Nulla spes salutis κ. Υπουργέ Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αν και δεν κατέχομαι από καμιά διάθεση πολεμικής, τα ολίγα που ακολουθούν παρακάτω γράφτηκαν με αφορμή όσα είπε χθες ο Υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων κ. Ν. Φίλης, για το μάθημα των Θρησκευτικών, σε μια εκδήλωση που συμμετείχε στο κλεινόν άστυ των Αθηνών· (το βιντεάκι με το «διάλογο» του Υπουργού μας με τη «συντρόφισσα» γιαγιάκα είναι ιδιαίτερα αποκαλυπτικό και διασκεδαστικό θα ‘λεγα: http://www.esos.gr/arthra/44309/ypoyrgos-ta-thriskeytika-einai-i-ora-toy-paidioy-den-yparhei-ellinorthodoxia-yparhei) Σ’ αυτή μάλιστα την εκδήλωση, απ’ ότι είδα στα ΜΜΕ, ουκ ολίγοι συνάδελφοι εκπαιδευτικοί του επιφύλαξαν θερμότατη υποδοχή: το γιουχάισμα είχε την τιμητική του. Λυπηρό μεν ως γεγονός, αναμενόμενο δε, μιας εδώ και μήνες, όσα από τους περιβόητους ηγετίσκους εκεί στο Υπουργείο Παιδείας ακούγονται και γράφονται είναι αρλούμπες και μπούρδες. Νοήμων άνθρωπος δεν μπορεί να τους πάρει στα σοβαρά: καθώς δείχνουν τα γεγονότα, η ασχετοσύνη για ακόμη μια φορά θριαμβεύει.

Παραιτούμενος, λοιπόν, από κάθε προσπάθεια να υπερασπίσω τον εαυτό μου και τους συναδέλφους θεολόγους, και αρνούμενος να μπω στην αντιμαχία με ένα ισνάφι πολιτικάντηδων που ο λαός τους έταξε να διοικούν το Υπουργείο Παιδείας, και για να μη θεωρηθεί από κάθε αναγνώστη και αναγνώστρια εκείνο το γνωστό «κρατάω πισινή», όχι με την ταυτότητα του οπαδού (αυτή μου είναι παντελώς άγνωστη), αλλά με την ιδιότητα του δασκάλου τολμώ να πω ότι, το Υπουργείο Παιδείας το διοικούν ασπάλακες.

Επειδή πιστεύω ακράδαντα ό,τι υπάρχει η γνώση που ζωοποιεί, αλλά και η γνώση που σκοτώνει, τα όσα τις τελευταίες ημέρες ακούγονται ξανά και ξανά για το μάθημα των Θρησκευτικών, τα μαθήματα των Αρχαίων και Νέων Ελληνικών και την εκπαίδευση εν γένει, σε καμιά περίπτωση δεν συνιστούν ευθύνη και σοβαρότητα, τουναντίον μάλιστα συνιστούν ιδεοληψία και φόβο. Η ευθύνη και η σοβαρότητα είναι γέννημα αγάπης, ενώ η ιδεοληψία και ο φόβος κατά κανόνα είναι καρπός ασχετοσύνης, απέχθειας, ακόμη και μίσους, που στην περίπτωση των ηγετίσκων του Υπουργείου Παιδείας πηγάζει από άγνοια.

Έχω την αίσθηση ότι εδώ και κάποιες δεκαετίες έχουμε αφήσει τις τύχες της Παιδείας μας σε χέρια μετριοτήτων. Κι αυτή η μετριότητα, η οποία ξεκινά από την κορυφή, το Υπουργείο Παιδείας, διαπερνά ένα μεγάλο μέρος της κάτω απ’ αυτό διοίκησης (περιφερειακές διευθύνσεις, διευθύνσεις πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης), και φτάνει μέχρι τα σπλάχνα του εκπαιδευτικού μας συστήματος, δηλαδή εμάς τους εκπαιδευτικούς, δυστυχώς δεν μπορεί πια να γιατρευτεί. Λείπει το όραμα, λείπει η διάθεση για μια αλλαγή εκ βάθρων σ’ αυτήν την πολύπαθη Παιδεία. Ποιος άραγε φταίει; Ο κακός μας εαυτός. Άλλη απάντηση δεν υπάρχει. Είναι η πιο τίμια και η πιο ειλικρινής. Τελεία και παύλα.-

Θρησκευτικά· Η ώρα του παιδιού; Ναι, η ώρα που χαίρεται το παιδί… Ανοικτή επιστολή στον Υπουργό της Παιδείας…

Του ΑΝΔΡΕΑ ΑΡΓΥΡΟΠΟΥΛΟΥ

Άκουσα με θλίψη κ. Υπουργέ της Παιδείας να λέτε στη συγκέντρωση που έγινε στην Καλλιθέα: «Τα Θρησκευτικά η ώρα του παιδιού είναι. Αυτή είναι η πραγματικότητα». Λάθος πληροφόρηση έχετε κ. Υπουργέ. Σίγουρα στα Θρησκευτικά αλλά και σε όλα τα μαθήματα υπάρχουν καθηγητές και καθηγήτριες που δεν ανταποκρίνονται στα «θέλω» των παιδιών. Δε μου αρέσει να ωραιοποιώ τα πράγματα. Σε όλους τους κλάδους υπάρχουν συνάδελφοι με ακραίες συμπεριφορές και αντιλήψεις. Σας προκαλώ, όμως, κ. Υπουργέ να κάνετε μία έρευνα στις Διευθύνσεις της Δευτεροβάθμιας και εκεί θα διαπιστώσετε ότι άλλη είναι η εικόνα που έχουν για τα Θρησκευτικά και τους θεολόγους οι κατά τόπους εκπαιδευτικές κοινότητες.

Να ρωτήσετε κ. Υπουργέ το ποσοστό των θεολόγων που χρησιμοποιούν τις  Τεχνολογίες Πληροφορίας και Επικοινωνίας στη διδακτική πράξη.

Να πληροφορηθείτε κ. Υπουργέ για τις διακρίσεις των θεολόγων καθηγητών και καθηγητριών στις διάφορες καινοτόμες δράσεις, προγράμματα  και δραστηριότητες.

Υπηρετώ κοντά μια δεκαετία ως σχολικός σύμβουλος και έχω επισκεφθεί 300 περίπου σχολεία της νησιωτικής και ηπειρωτικής Ελλάδας. Από τα Ψαρά, τη Λήμνο και την Ικαρία μέχρι την Καστοριά  τη Φλώρινα και την Αριδαία. Αυτό που διαπίστωσα στα περισσότερα είναι ότι το Μάθημα των Θρησκευτικών είναι η ΩΡΑ του ΠΑΙΔΙΟΥ… είναι η ώρα που το παιδί πολλές φορές βρίσκει νόημα στο να βρίσκεται στο σχολείο.

ΠΗΓΗ

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

Περί Θρησκευτικών και… «ώρας του παιδιού»

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΒΑΡΔΑΒΑ

[Με αφορμή αυτή την είδηση: http://www.esos.gr/arthra/44309/ypoyrgos-ta-thriskeytika-einai-i-ora-toy-paidioy-den-yparhei-ellinorthodoxia-yparhei]

Όταν η ιδεοληψία κυριαρχεί τότε είναι αδύνατο να αποδείξει κανείς πως δεν είναι ελέφαντας. Η επανάληψη κοινότοπων στερεοτύπων δίκην θεσφάτου (του τύπου: «τα θρησκευτικά είναι η ώρα του παιδιού») το μόνο που επιτυγχάνει είναι να αγνοεί τις εργώδεις προσπάθειες των μάχιμων εκπαιδευτικών, γεγονός που συνιστά απαράδεκτη διάκριση και αντίστροφο ρατσισμό. Αυτό ουδόλως σημαίνει ότι δεν υπάρχουν και στο χώρο των ΠΕ 01, όπως και σε όλες τις ειδικότητες, συνάδελφοι ανεπαρκείς. Άλλο όμως η επισήμανση των αδυναμιών και άλλο η απαξιωτική γενίκευση.

ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Α΄ ΛΥΚΕΙΟΥ· Προσεγγίζοντας το φαινόμενο εξάπλωσης της νέας θρησκευτικής συνείδησης

Δεδομένου ό,τι οι μαθητές/τριες συχνά έρχονται αντιμέτωποι/ες με μεγάλα θρησκευτικά ερωτήματα – άλλωστε οι προσλαμβάνουσες σήμερα εικόνες (από τα ΜΜΕ και το Διαδίκτυο) για ζητήματα όπου οι θρησκείες είναι παρούσες – είναι αναγκαίος ο πλούσιος και κριτικός θρησκευτικός γραμματισμός τους, γεγονός που θα τους βοηθήσει να γνωρίσουν καλύτερα γνήσιες κι όχι κίβδηλες μορφές θρησκευτικής πίστης.

Γι’ αυτόν το λόγο, σ’ ότι αφορά στη γιγαντιαία σήμερα εξάπλωση της Νέας Θρησκευτικότητας, της οποίας, βέβαια, οι αρχές εντοπίζονται στη δεκαετία του 1960, [Καπετανάκης, (2014)], κρίνεται σκόπιμη και εφικτή, κυρίως για τις δύο πρώτες τάξεις του Λυκείου, η με παιδαγωγική, θρησκειολογική και θεολογική βαρύτητα ενασχόληση με αυτόν το νέο τύπο θρησκευτικότητας.

Λαμβάνοντας υπόψιν τα παραπάνω, επιλέγονται δύο σημαντικοί συγγραφείς, ο πρώτος από το χώρο της Συγκριτικής Λογοτεχνίας (George Steiner), και ο δεύτερος από το χώρο της Θρησκειολογίας (Δημήτρης Μπεκριδάκης), των οποίων τα παρουσιαζόμενα εδώ κείμενα αποτελούν άριστη θεώρηση και αποτίμηση του φαινομένου της νέας θρησκευτικής συνείδησης.

ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗΣ Γ., (2014), Θρησκευτική αγωγή στο ελληνικό Λύκειο, Αθήνα: Manifesto, σ. 24.

GEORGE STEINER, (2007), «Τα πράσινα ανθρωπάκια», στο Νοσταλγία του απόλυτου, Αθήνα Άγρα, (μτφρ. Παλμύρα Ισμυρίδου), σσ. 71-89

Δ. ΜΠΕΚΡΙΔΑΚΗΣ, Η επανεμφάνιση της θρησκείας σε συνθήκες παγκοσμιοποίησης…

 

Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΠΟΛΗΣ· Επιστημονική Επιμέλεια: Ευάγγελος Χρυσός, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1994, σσ. 391· [Συλλογικός Τόμος]

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Η έρευνα για την Άλωση της Κωνσταντινούπολης στις 29 Μαΐου 1453  εμπλουτίστηκε με τον παρόντα τόμο. Πρόκειται για συλλογική προσπάθεια ειδικών επιστημόνων που καταγράφουν τις ιστορικές συντεταγμένες που οδήγησαν στην πτώση της Βασιλεύουσας. Μολονότι τα γεγονότα της Άλωσης έχουν επανειλημμένα αναλυθεί και ερμηνευτεί, ο παρών τόμος προσφέρει στην ιστορική έρευνα ένα corpus μελετημάτων οι οποίες σκιαγραφούν πολύπλευρα τις τελευταίες ημέρες της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας.

Η συλλογή των κειμένων, όπως υπογραμμίζει ο επιμελητής του τόμου καθηγητής βυζαντινολόγος Ευάγγελος Χρυσός, έγινε «sine ira et studio» και την ευθύνη για το περιεχόμενο τους έχουν αποκλειστικά οι συγγραφείς τους. Αυτό συνακόλουθα καταδεικνύει και τις «ερμηνευτικές τάσεις» του κάθε μελετήματος. Η ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων της Άλωσης συντελείται στο πλαίσιο της διακρίβωσης αυτών, υπό την «οπτική γωνία του κάθε ερευνητή». Ωστόσο, στην προσέγγιση και την κατανόησή τους παραμένει σταθερή η άποψη ό,τι η πτώση της Πόλης το 1453 δεν έγινε απροσδόκητα. Στην προκείμενη περίπτωση, η δουλεία που προέκυψε επέφερε μεν την πνευματική κατάπτωση, επέτρεψε δε στο Γένος να ανασυντάξει τις δυνάμεις του και  να επιβιώσει. Τούτο άριστα μπορεί κανείς να το διαγνώσει στο γεγονός ό,τι στη μακρά περίοδο της Οθωμανοκρατίας ο Ελληνισμός ανάπλασε το παρόν με το παρελθόν του, συντήρησε τη μακραίωνη βυζαντινή παράδοση και αφομοίωσε νέες ιδέες, όπως αυτές της Αναγέννησης και του Ευρωπαϊκού Διαφωτισμού, στοχεύοντας έτσι στην Παλιγγενεσία.

Οι περισσότερες μελέτες του παρόντος τόμου συγκλίνουν στην παραπάνω θέση. Η πρώτη, του Ph. Serrand, τιτλοφορούμενη «Η καταστροφή μιας εικόνας», παρουσιάζει με τρόπο ποιητικό, την «εσωτερική εικόνα» της Πόλης προς τον κόσμο της Δύσης και της καθ’ ημάς Ανατολής. Εδώ, η «εσχατολογική διάσταση» των γεγονότων, δείχνει τη «στάση των ίδιων των Βυζαντινών απέναντι στη μοίρα της Πόλης τους». Είναι γνωστό, άλλωστε, ότι η αίσθηση του τέλους της Κωνσταντινούπολης, για τους Ρωμηούς κατοίκους του πρώτου μισού του 15ου αιώνα, θεωρήθηκε ως αντανάκλαση φυσικών φόβων που προερχόταν από την εμπειρία τόσων πολλών επιθέσεων και πολιορκιών. Προσεκτική ανάλυση των πρωτογενών πηγών, καταδεικνύει πως σκοτεινές και αλύτρωτες δυνάμεις καταστροφής και διαφθοράς της ιδιωτικής και δημόσιας βυζαντινής κοινωνίας ενέδρευαν παντού, εξωθώντας τον επίλεκτο λαό της Νέας Ιερουσαλήμ να εκπίπτει από την υψηλή κλήση στην οποία είχε κληθεί. Για το λόγο αυτό δεν ήσαν λίγοι οι βυζαντινοί λόγιοι που πίστευαν ότι κάθε εσωτερικός ή εξωτερικός εχθρός, όπως η πανώλη, ο πόλεμος, ακόμη και οι σεισμοί, αποτελούσαν θεϊκή παρέμβαση ως τιμωρία για αμαρτίες που είχαν διαπραχθεί. Ο Ιωσήφ Βρυέννιος ο πυρίπνους σοφός διδάσκαλος, γνωστός από τη ρήση του «ουκ αρνησόμεθά σε, φίλη ορθοδοξία, ου ψευσόμεθά σε, πατροπαράδοτον σέβας», στον 14ο αιώνα, όταν το κακό της πτώσης της Βασιλεύουσας φαινόταν μη αναστρέψιμο, με λεπτομερή τρόπο καταγράφει την αντίσταση ολίγων στην κατάσταση φθοράς στην οποία είχε περιέλθει μεγάλο μέρος του βυζαντινού λαού: «Αν η εικόνα των τιμωριών που μας επιβάλει ο Θεός, προκαλεί αμηχανία και σύγχυση, ας αναλογιστούμε τους παραλογισμούς μας και τότες θα εκπλαγούμε γιατί ακόμη δεν μας κτύπησε κεραυνός…Παραπονιόμαστε στο Θεό είτε βρέχει είτε δε βρέχει, είτε κάνει κρύο είτε κάνει ζέστη, πως δίνει πλούτο στον ένα ενώ αφήνει τον άλλο φτωχό, πως πνέει νοτιάς ή έρχεται καταιγίδα από βοριά, και εντελώς απλά μεταμορφωνόμαστε σε αδιάλλακτους δικαστές του Θεού. Πολλοί από μας αδιάντροπα βλασφημούν την ορθόδοξη πίστη, το Σταυρό, το Νόμο, τους αγίους, τον ίδιο το Θεό, όταν ακόμη κι ένας άπιστος δε θα έκανε τόσο πολύ…Αυταπατόμαστε όταν πιστεύουμε στους αστρολόγους, πως η ύπαρξή μας δηλαδή κατευθύνεται από τις Ώρες, την Τύχη, τις Μοίρες, την Ειμαρμένη, τα σημάδια του Ζωδιακού Κύκλου και των Πλανητών. Είμαστε βέβαιοι πως οι Νηρηίδες ζουν στη θάλασσα και πως Στοιχειά υπάρχουν παντού…Προσέχουμε τα όνειρα και πιστεύουμε πως λένε το μέλλον. Κρεμάμε φυλακτά στο λαιμό μας και εξασκούμε τη μαντεία…Απομακρυνόμαστε ακόμη πιο πολύ και από την αρετή ψάχνοντας συνεχώς το κακό…Αυτές και άλλες είναι οι αμαρτίες που μας καθιστούν αξίους των τιμωριών μας, με τις οποίες ο Θεός μας επισκέπτεται ως πληρωμή γι’ αυτά τα λάθη και άλλες ίσης βαρύτητας κακοήθειες. Έτσι τιμωρεί ο Θεός το λαό Του»[1]. Η περιγραφή αυτή μαρτυρά τη αίσθηση πως το πλήθος των αμαρτιών της Πόλης έκαμε αναπόφευκτη τη θεία εκδίκηση και δεν υπάρχει αμφιβολία πως για τους βυζαντινούς το τέλος της, πέρα από οποιαδήποτε ιστορική ερμηνεία προήλθε και μέσα από ένα ισχυρό κτύπημα εσωτερικών εχθρών έχοντας εσχατολογική διάσταση.

Η δεύτερη μελέτη, γραμμένη από τον Γ. Πρίντζιπα, εκθέτει τους  ιστορικούς, αυτόπτες μάρτυρες της Άλωσης. Οι Γ. Σφραντζής, Δούκας, Μ. Κριτόβουλος και Λ. Χαλκοκονδύλης προσεγγίζονται με βάση την παλαιότερη μελέτη του Ν. Β. Τωμαδάκη[2].

Η τρίτη μελέτη του Αθανασίου Αγγέλου παρουσιάζει αρκετό ενδιαφέρον. Προσεγγίζει από διαφορετική σκοπιά τον πρώτο μετά την Άλωση Οικουμενικό Πατριάρχη Γεννάδιο Β΄ Σχολάριο. Για λόγους που έχω εξηγήσει σε σχετικό άρθρο μου[3], η μελέτη του κ. Αγγέλου παρακάμπτει με αρνητικό τρόπο τη μοναδική ως σήμερα μονογραφία του π. Θ. Ζήση, Γεννάδιος Β΄ Σχολάριος Βίος – συγγράμματα – διδασκαλία, Πατριαρχικό Ίδρυμα Πατερικών Μελετών, Θεσσαλονίκη 1980. Ωστόσο, η άποψή του, ό,τι ως «βυζαντινός λόγιος» ο Γεννάδιος είχε μια ιδιότυπη στάση, που τον έκανε να εξαρτιέται από το δυτικό σχολαστικισμό, φρονώ ότι είναι διερευνήσιμη, στο πλαίσιο της συσχέτισής του με τον Θωμά Ακινάτη, τον οποίο και εκτενώς είχε μεταφράσει.

Ακολουθούν δύο μελέτες παρόμοιες ως προς τη θεματολογία τους. Η μία, του Κ. Κωνσταντινίδη παρουσιάζει τους Κωνσταντινοπουλίτες πρόσφυγες στην Μεγαλόνησο και τη δραστηριότητά τους στην αντιγραφή χειρογράφων στη Μονή Μαγγάνων, και η άλλη της Μ. Ευθυμίου, διαπραγματεύεται το ρόλο που έπαιξαν οι Εβραίοι κατά τις ημέρες της Άλωσης.

Τον  Νικόλαο Κουζάνο, φιλόσοφο-θεολόγο και το έργο του «De pace fidei» προσεγγίζει ο Γερμανός ιστορικός E. Meuthen. Υπό τη σκιά της άλωσης της Πόλης ο Ν. Κουζάνος, συνέγραψε τον παραπάνω διάλογο, διαπνεόμενος από την ιδέα της συγκλίσεως των θρησκειών.

Η έβδομη μελέτη, του W. Brandmuller παρουσιάζει την αντίδραση της Ρώμης στην  πτώση της Κωνσταντινούπολης. Η αξιοπιστία όμως του άρθρου είναι ελέγξιμη, γιατί με κέντρο βάρους τη στάση του Πάπα Νικολάου Ε΄ και όσα συνέβησαν στη Σύνοδο Φερράρας – Φλωρεντίας (1438-1439), ο συγγραφέας επιχειρεί  μονοσήμαντη και μεροληπτική θεώρηση των γεγονότων, στηριζόμενος  σε μονομερείς ως επί το πλείστον πηγές, όπως του G. Hofmann και του J. Gill, και αποσιωπώντας τα απομνημονεύματα του Σίλβεστρου Συρόπουλου, αλλά και το έργο του Κ. Γιαννακόπουλου, Βυζαντινή Ανατολή και Λατινική Δύση, Εστία, Αθήνα 1966, σσ.131-170.

Τα επόμενα τέσσερα άρθρα παρουσιάζουν τον απόηχο που είχε η Άλωση της Βασιλεύουσας στον σλαυϊκό και ισλαμικό κόσμο. Η J. Kalic, μελετά το ρόλο των Σέρβων κατά την πτώση της, οι V. Tapkova-Zaimova και A. Miltenova, προσεγγίζουν την Άλωση μέσα από την ιστορικοαποκαλυπτική λογοτεχνία της Βουλγαρίας, ο ρώσος ιστορικός D. Afinogenov παραθέτει άγνωστες ειδήσεις για την Άλωση μέσα στα ρωσικά χρονικά, και ο S. Aksin παρουσιάζει την οθωμανική άποψη γι’ αυτή.

Εξίσου σημαντικές είναι και οι επόμενες τρεις μελέτες. Ο Μ. Βαρβούνης προσφέρει μια διεισδυτική προσέγγιση των «λαϊκών αντιλήψεων» των Ελλήνων για την Άλωση. Λαϊκές παραδόσεις, δημοτικά τραγούδια και διηγήσεις, δικαιολογούσαν κατά πολύ το χαρακτηρισμό της Πόλης ως «εθνικό και θρησκευτικό σύμβολο». Ο W. Puchner περιγράφει τη θεατρική δραματουργία του 16ου και 17ου αιώνα και τον αντίκτυπο που είχε σ’ αυτή η Άλωση. Τέλος ο π. Γ. Μεταλληνός με τον ευαίσθητο πάντα τρόπο που χαρακτηρίζει το λόγο του μας πλοηγεί στην ιστορική πορεία του Γένους μετά την Άλωση. Βασικός άξονας των απόψεων του πατρός Γεωργίου  είναι η οικουμενική συνείδηση της Ρωμανίας, στη βυζαντινή και μεταβυζαντινή διάστασή της.

Τις σελίδες του συγκεκριμένου έργου κοσμούν πολλές λιθογραφίες και χαλκογραφίες της Κωνσταντινούπολης. Ξεχωριστή είναι η χαλκογραφία του 1728 που παρατίθεται στο τέλος του τόμου. Το παράρτημα με τα χρονικά της Άλωση είναι ο μεγεθυντικός φακός, απ’ όπου αυτούσια έρχονται κοντά μας τα ιστορικά γεγονότα.

[1] L’ Etat intellectuel et moral des Byzantins au XIVe siècle, Mélanges Charles Diehl, vol. I, Paris, s. 225.

[2] Δούκας, Κριτόβουλος, Σφραντζής, Χαλκοκονδύλης. Περί Αλώσεως της Κωνσταντινουπόλεως, Αθήναι 1953.

[3] Ο Ποιμήν, 63 (1998) 149-151.

Δημοσιεύθηκε παλαιότερα στον ιστότοπο:

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

Πολυγνώμονες και δοξόσοφοι

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Του Ευστρατίου, χάρισμα

Η συζήτηση που είχα χθες με ένα φίλο και συνάδελφο, από τους ελάχιστους που όταν συναντιόμαστε, με πόνο ψυχής συζητάμε για τα εκπαιδευτικά μας πράγματα, κινήθηκε γύρω από τις πανελλαδικές εξετάσεις. Στα πολλά που είπαμε, σταθήκαμε και στο γεγονός της κατάτμησης της παρεχόμενης γνώσης στο σχολείο. Γνώσης, βέβαια, που ο κύριος όγκος της είναι άχρηστος και το χειρότερο, σε πολλά γνωστικά αντικείμενα γίνεται μονολιθικός, αφού ο καθένας από εμάς τους εκπαιδευτικούς που διδάσκει σ’ ένα σχολείο νοιάζεται μόνο για το δικό του μάθημα και δεν ενδιαφέρεται για άλλα γνωστικά αντικείμενα. Εκείνη η περίφημη διαθεματικότητα, διεπιστημονικότητα, που το παλαιότερα γνωστό Παιδαγωγικό Ινστιτούτο κόπτονταν για να γίνει διδακτική πράξη, όχι μόνον πήγε περίπατο, αλλά πολλοί εκ των συναδέλφων μας στα σχολεία, όχι μόνο δεν γνωρίζουν τα απαραίτητα γι’ αυτήν, αλλά ούτε που επιθυμούν να ακούσουν ό,τι από κοινού θα μπορούσαν να συνεργαστούν με άλλους συναδέλφους για να κάμουν ένα μάθημα ανοικτών επιστημονικών οριζόντων.

Ετούτη, λοιπόν, η κατάτμηση της γνώσης σε πολλαπλούς τομείς καταστρέφει την ομορφιά της αληθινής έρευνας. Αυτός ο τεμαχισμός του επιστητού στο σχολείο, κυρίως στο Λύκειο, τεμαχισμός του φυσικού και πνευματικού κόσμου σε επιμέρους τομείς και ακόμη παραπέρα σε κατευθύνσεις, νοοτροπία που πολλές φορές με ζήλο καλλιεργούμε όλοι μας – έτσι μας βολεύει – κάμει την παιδεία μας συνεχώς να βρίσκεται σ’ έναν επιθανάτιο ρόγχο. Λέγω βολεύει διότι έτσι γίνεται χρόνια στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση· λόγοι μεθοδολογικοί διαμορφώνουν αυτό το θολό τοπίο, με αποτέλεσμα ακόμη και οι ίδιοι οι μαθητές να καλύπτονται πίσω απ’ αυτό, με εκείνη την τραγικότητα ότι μόνον τα μαθήματα που μέσω των πανελλαδικών εξετάσεων θα τους οδηγήσουν σ’ αυτό που θέλουν να σπουδάσουν έχουν αξία, ενώ τα υπόλοιπα, συνεχώς θα είναι υποβαθμισμένα στη σκέψη τους, καθόλου δεν θα τους ενδιαφέρουν· με κείνη τη θλιβερή πολλές φορές εικόνα μέσα στην τάξη, όταν για παράδειγμα ένας φιλόλογος θα μπαίνει να διδάξει Ιστορία γενικής παιδείας, όλοι σχεδόν οι μαθητές θα έχουν ξεχασμένο το βιβλίο τους μονίμως κάτω από το θρανίο.

Στα παραπάνω αξίζει να προστεθεί και τούτο: ο καθένας μας σήμερα γνωρίζει πόσο δαιδαλώδης έχει γίνει η διαμόρφωση ειδικοτήτων, με μέτριους σε αρκετές περιπτώσεις ειδικούς επιστήμονες. Στις μέρες μας το φαινόμενο αυτό έχει λάβει ανησυχητικές  διαστάσεις. Το ερώτημα είναι καίριο: άραγε θα σπάσει ποτέ αυτός ο φαύλος κύκλος; Μάλλον όχι. Λυπηρό μεν αυτό, είναι  δε η σκληρή πραγματικότητα. Οι διαπιστώσεις, ωστόσο, είναι οδυνηρές· ο κόσμος και η ζωή θα συνεχίσουν να κομματίζονται περισσότερο σε επιμέρους ενότητες, κι όσοι θα αρέσκονται σ’ αυτό το κομμάτιασμα πάντοτε θα είναι μετριότητες. Απεναντίας όσοι θα παλεύουν για καθολική κατάκτηση της γνώσης, όσοι δάσκαλοι και καθηγητές θα μεταβάλλουν ολάκερη τη ζωή τους σε κονίστρα αγώνων για να συγκροτηθεί μια ενότητα για τον κόσμο και την ανθρώπινη ζωή, θα είναι οι ελάχιστοι και ίσως οι πιο τίμιοι γι’ αυτό που κλήθηκαν να διακονήσουν και να διδάξουν σε μια σχολική τάξη. Και η εικόνα θα παραμένει η ίδια. Ένας απολιθωμένος σωρός άχρηστων αρκετές φορές γνώσεων, χωρίς καμιά εσωτερική ενότητα, που θα συντελεί σ’ ένα είδος «μολύνσεως του εγκεφάλου». Ο σωρός αυτός των γνώσεων πάντα θα μοιάζει με σωριασμένα οικοδομικά υλικά, χώμα, πέτρες, τούβλα, ασβέστη, τσιμέντο, σίδερα κι άλλα, χωρίς αρχιτεκτονικά σχέδια και χωρίς δημιουργικά χέρια για οικοδόμηση.

Και ο μεγαλοφυής θείος Πλάτων πάντα θα είναι επίκαιρος. Η παρακάτω ιστορία από τον Φαίδρο αξίζει συνοπτικά να την καταγράψω: μετά την ανακάλυψη του αλφαβήτου από τον θεό Θεύθ, οι πολλές κι αναφομοίωτες γνώσεις που αποκτούσε ο καθένας με την ανάγνωση των βιβλίων, χωρίς αυτοσυγκέντρωση και άσκηση της μνήμης, μετέβαλλε τους ανθρώπους από σοφούς σε «πολυγνώμονες και δοξόσοφους», (Φαίδρος, 274-275). Νομίζω ό,τι δεν χρειάζονται σχόλια…

Τζούλιο Καΐμη και Γιαννούλης Χαλεπάς

«Στο μαρμαρονήσι της Τήνου κοντά στη θάλασσα, ψηλά στη θάλασσα είναι το χωριό του Πύργου, χαριτωμένο και λευκό, κρυμμένο κάτω από καμπυλωτά μα όχι και φοβερά βουνά. Ο Χαλεπάς όσο ζούσε έμενε εκεί μοναχός του, γεμάτος νεανικό σφρίγος και δούλευε ακούραστα ολημερίς. Ήτανε εύκολο να τον βρει κανείς γιατί όλοι τον ξέρανε εκεί. Και σαν τον βρήκα έμεινα σπίτι του κάμποσες ημέρες δίχως αυτό ίσως να το πάρει καν είδηση. Η πρώτη εντύπωση που σχημάτιζε κανείς μπροστά στον μυστηριώδη εκείνο γεροντάκο, που ‘χε τα μάτια μικρά, δεν θα διέφερε από εκείνη που θα είχε αν βρισκόταν μπροστά σ’ ένα τάφο κι αν κάπου – κάπου έβγαζε μια λέξη μόνον για να σ’ απαντήσει πρόθυμα, η λέξη εκείνη θα ‘τανε σίγουρα μια λέξη θετική και μετρημένη όπως οι απίθανες εκείνες φωνές που βγαίνουν απ’ τα μνήματα, φωνές αποκαλυπτικές που σ’ ενθουσιάζουν και σε τρομάζουν μαζί […]

[…] Προτού φύγω όμως από εκεί, έκρινα καλό κάτι τουλάχιστον να τον ρωτήσω, αλλά δεν ήξευρα τι; Γιατί κατάλαβα ότι κάθε λόγος γι’ αυτόν θα ‘τανε περιττός. Τότε σκέφθηκα μέσα μου να τον ρωτήσω το πιο εύκολο πράγμα του κόσμου, γιατί αισθανόμουνα ότι μόνον μια απλοϊκή απάντησή του θα μπορούσε να αποκαλύψει περισσότερο από χίλια λόγια το μυστικό του.

«Ποια είναι η πρώτη τέχνη που επιχείρησε να κάνει ο άνθρωπος» ερώτησα αμέσως.

Και ο γέρος απάντησε επίσης αμέσως:

«Ο πηλός, γιατί χρειάζεται μόνο τα δάκτυλα».

Η σύντομη εκείνη απάντηση στάθηκε πολύ σοφή. Ο Θεός μας έφτιασε από πηλό και μας έδωσε επίσης δάκτυλα για να δημιουργήσουμε και εμείς με την ίδια ύλη τα προπλάσματά μας που να σταθούν πρώτη προσπάθεια της τεχνοτροπίας της σκληρής ύλης. Αλλά δεν πρόκειται για τυπικό αντίγραφο αλλά για μεταμόρφωση της τεχνικής. Ώστε το αίσθημα του ωραίου, του ρυθμού, της ιδέας και της πλαστικότητας να ‘ναι η αιτία απ’ όπου θα βγει η τεχνική της ύλη, που δεν είναι πάλι άλλο τι παρά η ίδια η τέχνη;»

ΤΖΟΥΛΙΟ ΚΑΪΜΗ, Συναντήσεις με τους Φώτη Κόντογλου, Γιαννούλη Χαλεπά και Ν. Χατζηκυριάκο – Γκίκα, εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 1992, 36-37, 44-45.

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ Συνοπτική ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Η πρώτη χιλιετία τ. Α΄, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2008, σσ. 244 + Γενικό Ευρετήριο σσ. 12

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Παλαιότερα ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ τεκμηριώνοντας την άποψη περί ιστορικότητας της χριστιανικής πίστης, με χαρακτηριστικό τρόπο υποστήριζε ότι ο Χριστιανισμός ως «θρησκεία των ιστορικών», «καταφεύγει δυναμικά στην ιστορία». Γι΄ αυτό και η διδασκαλία του είναι «μαρτυρία πίστεως σε ορισμένα γεγονότα του παρελθόντος, σε ορισμένα συγκεκριμένα δεδομένα της ιστορίας». Δίνοντας έμφαση στην ιστορικότητα του ίδιου του χριστιανικού Πιστεύω, ο επιφανής Ρώσος ορθόδοξος κληρικός και ιστορικός, έλεγε ότι αυτό «περιέχει την όλη ουσία του Χριστιανισμού σ’ ένα απλό ιστορικό σχεδίασμα σαν μια “ιστορία της σωτηρίας” από τη δημιουργία προς την τελείωση, προς την έσχατη κρίση και το τέλος της ιστορίας»[1].

Η επίδραση που άσκησε ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, στους μεταγενέστερους εκκλησιαστικούς ιστορικούς υπήρξε τεράστια. Τούτο μπορεί κανείς να το διαγνώσει και στο παρουσιαζόμενο εδώ βιβλίο του Δημητρίου Ν. Μόσχου, Καθηγητή στη Θεολογική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών. Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα – σελίδα το περιδιαβεί, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, τις οποίες πρώτος ο π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ έθεσε στο πολύπλευρο και διεισδυτικό συγγραφικό του έργο, στις τάσεις των οποίων όλο και περισσότερο θητεύει σήμερα η εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.

Είναι πράγματι γεγονός ότι η σύγχρονη εκκλησιαστική ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών έχει καταφέρει να αποτυπώσει ένα διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, βλέποντας την Εκκλησιαστική Ιστορία ως ιστορικό και θεολογικό έργο. Έγνοια του εκκλησιαστικού ιστορικού είναι δυναμικά πάντοτε, άλλοτε να θεάται κι άλλοτε να αποτιμά το μακρινό και εγγύτερο θεολογικό και εκκλησιαστικό παρελθόν. Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που θέλει να έχει καλή σχέση με την επιστήμη που υπηρετεί, είναι αυτόδηλο ότι το υφάδι της ενασχόλησής του με ιστορικά γεγονότα και πρόσωπα που σχετίζονται με την Εκκλησία και το έργο της, στη διαδρομή δύο χιλιάδων και πλέον ετών, με τα πρόσωπα που τη διακονούν, αλλά και γενικότερα με τη Θρησκευτική Ιστορία[2] δομείται πάνω σ’ ένα βασικό άξονα. Πέραν της αντικειμενικότητας[3], η σχέση του ίδιου του εκκλησιαστικού ιστορικού με τα ίδια τα εκκλησιαστικά ιστορικά γεγονότα εξαρτάται πάντα από τον τρόπο που τα καταγράφει και τα ερμηνεύει. Κύρια επιδίωξή του είναι η νηφάλια προσέγγιση και ανάλυσή τους, στην προοπτική που θέλει τον χριστιανό ιστορικό, να βλέπει την ιστορία σαν «μυστήριο και τραγωδία – μυστήριο της σωτηρίας και τραγωδία της αμαρτίας»[4].

Όσον αφορά τώρα στην παρουσίαση του συγκεκριμένου βιβλίου, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο σχετίζεται με την Εισαγωγή (σσ. 17-34). Ο συγγραφέας μετά από μια σύντομη ανασκόπηση διαφόρων ιστορικών σχολών που αναπτύχθηκαν κυρίως από την εποχή του Διαφωτισμού και ύστερα, και οι οποίες επηρέασαν η καθεμιά την Εκκλησιαστική Ιστορία, (διαφωτιστικός ορθολογισμός, θετικισμός, ιδεαλισμός, ρομαντισμός, σχολή των Annales, ρωσική θεολογία της Sobornost, θεολογική γενιά του ’60), προβαίνει στην πραγμάτευση της ύλης με επιστημονικά κριτήρια και προτάσεις, για μια θεολογική ερμηνεία των γεγονότων της μακραίωνης ιστορικής διαδρομής της Χριστιανικής Εκκλησίας.

Συγκεκριμένα υποστηρίζει ότι, ο εκκλησιαστικός ιστορικός οφείλει να τοποθετείται κριτικά έναντι των εκκλησιαστικών ιστορικών γεγονότων, ούτως ώστε να είναι σε θέση να ξεκαθαρίζει τη σχέση της Εκκλησιαστικής Ιστορίας με το «εσχατολογικό μέλλον» της διδασκαλίας της Εκκλησίας. Για να το επιτύχει αυτό, οφείλει με τον καλύτερο τρόπο να ακολουθεί τη μεθοδολογία που βλέπει αντικειμενικά και κριτικά τα εκάστοτε ιστορικά γεγονότα. Υπ’ αυτήν την έννοια, ορθά ο συγγραφέας υποστηρίζει ότι «καμμιά θεολογία δεν διαγράφει ποτέ τα γεγονότα, ούτε τα επινοεί», διότι «ηθελημένη διαστρέβλωση» αυτών κινδυνεύει να «διασύρει συνολικά το έργο της Εκκλησιαστικής Ιστορίας». Όμορες προς την Εκκλησιαστική Ιστορία επιστήμες, όπως η Κοινωνική Ανθρωπολογία και η Κοινωνιολογία, για τον συγγραφέα είναι δυνατόν να προσφέρουν το απαραίτητο υλικό για εφαρμόσει ο εκκλησιαστικός ιστορικός τη μέθοδο εκείνη ερμηνείας του εσχατολογικού μηνύματος του Ευαγγελίου, με αποτέλεσμα να κάμει μια άλλη ανάγνωση της κοινωνίας που αυτοπροσδιορίζεται ως χριστιανική.

Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στη μεθοδολογία παρουσίασης της Ιστορίας της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία, (σσ. 35-242). Αν και ο τρόπος της παρουσίασης των ιστορικών γεγονότων είναι συνοπτικός, καταβάλλεται προσπάθεια αυτά να καταγραφούν και να αποτιμηθούν με νηφαλιότητα. Επισκοπώντας χίλια χρόνια εκκλησιαστικών και θεολογικών αγώνων, ο συγγραφέας πετυχαίνει να αποδώσει διαγραμματικά την Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας κατά την πρώτη χιλιετία της, μια χιλιετία της οποίας το τέλος συμπίπτει με το οριστικό Σχίσμα Ανατολικής και Δυτικής Εκκλησίας (1054).

Σκοπός του έργου είναι να δώσει ένα «οδηγητικό νήμα» στην έρευνα της Ιστορίας του Χριστιανισμού, η οποία δεν είναι μόνο σύνθετη, αλλά θέτει επί τάπητος και την ερμηνεία των ιστορικών γεγονότων, μέσα από την «οπτική γωνία της ορθόδοξης θεολογίας», που ορθά ο συγγραφέας τη θέλει να βρίσκεται σε ένα συνεχή «διάλογο με όλα τα ιστοριογραφικά ρεύματα της εποχής της νεωτερικότητας». Ο αναγνώστης, είτε αυτός σχετίζεται άμεσα, είτε έμμεσα με τη θεολογική επιστήμη, άνετα μπορεί να συνεχίσει μόνος του το εγχείρημα της ιστορικής σπουδής του Χριστιανισμού, με πρόσθετο οπλισμό τη σχετική βιβλιογραφία που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, αλλά και την επιπλέον βιβλιογραφία που πλουσιοπάροχα σήμερα προφέρεται. Όπως λόγου χάριν, δύο πρόσφατα μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα και εκδοθέντα βιβλία, του Bamber Gascoigne, Συνοπτική Ιστορία του Χριστιανισμού, μτφρ. Μαρία Τσάτσου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2008, και του Α. Ντ. Λη, Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, εκδ. Ενάλιος, Αθήνα 2009[5].

Υπ’ αυτές τις προϋποθέσεις, ο συγγραφέας οργανώνει το υλικό του σε δύο μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζει την Ιστορία της Εκκλησίας από την ίδρυσή της μέχρι το διάταγμα των Μεδιολάνων (313), (σσ. 37-89). Στο δεύτερο, την περίοδο όπου ο χριστιανική οικουμένη ήταν ενιαία (313-1054), (σσ. 93-242). Εκείνο, ωστόσο, που εδώ οφείλω να επισημάνω με καίριο τρόπο είναι το γεγονός ότι, ο συγγραφέας ευθύς εξ αρχής θέτει το κρίσιμο ερώτημα: κατά πόσο η Εκκλησία αποτέλεσε το «προνομιακό πεδίο απολογητικής» της χριστιανικής πίστης, ή την «απόλυτη απόδειξη της ολοκληρωτικής αποτυχίας της;».

Μια πρώτη ερμηνεία ο αναγνώστης μπορεί να αναζητήσει ανατρέχοντας στα συμπεράσματα που παραθέτει ο συγγραφέας στο τέλος κάθε κεφαλαίου, όπως ότι, ο «Χριστιανισμός μετεξελίχθηκε από “κίνημα του Ιησού” στον πολιτιστικό και θρησκευτικό χώρο του Ιουδαϊσμού, σε μια ανεξάρτητη κίνηση ανθρώπων από αρκετά έως τελείως διαφορετικά θρησκευτικά και πολιτιστικά περιβάλλοντα, που επεξεργάσθηκε το αρχικό παράδοξο βίωμα της Αποκάλυψης του ενός βιβλικού Θεού στο πρόσωπο και το έργο ενός Μεσσία που σταυρώνεται και ανασταίνεται και αναμένεται να επανέλθει για να σώσει και να κρίνει τον κόσμο», (σ. 43), ή ότι, η Χριστιανική Εκκλησία κατά την περίοδο 135-313, με το άνοιγμά της στον ελληνορωμαϊκό κόσμο και την αντιπαράθεσή της με αυτόν, καταφέρνει να διασφαλίσει την διδασκαλία της και να δώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στην «έμπρακτη ηθική (αγάπη, διακονία), σε αντιδιαστολή με τον Γνωστικισμό, στην προφητεία (χάρισμα)», εξηγώντας γιατί αυτός ο τρόπος ζωής οδηγούσε στου «διωγμούς (μαρτύριο)», (σ. 88).

Το βιβλίο του Δ. Μόσχου, σε έκδοση φροντισμένη από τις εκδόσεις Ακρίτας, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην εκκλησιαστική ιστορική επιστήμη.

Υποσημειώσεις

[1] Χριστιανισμός και Πολιτισμός, μτφρ. Ν. Πουρναράς, εκδ. Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2000, σ. 40. Για τη προσφορά του π. Γ. Φλωρόφκσυ στη Θεολογία βλ., «π. Γεώργιος Φλωρόφκσυ. Από τη θεολογία των Πατέρων στη “νεοπατερική σύνθεση”», Σύναξη τχ. 64 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 1997) 4-82. Πρβλ. N. Berdyaev, Το πεπρωμένο του ανθρώπου στο σύγχρονο κόσμο, μτφρ. Ευτυχία Β. Γιούλτση, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1980, σ. 18.

[2] Επίκαιρη επισκόπηση του ζητήματος γύρω απ’ αυτόν τον κλάδο της ιστορικής επιστήμης βλ. Olwen Hufton «Τι είναι Θρησκευτική Ιστορία σήμερα;», στον τόμο: Τι είναι Ιστορία σήμερα;, μτφρ. Κώστας Αθανασίου, εκδ. Νήσος, Αθήνα 2007, σσ. 115-154.

[3] Γενικότερα σ’ ότι αφορά στο ερώτημα κατά πόσο η ιστορία μπορεί να είναι αντικειμενική βλ. W. H. Walsh, Εισαγωγή στη Φιλοσοφία της Ιστορίας, μτφρ. Φ. Βώρος, εκδ. Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1994, σσ. 145-182.

[4] π. Γεώργιος Φλωρόφσκυ, Χριστιανισμός και Πολιτισμός, σ. 85.

[5] Το δεύτερο ειδικότερα, έρχεται να συμπληρώσει προγενέστερες μελέτες για την μακρά περίοδο διαλόγου και συγκρούσεως του Χριστιανισμού με τα θρησκευτικές παραδόσεις της Ύστερης Αρχαιότητας. Βλ. Ε. Ρ. Ντοντς, Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κ. Αντύπας, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1995. Peter Brown, Ο κόσμος της ύστερης αρχαιότητας (150-750 μ.Χ.), μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάδρεια, Αθήνα 1998. Δ. Κυρτάτας, Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, εκδ. Εστία, Αθήνα 1992.

Δημοσιεύθηκε στο περιοδικό: Επιστημονική Επετηρίς Ιεράς Μητροπόλεως Μυτιλήνης, Ερεσού και Πλωμαρίου ΑΓΙΑ ΣΙΩΝ, 3 (2008) 216-219.

Ο Μέγας Κωνσταντίνος, άγιος και ισαπόστολος

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Για τον Μέγα Κωνσταντίνο η βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη. Στις αντιμαχόμενες πλευρές για το αν τελικά ο Μέγας Κωνσταντίνος βαπτίστηκε χριστιανός ή όχι, και γιατί η Εκκλησία τον τιμά ως άγιο, η συζήτηση πολλές φορές ξεπερνά τα επιστημονικά όρια και καταντά ιδεοληψία. Αυτά, κυρίως, για εκείνους που αρέσκονται σε νεοπαγανιστικές δοξασίες και αυταπάτες. Στην περίπτωση αυτή παλαιότερα ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός είχε δώσει μια διάλεξη. Σ’ αυτήν απαντά με τη δέουσα επιστημονική δεοντολογία· [απομαγνητοφωνημένη αυτή η διάλεξη, με κάποια ορθογραφικά λάθη, κυκλοφορεί ευρύτατα στο Διαδίκτυο: http://www.impantokratoros.gr/megas_konstantinos_sykofanties.el.aspx

Λέγω ορθογραφικά λάθη, γιατί ο κορυφαίος ιστορικός του 19ου αιώνα Κωνσταντίνος Παπαρρηγόπουλος, στον οποίο συχνά σε αυτήν τη διάλεξή του παραπέμπει ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός, γράφετε με ένα (ρ) κι όχι με δύο όπως είναι το σωστό].

Για τον ιστορικό, που, όπως ορθότατα σημειώνει στην παραπάνω διάλεξή του ο παπα-Γιώργης Μεταλληνός οφείλει να σέβεται τις πηγές κι όχι να τις διαστρεβλώνει, αξία έχει και τούτο, το οποίο εσκεμμένα αποσιωπάται. Αφορά τον 4ο αιώνα και τη βαθμιαία τότε στροφή από τον ειδωλολατρικό στον χριστιανικό κόσμο. Τί είναι αυτό που αποσιωπάται; Με σαφήνεια το καταγράφει ο συνάδελφος εκκλησιαστικός ιστορικός Δημήτριος Μόσχος, καθηγητής στη Θεολογική Σχολή του ΕΚΠΑ. Στο βιβλίο του Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας, τ. Α΄, εκδ. Ακρίτας 2008, σσ. 86-87, γράφει τα εξής: «Τον 4ο αιώνα κρίση δημοσιονομική και διοικητική αναγκάζουν σε αλλαγές στη δομή του ρωμαϊκού κράτους. Ο Μέγας Κωνσταντίνος συνεχίζει τις μεταρρυθμίσεις του Διοκλητιανού, ενισχύει τη γραφειοκρατία, τη φορολογία και εισάγει τον χρυσό solidus, το πιο σταθερό και διαδεδομένο νόμισμα του Μεσαίωνα και σηματοδοτεί το πέρασμα στην Ύστερη Αρχαιότητα. Για τις σχέσεις του με τον Χριστιανισμό έχουμε τις περισσότερες πηγές από τα έργα του Ευσεβίου. Η μεταστροφή του αποτελεί ακόμη αντικείμενο συζητήσεων, πάντως το γεγονός είναι ότι έχουμε μια κοσμογονική αλλαγή με το Διάταγμα των Μεδιολάνων (313, για την ακρίβεια τις Αποφάσεις – rescripta των Μεδιολάνων, που εξαπέλυσε ο Λικίνιος). Αλλαγές στο νομικό καθεστώς (ιδιοκτησία κ.λπ.) επιτρέπουν τη νομική ύπαρξη και τη διαχείριση χρημάτων, ελεύθερη λατρεία και οικοδομικό πρόγραμμα ναοδομία (και με κρατικές ενισχύσεις). Για την ειλικρίνεια των προθέσεων του Κωνσταντίνου έχουν γίνει πολλές συζητήσεις, το πιθανότερο όμως είναι ότι αποτελεί συνδυασμό προσωπικής στροφής και πολιτικής κίνησης. Ο Χριστιανισμός ήταν ήδη υπολογίσιμη δύναμη από τον 3ο αι., δεν μπορούσε πλέον να γίνει επιστροφή στον εθνισμό. Παράλληλα, η μονοθεϊστική, καλύτερα ενοθεϊστική (ένας θεός πάνω από τους πολλούς) πίστη υπήρχε ήδη σε πολλούς αυτοκράτορες από τον 3ο αι., ήρθε άρα φυσιολογικά. Η αναγνώριση της προσφοράς του από τη χριστιανική Εκκλησία καταγράφεται σε συμβολικό επίπεδο με την ανακήρυξή του σε άγιο και ισαπόστολο. Η ιδιαίτερη προσωπογράφησή του από τον Ευσέβιο είχε σκοπό να στηρίξει την πολιτική θεολογία του τελευταίου, που σε ένα ιεραρχικό σύστημα (Πατήρ – Υιός – Αυτοκράτορας) εμφανίζεται να μεταφέρει το έργο του Λόγου του Θεού στον κόσμο».

Ο χρυσός solidus του Κωνσταντίνου

Όμως, την κυριαρχία του Χριστιανισμού ως νέας πίστης, δεν την καταγράφουν μόνον οι εκκλησιαστικοί συγγραφείς, αλλά και άλλοι επιφανείς ιστορικοί, παγκοσμίου κύρους, όπως ο Peter Brown. Σε δύο βιβλία του, μεταφρασμένα στην ελληνική γλώσσα, με εντυπωσιακή σαφήνεια σκιαγραφεί τη στροφή από το παγανιστικό στο χριστιανικό περιβάλλον. Υποστηρίζει ότι ήδη από τα τέλη του 3ου αιώνα οι χριστιανοί ήταν υπολογίσιμη δύναμη στον ρωμαϊκό κόσμο. Σύμφωνα με τον ίδιο τον Brown, αυτό εν πολλοίς οφειλόταν στην «ιδιαίτερη συνεκτική και ριζοσπαστική συμβολή τους», δηλαδή στο πως σε μια κοινωνία, όπως ήταν η ρωμαϊκή, μπορούσε να ασκηθεί η «υπερφυσική δύναμη». Εξ’ ου και ο χαρακτηρισμός από τον Brown αυτών των ανθρώπων ως «φίλων του Θεού», (Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, μτφρ. Θεοδόσης Νικολαΐδης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2001, σσ. 103-104). Υπ’ αυτές, λοιπόν, τις προϋποθέσεις συνεχίζει ο Brown, ο Μέγας Κωνσταντίνος έγινε «εστεμμένος χριστιανός Απολογητής», γιατί «έβλεπε τον εαυτό του και την αποστολή του ως χριστιανού αυτοκράτορα μέσα στο φως της χριστιανικής ερμηνείας την οποία προσέφεραν στον μέσο μορφωμένο άνθρωπο οι χριστιανοί Απολογητές της εποχής», (Ο κόσμος της ύστερης Αρχαιότητας 150–750 μ.Χ., μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, εκδ. Αλεξάνδρεια, Αθήνα 1998, σ. 94).

Πανελλαδικές εξετάσεις αγλωσσίας

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

«Η φιλία, δώρο ακριβό κι ευτύχημα σπάνιο, έχει πανάρχαιους τίτλους ευγενείας. Την εχάρηκαν άνθρωποι εκλεκτοί, σε όλα τα γεωγραφικά και τα ιστορικά πλάτη της οικουμένης, και την εγκωμίασαν ποιητές, σοφοί, πολιτικοί, με τον τρόπο του ο καθένας, αλλά όλοι με την ίδια συγκίνηση». Ποιος θα μπορούσε να διαφωνήσει; Είναι σαν να διαφωνείς με την άποψη ότι η αναπνοή είναι απαραίτητη για την ανθρώπινη ζωή ή ότι οι μέλισσες όπως και οι μέρμηγκες είναι εργατικά ζωντανά, σε αντίθεση με τους τζίτζικες που ξύνονται ολημερίς παράγοντας τον ενοχλητικό και θορυβώδη τριγμό τους, αυτόν που σου χαλάει τον μεσημεριανό ύπνο του ελληνικού καλοκαιριού. Με όλον τον σεβασμό στον Ευάγγελο Παπανούτσο, το κείμενο αυτό, απόσπασμα από το έργο του «Πρακτική Φιλοσοφία», είναι ό,τι πιο επίπεδο και αδιάφορο μπορεί να βάλει ο νους του ανθρώπου. Στη δε αναφορά της εκφώνησης διαβάζω πως πρόκειται για «διασκευή» – τι θέλει άραγε να πει ο ποιητής;

Και όμως το αδιάφορο και επίπεδο αυτό κείμενο που εξαντλείται στην κοινοτοπία του υπήρξε το θέμα των πανελλαδικών εξετάσεων στο μάθημα των μαθημάτων, την έκθεση ιδεών. Έκθεση ιδεών χωρίς ιδέες. Με την εκσυγχρονιστική προσθήκη: «Η φιλία στην εποχή των ΜME, δηλαδή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης». Για λόγους πνευματικής υγείας παρακάμπτω την ταύτιση των ΜΜΕ με τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Το θέμα, ως ανεμένετο εθεωρήθη βατόν, κοινώς φιλικόν προς τους χρήστες, τους υποψηφίους. Ένα γκάτζετ παπαγαλίας με ακριβείς οδηγίες χρήσης. Για να συμπληρωθεί δε η εικόνα, τους ζητήθηκαν τα συνώνυμα των εξής λέξεων: «Εγκωμίασαν», «ευχαρίστηση», «συναναστροφή». Τα αντώνυμα των λέξεων «οικεία», «επιδέξιος», «αξία». Και ποια «νοηματική σχέση» ορίζουν οι λέξεις: «δηλαδή», «όταν», «λοιπόν». Δεν ερωτήθηκαν για τον ρόλο του συνδέσμου «και» στη σύνταξη, λάθος κατά τη γνώμη μου, διότι έτσι θα μπορούσαν οι εξεταστές να αντιληφθούν αν ο εξεταζόμενος γνωρίζει εις βάθος τη γλώσσα του, αφού στην κοινή χρήση οι σύνδεσμοι έχουν αντικατασταθεί από το μακρόσυρτο βέλασμα εεε…

Τα παιδιά περνάνε τόσο δύσκολα με τα μνημόνια, οπότε μην τα ταλαιπωρήσουμε και με τη νεοελληνική γλώσσα. Έχουν όλη τη ζωή μπροστά τους για να βρουν μια γλώσσα να τη μιλάνε και να τη γράφουν. Εξάλλου, τα παιδιά μαθαίνουν τόσο καλά αγγλικά, γαλλικά και γερμανικά, και ο Παπανούτσος είναι σίγουρη αξία. Και το χειρότερο δεν είναι αυτό. Το χειρότερο είναι ότι αυτή η εις βάθος εξέταση κρίσεως και γλωσσικής επάρκειας είναι και η μόνη εξέταση ελληνικών που γίνεται για τις πανελλαδικές εξετάσεις.Το μάθημα της λογοτεχνίας έχει καταργηθεί ακόμη και για τους υποψήφιους φιλολόγους.

Τα χειρότερα έπονται. Αρκεί να αναλογισθείς ότι αυτά τα παιδιά έχουν περάσει έξι χρόνια στα θρανία της μέσης εκπαίδευσης και θα μπουν σε κάποιο ΑΕΙ ή ΤΕΙ με εφόδιο τη νοηματική σχέση του «λοιπόν» και του «δηλαδή» και την «ευχαρίστηση» που παράγεται από τη «συναναστροφή» με τα likes στις αναρτήσεις του FB.

Λοιπόν, ή μήπως δηλαδή, αποδεικνύεται για μία ακόμη φορά πως η έκθεση ιδεών είναι το μάθημα όπου ο μαθητής μαθαίνει να παπαγαλίζει νομίζοντας πως κατεβάζει ιδέες. Το μάθημα των μαθημάτων. Η πληβειοποίηση αφορά πριν απ’ όλα την απονεύρωση της γλώσσας, την επιβολή του καθεστώτος της αγλωσσίας, κοινώς της συλλογικής ακρισίας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ