιτισμικής παγκοσμιοποίησης, κατ’ εξοχήν της μπλερικής και της γαλλικής «χαβιαροαριστεράς», όσο και  από την ελληνική διανόηση. Και αυτό, διότι, για να δικαιολογήσει και την επίθεση της Δύσης εναντίον της Σερβίας, που βρισκόταν τότε σε πλήρη εξέλιξη, έβαζε στο ίδιο τσουβάλι τον ισλαμικό πολιτισμικό χώρο με τον… ορθόδοξο. Η Ελλάδα η Σερβία  και η Ρωσία, για τον Χάντιγκτον δεν ανήκουν στην Ευρώπη, και συνιστούν έναν διαφορετικό πολιτισμό, τον ορθόδοξο, όπως και ο ισλαμικός. Κατά συνέπεια η Δύση πρέπει να οργανωθεί αποκλείοντας τον ορθόδοξο χριστιανικό χώρο, όσο και τον μουσουλμανικό.

Μάλιστα επειδή εκείνη την περίοδο η επίθεση κατά της ορθόδοξης Σερβίας γινόταν σε συμμαχία με τους μουσουλμάνους ενώ και στο Αφγανιστάν ήταν πρόσφατη η συμμαχία μεταξύ ισλαμιστών και Αμερικανών εναντίον των Ρώσων, γι’ αυτό και το κέντρο βάρος έμπαινε στην Ορθοδοξία και όχι στο Ισλάμ!

Η μοιραία υποτίμηση της αντίθεσης με το Ισλάμ φάνηκε την ίδια περίοδο με την ευκολία με την οποία ο Μπους ο πρεσβύτερος  επιτέθηκε στο Ιράκ του Σαντάμ Χουσεϊν, διαλύοντας ένα ισχυρό κοσμικό αραβικό κράτος, εμπόδιο στον φονταμενταλισμό. Οι Ισραηλινοί έκαναν το ίδιο στην Παλαιστίνη ενισχύοντας τους Αδελφούς Μουσουλμάνους και τη Χαμάς εναντίον του Αραφάτ και της Φατάχ.

Στις 11 Σεπτεμβρίου του 2001, στη Νέα Υόρκη και στο Πεντάγωνο, καταδείχτηκε περίτρανα ποιο ήταν το βασικό διακύβευμα. Η σύγκρουση του σουνιτικού Ισλάμ, κατ’ εξοχήν με τη Δύση, αλλά όχι μόνο με αυτή, αλλά με το σύνολο του χριστιανικού κόσμου (τους Σέρβους, τους Ρώσους, κ.λπ.), ακόμα και με τους ετερόδοξους μουσουλμάνους (τους σιϊτες) ήταν το αντικείμενο αυτού του πολέμου.  Και η Δύση απάντησε και αυτή με τα όπλα ενός πολέμου των πολιτισμών. Εξόντωση του Σαντάμ, εισβολή στο Αφγανιστάν, διάλυση της Συρίας και της Λιβύης, και κατά συνεπεία πλήρης απελευθέρωση του βαθύτερου ισλαμικού υποβάθρου των μουσουλμανικών λαών, ως έσχατο ταυτοτικό καταφύγιο τους.

Έκτοτε, χρόνο τον χρόνο, αυτός ο πόλεμος διεξάγεται σε όλο και περισσότερα πεδία. Από την Αλ Κάϊντα, στον Ισλαμικό Στρατό, και από την σύγκρουση μηχανισμών στη ανοικτή σύγκρουση πολιτισμών. ΟΙ τρομοκράτες που ανατίναξαν τους δίδυμους πύργους ανήκαν σε μια συνωμοτική οργάνωση και είχαν εκπαιδευτεί για να ολοκληρώσουν το έργο τους. Ακόμα και στο Μπατακλάν ή τις Βρυξέλλες επρόκειτο για οργανωμένους πυρήνες, σε άμεση διασύνδεση με το Ισλαμικό Κράτος. Όμως στη Γερμανία ή ακόμα περισσότερο στη Γαλλία, τόσο στη Νίκαια όσο  και στη Ρουέν, πλέον η άμεση σχέση με το Ισλαμικό Κράτος είναι όλο και πιο μακρινή και οι τρομοκράτες δρουν χωρίς εξοπλισμό και εκπαίδευση και χτυπούν πλέον και τα θρησκευτικά σύμβολα του «αντιπάλου», εκκλησίες και ιερείς.

Δηλαδή η ισλαμική τρομοκρατία τείνει να αποκτήσει ως δυνητική βάση στρατολογίας, τους μουσουλμάνους που ζουν στις δυτικές κοινωνίες και αντλεί από αυτούς στοιχεία περιθωριακά, προβληματικά ή παρανοϊκά, τα οποία στρατεύονται στις πιο αποτρόπαιες τρομοκρατικές ενέργειες. Και στον βαθμό που μόνο στη δυτική Ευρώπη ζουν δεκαπέντε ή είκοσι εκατομμύρια μουσουλμάνων, και στη Ρωσία άλλα τόσα, γίνεται κατανοητό πως το αδιέξοδο θα τείνει να επεκταθεί. Διότι προφανώς στην Ευρώπη θα ενισχυθεί ο γενικευμένος φόβος και ή δυσπιστία έναντι των μουσουλμάνων γενικά, θα γενικευθούν οι ξενοφοβικές συμπεριφορές, και θα εκτιναχτούν τα ακροδεξιά κόμματα. Οι μουσουλμάνοι θα  κλειστούν περισσότερο στο θρησκευτικό καβούκι τους και κατά συνέπεια  η σύγκρουση θα διαιωνιστεί.  Η πρόβλεψη του Χάντιγκτον θα γνωρίσει μια εφιαλτική επαλήθευση.

Μπορεί να υπάρξει απάντηση σε αυτό τον πόλεμο;

Είναι προφανές πως οι λύσεις αποτελούν ένα σύνολο και θα πρέπει να εκτυλιχθούν σε βάθος χρόνου. Η καταστολή και η αστυνόμευση της λεγόμενης «ριζοσπαστικοποίησης» των νεαρών μουσουλμάνων, και των ανεξέλεγκτων τζαμιών είναι μεν αναγκαία αλλά όχι αρκετή. Πριν από όλα οι δυτικές δυνάμεις θα πρέπει να πάψουν να επεμβαίνουν στις μουσουλμανικές χώρες, αφού πρώτα βέβαια απολυμάνουν όλο το πύον που άφησαν σε αυτές, δηλαδή το Ισλαμικό Κράτος. Αντί να συνεχίζουν να μεταφέρουν πληθυσμούς προς εκμετάλλευση στα εργοστάσια και τις πόλεις τους, όπως έκανε η «πονόψυχη» κυρία Μέρκελ, να ενισχύσουν τις παραγωγικές δομές στις χώρες από όπου έρχονται οι μετανάστες.

Όσο για τους μουσουλμάνους, θα πρέπει με τη σειρά τους να «απαγορεύσουν» τη μεταβολή της θρησκευτικής πίστης σε πρωταρχικό στοιχείο της πολιτικής ταυτότητάς τους, δηλαδή σε ισλαμισμό. Θα πρέπει να βαδίσουν στον αντίποδα του δρόμου που ακολουθεί… η Τουρκία με τον Ερντογάν. Μετά το κύμα της μεγάλης ισλαμοποίησης, μπροστά στα αδιέξοδά της, που οδηγεί σε αλληλοσφαγή μεταξύ των ίδιων (π. χ., μεταξύ σουνιτών και σιϊτών) θα πρέπει  να θέσουν τέλος σε αυτή την αδιέξοδη επιλογή.

Τέλος, ως προς τα οίκου μας. Είναι προφανές πως η ασύγγνωστη ελαφρότητα με την οποία  η ελληνική κυβέρνηση και η ελληνική αριστερά σχεδόν στο σύνολό της, αντιμετωπίζει το προφυγικό και το μεταναστευτικό ζήτημα κινδυνεύει να μεταφέρει και στην Ελλάδα – μια χώρα των συνόρων μεταξύ των πολιτισμών – μια σύγκρουση πλανητικών διαστάσεων, στην οποία εμείς δεν έχουμε οποιαδήποτε ανάμιξη.

Η αύξηση των προσφυγικών/μεταναστευτικών πληθυσμών σε συνθήκες –υποχρεωτικά– αποξένωσης και ταλαιπωρίας, δημιουργεί αναπόφευκτα –έστω και σε λίγους από αυτούς– αισθήματα μίσους και διαχωρισμού με τους ντόπιους. Αυτό δε συνοδεύεται με την παρουσία μιας μουσουλμανικής μειονότητας, την οποία υποδαυλίζει συστηματικά η Τουρκία, εναντίον της Ελλάδας.

Κατά συνέπεια είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να εμφανιστεί, ακόμα και υποκινούμενος από τον νέο-οθωμανισμό, ή ακόμα και από άλλους μικρότερους άσπονδους γείτονές μας, ένας εγχώριος φονταμενταλισμός. Επιπλέον, η δημιουργία τζαμιού στο κέντρο της Αθήνας, κάτω από σαουδαραβική διαχείριση(!), με τις εντάσεις και τις συγκρούσεις που αναπόφευκτα θα επιφέρει, αποτελεί την καλύτερη συνταγή για τη μεταβολή του σε χώρο θρησκευτικού και πολιτισμικού μίσους.

Προφανώς, λοιπόν, πρέπει να λύσουμε το ταχύτερο δυνατό το προσφυγικό/μεταναστευτικό πρόβλημα, με την  άμεση επιστροφή των παράτυπων μεταναστών στις χώρες τους, την αποτελεσματική φύλαξη των συνόρων, (οι προσπάθειες να αποτραπεί η είσοδος πολιτικών φυγάδων από την Τουρκία το αποδεικνύει ότι είναι εφικτή)  – και την άμεση αποστολή των προσφύγων στις χώρες που έχουν συμφωνήσει να τους δεχτούν. Αν αρχίσει να οξύνεται και στη χώρα μας ο «πόλεμος των πολιτισμών» δεν υπάρχει επιστροφή.

ΠΗΓΕΣ

Άρδην

liberal

Ο Θεός παραφρόνησε;

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Ο ένας νοικιάζει μια νταλίκα και σκοτώνει όποιον βρεθεί στον δρόμο του. Ο άλλος κυκλοφορεί με τρακόσια φυσίγγια και κλείνει ραντεβού μέσω ιστοσελίδας κοινωνικής δικτύωσης για να σκοτώσει. Ένα μαχαίρι φτάνει για να κόψει ο τρίτος την καρωτίδα του ιερέα στην εκκλησία της Νορμανδίας. Διάγνωση: ο ένας είναι παράφρων, ο δεύτερος ήταν σιίτης, άρα δεν έχει σχέση με το Ισλαμικό Κράτος, ο τρίτος όμως φώναζε το όνομα του ISIS καθώς ορμούσε μες στον ναό. Καθημερινότητα της δυτικής Ευρώπης, καθημερινότητα και του αραβικού κόσμου ακόμη. Εκεί τα θύματα της τρομοκρατίας δεν μπορούν να μετρηθούν.

Οι δυτικές χώρες μπορούν ακόμη να εκπλήσσονται. Κάτι είναι κι αυτό. Ζητούνται ευθύνες απ’ την αστυνομία στη Νίκαια, ο υπουργός Εσωτερικών της Γαλλίας απολογείται, ο πρόεδρος Ολάντ τον καλύπτει. Στη Γερμανία συνεδριάζει το συμβούλιο ασφαλείας της χώρας. Μήπως πρέπει να δοθούν περισσότερα μέσα στην αστυνομία; Μήπως το παρακάναμε με την ελεύθερη μετακίνηση; Ρωτήστε όσους ψήφισαν Brexit και στήθηκαν ώρες στην ουρά για να περάσουν το Κανάλι. Ευτυχώς εμείς εδώ δεν έχουμε τέτοια προβλήματα. Η Ελλάδα, ως περίπου ευρωπαϊκή χώρα, μεθοριακός σταθμός του Δυτικού Πολιτισμού, προς το παρόν ασχολείται με την απλή αναλογική και την κατασκήνωση των No Border Αλληλέγγυων.

Οι θιασώτες του πολιτισμικού σχετικισμού συνεχίζουν να υποστηρίζουν τη θεωρία της πολυπολιτισμικότητας. Η θεωρία πάνω απ’ όλα. Οταν έχεις φτάσει να κατασκευάσεις ένα θεωρητικό σχήμα, όταν έχεις φάει τη ζωή σου στο πανεπιστήμιο για να το διδάσκεις, όταν η πνευματική ζωή στην Ευρώπη, αλλά και στις ΗΠΑ, τις τελευταίες δεκαετίες αρδεύεται από τον σχετικισμό, πώς να δεχθείς ότι η πραγματικότητα έχει την αναίδεια να σε διαψεύδει; Ο πολιτισμικός σχετικισμός έχει γίνει η θρησκευτική πίστη των ελίτ της Δύσης. Και τα συμπαρομαρτούντα, τα κοινωνιολογικά και οικονομικά κίνητρα. Οταν όλοι οι πολιτισμοί είναι ίδιοι, οι άνθρωποι συμπεριφέρονται με τον ίδιο τρόπο αν δεν τους χωρίζουν οι κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες.

Και η θρησκεία; Μα για τους άθεους, τους σοβαρούς διανοούμενους του κόσμου τούτου, όλες οι θρησκείες είναι ισότιμες, όπως και όλοι οι πολιτισμοί. Και γιατί δεν σκοτώνουν χριστιανοί ή Εβραίοι στο όνομα του δικού τους Θεού, κι ας είναι άποροι, αποκλεισμένοι κοινωνικά ή ψυχασθενείς; Το έκαναν οι χριστιανοί με τις Σταυροφορίες και τους θρησκευτικούς πολέμους που αιματοκύλισαν την Ευρώπη. Μόνο που μας χωρίζουν κάτι αιώνες Ιστορίας από τότε. Και απαντά ο μειλίχιος διανοητής: Κάποια στιγμή θα φτάσει και το Ισλάμ στα δικά μας επίπεδα ανοχής. Και δεν είναι έτσι όλο το Ισλάμ. Συμφωνώ απολύτως: μόνο που το Ισλάμ παράγει τρομοκρατία στο όνομα του Θεού του. Και στόχος της είναι η Δύση.

Υπάρχει μια δόση σχεδόν θρησκευτικού φανατισμού σε όλες τις μορφές τρομοκρατίας. Ακόμη και οι βλαμμένοι δικοί μας που μιλούσαν στο όνομα της επανάστασης τον είχαν. Στην περίπτωση της Τζιχάντ το κίνητρο, τουλάχιστον το ομολογημένο, είναι η θρησκεία. Η παραφροσύνη είναι ο καταλύτης.

Πολιτισμική αφέλεια; Αν η Δύση δεν παραδεχθεί ότι ο πόλεμος που της κηρύχθηκε είναι πολιτισμικός, θα βυθίζεται όλο και περισσότερο στην κινούμενη άμμο του τρόμου. Και ο πανικός θα φέρει τον λαϊκισμό στην εξουσία, τη δυτική εκδοχή του παράφρονος Θεού της Τζιχάντ.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ – ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ. Ιδεολογικά παράλληλα στην Επανάσταση του 1821

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΑ [1]

Κυρίες και κύριοι πριν σας ξεδιπλώσω τη σκέψη μου για την ιδεολογική, σε ότι αφορά στην Επανάσταση του 1821, σχέση του Γιώργου Βαλέτα με τον Γιάννη Σκαρίμπα, επιτρέψτε μου λίαν συντόμως να καταθέσω μια δοκιμή αυτοβιογραφίας. Η γνωριμία μου με τα κείμενα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα ξεκινά από τα χρόνια που ήμουν μαθητής στο Εκκλησιαστικό Λύκειο Λαμίας. Στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 είχα την τύχη να έχω έναν φωτισμένο φιλόλογο καθηγητή, τον Νίκο Αναγνωστόπουλο, που κατά την ώρα διδασκαλίας του μαθήματος της Ιστορίας, καταργώντας πολλές φορές το διδακτικό εγχειρίδιο, μυούσε εμένα και πολλούς συμμαθητές μου στη μελέτη ιδιαίτερα ριζοσπαστικών κειμένων που σχετίζονται με την εποχή της Τουρκοκρατίας, ανατρέποντας πολλές φορές όσα μέχρι τότε γνωρίζαμε για πρόσωπα και γεγονότα της μακρόχρονης σκλαβιάς μας στον Τούρκο δυνάστη. Τέτοια κείμενα προέρχονταν από τη γραφίδα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα. Ασχέτως κι αν οι μετέπειτα σπουδές μου στο γνωστικό αντικείμενο της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, απομακρύνθηκαν απ’ αυτήν τη σκοπιά θεώρησης της παραπάνω περιόδου, ποτέ δεν σταμάτησα να εντρυφώ, όποτε οι περιστάσεις το ζητούν, στη σκέψη τους. Για όσους δεν γνωρίζουν τώρα τι συνιστούν τα κείμενα των δύο αυτών συγγραφέων και πως αυτά ερμηνεύουν την εθνική Παλιγγενεσία, ευθύς αμέσως θα προσπαθήσω να σας παρουσιάσω. Εξ’ ου και ο τίτλος της εισήγησής μου για ιδεολογικά παράλληλα στην Επανάσταση του 1821.

Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΒΑΛΕΤΑΣ ΚΑΙ Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΣΚΑΡΙΜΠΑΣ

ΩΣ ΙΣΤΟΡΙΚΟΙ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821

Οι περισσότεροι ιστορικοί όταν γράφουν τις μελέτες τους παράγουν δύο είδη δημοσιευμάτων. Κι αυτό το κάμουν για να συμβάλλουν στον εμπλουτισμό της ιστορικής γνώσης, ο καθένας βέβαια, με το δικό του τρόπο. Τα είδη αυτά θα μπορούσαν να κατηγοριοποιηθούν ως εξής: επιστημονικά έργα (μονογραφίες, προσωπογραφίες, άρθρα), και έργα που απευθύνονται στο ευρύ κοινό, με σκοπό πάντα τα τελευταία να ανταποκρίνονται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο στη διάδοση της ιστορικής γνώσης σ’ έναν κύκλο ανθρώπων των λαϊκών κυρίως στρωμάτων. Η άποψη ό,τι υπάρχει ριζική διάκριση ανάμεσα στις δύο παραπάνω πλευρές συγγραφής ιστορικών μελετών, μολονότι κατά το παρελθόν από κυρίαρχα ιδεολογικά ρεύματα, που με συνέπεια εκκολάπτονταν σε πολλές πανεπιστημιακές ιστορικές σχολές, σήμερα είναι ξεπερασμένη. Σ’ αυτήν την προοπτική ο ιστορικός χρόνος – εδώ αυτός που αναφέρεται στα πρόσωπα της Επανάστασης του 1821 – δεν μπορεί να είναι δεδομένος σ’ όποιον του υποκλίνεται ως ερευνητής του. Απεναντίας, χρησιμοποιώντας έναν μαθηματικό όρο, θα έλεγα ό,τι ο ιστορικός χρόνος είναι μια μεταβλητή, στην οποία με συνέπεια ο ιστορικός επάνω της μπορεί να οικοδομήσει τους στόχους της έρευνάς του, προκείμενου να μελετήσει και να ερμηνεύσει περιόδους του παρελθόντος με τις οποίες καταπιάνεται. Κι όχι μόνο να τις μελετήσει και να τις ερμηνεύσει, αλλά και να τις προσαρμόσει στο παρόν που ο ίδιος ζει. Αυτήν την τελευταία συνιστώσα την υπολογίζω ιδιαίτερα. Παρακάτω θα την επικαλεστώ, αποτιμώντας την ερμηνεία που δίνουν ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας στην Επανάσταση του 1821 και τη μακρά διάρκεια των μηνυμάτων της μέχρι σήμερα.

Κατά συνέπεια, λοιπόν, και οι δυό τους, ο πρώτος γεννημένος το 1907 στην Άργενο Λέσβου, κορυφαίος γραμματολόγος και συγγραφέας, και ο δεύτερος γεννημένος το 1893 στην Αγία Ευθυμία Φωκίδας κι εγκατεστημένος από το 1915 στη Χαλκίδα, εργαζόμενος ως εκτελωνιστής – αξίζει εδώ να αναφέρω ό,τι ήταν απόγονος οικογένειας αγωνιστών του 1821 – είναι οι συγγραφείς που πέραν της ενασχόλησής τους με τη Λογοτεχνία, ο Βαλέτας ως γραμματολόγος κι ο Σκαρίμπας ως λογοτέχνης, καταπιάστηκαν και με τη συγγραφή ιστορικών μελετών για την Επανάσταση, οι οποίες για πολλούς ιστορικούς από τη δεκαετία του ‘40 και εξής χαρακτηρίστηκαν αιρετικές, μιας και με ιδιαίτερα αιχμηρό τρόπο καυτηριάζουν πρόσωπα και γεγονότα της εθνικής Παλιγγενεσίας, όπως λόγου χάριν οι κοτζαμπάσηδες, οι Φαναριώτες κι ο κλήρος.

Εδώ, ας μου επιτραπεί το εξής ερμηνευτικό σχόλιο. Είναι γεγονός ότι σήμερα στο χώρο της ιστορικής επιστήμης και έρευνας, το κυρίαρχο ιδεολογικό ρεύμα είναι γνωστό με τον όρο «αποδόμηση» του ιστορικού παρελθόντος. Πολλά πρόσωπα και γεγονότα, αυτά που κατά κύριο λόγο σχετίζονται με την εποχή της Τουρκοκρατίας, βρίσκονται στο στόχαστρο της ιστορικής έρευνας. Θυμίζω μερικά: ο μύθος του Κρυφού Σχολειού, ο μύθος του χορού του Ζαλόγγου, κ.λπ. Πρωτεργάτες ετούτης της νοοτροπίας αποδόμησης, ουκ ολίγοι ιστορικοί, σπουδασμένοι οι περισσότεροι σε πανεπιστημιακές σχολές Ιστορίας, Κοινωνικής Ανθρωπολογίας, Κοινωνιολογίας στην Εσπερία και, βέβαια, γοητευμένοι οι περισσότεροι από τα προτάγματα του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού και της Γαλλικής Επανάστασης. Το αποτέλεσμα αυτής της τάσης στη σημερινή ιστορική επιστήμη είναι η προσπάθεια αναθεώρησης και το ξαναγράψιμο ζητημάτων γύρω από την Επανάσταση. Οι τάσεις αυτές, εδώ και τρεις περίπου δεκαετίες κυριαρχούν στις περισσότερες πανεπιστημιακές σχολές Ιστορίας και δυστυχώς, οφείλω ως εκπαιδευτικός να το τονίσω αυτό, εντέχνως πολλοί προσπαθούν να περάσουν και στο χώρο της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης. Το γεγονός με το βιβλίο της Ιστορίας της ΣΤ΄ Δημοτικού, γνωστό ως βιβλίο της κας. Ρεπούση είναι ενδεικτικό. Δεν είναι του παρόντος εδώ να αναμοχλεύσουμε τέτοια ζητήματα. Άλλωστε έχουν γραφτεί τόσα πολλά, αλλά υπέρ κι άλλα κατά, που όποιος στο μέλλον καταπιαστεί με τη μελέτη τους, έχω τη γνώμη ότι οφείλει αντικειμενικά να τα θεωρήσει και να τα αποτιμήσει.

Απόπειρες, όμως, διαφορετικής θεώρησης της ιστορικής γνώσης για την  Ιστορία του Νέου Ελληνισμού, η οποία εμπερικλείει και την Επανάσταση του 1821 έχουν γίνει και στο απώτερο παρελθόν. Ξεκινώντας από τον γνωστό Γιάννη Κορδάτο και φτάνοντας μέχρι τη γενιά του Ομίλου Μελέτης του Νεοελληνικού Διαφωτισμού, με κορυφαίους νεοελληνιστές και ιστορικούς, τον Κ. Θ. Δημαρά, τον Άλκη Αγγέλου και τον Φίλιππο Ηλιού, η εικόνα που σχηματίζει κανείς μελετώντας το έργο όλων αυτών είναι κάπως παρόμοια με τη σημερινή σχολή αποδόμησης της νεότερης ιστορίας μας. Παρόμοια, όχι όμως ταυτόσημη. Και ευθύς αμέσως τεκμηριώνω την άποψή μου, προσαρμόζοντάς την στα έργα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα. Πριν, όμως, σας ξεδιπλώσω περισσότερο τη σκέψη μου οφείλω με έμφαση εδώ να σημειώσω ό,τι σε καμιά περίπτωση ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας δεν μπορούν όχι μόνο να ταυτιστούν, αλλά ούτε να συγκριθούν με την σημερινή ομάδα ιστορικών αποδόμησης του άμεσου ιστορικού μας παρελθόντος. Ο λόγος, νομίζω, ότι είναι προφανής: ο Γιώργος Βαλέτας κι ο Γιάννης Σκαρίμπας υπήρξαν αγωνιστές της ελευθερίας του λαού μας, συνάμα και φλογεροί πατριώτες. Θα ήταν βεβήλωση να τους ταυτίσει κανείς με νοοτροπίες που θέλουν την Ιστορία της Τουρκοκρατίας και της Επανάστασης του 1821 να τη γράφουν «γενιτσαραγάδες». Κι αυτό γιατί η δημιουργία της ιστορικής γνώσης εν πολλοίς εξαρτάται από το είδος των ερωτημάτων που ο ιστορικός θέτει για το παρελθόν, σε συνάρτηση βέβαια, με την εκπαίδευσή του, τα ενδιαφέροντά του και τις ιδεολογικές ροπές που κυριαρχούν στην εποχή του. Αυτή η διαφορετικότητα των «ιστορικών βλεμμάτων», δεν με παρεμποδίζει καθόλου να υποστηρίξω το γεγονός ό,τι για την Επανάσταση του 1821 ο Γιώργος Βαλέτας, κυρίως μέσα από τα βιβλία του: Το προδομένο Εικοσιένα και την έκδοση της Ελληνικής Νομαρχίας, και ο Γιάννης Σκαρίμπας μέσα από δύο βιβλία του: Το 1821 και η Αλήθεια, και Το 1821 και η Αριστοκρατία του, αποτίμησαν πρόσωπα και γεγονότα υπό τη σκιά της μαρξιστικής θεώρησης της Ιστορίας. Αν και έκαμαν ιδεολογική χρήση της Ιστορίας, ουδείς μπορεί να αμφισβητήσει το ιστορικό τους κριτήριο, ακόμα κι αν διαφωνεί μαζί τους. Και οι δύο στα τέσσερα παραπάνω έργα τους, επισημαίνουν τα κριτήρια που μας επιτρέπουν να διακρίνουμε την αλήθεια από το ψέμα. Υπό την προϋπόθεση ότι πατριωτικά και όχι αποδομητικά υπηρετούν την ιστορική επιστήμη. Αν λόγου χάριν ο Γιώργος Βαλέτας γράφει για προδομένο 1821, το κάμει διότι «το πραγματικό Εικοσιένα είναι παραχωμένο στις λαϊκές πηγές τους, που δεν μας παραδόθηκαν».

Στην ίδια τροχιά θεώρησης κινείται και Γιάννης Σκαρίμπας. «Αν ο μόνος σκοπός που αξίζει τον κόπο κανείς να γεννηθεί» γράφει στο 1821 και η Αλήθεια, «είναι η λευτεριά, και μόλις γεννηθεί του την υποθηκεύουν τα συμφέροντα, τι άλλο του απομένει αν όχι η επανάσταση;» Και συνεχίζει: «οι Τούρκοι δεν ήσαν οι χειρότεροι. Ο ελληνικός λαός δεν θάκανε την επανάσταση για να αποκαταστήσει πολιτικά τους κοτζαμπάσηδες. Οι λέγοντες ότι η Επανάσταση ήταν μόνο Εθνική, ή είναι αδιάβαστοι ή δεν μας λένε την αλήθεια». Ολόκληρη αυτήν την ιδεολογία ο Γιάννης Σκαρίμπας την τεκμηριώνει επικαλούμενος τα γραπτά του Γιάννη Κορδάτου και του Σμυρνιού λογοτέχνη Δημήτρη Φωτιάδη, που κι αυτοί ασχολήθηκαν με πρόσωπα και γεγονότα της Επανάστασης. Στο 1821 και η Αριστοκρατία του, από την αυστηρότατη κριτική του δεν θα γλιτώσουν ούτε οι λόγιοι, ούτε ο ανώτερος κλήρος, ούτε οι πολιτικοί της Επανάστασης.

Κυρίες και κύριοι

Τα έργα του Γιώργου Βαλέτα και του Γιάννη Σκαρίμπα για το 1821 ιδεολογικά είναι παράλληλα. Κατά συνέπεια το ιστορικό κριτήριό τους, οικειοποιημένο τη μαρξιστική θεώρηση της Ιστορίας, με πατριωτικό κατεξοχήν χαρακτήρα, επιδιώκει να αγγίξει την κοινή λαϊκή ματιά, ούτως ώστε αυτή αμερόληπτα να γνωρίσει και να κρίνει πρόσωπα και γεγονότα τα οποία συνέβαλαν στον αγώνα της εθνικής Παλιγγενεσίας. Για τον Γιώργο Βαλέτα πολλά μέχρι σήμερα έχουν γραφτεί. Αποτιμώντας συνολικά το έργο του, γραμματολογικό και ιστορικό, παρά τα λάθη που νεότεροι έχουν επισημάνει σε αυτό, όπως επί παραδείγματι η έκδοση των απάντων του Παπαδιαμάντη, ή ακόμη και η διαφορετική θεώρησή του για ζητήματα του πνευματικού βίου κατά την Τουρκοκρατία – αναφέρω επιγραμματικά εδώ τη μονόπλευρη κριτική που κάμει για τους αντιπάλους του γνωστού Διδασκάλου του Γένους Βενιαμίν Λεσβίου – δεν μπορεί να μην αναγνωρίσει σ’ αυτόν τον δρόμο που άνοιξε στην έρευνα σε εμάς τους νεότερους για τη διερεύνηση πολλαπλών ζητημάτων και της Λογοτεχνίας και της Ιστορίας. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Γιάννη Σκαρίμπα. Υπ’ αυτήν την έννοια σημαντικά είναι αυτά που γράφει ο Π. Δ. Μαστροδημήτρης: «όταν διαβάζουμε έργα του Σκαρίμπα βρισκόμαστε μέσα σε έναν εξωλογικό, σε έναν ονειρικό χώρο, όπου ο ύπνος μας διακόπτεται από χτυπητές παραστάσεις, καμωμένες από ζωηρά και ανόμοια χρώματα, από παράξενες παρουσίες σκιών (ανθρώπων και ομοιωμάτων ανθρώπων)». Ετούτο τον εξωλογικό και ονειρικό χώρο μπορεί κανείς να τον δια-γνώσει αν διαβάσει και Το Προδομένο Εικοσιένα του Γιώργου Βαλέτα.

[1]Αποσπάσματα εισήγησης που έγινε στην Εσπερίδα για τον Γιώργο Βαλέτα, την οποία οργάνωσαν η Περιφερειακή Διεύθυνση Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Β. Αιγαίου και το Πειραματικό ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, (Αίθουσα Τελετών – 25 Ιουνίου 2016).

ΦΩΤΗΣ ΤΕΡΖΑΚΗΣ, Αντίδρομα στον ήλιο. Ασιατικές ιχνογραφίες ττ. Α΄- Β΄

Μια σειρά από οδοιπορικά στην Ασία ––στην Τουρκία, στον Αραβικό κόσμο από τη Συρία και την Ιορδανία μέχρι τη Νότιο Αραβική και την Αίγυπτο, στο Ιράν, στην Ινδία και στα Ιμαλάια, στη Χερσόνησο της Ινδοκίνας, στην Κίνα και την Ιαπωνία–– διασταυρώνονται με τη γραπτή ιστορία, την αρχαιολογία, την εθνογραφία θρυμματίζοντας την αφηγηματική και χρονική συνέχεια: χρόνοι μέσα σε άλλους χρόνους, διηγήσεις ενθηκευμένες σε άλλες διηγήσεις, θραύσματα μνήμης, ανακατασκευάζουν μια πρισματική έννοια του ταξιδιού σε αναζήτηση μιας ––ανέφικτης πάντα, όσο και αγωνιωδώς ποθούμενης–– αναγωγής της ατομικής εμπειρίας στο καθολικώς ανθρώπινο.

Τα τέσσερα αφηγήματα του πρώτου τόμου περιέχουν ––επανεπεξεργασμένες–– σημειώσεις και ταξιδιωτικές καταγραφές τού συγγραφέα από την Τουρκία, τις Αραβικές χώρες, τον Ιρανικό κόσμο και την Ινδική υποήπειρο, βασισμένες σε μιαν αλυσίδα περιηγήσεων που εκτείνονται χρονικά από 1993 ως το 2010.

 

Τα τέσσερα αφηγήματα του δεύτερου τόμου περιέχουν –επανεπεξεργασμένες– σημειώσεις και ταξιδιωτικές καταγραφές τού συγγραφέα από τη Χερσόνησο της Ινδοκίνας, την Κίνα, την Ιαπωνία και τα Ιμαλάια (Θιβέτ και Λαντάκ), βασισμένες σε μιαν αλυσίδα περιηγήσεων που εκτείνονται χρονικά από 2002 μέχρι το 2014.

ΠΗΓΗ

Φώτης Τερζάκης

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ. Ένας αλπινιστής μιας ματωμένης επανάστασης που δεν τελείωσε

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Τέλειες μέρες / Τέλειο δείλι / Ροβολούν οι πλαγιές γελαστές / Σ το παράκτιο μπαράκι οι φίλοι / Ανταμώνουν: /Ζυγώνουν γιορτές.

Μα που είν’ η Γκρέτα; / Η Κατερίνα; / Πως μακραίνουν της λίστας αυτής / Οι απόντες; / Μα που είν’ ο Ηλίας;» / Και ο Πανάγος και ο Μοσκώφ μου ο Κωστής;»

Διονύσης Σαββόπουλος, Ο Χρονοποιός.

Καλοκαίρι ήταν (29 Ιουνίου 1998) όταν «έφυγε» ο Κωστής Μοσκώφ. Αν κι από τότε έχουν περάσει δεκαοκτώ χρόνια, πολλοί είναι οι μελετητές που συνεχίζουν να αξιολογούν και να ερμηνεύουν το έργο του. Κι αυτό γίνεται διότι η πνευματική φιγούρα του Κωστή Μοσκώφ, του Θεσσαλονικιού κι Αλεξανδρινού συνάμα, του διανοούμενου κι οραματιστή, του ποιητή κι ιστορικού, του εραστή της καθ’ ημάς Ανατολής, παραμένει ακόμη ζωντανή σ΄ όποιον ως τρόπο ζωής κατανοεί την κληρονομιά του ελληνορθόδοξου πολιτισμού.

Γόνος εύπορης οικογένειας ο Κωστής Μοσκώφ γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1939 από πατέρα καπνέμπορο από τον Πόντο, τον Ηρακλή Μοσκώφ και μητέρα Ιταλίδα, την Αμίνα Αριγκόνι, κι αυτή γόνο της οικογένειας του αρχιτέκτονα κόντε Πιέρο ντ΄ Αριγκόνι, που καταγόταν από τους Ισπανοεβραίους της Αραγονίας. Με ανώτατες σπουδές σε Ελλάδα και Γαλλία, ο Κωστής Μοσκώφ υπήρξε ένας από τους πιο ρηξικέλευθους ιδεολόγους μαρξιστές που γνώρισε η Ελλάδα κατά τον 20ο αιώνα. Δημοσιογράφος, μορφωτικός ακόλουθος στην ελληνική πρεσβεία της Αιγύπτου, εκπρόσωπος του Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού στη Μέση Ανατολή, συγγραφέας, ποιητής και ιστορικός. Δίκαια τον χαρακτήρισαν «φορέα» του ελληνικού πολιτισμού στον αραβικό κόσμο και γενικότερα στη Μέση Ανατολή.

Ιδιαίτερος ήταν ο τρόπος με τον οποίο ο Κωστής Μοσκώφ αποτίμησε την Ορθοδοξία, παρότι του κολλήσανε τη ρετσινιά του «νεορθόδοξου». Την αγκάλιασε με σεβασμό, με το προφητικό και το μαρτυρικό της συνάμα στοιχείο, «το πριν το σώμα» των Ελλήνων μαρξιστών όπως ο ίδιος έλεγε. Η στροφή του αυτή, αν και κατά τη δεκαετία του ’80 με τον χριστιανο-μαρξιστικό διάλογο, εξέπληξε τον κόσμο της Αριστεράς, στηρίζονταν σε μια βασική αρχή: στον ελληνοκεντρισμό του, ο οποίος παρέμεινε ανοιχτός στον «Άλλο», στους άλλους, τους λαούς δηλαδή και τις εθνότητες της καθ’ ημάς Ανατολής, μακριά βέβαια από τους συνήθεις εθνικιστικούς τόνους. Γι’ αυτό ως μορφωτικός ακόλουθος έκαμε πράξη τη σύζευξη της ελληνικότητας με τις πολιτιστικές παραδόσεις των λαών της Μέσης Ανατολής.

Το διεισδυτικό συγγραφικό του έργο αποτελεί σπάνια παρακαταθήκη έναντι της σημερινής χαοτικής και εκβαρβαρισμένης «ελληνικότητας». Μελετώντας το κανείς αισθάνεται το μεθυστικό άρωμα που αποπνέει η οικουμενική ρωμηοσύνη. Αποκομίζει μια βαθιά μυσταγωγία για το αληθεύειν και κοινωνείν της κληρονομιάς της. Σπάει τα ερέβη του ορθολογιστικού υπάρχειν και κυοφορεί το θαύμα της εκθαμβωτικής παρουσίας του Προσώπου, πληρέστερα θεμελιώνουν στο λόγο της παράδοσης κι όχι στα άσαρκα ιδεολογήματα, που κατά καιρούς μας έρχονται από λογής – λογής γραικύλους και «προοδευτικούς» γραφιάδες. Μιας παράδοσης που ο αξέχαστος Ζήσιμος Λορεντζάτος στις Ρωμιές του νοηματοδοτεί με τα εξής ρωμαλέα λόγια: «στα γράμματα (αλλά και σε άλλες εκδηλώσεις κάθε πολιτισμού ανθρωπινού) δεν υπάρχει διαχωριστική γραμμή ανάμεσα σε πεθαμένους και ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση… Από την άποψη αυτή, εκείνο που λέμε ή ονομάζουμε πρωτοποριακό δεν υπάρχει. Είναι μια άπλερη φαντασία μας. Μονάχα η παράδοση υπάρχει πλέρια. Γιατί η παράδοση είναι η ζωή, και μάλιστα η ανώτερη φάση της ζωής που δεν ξεχωρίζει πεθαμένους από ζωντανούς: και αυτό είναι παράδοση. Κάθε φορά που έχομε αληθινή ζωή έχομε παράδοση. Έχομε προσθήκη, περπάτημα, πλουτισμό της παράδοσης. Οι έσχατοι γίνονται πρώτοι, οι πρώτοι έσχατοι. Όσοι αποτελούν την παράδοση μπορεί να πει κανένας πως έχουν όλοι την ίδια πάντα χρονολογία, τη σημερινή. Η παράδοση δεν είναι τα περασμένα ή τα μελλούμενα, αν και είναι περισσότερο τα μελλούμενα παρά τα περασμένα, αφού η παράδοση ζει στο αιώνιο τώρα: και αυτό είναι παράδοση. Μια δύναμη που συμβαδίζει με τη ζωή και που η ζωή (στην ανώτερη φάση της) συμβαδίζει μαζί της: ζωή και παράδοση ταυτόσημες».

Ετούτος το λόγος βγαίνει ατόφιος, πεντακάθαρος και στον Κωστή Μοσκώφ, που στο τελευταίο βιβλίο του: Η Σάρκα Σου Όλη μας υπενθυμίζει: «το Σώμα μας ως πρόσωπο, δηλαδή ολότητα. Το Σώμα μας ως σάρκα της ιστορίας, τόπος. Πήραν τα παραθαλάσσια – Μακεδονία και Θράκη. Κατασπαράχθηκε πρόσκαιρα έστω το Σώμα των σύνοικων λαών. Και θριαμβολογούμε οι ανόητοι με θούρια εκκωφαντικά. Απολησμόνησαν πως η δύναμη του ανθρώπου αυτής της γης είναι ο διάλογος ανάμεσα στους λαούς της – μυστικός Έρωτας. Έρωτας με τους καβγάδες και τις αγάπες του. Πήραν τα κομμάτια τους, αλλά χάσαν το Σώμα ολόκληρο. Χάσαν την Ανατολική Θράκη, την Ιωνία, τον Πόντο, την ίδια τη Βασιλεύουσα. Ξέχασαν το κήρυγμα του Ρήγα, πως ο Δεσπότης είναι ο Οθωμανός – αυτόν πρέπει να κυνηγάνε. Και έτσι, αντίτιμο της μεγάλης Ύβρεως, αντίτιμο του να θέλουμε την Κόκκινη Μηλιά, βρεθήκαμε πίσω στον Έβρο. Και παραλίγο μετά από εκατό χρόνια, να βρεθούμε πίσω στη Μελούνα και στον Όλυμπο».

Ο Κωστής Μοσκώφ πάνω σ’ αυτήν την υπόσταση της ελληνορθοδοξίας υπήρξε μυσταγωγός μιας παράδοσης κινούμενης σε αγιοπατερικό κοινωνικό πλαίσιο. Άνθρωπος της σπουδής, της μυστικιστικής αφής και της φωταψίας. Δεν θα τον ξεχώριζα από τον Ν. Γ. Πεντζίκη, τον Γ. Βαφόπουλο, τον Γ. Ιωάννου. Σ’ ολάκερο το έργο του πιστεύω ό,τι τίθενται αμείλικτα τα παρακάτω ερωτήματα. Εξακολουθεί να είναι πονεμένη η ρωμηοσύνη; Επιβιώνει στο υποσυνείδητο μας; Ή μήπως την καταντήσαμε κι αυτή, όπως τόσα άλλα που παραπέμπουν στις πηγές και τις ρίζες μας φολκ κλορ; Γιατί σ’ ότι αφορά την ελληνορθόδοξη ταυτότητα και αυτοσυνειδησία, μας κατατρέχει πάντοτε το σύνδρομο της απολογητικής, αυτό δηλαδή που μας κάμει συνεχώς να διατρανώνουμε την πιστότητά μας σ’ αυτή; Είναι τόσο δύσκολο να κατανοήσουμε, όχι το ποιοι και τι είμαστε, όσο να πραγματώσουμε μέσα μας αυτό που όντως είμαστε; Την πινδαρική δηλαδή προτροπή του «μάθε και γίνε αυτό που είσαι», με έμφαση στο γίγνεσθαι παρά στο μανθάνειν;

Περαίνοντας ετούτη την επιφυλλίδα επιθυμώ να τονίσω αυτό που παραπάνω κατέγραψα ως «νεορθοδοξία». Όσοι ομιλούν γι’ αυτήν, είναι νομίζω προφανές, ότι μπροστά στο κάλλος της Ορθοδοξίας καταδεικνύουν την ανεπάρκειά τους. Ο αξέχαστος Π. Νέλλας, ο Χρ. Γιανναράς, ο Κ. Ζουράρις, ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, ο Σεβ. Περγάμου Ιωάννης, ο αείμνηστος π. Ι. Ρωμανίδης και ο Κ. Μοσκώφ, στην κυριολεξία δεν αρθρώνουν κανένα διαφορετικό λόγο απ’ αυτό που αιώνες τώρα κομίζει η Ορθοδοξία. Οι υπέρμαχοι αυτού του όρου οδηγούνται σε μυθοπλασία, παραβλέποντας τη δυναμική της Ορθοδοξίας, που επιγραμματικά θα μπορούσε να εστιαστεί στα εξής: τη βιωματική σχέση μας με την βυζαντινή και μεταβυζαντινή κληρονομιά. Και την αντίστασή μας σ’ ότι παραπλανητικό, ανέραστο και πιετιστικό μας κληροδότησε η Δύση. Είναι καιρός πια να κατανοήσουμε ότι η ταυτότητα της ελληνορθοδοξίας και της ρωμηοσύνης, σε καμιά περίπτωση δεν παραπέμπει στην τραγελαφική θεώρηση περί ελληνοχριστιανικού ιδεολογήματος.

ΕΡΓΟΓΡΑΦΙΑ

1972, «Η εθνική και κοινωνική συνείδηση στην Ελλάδα – Ιδεολογία του μεταπρατικού χώρου στην Ελλάδα».

1978, «Εισαγωγικά στο κίνημα της εργατικής τάξης στην Ελλάδα», (Σύγχρονη Εποχή).

1979, «Η κοινωνική συνείδηση στην ποίηση της Θεσσαλονίκης», (Σύγχρονη Εποχή).

1979, «Θεσσαλονίκη 1700-1912. Τομή της μεταπρατικής πόλης», (Στοχαστής).

1979, «Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας». Δοκίμια Ι, (Εξάντας).

1983, «Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας». Δοκίμια ΙΙ, (Καστανιώτης).

1984, «Λαϊκισμός και Πρωτοπορία» Δοκίμια ΙΙΙ, (Καστανιώτης).

1985, «Εισαγωγικά στην ιστορία του κινήματος της εργατικής τάξης. Η διαμόρφωση της εθνικής και κοινωνικής συνείδησης στην Ελλάδα», (Καστανιώτης).

1987, «Η διοργάνωση του επαναστατικού μας ονείρου», (Καστανιώτης).

1993, «Αραβική ποίηση – 20ος αιώνας», (Καστανιώτης).

1995, «Εβραϊκή ποίηση», (Καστανιώτης).

1997, «Στα όρια του Έρωτα και της Ιστορίας», (Ιανός).

1998, «Η Σάρκα σου Όλη», (Εξάντας).

ΑΝΕΚΔΟΤΑ

«Γεωγραφία», (γεωγραφική καταγραφή της ελλαδικής ενδοχώρας).

«Ο Αμνός του Κυρίου», (μυθιστορία).

«Αν ήσουν η νύχτα»…

«Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες μυστικές, να ιδείς
κάτι σκιές θα μπορούσες, που σαλεύουν μες στα πάρκα.
Δεν είναι άνθρωποι, που στον παρόν τους κινούνται ή στο μέλλον τους.
Είναι τ’ αγάλματα, που από το παρελθόν τους αναδύονται
και στο μέλλον τους μέσα περπατούν συλλογισμένα.
Θυμούνται, αναρριγούνε και τον εαυτό τους ερωτεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που έμειναν έξω απ’ το χρόνο,
στα μεγάλα παράθυρα των πινακοθηκών θα μπορούσες
να διακρίνεις κάτι σκιές, που ασάλευτες βαριά ανασαίνουν.
Δεν είναι άνθρωποι, που μες στο χρόνο ταξιδεύουν.
Είναι τα παλιά πορτραίτα, που σταμάτησαν στο παρελθόν.
Κλείνουν τα μάτια και τον πρώτον εαυτό τους ονειρεύονται.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν έχουνε περάσει,
θα μπορούσες απ’ τα παράθυρα των ωδείων ν’ ακούσεις
κάτι βαθείς ήχους από ξεμακρυσμένες συμφωνίες.
Δεν είναι όργανα, που ανθρώπων χέρια τα κινούνε.
Είναι οι ξεχασμένες παρτιτούρες πάνω στ’ αναλόγια,
που εντός τους γρηγορεί το πνεύμα της μεγάλης μουσικής.
Καθώς αναπολούν, κραδαίνονται οι χορδές των πενταγράμμων τους.

Αν ήσουν η νύχτα, σε κάποιες ώρες, που δεν ξαναγυρίζουν,
μέσ’ απ’ των βιβλιοθηκών τα παράθυρα θα μπορούσες
ν’ ακούσεις κάτι βαθειές μελωδικές απαγγελίες.
Δεν είναι ανθρώπων φωνές, που αναδιπλώνονται στο χρόνο.
Είναι τα σκονισμένα των μεγάλων ποιητών βιβλία,
που απ’ την αρχή κατοικεί μέσα τους ο ακέριος Λόγος.

Αν ήσουν η νύχτα, σε ώρες, που όλες ίδιες είναι,
θα μπορούσες να ιδείς κι’ αγάλματα που δεν κινούνται

πορτραίτα που δεν ανασαίνουν
παρτιτούρες
βουβές και βιβλία απ’ την αρχή τους κοιμισμένα.

Είναι γιατί το μάρμαρο κ’  οι μπογιές δεν έχουν κίνηση.
Γιατί το χαρτί κ’ η μελάνη δεν μπορούν να τραγουδήσουν»
.

Γ. Θ. ΒΑΦΟΠΟΥΛΟΣ, (1978), «Αν ήσουν η νύχτα»,

στο: Τα Ποιήματα, Αθήνα: Κέδρος, σσ. 208-209.