ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Με αφορμή την πρόσφατη συζήτηση για τη διαδικασία χορήγησης απαλλαγής από τα Θρησκευτικά αναθερμάνθηκε ο γενικότερος διάλογος γύρω από τη μορφωτική αποστολή και τον χαρακτήρα της σχολικής θρησκευτικής εκπαίδευσης, τις μαθησιακές ανάγκες που εξυπηρετεί, τη θέση της στο σύγχρονο σχολείο και το νομικό καθεστώς που τη διέπει.

Ο διάλογος αυτός γύρω από το μάθημα των Θρησκευτικών διαρκεί τώρα και μερικές δεκαετίες. Οι φάσεις του αποτυπώνονται σε συνέδρια, δημοσιεύματα, δημόσιες εκδηλώσεις και παρεμβάσεις. Πολύ συχνά, λόγω επίκαιρων αναγκών ή του ευρύτερου ενδιαφέροντος, ο διάλογος ξεπέρασε τα στενά όρια του θεολογικού κόσμου και  ανοίχτηκε στον δημόσιο χώρο. Στο πλαίσιο αυτό, πήραν θέση ή κατέθεσαν απόψεις, εκτός από τους επίσημους θεσμούς της Εκπαίδευσης και τους εκπαιδευτικούς, η Εκκλησία και εκπρόσωποί της, οι αρμόδιες Ανεξάρτητες Αρχές της χώρας, οι θεολογικές σχολές, οι επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων, σύλλογοι και ενώσεις πολιτών, μεμονωμένα πρόσωπα κ.ά. Στα τελευταία χρόνια, ιδιαίτερη ώθηση στη διεξαγωγή του διαλόγου έδωσαν η δημοσίευση των Συστάσεων 1720 (2005) και (2008)12 του Συμβουλίου της Ευρώπης, η τροποποίηση του καθεστώτος χορήγησης απαλλαγής το 2008 και οι παλινωδίες της κεντρικής διοίκησης που ακολούθησαν, καθώς και η εκπόνηση νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και πρόσφατα του Λυκείου.

Οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων που υπογράφουμε αυτό το κείμενο, προσηλωμένοι στο καθήκον της επιστημονικής υποστήριξης των εκπαιδευτικών της ειδικότητάς μας, θεωρούμε χρήσιμο να συμβάλλουμε στον διεξαγόμενο διάλογο, καταθέτοντας την εμπειρία από την πολύχρονη συνεργασία μας με τους εκπαιδευτικούς, επισημαίνοντας προς όλες τις κατευθύνσεις τα παρακάτω:

  1. Τα Θρησκευτικά είναι υποχρεωτικό μάθημα της σχολικής εκπαίδευσης, με σαφές πλαίσιο λειτουργίας και καθορισμένη σκοποθεσία, η οποία θεμελιώνεται στο Σύνταγμα της χώρας και τους βασικούς νόμους της Εκπαίδευσης. Στο ελληνικό εκπαιδευτικό σύστημα, το μάθημα είναι ενιαίο και υποχρεωτικό για όλους τους μαθητές. Οι μαθητές δεν χωρίζονται με βάση τη θρησκευτική επιλογή τους,  όπως γίνεται στο λεγόμενο «πολυ-ομολογιακό» μοντέλο σε διάφορες χώρες της Ευρώπης, στο οποίο λειτουργούν παράλληλα μαθήματα με διαφορετικές θρησκευτικές κατευθύνσεις. Αυτός ο τρόπος οργάνωσης της θρησκευτικής εκπαίδευσης στη χώρα μας έχει παιδαγωγικά πλεονεκτήματα, ενώ η τυχόν μεταβολή της εγκυμονεί κινδύνους. Μάλιστα, στην Ευρώπη, σήμερα, γίνεται πολλή συζήτηση για το κατά πόσον ο χωρισμός των παιδιών στο μάθημα των Θρησκευτικών θέτει σε κίνδυνο την κοινωνική συνοχή και δεν υπηρετεί τη δημοκρατικότητα, το δικαίωμα στη διαφορετικότητα, την καλλιέργεια της ανεκτικότητας και άρα την ειρηνική συμβίωση.
  2. Ο εκπαιδευτικός σκοπός του μαθήματος των Θρησκευτικών συνδέεται με τον ευρύτερο σκοπό της Εκπαίδευσης, για τη δημιουργία ολοκληρωμένων πολιτών, μέσα από την ανάπτυξη αναγκαίων γνώσεων, στάσεων και δεξιοτήτων, που καλύπτουν ολόκληρο το φάσμα της μάθησης. Το μάθημα σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία και την πολιτισμική ταυτότητα των μαθητών, καθώς επίσης κάθε ετερότητα. Δίνει στους μαθητές τη δυνατότητα να κατανοήσουν τη δική τους θρησκευτική ταυτότητα και των άλλων, προσφέροντας μαθησιακές ευκαιρίες για προσωπική ανάπτυξη και καλλιέργεια της θρησκευτικής συνείδησής τους. Ταυτόχρονα, με έγκυρο και υπεύθυνο τρόπο, τους προετοιμάζει να ζήσουν δημιουργικά στον σύγχρονο κόσμο, ο οποίος χαρακτηρίζεται από πολυπλοκότητα, αντινομίες και προκλήσεις.
  3. Το ειδικό μορφωτικό ενδιαφέρον του μαθήματος των Θρησκευτικών έχει αφετηρία την επικρατούσα τοπική θρησκευτική παράδοση, δηλαδή την Ορθόδοξη πίστη και παράδοση, με τις ποικίλες πολιτιστικές και κοινωνικές εκφάνσεις της, επεκτείνεται στη διερεύνηση του φαινομένου της θρησκευτικότητας και περιλαμβάνει σε θεμιτό βαθμό τη μελέτη των κύριων θρησκευτικών παραδόσεων της Ευρώπης και του σύγχρονου κόσμου, με βάση τις μαθησιακές προσδοκίες και ανάγκες των προεφήβων και εφήβων μαθητών. Η προσέγγιση αυτή είναι συμβατή με το ισχύον νομικό καθεστώς, καθώς επίσης με το ευρωπαϊκό κεκτημένο και την κουλτούρα της διαπολιτισμικότητας και τεκμηριώνεται από τα πορίσματα της σύγχρονης θρησκειοπαιδαγωγικής επιστήμης. Η εφαρμογή μιας θρησκειολογικής εκπαίδευσης, άποψη η οποία υποστηρίζεται συνήθως από μη θεολόγους, θα περιορίσει το σύνολο του μαθήματος των Θρησκευτικών σε ένα μόνο τομέα της θεολογικής επιστήμης, δεν εξυπηρετεί τις μορφωτικές ανάγκες των μαθητών και δεν έχει παιδαγωγικό έρεισμα.
  4. Το μάθημα των Θρησκευτικών, όπως και τα άλλα μαθήματα, αξιοποιεί σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής, σύμφωνα με τις αρχές της παιδαγωγικής επιστήμης. Η διδακτική μεθοδολογία, οι στρατηγικές μάθησης, οι τεχνικές διδασκαλίας και τα διδακτικά μέσα που χρησιμοποιεί έχουν παιδαγωγικό περιεχόμενο και μορφωτική αποστολή, η οποία διαφέρει από εκείνη της εκκλησιαστικής κατήχησης, η οποία αρμόζει να γίνεται σε άλλο χώρο, για άλλους σκοπούς και με άλλα μέσα. Αυτή η παιδαγωγική προσέγγιση είναι συνεπής και με τη θεολογική διδασκαλία της Ορθόδοξης Εκκλησίας ως προς τον σκοπό και το περιεχόμενο της κατήχησης. Αυτή τη θέση εκφράζουν τόσο τα τρέχοντα αναλυτικά προγράμματα όσο και τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Τα τελευταία θεωρούμε ότι προάγουν με επιτυχία τη διερευνητική, βιωματική και συνεργατική μάθηση και οδηγούν στην ανάπτυξη κριτικής σκέψης, που ως παιδαγωγική τάση είναι κοινός τόπος στα σύγχρονα εκπαιδευτικά δρώμενα.
  5. Τα Προγράμματα Σπουδών δεν μπορεί να είναι στατικά. Καθώς εξελίσσονται οι κοινωνικές συνθήκες, οι μορφωτικές ανάγκες και τα επιστημονικά δεδομένα, θεωρούμε επιβεβλημένο να αναμορφώνονται. Κατά την ανάπτυξη νέων προγραμμάτων ή την παραγωγή νέων διδακτικών μέσων πρέπει να αξιοποιούνται θετικές εμπειρίες και καλές πρακτικές από το παρελθόν και ταυτόχρονα να προωθούνται καινοτόμες ιδέες και προτάσεις από τους ειδικούς, με στόχο τη δημιουργική ανανέωση της διδακτικής διεργασίας. Στο πλαίσιο αυτό, θεωρούμε θετικό γεγονός την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά, καθώς και την πιλοτική εφαρμογή τους στο Δημοτικό και το Γυμνάσιο. Η συγκροτημένη δόμησή τους, οι αναλυτικές αναφορές στην ιστορία και την παιδαγωγική θεμελίωση του μαθήματος, η διεξοδική ανάλυση των διδακτικών θεμάτων, η οργάνωσή τους σε μια ενιαία πορεία από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, η εισαγωγή καινοτόμων διδακτικών και μαθησιακών προσεγγίσεων, η παρουσίαση πλήθους διδακτικών τεχνικών στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης, καθώς και η ταυτόχρονη παραγωγή Οδηγών του Εκπαιδευτικού, με την παράθεση πλήθους δειγματικών σχεδίων-σεναρίων διδασκαλίας και τη μεθοδική καθοδήγηση του εκπαιδευτικού για την αξιοποίησή τους, είναι στοιχεία που αποτιμώνται θετικά. Τα στοιχεία αυτά απουσίαζαν ή ήταν ελλιπή στα μέχρι σήμερα υφιστάμενα αναλυτικά προγράμματα. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι απλά διδακτικά εγχειρίδια. Η αξιολογική εκτίμησή τους, που δεν είναι εύκολη υπόθεση, πρέπει να γίνεται με επιστημονικούς όρους και κυρίως ύστερα από την εφαρμογή τους στη σχολική τάξη. Η αποτίμηση της πιλοτικής εφαρμογής τους στην υποχρεωτική Εκπαίδευση -Δημοτικό και Γυμνάσιο- είναι θετική και γι’ αυτό θεωρούμε ότι η καθολική εφαρμογή τους μπορεί να συντελέσει στην ανανέωση της θρησκευτικής εκπαίδευσης και την προαγωγή της σύγχρονης μαρτυρίας της, καθώς επίσης στην προάσπιση του μαθήματος των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο. Για να είναι αποδοτική η εφαρμογή τους, θεωρούμε ότι είναι επιβεβλημένη η παραγωγή κατάλληλου διδακτικού υλικού για τους μαθητές, (εγχειριδίων κλπ.), όπως ακριβώς και για τα άλλα μαθήματα, καθώς επίσης η συνεχής και συστηματική  επιμόρφωση και υποστήριξη των εκπαιδευτικών.
  1. Ο δημόσιος διάλογος είναι πάντοτε ευπρόσδεκτος με όποια θεμιτή μορφή και εάν γίνεται, επειδή συμβάλλει στη δημόσια ενημέρωση, παρέχει τη δυνατότητα να αποτυπώνονται και να κρίνονται όλες οι απόψεις, να κατατίθενται προτάσεις, να υπερβαίνονται παρανοήσεις. Πέρα από την αυτονόητη αυτή διαπίστωση, ο διάλογος είναι αποτελεσματικός όταν διακρίνεται από νηφαλιότητα και σεβασμό στη διαφορετική άποψη, λειτουργεί χωρίς αποκλεισμούς, ευνοεί τη σύνθεση διαφορετικών προσεγγίσεων και στοχεύει στην εξαγωγή έγκυρων συμπερασμάτων. Αναμφίβολα, πάντοτε εμφιλοχωρούν κίνδυνοι όπως είναι η «ιδεολογικοποίηση» ζητημάτων με επιστημονικό  χαρακτήρα, οι παροδικές εντυπώσεις, η υπερίσχυση προβληματικών προσεγγίσεων, ο εγκλωβισμός σε συγκρουσιακές καταστάσεις κ.ά. Εκφράζουμε τη διαφωνία και την ανησυχία μας για ορισμένες παρεκτροπές που έχουν σημειωθεί στο πλαίσιο του διεξαγόμενου διαλόγου για τη φύση και το περιεχόμενο του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι απαξιωτικοί χαρακτηρισμοί, οι μειωτικές εκφράσεις, οι επιθετικές συμπεριφορές, η παραπληροφόρηση, ο αποκλεισμός της διαφορετικής άποψης, η άρνηση συμμετοχής στον διάλογο και οι διχαστικές τάσεις δεν συνάδουν με το θεολογικό και εκπαιδευτικό ήθος, ούτε ανταποκρίνονται στις ανάγκες των καιρών.
  1. Αναμένουμε από τις επιστημονικές ενώσεις των θεολόγων να ηγηθούν στην προσπάθεια για συνεννόηση. Να επιδιώξουν ένα πλαίσιο διαλόγου το οποίο θα οδηγήσει στην εξαγωγή ασφαλών συμπερασμάτων. Να λειτουργήσουν συνεργατικά και συνθετικά, απομονώνοντας ακραίες φωνές. Στους θρησκευόμενους πιστούς οι οποίοι εκφράζουν το ενδιαφέρον τους, τους πολίτες που δεν είναι εκπαιδευτικοί και όλους όσοι διατυπώνουν καλοπροαίρετα την άποψή τους προτείνουμε το αυτονόητο, δηλαδή να αναγνωρίσουν ότι η διδασκαλία του μαθήματος των Θρησκευτικών  είναι παιδαγωγική υπόθεση και είναι αρμοδιότητα καταρχήν των ειδικευμένων εκπαιδευτικών. Παρόμοια είναι η ευθύνη της διοικούσας Εκκλησίας η οποία μπορεί να συμβάλλει στην υπέρβαση τυχόν δυσκολιών κατά τη διεξαγωγή του διαλόγου, «εν τω συνδέσμω της ειρήνης», με απώτερο στόχο τη μορφωτική και πνευματική καλλιέργεια των παιδιών μας με τους καλύτερους δυνατούς όρους.

ΟΙ ΣΧΟΛΙΚΟΙ ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΘΕΟΛΟΓΩΝ

Αργυρόπουλος Ανδρέας

Βαλλιανάτος Άγγελος

Δημακόπουλος Δημήτριος

Καλογεράκης Ευτύχιος

Μιχαλοπούλου Ελένη

Μπαλή Αικατερίνη-Μαρία

Μπιτσάκης Αντώνιος

Σταλίκα Φωτεινή

Στράντζαλης Πολύβιος

Στριλιγκάς Γεώργιος

Συργιάννη Μαρία

Τσάγκας Ιωάννης

Φύκας Δημήτριος

Χριστόπουλος Νικόλαος

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Δ​​ίκην Κάτωνος του πρεσβυτέρου, η εδώ επιφυλλίδα κάθε Κυριακή επαναλαμβάνει μονότονα (επομένως και κουραστικά) ότι: Το λεγόμενο «πολιτικό σύστημα» έχει στην Ελλάδα σήμερα καταρρεύσει, η ελλαδική κοινωνία συντηρεί μόνο πλασματικά υποκατάστατα «κομμάτων» – συντεχνίες που διαγκωνίζονται να διαχειριστούν (αυτό μόνο) την εξουσία.

Πότε καταρρέει σε μια χώρα το πολιτικό σύστημα; Οταν αδυνατεί πια, ολοφάνερα, να ανταποκριθεί στις ανάγκες της κοινωνίας, ακόμα και τις στοιχειωδέστερες. Οταν τα κόμματα δεν έχουν πολιτική ραχοκοκαλιά, αναζητούν ταυτότητα και ειδοποιό διαφορά σε χιλιοφθαρμένα ιδεολογικά ρητορεύματα, σε κενολογίες ψυχολογικού εντυπωσιασμού των αφελών.

Η τέλεια απουσία πολιτικής ραχοκοκαλιάς (άρα και κοινωνικής εντιμότητας) αποκαλύφθηκε χειροπιαστά, όταν οι δύο, επί δεκαετίες αντίπαλοι πρωταγωνιστές της πολιτικής παντομίμας, ΠΑΣΟΚ και Ν.Δ., συγκρότησαν «κυβέρνηση συνεργασίας» (Σαμαρά – Βενιζέλου). Στην πρώτη φάση της συγκυβέρνησης μετείχε και η «Αριστερά», (Κουβέλης) οπότε η ολοκληρωτική απουσία πολιτικών διαφοροποιήσεων κατέστη «κραγμένη» και αδιάντροπη, συγκεφαλαιωμένη στη διαβόητη «ποσόστωση» της μοιρασιάς των ρουσφετιών: 4-3-1.

Από αγανάκτηση και οργή για την πολύχρονη εξαπάτησή τους οι Ελλαδίτες ψηφοφόροι χάρισαν αιφνίδια την εξουσία στον ΣΥΡΙΖΑ. Για να αποκαλυφθεί πολιτικά ασπόνδυλο και αυτό το με τεχνητές συγκολλήσεις συνονθύλευμα των «ριζοσπαστών» της Αριστεράς. Μια ευφάνταστη «παρεούλα» ευφυών οικονομολόγων ξεκίνησε, με παιδαριώδη δονκιχωτισμό και πατώντας στον παντελώς διαβρωμένο από τη σήψη ελλαδικό κρατικό ερειπιώνα, να αντιπαλαίψει την παγκοσμιοποιημένη πια παντοδυναμία του αχαλίνωτου καπιταλισμού. Η πολιτική νηπιότητα του εγχειρήματος ήταν κραυγαλέα. Απέδειξε και τον ΣΥΡΙΖΑ απολύτως ταυτισμένο με τη διαχειριστική τής εξουσίας εκδοχή της πολιτικής, δηλαδή εξίσου στερημένου τη ραχοκοκαλιά ρεαλιστικών κοινωνικών στοχεύσεων.

Πιο συγκεκριμένα: Δεν διανοήθηκε ο ΣΥΡΙΖΑ όπως δεν είχε διανοηθεί και η πρασινογάλαζη Πασοκαρία, ότι το ζητούμενο της ανάκαμψης από την εφιαλτική καταστροφή δεν ήταν συνάρτηση παλικαρισμών στην αναμέτρηση με τους δανειστές, αλλά συνάρτηση τολμηρών ανατάξεων του κρατικού μηχανισμού, των δομών, των θεσμών, των λειτουργιών ενός δημόσιου βίου ολοκληρωτικά και εξευτελιστικά υποταγμένου στο πελατειακό κατεστημένο της κομματοκρατίας.

Η αυτοαναίρεση της Αριστεράς είναι ο αυτοηδονισμός της με ρητορεύματα. Οπως και η αυτοαναίρεση της πολιτικής είναι ο αυτοηδονισμός με τη διαχείριση της εξουσίας. Οταν μιλάμε για πολιτική «ραχοκοκαλιά» ενός κόμματος ή ενός αρχηγού, αναφερόμαστε σε καίριους στόχους εξυπηρέτησης κοινωνικών αναγκών, δημιουργίας θεσμών ή πραγματοποίησης έργων που βελτιώνουν το συνολικό επίπεδο (την ποιότητα) ζωής του κοινωνικού σώματος. Και με εναργείς παραδειγματικές εικόνες: Πολιτική ραχοκοκαλιά είχε ο Χαρίλαος Τρικούπης, που έφτιαξε σιδηροδρομικό δίκτυο στην Ελλάδα. Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, που πέτυχε τον εξηλεκτρισμό ολόκληρης της χώρας. Ο Ελεύθεριος Βενιζέλος, που ίδρυσε το Συμβούλιο της Επικρατείας. Ο Ιωάννης Μεταξάς, που ίδρυσε το Ιδρυμα Κοινωνικών Ασφαλίσεων, κ.ά.τ.

Η διαφορά ανάμεσα στη διαχείριση της εξουσίας και στην άσκηση πολιτικής είναι θεμελιώδης, ουσιωδέστατη και καθοριστική της ποιότητας ζωής σε μια κοινωνία. Κατά κανόνα, τα κόμματα και οι κομματάρχες που δεν έχουν ακόμα γευθεί την εξουσία διακυβέρνησης, εκφέρουν λόγο με προφανείς πιστοποιήσεις, κοινότοπες επισημάνσεις συμπτωμάτων: κακοδιοίκησης, φαυλότητας, διαπλοκής, διαφθοράς, παραλυτικής του κράτους ανικανότητας ή ασυδοσίας. Ποτέ βέβαια ο λόγος τους δεν προδίδει σοβαρή, επιτελική μελέτη αυτών των συμπτωμάτων, γι’ αυτό και ποτέ δεν αντιτάσσει συγκεκριμένες επαγγελίες πολιτικών ενεργημάτων για τη διόρθωση των κακώς κειμένων. Ο τάχα και πολιτικός λόγος έχει ως καθοριστικό γνώρισμα τις γενικότητες. Τόσο επιδερμικές και αοριστόλογες γενικότητες, ώστε να συνιστούν προσβολή και διασυρμό της κοινής λογικής και της συλλογικής αξιοπρέπειας.

Η περίπτωση της λεγόμενης Αριστεράς είναι κατεξοχήν προκλητική και δραματικά αποκαρδιωτική: Η λέξη, στη διεθνή χρήση της, χαρακτηρίζει εκείνη την πολιτική που δίνει προτεραιότητα στις κοινωνικές ανάγκες, όχι στα ατομικά συμφέροντα. Εξασφαλίζει η Αριστερά την ελευθερία της επιχειρηματικής δημιουργικής δραστηριότητας, αλλά ελέγχει τυχόν ασυδοσία των κεφαλαιούχων, την υπέρμετρη εκμετάλλευση της μισθωτής εργασίας. Επιδιώκει να χαλιναγωγεί, με θεσμούς και νόμους, την κοινωνική αδικία, καλλιεργεί, ως πολιτισμική αξία, την αίσθηση του δημοσίου συμφέροντος, τη δυνατότητα πρόσβασης όλων σε ιατρο-φαρμακευτική περίθαλψη, σε σύνταξη κατασφάλισης των γηρατειών, σε Παιδεία οποιασδήποτε βαθμίδας.

Στην Ελλάδα αυτά τα στοιχεία ταυτότητας της Αριστεράς είναι μόνο ρητορικά δολώματα για υποκλοπή της ψήφου των αφελών. Πρώτο μέλημα της Αριστεράς στην Ελλάδα είναι να θωρακίσει συνδικαλιστικά τις μάζες όσων πουλήθηκαν στα κόμματα για να εξαγοράσουν διορισμό στο Δημόσιο. Οπλα «αγώνων» της ελλαδικής Αριστεράς είναι οι «απεργίες κοινωνικού κόστους» της παρασιτικής δημοσιοϋπαλληλίας, οι «πορείες», οι «καταλήψεις», ο τραμπουκισμός, που μεταβάλλουν σε κόλαση την καθημερινότητα όχι των εύπορων, αλλά της φτωχολογιάς, των ανήμπορων.

Υπερασπιστής εδώ η Αριστερά όχι των αδικημένων και στερημένων, αλλά των ψυχανώμαλων του κοινωνικού περιθωρίου, της προκλητικής σε χυδαιότητα αντικοινωνικής συμπεριφοράς. Και «χόμπυ» της Αριστεράς, η ανεξήγητη φανατισμένη αρνησιπατρία, η κατασυκοφάντηση της ιστορίας και της παράδοσης πολιτισμού των Ελλήνων, η άρνηση, με πείσμα και μένος, της γλωσσικής συνέχειας, η φανατισμένη υπεράσπιση εξωφρενικών, σε βάρος της Ελλάδας, διεκδικήσεων των γειτόνων της.

Συμπτώματα παρακμής σε τελικό στάδιο. Διότι, εναλλακτικό πολιτικό ενδεχόμενο είναι ο αφασικός χυλός της Ν.Δ.: τα «αναστήματα» Μεϊμαράκη, Αδωνι, Τζιτζικώστα, ή τα έσχατα λύματα του κόμματος των πρωτουργών της καταστροφής, προεδρευόμενου σήμερα από την κυρία Φώφη. Ισως να είναι ίχνος παρηγοριάς η παράδοξη, δυσεξήγητη σύνεση (σχεδόν σοφία) του πολλαπλά ευτελισμένου λαού μας, που ξέρει ακόμα να φιδοπερπατάει στο ναρκοπέδιο του πολιτικού μας σκηνικού: Τόλμησε, με απίστευτη αξιοπρέπεια, ένα «όχι» στον χυδαίο εκβιασμό (Τράπεζες κλειστές – καταιγισμός απειλών) από την «Ευρώπη των φώτων». Εμπιστεύτηκε ξανά το ανύπαρκτο φιλότιμο της εκτρωματικής «Αριστεράς» που παραπάνω περιγράψαμε, ίσως για να δηλώσει, με ρίσκο ζωής ή θανάτου, πόσο ανυπόφορη τού είναι πια η γαλαζοπράσινη πεθαμενίλα.

Ακόμα και στην επιθανάτια φάση, ένας λαός με ιστορία μπορεί να εκπλήξει.

ΠΗΓΗ

«Τί μπορούν πράγματι να κάνουν οι άνθρωποι που εμφορούνται από ένα ιδανικό ειρήνης και προόδου, ώστε να προωθήσουν τη συνεννόηση μεταξύ των πολιτισμών, οι οποίοι καλούνται στο εξής να ζήσουν μια και μοναδική ιστορία; Πώς να ξεπεραστεί η αντίθεση μεταξύ του αναγκαίου κοσμοπολιτισμού και όλων όσα γνωρίζουμε περί ετερογένειας των πολιτισμών; Και ποια μπορεί να είναι, σε αυτό το πλαίσιο, η θέση του δυτικού πολιτισμού;

[…] Η επιβίωση του παγκόσμιου πληθυσμού δεν θα μπορούσε να διασφαλιστεί στο εξής χωρίς έναν εκσυγχρονισμό που να εμπεριέχει κάποιο βαθμό δυτικοποίησης […]. Ωστόσο, κανείς δεν θα ισχυρισθεί ότι όλοι οι πολιτισμοί οφείλουν να ακολουθήσουν το ίδιο ακριβώς μονοπάτι, εφόσον κάτι τέτοιο θα σήμαινε ότι ο τύπος του ανθρώπου όπως αυτός προβάλλεται από τη Δύση αντιπροσωπεύει από μόνος του το σύνολο των ανθρώπινων δυνατοτήτων, ιδέα εμφανώς λανθασμένη. Όπως το επισήμανε άλλοτε και ο Λεβί – Στρως, κάθε πολιτισμός “κατατέμνει το πραγματικό”, σύμφωνα με τις δικές του πνευματικές κατηγορίες, και διερευνά όψεις της ανθρώπινης, κοινωνικής και κοσμικής πραγματικότητας τις οποίες οι άλλοι πολιτισμοί αγνοούν. […] Είναι πιθανό ότι η επιβίωση της ανθρωπότητας σε βάθος χρόνου απαιτεί να διατηρηθούν μέσα στο είναι, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, όσο το δυνατόν περισσότερες ανθρώπινες δυνατότητες, όπως αυτές επικαιροποιούνται από τους διάφορους πολιτισμούς.

Δεν μπορούμε, προκειμένου να συμβιβάσουμε ενότητα και διαφορές, να προσφύγουμε στις τυποποιημένες εκφράσεις που είναι σήμερα στη μόδα: την πολυπολιτισμικότητα ή την πολιτισμική επιμιξία. Η πρώτη είναι εξίσου παράλογη όσο ένα παιχνίδι όπου ο κάθε παίκτης ισχυρίζεται ότι παίζει σύμφωνα με τους δικούς του κανόνες. Η δεύτερη, η οποία συνιστά την αναζήτηση ενός  “μεγαλύτερου κοινού παρονομαστή”, φτωχαίνει εξ ορισμού τον πολιτισμό».

ΦΙΛΙΠ ΝΕΜΟ, Τί είναι η Δύση;, μτφρ. Διεπιστημονικό – Διατμηματικό Μεταπτυχιακό Πρόγραμμα Μετάφρασης – Μεταφρασιολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών, εκδ. Εστία, Αθήνα 2008, 157-158.

«Οι πουριτανοί, αμαθείς λάτραι της δημοτικής μουσικής, άμα ακούσουν τη λέξη “ζεϊμπέκικο” γίνονται έξω φρενών. “Τούρκικο”, λένε, “δεν είναι ελληνικό!” Βέβαια, κανένας χορός ή ρυθμός ενδιαφέρων δεν είναι, ίσως, ελληνικός, συμπεριλαμβανομένου ασφαλώς και του… Καλαματιανού. Το Τσάμικο είναι αρβανίτικο, ο Ζεϊμπέκικος, χορός της Θράκης, πατρίδος του Ορφέως, που ως γνωστόν ήταν Τούρκος… (αφού και οι αρχαίοι τον παριστάνουν με φρυγικά παντελόνια και φέσι φρυγικό), ξεκίνησε μαζί με τη φυλή των Ζεϊμπέκηδων (φυλή όχι χριστιανική αλλ’ ούτε μουσουλμανική), για να εγκατασταθεί στα παράλια της Μ. Ασίας, όπου καθώς λένε οι επιστήμονες, οι Ζεϊμπέκηδες αναγκάστηκαν τελικά να εκμουσουλμανισθούν. Κανείς Τούρκος στα βάθη της Τουρκίας δεν ξέρει, ούτε μπορεί να χορέψει Ζεϊμπέκικο. Πρέπει να ‘ναι από τα παράλια της Μ. Ασίας κι όχι χωρικός. Τα Φρύγια και Λύδια και τα Μιξολύδια μέλη των Ελλήνων του Χρυσού Αιώνα συνεχίζονται από τ’ ανάλογα μέλη των απογόνων των ιδίων λαών στην εποχή μας. Η αναιμική Ελληνική Μουσική ετράφηκε πάντα από το εξωτερικό και με ξένη μουσική εδυνάμωσε. Αλλά κι αν ακόμα ο Ζεϊμπέκικος είναι τούρκικος, τότε είναι καιρός ν’ αλλάξουμε ιδέα για την τουρκική τέχνη κι όχι να ντρεπόμαστε για έναν ευγενικό χορό, που αυθόρμητα ο λαός τον έκανε πανελλήνιο. Οι αμαθείς πουριτανοί χωρίζουν τη μουσική σε δημοτική και ρεμπέτικη, σε “υγιεινή ή ανθυγιεινή” σε παραδεκτή, ή σε καλλιτεχνικά απαράδεκτη. Ο εθνικισμός μας πιάνει στην Τέχνη μόνον όταν πρόκειται να ζημιωθούμε. Ποτέ όταν πρόκειται να πλουτισθούμε! Ο πανάρχαιος Ζεϊμπέκικος είναι νοσηρός όσο ο Ευριπίδης κι ο Μπωντλαίρ! Τι να γίνει; Όλα δεν μπορεί να ‘ναι συγχρόνως υγιεινά και μεγάλα!»

ΓΙΑΝΝΗΣ ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, «Μικρό σχόλιο στον Ζεϊμπέκικο», στο: Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1987, 32-33.    

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

1. Τα κύματα των προσφύγων που εγκαταλείπουν τη σπαρασσόμενη Μέση Ανατολή αναζητώντας ένα ασφαλέστερο παρόν και μέλλον αποτελούν μια ανθρωπιστική κρίση που όμοιά της είχε να γνωρίσει η Ευρώπη από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Η αντιμετώπιση του φαινομένου υπακούει σε δύο κυρίαρχες νοοτροπίες και στάσεις. Η πρώτη εκκινεί από την παραδοχή ότι οι πρόσφυγες έχουν προβλήματα, για τα οποία ευθύνονται άλλοι, πράγμα που επιτρέπει την αποστασιοποίηση από το δράμα τους και βέβαια την ψυχολογική αποενοχοποίηση του θεατή. Αυτή η αποστασιοποίηση μάλιστα συχνά νομιμοποιείται συνοδευόμενη από αόριστα κηρύγματα συμπάθειας προς τους κατατρεγμένους ή και ευχών για τη γρήγορη ανακούφισή τους. Η δεύτερη νοοτροπία και στάση αντιμετωπίζει τους ίδιους τους πρόσφυγες σαν πρόβλημα, σαν ένα ζωντανό και ανεξέλεγκτο κίνδυνο που απειλεί την πολιτισμική φυσιογνωμία, την κοινωνική ομαλότητα ή και το αξιακό σύστημα των χωρών υποδοχής και προορισμού.

2. Στο αντίποδα αυτών των κυρίαρχων νοοτροπιών και στάσεων, που είτε ατενίζουν από αριστοκρατική απόσταση και αισθήματα συμπάθειας τους πρόσφυγες είτε τους δαιμονοποιούν για ιδεολογική και πολιτική εκμετάλλευση, η γρηγορούσα χριστιανική συνείδηση καλείται σήμερα να αρθρώσει έναν κριτικό και αυτοκριτικό λόγο που θα υπερβαίνει το επίπεδο της δημοσιογραφικής χαρτογράφησης του φαινομένου και θα εκβάλλει σε συγκεκριμένες πρακτικές και δράσεις αντιμετώπισής του, ενθυμούμενη και υπενθυμίζοντας ότι:

Όλοι οι άνθρωποι, ανεξαρτήτως εθνικής καταγωγής, πολιτισμικής προέλευσης αλλά και θρησκευτικής αναφοράς, σύμφωνα με τη Βίβλο, προέρχονται από την αγαπητική και δημιουργική ενέργεια του Θεού. Γι’ αυτό και όταν αμφισβητείται και κακοποιείται η ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ελευθερία, δεν πάσχει μόνο αυτός που υφίσταται την κακοποίηση αλλά και όλοι όσοι θέλουν να παραμένουν άνθρωποι.

Η πίστη δεν ταυτίζεται με την εκπλήρωση κάποιων ατομικών θρησκευτικών καθηκόντων, που συνήθως προσφέρουν μια ψυχολογική θωράκιση ή μια αίσθηση αυτοδικαίωσης στον άνθρωπο. Αντιθέτως, η πίστη στον βιβλικό Θεό της αγάπης επιβεβαιώνεται και εκφράζεται έμπρακτα ως αγάπη του ανθρώπου απέναντι στον οποιονδήποτε πλησίον, και κυρίως απέναντι στον ξένο (Λευ 19,33-34· πρβλ. Εβρ 13,2-3). Η εμπειρία και η διδασκαλία του Χριστού ανέδειξαν τον ξεριζωμό και την προσφυγιά σε ένα μόνιμο συνοδοιπόρο της περιπέτειας του ανθρώπου και της ανθρωπότητας. Ως βρέφος φυγαδεύτηκε στην Αίγυπτο (Μτ 2,13-15), και αργότερα ταύτισε τον εαυτό του με τον ξένο, καθιστώντας την ενεργό συμπαράσταση και διακονία προς τον αναξιοπαθούντα πλησίον σε διαχρονικό έσχατο κριτήριο για την σωτηρία (Μτ 25,31-46).

Όπως η πίστη έτσι η αμαρτία πέρα από ατομικό είναι και ένα συλλογικό γεγονός. Με τον ίδιο τρόπο λοιπόν που η αντιμετώπιση μιας ασθένειας δεν περιορίζεται στην ανακούφιση των συμπτωμάτων, έτσι και η αποτελεσματική και συνολική αντιμετώπιση του προσφυγικού ζητήματος δεν είναι ανεξάρτητο από την νοσηρή κοινωνική μήτρα που το παράγει, δηλαδή, από τη σωματική και ψυχολογική βία, από την τρομοκρατία, τον θρησκευτικό φονταμενταλισμό και την ιεροποιημένη μισαλλοδοξία, που συχνά δεν αποτελούν παρά εκφραστικά οχήματα ή προσωπεία μιας εντελώς ανάλγητης και ηθικά τυφλής δίψας για εξουσία και οικονομική κυριαρχία.

3. Το προσφυγικό ζήτημα μοιάζει να κρίνει τη βιβλική συνέπεια, την πνευματική ωριμότητα και την κοινωνική ευθύνη όλων των χριστιανικών κοινοτήτων και κάθε μέλους τους ξεχωριστά, απαιτώντας συγκεκριμένες στάσεις, πράξεις και δράσεις, που θα μπορούσαν σχηματικά να συνοψιστούν στα εξής:

Στην έμπρακτη καλλιέργεια ενός ήθους υποδοχής, δεξίωσης, πρόσληψης και φιλοξενίας του πρόσφυγα, ο οποίος σήμερα παροντοποιεί τον Χριστό που δεν είχε πού να γείρει το κεφάλι του, αλλά και ταύτισης μαζί του. Κι ακόμη στην πνευματική και βιωματική ταύτιση με τους κατατρεγμένους η οποία θα αναδείξει τη συνάντηση μαζί τους σε ένα γεγονός κυριολεκτικής «συγχώρησης» (μοιρασιάς του ίδιου χώρου), κατόρθωμα αγάπης και ανιδιοτελούς διακονίας.

Στην θαρραλέα καταγγελία όλων των μορφών βίας και ιδεολογικής τρομοκρατίας που εξουθενώνουν το ανθρώπινο πρόσωπο καθώς και στην ενεργό αντίσταση απέναντι στο φανερό ή αθέατο πλέγμα της ανομίας, της αδικίας και της βουλιμικής πλεονεξίας που παράγει και αναπαράγει τις ανισότητες, για να ισχυροποιήσει την ολιγαρχία των θυτών εις βάρος των πολλαπλάσιων αδυνάτων θυμάτων. Κι ακόμη, την άρνηση υποστήριξης εκείνων που αντί να δώσουν λύση διογκώνουν το πρόβλημα είτε αρνούμενοι με βία την υποδοχή των προσφύγων, είτε προσπαθώντας να τους εκμεταλλευθούν ιδεολογικοπολιτικά αλλά και οικονομικά.

Τέλος, στη δραστηριοποίηση για την άμεση ανακούφιση των προσφύγων με κάθε μέσο σε προσωπικό και συλλογικό-εκκλησιαστικό επίπεδο. Και ακόμη, στην συμπαράταξη με κάθε φορέα και συλλογικότητα που εργάζεται με ανιδιοτέλεια, αλληλεγγύη και πραγματική διάθεση προσφοράς για τον ίδιο σκοπό, υπηρετώντας στο πρόσωπο των αναξιοπαθούντων, ακόμη κι αν δεν το γνωρίζει, τον ίδιο τον πρόσφυγα Χριστό.

4. Η εκκλησιαστική δέσμευση και το χριστιανικό ήθος δεν είναι ένας ατομικός αγώνας δρόμου ή μια συλλογή αρετών αλλά ένα γεγονός εκκλησιαστικό, γεγονός κοινωνίας, συνάντησης και αγαπητικής αλληλοπεριχώρησης που επεκτείνεται και εκτός των συμβατικών εκκλησιαστικών, ομολογιακών ή και θρησκευτικών τειχών, για να αγκαλιάσει όλους τους ανθρώπους και, ιδίως, τους κακώς πάσχοντες, τους απόκληρους, τους φτωχούς και τους πρόσφυγες, τους «ελάχιστους αδελφούς» του ίδιου του Χριστού. Για τον ίδιο λόγο, η εν Χριστώ τελείωση και η αγιότητα προϋποθέτει και πραγματώνεται πάντα μέσα από τον αγώνα και την αγωνία του για τη σωτηρία του άλλου. «Oὔκ ἐστιν ἄλλως σωθῆναι, εἰ μὴ διὰ τοῦ πλησίον» (Μακάριος Αιγύπτιος, Ομιλία ΛΖ΄).

ΠΗΓΗ

Θεολογικά Δρώμενα

 



Λήψη αρχείου

Η εκπόνηση Προγραμμάτων Σπουδών είναι μια σύνθετη και επίπονη επιστημονική εργασία, η οποία απαιτεί πολυεπίπεδη θεωρητική γνώση και παιδαγωγική εμπειρία. Η αποτίμηση του περιεχομένου και της δυναμικής ενός Προγράμματος Σπουδών είναι απαιτητική διαδικασία, η οποία γίνεται με επιστημονικά κριτήρια, κυρίως μέσα από την πειραματική εφαρμογή του. Οι απλουστευτικές κρίσεις με ιδεολογικό υπόβαθρο, όσο και εάν είναι χρήσιμες για την καταγραφή των τάσεων που διαμορφώνονται στο κοινωνικό πεδίο, μάλλον συσκοτίζουν τα πράγματα και δεν προάγουν τον επιστημονικό διάλογο.

Τα μέλη της Επιτροπής Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του νέου Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου, το οποίο ολοκληρώθηκε ήδη από το 2011, δοκιμάστηκε πιλοτικά και αναθεωρήθηκε σε αρκετά σημεία του το 2014, καθώς και τα μέλη της Επιτροπής του αντίστοιχου Προγράμματος του Λυκείου, παρακολουθούμε με ενδιαφέρον τόσο τον ευρύτερο διάλογο στην κοινωνία, για το Μάθημα των Θρησκευτικών, όσο και ειδικότερα τον διάλογο στον εκπαιδευτικό κόσμο, για τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Ως επιστήμονες, μάχιμοι εκπαιδευτικοί – θεολόγοι της σχολικής τάξης και του πανεπιστημίου, ενδιαφερόμαστε για την ανανέωση του μαθήματός μας και λαμβάνουμε υπόψη κάθε θετική πρόταση, η οποία κατατίθεται και φυσικά είναι τεκμηριωμένη. Στο πλαίσιο αυτό, άλλοτε συλλογικά και άλλοτε ατομικά, τα μέλη των Επιτροπών έχουμε εκφράσει τις απόψεις μας υπεύθυνα και με επιχειρήματα, όποτε αυτό κρίθηκε αναγκαίο.

Με αφορμή τις νέες συζητήσεις γύρω από το νομικό καθεστώς και τη φυσιογνωμία του μαθήματος των Θρησκευτικών, στο πλαίσιο των οποίων συχνά γίνονται αναφορές στα νέα Προγράμματα Σπουδών και στην πρόταση θρησκευτικής εκπαίδευσης που κομίζουν, θεωρούμε χρήσιμο να προβούμε με συντομία στις παρακάτω διασαφήσεις:

Το νομικό πλαίσιο

Το καθεστώς λειτουργίας και οργάνωσης του Μαθήματος των Θρησκευτικών είναι απολύτως σαφές. Βασίζεται κατά κύριο λόγο στο Σύνταγμα και τους νόμους του Κράτους, μεταξύ των οποίων είναι οι νόμοι της Εκπαίδευσης και εν μέρει o Καταστατικός Χάρτης της Εκκλησίας της Ελλάδος. Αυτό το νομικό πλαίσιο έχει ερμηνευθεί επαρκώς με αποφάσεις του Συμβουλίου της Επικρατείας και των ανώτατων Διοικητικών Δικαστηρίων της χώρας, σύμφωνα με τα ισχύοντα τόσο σε εθνικό όσο και ευρωπαϊκό επίπεδο. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά όχι μόνο δεν αντιβαίνουν αλλά στηρίζονται σε αυτό το νομικό πλαίσιο και το εφαρμόζουν.

Η ανάγκη αλλαγής

Μέχρι την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών, δεν υπήρχε ένα ολοκληρωμένο και μεθοδικό Πρόγραμμα Σπουδών για το Μάθημα των Θρησκευτικών, όπως άλλωστε και για τα άλλα μαθήματα. Η προβλεπόμενη διδακτική πορεία οριζόταν συνοπτικά από τα αναλυτικά προγράμματα και το Διαθεματικό Ενιαίο Πλαίσιο Προγραμμάτων Σπουδών (ΔΕΠΠΣ), τα οποία όμως κατ’ ουσίαν δεν προσέφεραν στην καθημερινή διδακτική πρακτική, παρά τα όποια θετικά χαρακτηριστικά τους, καθώς λειτούργησαν κυρίως ως οδηγοί για τους συγγραφείς των διδακτικών βιβλίων.

Οι συνεχείς κοινωνικές εξελίξεις καθιστούν επιτακτική την ανάγκη προσαρμογής της θρησκευτικής εκπαίδευσης στις νέες συνθήκες, στο πλαίσιο των μορφωτικών αναγκών και προσδοκιών των σημερινών μαθητών. Είναι σαφές ότι άλλες είναι οι προκλήσεις που αντιμετώπιζαν οι μαθητές πριν από μερικές δεκαετίες και άλλες είναι οι εμπειρίες και οι αναζητήσεις τους σήμερα.

Οι παιδαγωγικές αρχές

Τα νέα Προγράμματα Σπουδών λαμβάνουν υπόψη τις σύγχρονες θεωρίες μάθησης και διδακτικής. Αξιοποιούν επιλεκτικά θέσεις από τις θεωρίες γνωστικής ανάπτυξης, τις θεωρίες ηθικής ανάπτυξης και της θρησκειοπαιδαγωγικής, προσεγγίσεις του κοινωνικοπολιτισμικού εποικοδομισμού και της κριτικής παιδαγωγικής. Αντιμετωπίζουν τη μάθηση ως προϊόν αλληλεπίδρασης, προάγουν την ανακαλυπτική μάθηση, την αυτενέργεια του μαθητή και την κοινωνικοποίησή του μέσα από τη συνεργατικότητα, στοχεύουν δε στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης. Προτείνουν συμμετοχικά μοντέλα οργάνωσης της τάξης, τα οποία τείνουν στη φθίνουσα καθοδήγηση από τον εκπαιδευτικό, έναντι του παραδοσιακού δασκαλοκεντρισμού. Ευνοούν τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας, δίνοντας ίσες ευκαιρίες σε όλους τους μαθητές. Απελευθερώνουν τη διδακτική διεργασία, εισάγοντας καινοτόμες διδακτικές προτάσεις στην κατεύθυνση της διερευνητικής και βιωματικής μάθησης.

Στα ζητήματα αυτά η συμβολή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών είναι μεγάλη και καθοριστική. Τα μηνύματα από την πιλοτική εφαρμογή τους στην υποχρεωτική εκπαίδευση είναι ελπιδοφόρα, με πολλούς εκπαιδευτικούς να εκφράζονται εγκωμιαστικά, αναγνωρίζοντας τη δυναμική της ανανέωσης της διδακτικής διαδικασίας και τους μαθητές να εκδηλώνουν ισχυρό ενδιαφέρον και διάθεση ενεργητικής συμμετοχής στις νέες τεχνικές διδασκαλίας.

Το διδακτικό περιεχόμενο

Τα νέα Προγράμματα Σπουδών προσαρμόζουν τα βασικά για διδασκαλία θέματα των Θρησκευτικών στα μαθησιακά ενδιαφέροντα των μαθητών, ανάλογα με την ηλικία και την ανάπτυξή τους. Δίνουν έμφαση στον θρησκευτικό γραμματισμό, προωθώντας στη μεν υποχρεωτική εκπαίδευση την ανίχνευση, την κατανόηση και στη συνέχεια την κριτική ερμηνεία της τοπικής θρησκευτικής παράδοσης και σε θεμιτό βαθμό των μεγάλων θρησκευτικών παραδόσεων, στο δε Λύκειο τη διερεύνηση θρησκευτικών συμπεριφορών και εκφάνσεων της θρησκευτικότητας.

Σε όλη τη διαδρομή της εκπαίδευσης, από το Δημοτικό μέχρι το Λύκειο, στο επίκεντρο της διδασκαλίας είναι η Ορθόδοξη Χριστιανική παράδοση, ενώ σε ένα ευρύτερο κύκλο προσεγγίζονται οι χριστιανικές παραδόσεις της Ευρώπης και τα μεγάλα θρησκεύματα του κόσμου, στον βαθμό που οι γνώσεις αυτές σχετίζονται με εμπειρίες και βιώματα των μαθητών. Ως προς το ζήτημα αυτό, τα νέα Προγράμματα δεν καινοτομούν, απεναντίας προεκτείνουν και διευρύνουν τις αρχές που διέπουν το ΔΕΠΠΣ, τοποθετώντας την παρεχόμενη θρησκευτική εκπαίδευση σε ένα νέο πλαίσιο, με ισχυρή νομιμοποιητική και παιδαγωγική βάση. Η ανάπτυξη της προσωπικής θρησκευτικής συνείδησης και πολιτιστικής ταυτότητας επιδιώκεται με απόλυτο σεβασμό στην ετερότητα. Επιπρόσθετα, συνυπολογίζονται τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά των προβληματισμών και των αναζητήσεων των νέων, ειδικά στη δύσκολη περίοδο της εφηβείας, κατά την οποία τείνουν προς τον αντικομφορμισμό και την αμφισβήτηση.

Η διαπολιτισμική διάσταση

Τα νέα Προγράμματα Σπουδών και γενικότερα το Μάθημα των Θρησκευτικών, εκτός των άλλων, υποστηρίζουν τη διαπολιτισμική διάσταση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, με στόχο την καλλιέργεια αξιών, στάσεων και δεξιοτήτων ειρηνικής συνύπαρξης και συνεργασίας και την αποτροπή φονταμενταλιστικών και μισαλλόδοξων προσεγγίσεων.

Η ανθρωπότητα πορεύεται σε μία νέα φάση της ιστορίας της, κατά την οποία η θρησκεία και ο πολιτισμός αποκτούν μία κεντρική θέση, όπως συνέβη και κατά το παρελθόν. Τα πρόσφατα γεγονότα στην κεντρική Ευρώπη και η μετακίνηση των πληθυσμών, με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τις τοπικές κοινωνίες, υπογραμμίζουν τον κίνδυνο επερχόμενων συγκρούσεων, οι οποίες δεν θα στηρίζονται μόνο σε πολιτικοοικονομικά συστήματα, αλλά θα χρησιμοποιούν τιςθρησκείες. Η νέα πρόταση θρησκευτικής εκπαίδευσης έρχεται ως απάντηση στον φόβο και τον θρησκευτικό φανατισμό τη στιγμή που υψώνονται τείχη απομόνωσης σε ολόκληρη την Ευρώπη.

Οι θρησκειολογικές αναφορές

Ορισμένες απόψεις που είδαν το φως της δημοσιότητας, ότι τάχα με τα νέα Προγράμματα Σπουδών το μάθημα μετατρέπεται σε θρησκειολογικό ή πολυθρησκειακό ή πανθρησκειακό, είναι επιφανειακές προσεγγίσεις, οι οποίες εκτός από το ότι είναι αναληθείς προδίδουν την περί του μαθήματος παρωχημένη άποψη των εισηγητών τους, καθώς θεωρούν ότι το μάθημα, λόγω «επικρατούσας θρησκείας», οφείλει να είναι μονοφωνικό και με σαφή άμεσο ή έμμεσο κατηχητικό προσανατολισμό. Επιπλέον, χονδροειδείς αναφορές περί δήθεν αλλοίωσης της χριστιανικής πίστης ή απομείωσης του προσώπου του Χριστού ή της Θεοτόκου, αποτελούν κακοπροαίρετη παραπληροφόρηση και φυσικά δεν συμβάλλουν στον διάλογο, εφόσον οποιοσδήποτε νηφάλιος «αναγνώστης» του νέου Προγράμματος θα διαπιστώσει εύκολα και γρήγορα ακριβώς το αντίθετο.

Όσοι γνωρίζουν από τη διδακτική πράξη το περιεχόμενο των υφιστάμενων σήμερα διδακτικών βιβλίων των Θρησκευτικών, γνωρίζουν καλά ότι ακόμη και αυτά περιλαμβάνουν θρησκειολογικά θέματα, ήδη από το Δημοτικό, όπου υπάρχουν ολόκληρες διδακτικές ενότητες με θρησκειολογικό περιεχόμενο. Στα νέα Προγράμματα Σπουδών τα θρησκειολογικά θέματα δεν αυξάνονται, αλλά απλώς διερευνώνται με νέα λογική, δηλ. με βάση τα ενδιαφέροντα των μαθητών στο συγκεκριμένο περιβάλλον που ζουν. Το εύρος των θρησκειολογικών αναφορών εγγράφεται στο πλαίσιο του θρησκευτικού γραμματισμού των μαθητών και καλύπτει τις πραγματικές μορφωτικές ανάγκες, που αφορούν σε ένα θρησκευτικά εγγράμματο άνθρωπο της εποχής μας.

Οι επικριτικές ακρότητες

Κάθε τεκμηριωμένη άποψη ή πρόταση, αλλά και ή καλοπροαίρετη κριτική που κατατίθεται είναι ευπρόσδεκτη. Αρκετές παρατηρήσεις που διατυπώθηκαν, κυρίως από ενεργούς εκπαιδευτικούς, ήδη ελήφθησαν υπόψη κατά την αναθεώρηση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου. Παρ’ όλα αυτά, δεν μπορούμε να μην επισημάνουμε ορισμένες περιπτώσεις ακραίας κριτικής και ανοίκειας συκοφάντησης των νέων Προγραμμάτων, με δόλιες επικοινωνιακές πρακτικές, αστήρικτες κατηγορίες και απαράδεκτα υπονοούμενα, με στόχο τη σπίλωση της υπόληψης των ανθρώπων που εργάστηκαν για την εκπόνησή τους. Πρόκειται για τα ίδια πρόσωπα που διατύπωναν αρνητική κριτική, με παρόμοια επιχειρήματα, και κατά την παραγωγή νέων διδακτικών βιβλίων, το 2006 όταν εφαρμόστηκε το ΔΕΠΠΣ. Σήμερα, δήθεν τα υποστηρίζουν επειδή τάχα τα νέα Προγράμματα Σπουδών αλλοιώνουν το περιεχόμενο του μαθήματος. Ορισμένοι εκ των επικριτών άρχισαν να διατυπώνουν απορριπτικές κρίσεις για τα νέα Προγράμματα πριν καν ξεκινήσει η εκπόνησή τους, πριν δημοσιευθούν και εφαρμοστούν πιλοτικά και φυσικά το ίδιο έπραξαν και στη συνέχεια, προσπαθώντας να δημιουργήσουν συνθήκες πόλωσης και αδιεξόδου.

Η Επιτροπή του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου επανειλημμένα και εξαντλητικά απάντησε σε όσες αιτιάσεις έκρινε αναγκαίο ότι πρέπει να απαντηθούν, με επιχειρήματα τα οποία ουδέποτε αμφισβητήθηκαν. Oρισμένοι επικριτές επανέρχονται, αποκρύπτοντας την αλήθεια με τρόπο αντιδεοντολογικό και εμμένοντας φανατικά στις προσωπικές τους ιδεοληψίες, χωρίς να θέλουν να δουν την ουσία και το όραμα που διαπνέει τα νέα Προγράμματα Σπουδών. Ένα όραμα το οποίο συνοψίζεται στη σύγχρονη ανάγκη και πραγματικότητα το μάθημα των θρησκευτικών να «μιλήσει» στους νέους, να τους καταρτίσει με αντικειμενικό θρησκευτικό πνεύμα και να τους διδάξει δεξιότητες συμβίωσης και διαλόγου με κάθε άνθρωπο, με πνεύμα ομόνοιας και κριτικής σκέψης. Και όλα αυτά με ποικίλα παιδαγωγικά και μαθησιακά εργαλεία, μεταμορφώνοντας το μάθημα σε πόλο έλξης και καλλιέργειας των μαθητών.

Ο διάλογος που (δεν) έγινε

Παρά το πλήθος των δημοσιευμάτων και την πληθώρα εκδηλώσεων γύρω από τα νέα Προγράμματα Σπουδών, δεν έχει γίνει ακόμη ένας υπεύθυνος και ουσιαστικός διάλογος ανάμεσα σε όλους τους εμπλεκόμενους για το ζήτημα της θρησκευτικής εκπαίδευσης. Ορισμένες προσπάθειες που έγιναν για την ανταλλαγή απόψεων, με τη συμμετοχή και των Εμπειρογνωμόνων του νέου Προγράμματος Σπουδών, δυστυχώς δεν ευοδώθηκαν με υπαιτιότητα άλλων, που αρνήθηκαν οποιαδήποτε συζήτηση επικαλούμενοι τη δική τους αναντίρρητη δογματική «αλήθεια», για την οποία φυσικά δεν υπάρχει περιθώριο αμφισβήτησης.

Τα μέλη των Επιτροπών εξακολουθούμε να πιστεύουμε στην αναγκαιότητα του διαλόγου. Το συγγραφικό έργο των Επιτροπών και η παραχθείσα τεκμηριωμένη αρθρογραφία γύρω από τα νέα Προγράμματα Σπουδών είναι στη διάθεση κάθε ενδιαφερόμενου. Είμαστε πρόθυμοι για περαιτέρω διευκρινήσεις και οποιαδήποτε συνεργασία απαιτηθεί.

Η δυναμική της ανανέωσης

Σε ένα κόσμο που αλλάζει συνεχώς, η έγνοια για συνεχή ανανέωση του θρησκευτικού μαθήματος είναι καθήκον όλων. Οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί της τάξης γνωρίζουν ότι δεν μπαίνει «νέο κρασί σε παλιούς ασκούς» και αγωνίζονται καθημερινά για δημιουργική διδασκαλία και μάθηση.

Είναι επιβεβλημένο να αντιληφθούμε όλοι την κρισιμότητα της αποστολής τους και να στηρίξουμε αποτελεσματικά το έργο τους, ακόμη και με καλόπιστη κριτική, που οδηγεί σε μια επιθυμητή σύνθεση. Κάθε άλλη προσπάθεια συνιστά υπονόμευση του έργου τους, αλλά και αυτής της νομιμοποιητικής βάσης του μαθήματος.

Τα μέλη των Επιτροπών Εμπειρογνωμόνων

για την εκπόνηση των νέων Προγραμμάτων Σπουδών

και των Οδηγών του Εκπαιδευτικού

στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και Λυκείου

ΠΗΓΕΣ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης

Θεολογικά Δρώμενα

Η ΘΕΟΛΟΓΙΑ ΜΕΣΟΠΕΛΑΓΑ

«Σωτηρία θα πει να λυτρωθείς απ’ όλους τους σωτήρες· αυτή ’ναι η ανώτατη λευτεριά, η πιο αψηλή, όπου με δυσκολία αναπνέει ο άνθρωπος. Αντέχεις;»

ΝΙΚΟΣ ΚΑΖΑΝΤΖΑΚΗΣ, Αναφορά στον Γκρέκο, Εκδόσεις Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα 1981, 34.

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σ​​​​ε όλη μου τη ζωή είχα μια ορισμένη ιδέα για τη Γαλλία. Μου την εμπνέει το αίσθημα εξίσου με τη λογική. Το συναίσθημα που έχω μέσα μου φαντάζεται αβίαστα τη Γαλλία, σαν την πριγκίπισσα των παραμυθιών ή την Παρθένο στις τοιχογραφίες, σαν να είναι προορισμένη για μια μοίρα ξεχωριστή και εξαιρετική». Με αυτές τις φράσεις, σε πρόχειρη μετάφραση, ξεκινούν τα απομνημονεύματα του Σαρλ ντε Γκωλ, ένα από τα ωραιότερα κείμενα που μας κληροδότησε ο γαλλικός εικοστός αιώνας.

«Περί δε των αρχαιοτάτων χρόνων του ελληνικού έθνους, υπάρχουσιν δύο ειδών ιστορήματα. Τα μεν είναι μυθικαί παραδόσεις, όσας διέσωσαν εις ημάς αρχαίοι ποιηταί και λογογράφοι. Τα δε ερμηνείαι των μυθευμάτων τούτων, τας οποίας επεχείρησαν αρχαίοι και νεώτεροι ιστορικοί και άλλοι λόγιοι άνδρες». Με αυτές τις φράσεις –ελπίζω να μη χρειάζονται μετάφραση στη δημώδη των ημερών μας– ξεκινά η Ιστορία του Ελληνικού Έθνους του Κωνσταντίνου Παπαρρηγόπουλου, ένα από τα ωραιότερα κείμενα που μας κληροδότησε ο ελληνικός δέκατος ένατος αιώνας. Πάντα με εντυπωσίαζε το γεγονός ότι η Ιστορία του ξεκινούσε από τους μύθους της Θεογονίας και έφτανε ως την Ελληνική Επανάσταση. Έτσι οικοδομήθηκε η εθνική συνείδηση του σύγχρονου Ελληνισμού.

Παραθέτω τα δύο αυτά αποσπάσματα για να επισημάνω δύο ουσιαστικές παραμέτρους της εθνικής συνείδησης. Η πρώτη παράμετρος είναι το «αίσθημα» το οποίο αναφέρει ο στρατηγός Ντε Γκωλ, αίσθημα το οποίο αποδίδει σε μια σχεδόν μυθική Γαλλία, όπως η Παρθένος στις τοιχογραφίες – και λέω «σχεδόν», διότι οι τοιχογραφίες, παρά τη μυθική τους αφήγηση, ανήκουν στην υλική πραγματικότητα του παρόντος. Λίγο πιο κάτω στο κείμενο ο συγγραφέας αναφέρεται στο «πνεύμα»–génie– της Γαλλίας. Ως γνωστόν, ο στρατηγός, ως Πρόεδρος της Δημοκρατίας, πολλές φορές όταν αντιμετώπιζε δυσεπίλυτα προβλήματα, αποσυρόταν στο σπίτι του στο Colombay Les Deux Eglises για να συνομιλήσει, όπως έλεγε, μπροστά στο τζάκι με το πνεύμα της Γαλλίας και να βρει τις λύσεις. Είχε χιούμορ ο στρατηγός. Δεν ήταν κάνας καταραμένος ποιητής. Υπήρξε ένας από τους μεγαλύτερους πολιτικούς του περασμένου αιώνα.

Η δεύτερη παράμετρος είναι ο «μύθος». Οι μυθικές παραδόσεις στις οποίες αναφέρεται ο εθνικός μας ιστορικός, δεν είναι τίποτε άλλο από επεξεργασίες της πραγματικότητας, κυρίως διά του λόγου, για λογαριασμό του συλλογικού αισθήματος. Η εθνική συνείδηση, η συλλογική συνείδηση με τους όρους της σύγχρονης εποχής, είναι ένας συνδυασμός μύθων και ιστορικών γεγονότων με όχημα τη γλώσσα. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει χωρίς το αίσθημα της ενότητας αυτών των τριών στοιχείων. Χωρίς αίσθημα δεν υπάρχει εθνική συνείδηση. Ο Παπαρρηγόπουλος είναι ο πνευματικός αντίπαλος του Μακρυγιάννη. Έφτιαξε μια Ελλάδα οικουμενική, απέναντι στην Ελλάδα του μικροχώραφου που απαθανάτισε ο περίφημος στρατηγός με το αίσθημα του φθόνου και του χόλου.

Και τώρα ας έρθουμε στο επίμαχο θέμα των ημερών, στο θέμα της Γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού από τους νεότουρκους. Δεν θα επαναλάβω τα γνωστά, ότι ο όρος «γενοκτονία» έχει αξία νομική, και από τη στιγμή που τον αποδέχθηκε το Κοινοβούλιο αποτελεί νόμο του κράτους. Θα υπενθυμίσω απλώς ότι πριν από μερικά χρόνια η Τουρκία του Ερντογάν απέσυρε για ένα διάστημα τον πρεσβευτή της από το Παρίσι όταν το γαλλικό Κοινοβούλιο αναγνώρισε τη Γενοκτονία των Αρμενίων. Άρα ο όρος «γενοκτονία» έχει και αξία πολιτική, και μάλιστα αξία στη διεθνή πολιτική και τη διπλωματία.

Είμαι εναντίον της ποινικοποίησης των απόψεων, όσο αιρετικές και προκλητικές κι αν είναι. Στις μετανεωτερικές πολιτείες, θύματα αυτής της ποινικοποίησης είναι συνήθως όσοι υπερασπίζονται θέσεις που θεωρούνται συντηρητικές, ή εν πάση περιπτώσει μη πολιτικά ορθές. Ας πούμε η υπεράσπιση της ανωτερότητας του δυτικού πολιτισμού ή του Χριστιανισμού απέναντι στο Ισλάμ. Πριν από χρόνια, ένας ιστορικός στη Γαλλία αναγκάσθηκε να παραιτηθεί από τη θέση του στο Πανεπιστήμιο της Λυών, ο κ. Γκουγκενέμ, διότι μείωσε τον ρόλο των Αράβων στη μετάδοση των ελληνικών γραμμάτων στη Δύση, με το βιβλίο του «Ο Αριστοτέλης στο όρος του Αγίου Μιχαήλ».

Υπάρχουν ιστορικά γεγονότα, όπως η Γενοκτονία των Ποντίων ή η Καταστροφή της Σμύρνης, που έχουν καταγραφεί ως κομβικά σημεία του συλλογικού μας μύθου, της κοινής μας ευαισθησίας, κοινώς της εθνικής μας συνείδησης. Δεν χρειάζεται να έχεις πρόγονο Σμυρνιό ή Πόντιο για να αντιληφθείς το βάρος τους. Μπορεί τα επιστημονικά εργαστήρια των ιστορικών να καταλήγουν σε συμπεράσματα που διαφοροποιούν την εκτίμηση, όμως όταν αναφέρεσαι σ’ αυτά ως πολιτικός, και δη ως υπουργός Παιδείας, δεν μπορείς να κάνεις ότι δεν ξέρεις πως θίγεις το συλλογικό αίσθημα. Αλλιώς, ή είσαι βλάκας ή παριστάνεις τον βλάκα. Η συγγραφέας ενός σχολικού βιβλίου που έγραψε για τον «συνωστισμό» στη Σμύρνη δεν έγραφε επιστημονικό σύγγραμμα. Απλώς δεν ξέρει να γράφει. Δεν αντιλαμβάνεται την αξία των λέξεων που χρησιμοποιεί. Ο υπουργός Παιδείας όμως;

Κακός πολιτικός; Μέλος μιας Αριστεράς που ταυτίζει, εν τη αγνοία της, την εθνική συνείδηση με τον εθνικισμό; Όταν κατηγορούμε τη Χ.Α. ως νεοναζί στην εθνική συνείδηση απευθυνόμεθα, αυτήν τη συλλογική ευαισθησία που απέρριψε ως βδέλυγμα τον Χίτλερ. Υπάρχει ακόμη εθνική συνείδηση που εκφράζει το αίσθημα της Ελλάδας; Ή μήπως έχει κατακερματισθεί σε διάφορα γελοία υποκατάστατα, που αναγορεύουν τις αδιόριστες καθαρίστριες σε φορείς της; Ο κάθε πικραμένος ζώνεται μια ελληνική σημαία και τραβάει για Σύνταγμα.

Η Ευρώπη οικοδομείται με την υπέρβαση των εθνικών συνειδήσεων. Όχι με την κατάργησή τους.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Διδακτικές και δογματικές παρεμβολές  στον εκτενή «Βίο» του αγίου Γρηγορίου Επισκόπου Άσσου (κωδ. 448, ff. 31v – 58r (=P)[1]

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ουδεμία αμφισβήτηση επιδέχεται το γεγονός ότι η παρουσία των αγίων στη ζωή της Εκκλησίας είναι σημαντική. Παρουσία που συνιστά το ορθόδοξο ήθος της. Ο Ιωάννης Δαμασκηνός, ο κορυφαίος αυτός θεολόγος του 8ου αιώνα, με τη ευρύτατη θεολογική και φιλοσοφική κατάρτισή του, θεωρεί του αγίους ως άρτιους του Θεού ανθρώπους, που με τη δική τους προαίρεση και την  ενοίκηση σ’ αυτούς του Θεού και τη συνεργία, ομοιάζουν κατά το δυνατό με το Θεό, διαφυλάττουν απαραχάρακτη την ομοίωση της θείας εικόνας και φτάνουν στη θέωση[2]. Με βάση αυτόν το μεστό, ευσύνοπτο και σαφή χαρακτηρισμό, δεν είναι δύσκολο να κατανοήσει κανείς ότι οι άγιοι στη χαρισματική ζωή της Εκκλησίας, αφού οδηγούνται ολοκληρωτικά στο Θεό, αξιώνονται να συνενωθούν με αυτόν και φορούν την εικόνα του επουρανίου ανθρώπου. Γι’ αυτό και η αγιότητα κατά την άποψη του π. Δ. Στανιλοάε είναι «η ελευθερία από την αμφιβολία που περιορίζει τον άνθρωπο στον εαυτό του και ο άγιος είναι η επανόρθωση του παραμορφωμένου, από το ζωώδες, ανθρώπινου είναι, η ανθρώπινη φύση στην τελειότητά της εν Χριστώ»[3].Συνεχίστε την ανάγνωση