ΑΝΑΜΕΣΑ ΦΩΤΟΣ ΚΑΙ ΣΚΟΤΟΥΣ

Του ΚΩΣΤΑ Ε. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΥ

Τί είμαστε, επί τέλους; Ποιοι είμαστε εμείς οι άνθρωποι, τα μυστηριώδη αυτά όντα της δημιουργίας και ποια δυναμάρια, ποιοι μαγνήτες μας κρατούν πάνω από το χάος του θανάτου, μέσα στην ένταση της ζωής αυτής απ’ όπου διαβαίνουμε ως υπνοβάτες, σε όνειρο βαθύ φωτός και σκότους; Το αίνιγμα που φέρουμε ολάνοιχτο ως πληγή του νου και της καρδιάς απορία, όσο το συλλογιζόμαστε, τόσο και περισσότερο οξύνει την αγωνία μας που υπάρχουμε, τον φόβο μας μήπως κάποτε πάψουμε να υπάρχουμε.

Από παιδιά μας είχαν θρέψει και φωτίσει με τα κατάλοιπα ενός πολιτισμού που αντίκρυζε τον άνθρωπο στο κέντρο του σύμπαντος, ισάξιο με το σύμπαν, ανταγωνιστή του αστερωμένου ουρανού που προκαλεί την ίδια έκσταση και το αυτό σιωπηλό θάμβος που μας γεννά η αποκάλυψη του ηθικού κόσμου μέσα μας. Και σ’ αυτό τον άνθρωπο – κεντρικό άξονα του κόσμου, εδιδαχτήκαμε να διακρίνουμε μ’ ευκρίνεια καρδιάς το αθάνατο αντέρεισμα του Θεού. Εδιδαχτήκαμε, από το ανθρωποκεντρικό σύμπαν ν’ ανερχόμαστε με κομμένη ανάσα προς το θεοκεντρικό σύμπαν. Κι εκεί, να ορούμε δια της πίστης και της αγάπης όσα μυστήρια δεν θέρμαναν μ’ ενθουσιασμό την λογική μας. Υπήρξαμε κάποια παιδιά που περπατούσαμε έκθαμβα ανάμεσα στα θεία και στ’ ανθρώπινα για να ‘ρθει η Ιστορία να μας χτυπήσει με τους πιο θανάσιμους κεραυνούς της. Ποτέ ίσως παιδικά μάτια δεν είχαν αντικρύσει τόσην αγριότητα και τέτοιαν απανθρωπιά. Κάθε φορά που η ιστορική εμπλοκή της ζωής μας άφηνε ν’ ανασάνουμε, ψάχναμε ταραγμένοι μέσα μας να βεβαιωθούμε πως δεν είχαμε χάσει ολότελα την πεποίθησή μας στον άνθρωπο, πως εξακολουθούσαμε να τον τοποθετούμε ως στέμμα, στην κεφαλή της δημιουργίας – μιας δημιουργίας που δεν βρίσκαμε ξεκάθαρα ποτέ το σκοπό της. Κι όσοι από μας δεν βλέπαμε καμιά πλέον ελπίδα να φέγγει στην πολιτική πράξη, πιστέψαμε κι εργαστήκαμε ώστε αυτός ο άνθρωπος, του καιρού μας ο μοιραίος άνθρωπος να εξαγνιστεί, να γίνει αληθινός άνθρωπος δια της πολιτιστικής πράξης, με την καλλιέργεια που πραγματοποιεί το μυστηριώδες άροτρο του πνεύματος. Γιατί όσα και να εζήσαμε, φοβερά και σκοτεινά, εμείς εξακολουθούμε να πιστεύουμε στην αξία και στην πνευματική – αγαθοποιό επομένως – αξιοσύνη του ανθρώπου. Ανθρωπιστές, λοιπόν; Ναι, ανθρωπιστές καταγαυσμένοι από το φως του Θεού, μ’ ένα ωστόσο ματωμένο σημάδι στο μέτωπο.

Όμως μέσα στην επιταχυνόμενη εξαχρείωση της σημερινής ζωής και στην οξυνόμενη εξαγρίωση του ανθρώπου των καιρών μας, συχνά ανεβαίνει, ως θρίαμβος αίματος, στα χείλη της ψυχής μας το τρομερό ερώτημα: ο άνθρωπος στον οποίο πιστέψαμε, η αξία στην οποία στηριχτήκαμε, αρπαγμένοι μια ολόκληρη φουρτουνιασμένη ζωή, είναι τάχα ο ίσιος μ’ αυτόν που συναντάμε στην καθημερινή μας ζωή; Είναι ο αναιδής των αγοροπωλησιών, ο χυδαίος των λεωφορείων, ο ανενδοίαστος εκμεταλλευτής, ο κακός κι αγενής γείτονας, ο αδιάκριτος και μοχθηρός συνάδελφος στην εργασία, είναι αυτός που επικυρώνει την αθλιότητα, που απολαμβάνει την κατάπτωση, ο τυφλός, ο φανατικός, ο χαλαστής; Είναι κείνος που ως ιδανικό οιστρηλάτησε ολάκερη τη ζωή μας ή μήπως άλλον εμείς λατρέψαμε, σ’ άλλον θεοφρούρητο άνθρωπο πιστέψαμε κι άλλος κυκλοφορεί πλάι μας σήμερα ως βδέλυγμα της ερημώσεως του πολιτισμού και του ακατάσχετου λιμού των ψυχών που ζει ο κόσμος στο γέρμα του σημαδιακού και σημαδεμένου μαζί αυτού αιώνα;

Αναρωτιούματε και αμήχανοι, δεν κατορθώνουμε να ανασύρουμε από τα βάθη μας μιάν ικανοποιητική απόκριση. Τι είμαστε, λοιπόν; Ποιοι είμαστε μείς που συνηθίσαμε την φθαρμένη μας μορφή στον ανελέητο καθρέφτη; Και τι είναι, ποιοι είναι αυτοί οι άλλοι, οι άλλοτε κοντινοί, οι άλλοτε πολύ μακρινοί, κομήτες κινούμενοι παλμικά, μέσα σε μια ζωή όπου οι εφιάλτες πληθαίνουν κι όπου οι χαρές σπανίζουν, οι χαρές των ανθρώπων.

Ευτυχώς που ο Θεός στέλνει ακόμη τις δικές του χαρές και μισθοδοτεί τον χαμένο κόσμο με ήλιο, με θάλασσα, με βλαστούς, με καρπούς, με φεγγάρι κι αστέρια, με το σκίρτημα το πολύφωνο της μέρας και με την βαθειά, θεσπέσια σιγή της νύχτας. Ευτυχώς…

Κ. ΤΣΙΡΟΠΟΥΛΟΣ, «Ανάμεσα φωτός και σκότους», Ευθύνη, τχ. 206, (Φεβρουάριος 1989) 83-84.

Σάντσο Πάντσα, ο ασυγχώρητος! Είναι μπορετή μια συζήτηση για τα Θρησκευτικά σήμερα;

Σάντσο Πάντσα, ο ασυγχώρητος! Είναι μπορετή μια συζήτηση για τα Θρησκευτικά σήμερα;

 

Του ΘΑΝΑΣΗ Ν. ΠΑΠΑΘΑΝΑΣΙΟΥ

 

Όταν ήμουν μαθητής διάβασα για πρώτη φορά κάτι θεολογικό, πέρα από τα σχολικά εγχειρίδια, στα τέλη του 1974. Ήμουν στη Δ΄ Γυμνασίου, η χούντα είχε πέσει πρόσφατα και τα πεζοδρόμια στο κέντρο της Αθήνας είχαν γεμίσει από πάγκους τίγκα στο πολιτικό βιβλίο. Το πρώτο, λοιπόν, θεολογικό, που διάβασα, βρισκόταν στο βιβλίο του Ένγκελς, Ουτοπικός Σοσιαλισμός και Επιστημονικός Σοσιαλισμός, το οποίο αγόρασα ο ίδιος, με το μαθητικό χαρτζιλίκι.

Στην πρώτη και δραματική ανάγνωση μού ξέφευγαν πολλά, όμως κράτησα κάτι που μου φάνηκε αποκαλυπτικό: αν νοιάζεσαι για την ανάγνωση της πραγματικότητας, δεν βγάζεις έξω από τον οπτικό σου ορίζοντα τη θρησκεία, ούτε αυταπατάσαι πως ανήκει τάχα στο ιδιωτικό, το οποίο δεν συμμετέχει στο φτιάξιμο της ιστορίας. Το βιβλίο είναι ριζικά αντιθρησκευτικό και πολύ παλιό, με κατακλυσμιαία γεγονότα και αναπροσανατολισμούς να έχουν λάβει χώρα από τότε. Αλλά δεν στέκομαι στα σημεία του που έκαναν τη χριστιανική συνείδησή μου να διαμαρτύρεται. Στέκομαι στο ότι προϋποθέτει διαβάσματα για θεολογικά ρεύματα (είτε φεουδαρχικών σκοπιμοτήτων είτε σοσιαλιστικών προθέσεων), δίχως τα οποία είναι αδύνατη η κατανόηση της ευρωπαϊκής πορείας.

Στον Πρόλογό του ο Έγκελς έγραψε μια φράση μεγάλης νοστιμιάς: Τους διάφορους «μορφωμένους» (δικά του τα σαρκαστικά εισαγωγικά) αστούς «τους κυριεύει η ασυγκράτητη ανάγκη να παρουσιάζουν κάθε φορά και πιο χτυπητά την τρομερή τους άγνοια και την κολοσσιαία τους, απ’ αυτό, παρεξήγηση του σοσιαλισμού. Όταν ο Δον Κιχώτης σήκωνε το δόρυ του ενάντια σε ανεμόμυλους ήταν μέσα στη δουλειά του και στο ρόλο του. Στο Σάντσο Πάντσα, όμως, είναι αδύνατο να συγχωρήσουμε κάτι τέτοιο».

Ναι, η άγνοια είναι πρόβλημα. Μα όταν ο φορέας της κομπάζει κι από πάνω, δεν έχουμε απλό πρόβλημα, έχουμε διαστροφή. Αν στο παράθεμα αντικαταστήσουμε τις λέξεις «του σοσιαλισμού», με τις λέξεις «της θεολογίας» ή «των Θρησκευτικών», θα έχουμε αυθωρεί μια πολύ πετυχημένη περιγραφή της ατμόσφαιρας Οκτωβρίου 2015 στην Ελλάδα. Ηθελημένα νόστιμος, άθελα προφητικός ο Ένγκελς!

Ποια πληροφόρηση έχουν άραγε όσοι μίλησαν για τις απαλλαγές από το μάθημα των Θρησκευτικών; Πόσοι γνωρίζουν (ή πόσοι παραδέχονται πως γνωρίζουν) ότι μεταξύ των θεολόγων έχει ενταθεί κατά την τελευταία δεκαπενταετία ένας δυναμικός αναστοχασμός για τη φυσιογνωμία του μαθήματος, τέτοιος που σε κανένα άλλο μάθημα δεν συμβαίνει; Τουλάχιστον όσοι βρίσκονται σε θέσεις ευθύνης (από τα υπουργεία και τις ενώσεις καθηγητών μέχρι τους δημοσιογράφους) οφείλουν να γνωρίζουν. Σάντσο Πάντσα, πρέπει να είμαστε αυστηροί μαζί σου.

Ο αναστοχασμός για τον οποίο μιλάω (και ο οποίος συνεπάγεται συγκρούσεις στο εσωτερικό του θεολογικού χώρου) εισηγείται ένα μάθημα Θρησκευτικών απαραίτητο προκειμένου ο νέος άνθρωπος να γνωρίσει την πραγματικότητα γύρω του, και άρα ένα μάθημα μη κατηχητικό και υποχρεωτικό για όλους. Ένα μάθημα στο οποίο ο μαθητής θα γνωρίσει την κοινή γλώσσα ετούτου του λαού, ώστε να δυνηθεί στη συνέχεια να αρθρώσει την δική του κατάφαση ή τη δική του άρνηση. Ένα μάθημα που τη γνωριμία με τον Άλλον θα την ζει ως πλουτισμό και θα τη χαίρεται ως επένδυση για κριτική ματιά. Ένα μάθημα που θα φέρνει τον νέο σε γνωριμία τόσο με τη γενεαλογία του σύγχρονου κόσμου (πώς θα προέκυπτε άραγε η πεποίθηση ότι ο κόσμος δύναται να αλλάξει, αν η βιβλική καινοτομία περί ευθύγραμμης πορείας προς το ανοιχτό μέλλον δεν υπερακόντιζε την αρχαία πίστη σε αιώνια κυκλική κίνηση της ιστορίας;), όσο και με σύγχρονα ερωτήματα της ανθρώπινης ύπαρξης, τα οποία χρειάζονται οραματικές προσεγγίσεις, με όλες τις δυνάμεις του ανθρώπου – της πίστης συμπεριλαμβανόμενης. Είναι τυχαίο, άραγε, ότι σήμερα την έννοια της Κυριακής αργίας την υπερασπίζονται ονειροπόλοι αριστεροί και θρησκευόμενοι, δηλαδή οι πιο ανορθολογικοί κατά τη γνώμη του ωμού νεοφιλελευθερισμού;

Επί χρόνια ο εν λόγω αναστοχασμός για τα Θρησκευτικά αποτυπώνεται πολυφωνικά σε κείμενα και μελέτες, σε ημερίδες και συνέδρια, κι έχει τεθεί υπόψη των κατεχόντων θέσεις ευθύνης. Αλλά και τα πολυάριθμα κείμενα υψηλού προβληματισμού που δημοσιεύτηκαν μόλις τον τελευταίο μήνα από θεολόγους αυτής της οπτικής, δείχνουν ότι στην Ελλάδα σήμερα, πέρα από την εκκλησιαστική γραφειοκρατία και τον θεολογικό φονταμενταλισμό, υπάρχει κι ένα θεολογικό δυναμικό αξιώσεων, με κατάρτιση ου την τυχούσα. Μια ματιά στη βιβλιογραφία που παράγεται και στα μεταπτυχιακά που εκπονούνται, θα δείξει ότι η αποδοχή της ετερότητας και ο κοινωνικός ριζοσπαστισμός είναι προνομιακά πεδία αυτών των θεολόγων. Πόση πια γνωσιομαχία χρειάζεται να διαθέτουν οι αυτόκλητοι εκπρόσωποι του Διαφωτισμού, για να μη δύνανται να διαβάσουν την πραγματικότητα;

Στον σημερινό κόσμο, ενάμιση αιώνα μετά τον Ένγκελς, πλήθος στοχαστών – Ταίηλορ, Γουόλζερ, Ήγκλετον, Βάτιμο, Μπαντιού, Αγκάμπεν, Ζίζεκ κ.ά. – συζητούν με τη θεολογία και αντλούν από την πανανθρώπινη εμπειρία. Αλλά για τον Σάντσο Πάντσα μας, σ’ αυτές τις στιγμές τους είναι πιο αόρατοι κι από τη Δουλτσινέα!

Δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα «Δρόμος της Αριστεράς», Σάββατο 24-10-2015, σ. 24

 

ΠΗΓΗ:

Η Θεολογία Μεσοπέλαγα

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΑ ΑΓΙΟΥ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

KRAUTHEIMER RICHARD, Παλαιοχριστιανική και Βυζαντινή Αρχιτεκτονική, μτφρ. Φανή Μαλλούχου – Τουφάνο, Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, Αθήνα 1991, σσ. 159-163, (εικ. 79-83).

ΜΑΪΤΟΣ ΙΩΑΝΝΗΣ, Ο Ναός του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης. Ιστορία – Τέχνη – Παράδοση. Θεσσαλονίκη 1982.

ΜΕΝΤΖΟΣ ΑΡΙΣΤΟΤΕΛΗΣ, Το προσκύνημα του Αγίου Δημητρίου στα βυζαντινά χρόνια, εκδ. Βάνιας, Θεσσαλονίκη 1994.

ΜΠΑΚΙΡΤΖΗΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ, Η βασιλική του Αγίου Δημητρίου, εκδ. Ι.Μ.Χ.Α., Θεσσαλονίκη 21986.

ΞΥΓΓΟΠΟΥΛΟΣ ΑΝΔΡΕΑΣ, Τα ψηφιδωτά του Αγίου Δημητρίου Θεσσαλονίκης, εκδ. Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών, Θεσσαλονίκη 1969.

Κλείσιμο Παραθύρου

ΝΔ πεσσός ιερού, ψηφιδωτό: ο άγιος Δημήτριος με τους κτήτορες.

Χρυσόστομος Σταμούλης, «Εν ταις αγοραίς και εν ταις πλατείαις». Θρησκεία και πολιτική στις αρχές του 21ου αιώνα

Η ομιλία του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ στο Πνευματικό Συμπόσιο μνήμης και τιμής προς τον αοίδιμο Μητροπολίτη Κισάμου και Σελίνου κυρό Ειρηναίο, με θέμα «ΠΟΛΙΤΙΚΗ και ΘΡΗΣΚΕΙΑ»

Δεν είναι λίγες οι φορές ή μάλλον είναι οι περισσότερες στη ροή της ιστορίας του τόπου μας, όπου η σχέση Εκκλησίας και πολιτικής εξαντλείται στην ανάδειξη του  απόλυτου κενού. Ένα κενό που δημιουργεί το ανεπαίσθητο και ανύποπτο πέρασμα -κάποτε κυριαρχούν και οι χρονικές αντιμεταθέσεις και αντικαταστάσεις- από την εμβατηριακή αθάνατη σύζευξη Εκκλησίας και κράτους, κατά το πρότυπο της γραφικής αθάνατης και ως εκ τούτου αδύναμης κατά Μάνο Χατζιδάκι να αναστηθεί Ελλάδος, στην επίσηςεμβατηριακή αθάνατη σύγκρουση Εκκλησίας και κράτους, όπου πάντα στο τέλος επικρατεί η παντοδύναμη και ισχυρή Εκκλησία, η οποία τραγουδά ανερυθρίαστα το  «βιασμένο» από την συστημική έπαρση εσχατολογικό ευαγγελικό διαλάλημα:   «καγώ δε σοι λέγω ότι συ ει Πέτρος, και επί ταύτη τη πέτρα οικοδομήσω μου την εκκλησίαν, και πύλαι άδου ου κατισχύσουσιν»[1]. Και στις δύο περιπτώσεις η «συνάντηση» -είναι σαφές ότι εδώ η λέξη χρησιμοποιείται καταχρηστικά και οπωσδήποτε δηκτικά- πραγματοποιείται εντός της δημόσιας πλατείας, που δεν χωρά καμία αμφιβολία πως έχει τη δική της ιστορία.

Θυμόμαστε όλοι, νομίζω, τις γεμάτες πλατείες, ακόμη και τα στάδια -η προσωπική μου μνήμη είναι ασπρόμαυρη καθότι τηλεοπτική- , που ξεχείλιζαν από «εθνική υπερηφάνεια». Μια υπερηφάνεια την οποία συγκροτούσαν  από κοινού η εμμονή στη νεκρή αναπαραστατική παράδοση, ο κενός μεγαλοϊδεατισμός, η γραφικότητα του ιδεολογικοποιημένου φολκλόρ και οπωσδήποτε η επική είσοδος και παρουσία του αυτομυθοποιημένου «αγαθού δικτάτορα», ο οποίος «σκύβοντας δέχεται λατρευτικά λουλούδια από νεολαίους, καταφανώς συγκινημένους»[2].  Θυμόμαστε, βεβαίως, και τις άλλες πλατείες που χρονικά ακολούθησαν -τις πλατείες του πολιτικού γάμου και των ταυτοτήτων- και τις οποίες περιφρουρούσαν παιδιά με περιβραχιόνια και βαθιά χαραγμένη μέσα τους την ειλικρινή αίσθηση του χρέους να διαφυλάξουν ανόθευτη την πίστη και την Εκκλησία, όπως αυτή αποκαλύπτονταν από τα μπαλκόνια και η οποία χτυπιότανε από την άθεη εξουσία των κυβερνώντων.

Τα χρόνια, βέβαια, πέρασαν, πολλοί από τους πρωταγωνιστές έφυγαν, μαζί τους και τα δεδομένα ενός κόσμου ολόκληρου, αλλά η απορία για το ρόλο της πλατείας στη διαμόρφωση του διαλόγου της εκκλησίας με την πολιτική μένει. Μαζί μένουν και τα ερωτήματα που ο ιστορικός χρόνος μας κληροδότησε. Κάποιοι επιτείνοντας τη σύγχυση συνεχίζουν και σήμερα να αναπολούν τα «δοξασμένα χρόνια» της λαμπρής συμπόρευσης και άλλοι τις «ηρωικές εποχές» της μεγάλης αντίστασης, που η Εκκλησία στάθηκε με πλήρη αρματωσιά απέναντι στις δυνάμεις  του Καίσαρα.

Υπάρχουν, όμως, και εκείνες οι στερεοφωνικές φωνές, οι οποίες συνεχίζουν μετ’ επιτάσεως να ρωτούν και να ξαναρωτούν: «τι θέλει η αλεπού στο παζάρι;». Μάλιστα, σήμερα, ύστερα από τις ιστορικές εμπειρίες του πρόσφατου σχετικά παρελθόντος τις οποίες προανέφερα και του αρνητικού τους ρόλου στη συγκρότηση σχέσης και κοινωνίας, οι φωνές πληθαίνουν και γίνονται  πιο δυνατές. Και επειδή το παζάρι είναι ο κατεξοχήν χώρος της πολιτικής, αντιλαμβάνεσθε ότι η αλεπού στην προκειμένη περίπτωση και σύμφωνα πάντα με τη σκέψη των εν λόγω απορούντων  είναι η Εκκλησία. Οφείλω, όμως, ευθύς εξαρχής να σημειώσω ότι η Εκκλησία δεν αποτελεί την αλεπού της ιστορίας. Ο Χριστός στέλνοντας τους μαθητές του στη δημόσια πλατεία, στη συνάντησή τους με τον κόσμο -και βρισκόμαστε εδώ ενώπιον του μυστηρίου της ιεραποστολής-  τους εφιστά την προσοχή λέγοντας τους ότι «σας στέλνω σαν πρόβατα ανάμεσα σε λύκους», την ίδια στιγμή που τους καλεί να έχουν «τη σύνεση που έχουν τα φίδια και την ακεραιότητα που έχουν τα περιστέρια»[3]. Προτροπή, βέβαια, που στην πρώτη ανάλυσή της φαντάζει προβληματική και δυσερμήνευτη, καθότι ο όφις και το περιστέρι συνιστούν συμβολισμούς αντιθετικούς. Όλοι ξέρουμε ότι τα περιστέρια τρέφονται από τα φίδια. Το πραγματικό νόημα, όμως, της φράσης κρύβεται βαθύτερα στη σημασία που είχαν οι φαινομενικά αντίθετοι συμβολισμοί στον κόσμο της προχριστιανικής Ανατολής, εκεί όπου το φίδι και το περιστέρι κατανοούνταν ως φορείς της επερχόμενης Άνοιξης και της γονιμοποίησης της γης που αυτή πάντα ευαγγελίζεται[4].

Μια τέτοια βιβλική κατανόηση της Εκκλησίας είχε δίχως άλλο ο τιμώμενος σήμερα Ιεράρχης, ο μακαριστός μητροπολίτης κυρός Ειρηναίος Γαλανάκης, το πρόσωπο και το έργο του οποίου μας συνάζουν σήμερα επί το αυτό.

Σε επιστολή  του στους Ιεροσπουδαστές της Ιερατικής Σχολής Κρήτης, τον Ιούλιο του 1953, γράφει τα εξής αποκαλυπτικά: «Λογιάστε για μια στιγμή πως ανάμεσα στην καρδιά σας και στον Χριστό δεν μπαίνουν οι είκοσι αιώνες της Ιστορίας της Θρησκείας Του και λογιάστε ακόμη πως σε κείνη την τελευταία λειτουργία, που κάναμε φέτος στην ωραία μεγάλη Εκκλησιά της Σχολής μας, στήθηκε ο ίδιος ο Χριστός και μας μίλησε τα λόγια Του: “Πορευθέντες μαθητεύσατε…” […] Πηγαίνετε στον κόσμο να κηρύξετε το Θεό, πηγαίνετε στον κόσμο να ξαναφέρετε το Θεό, τον διωγμένο Θεό, τον ξορισμένο Θεό. Αν απορείτε για τα λόγια μου αυτά σάς εξηγούμαι αμέσως. Υπάρχει στον κόσμο αυτό, κάποιος που πολεμά αδιάκοπα το Θεό και κατορθώνει να βάζει τους ανθρώπους στα σχέδια και στους σκοπούς του. Έτσι, λίγο ύστερα από την πλάση  και την δημιουργία του κόσμου οι άνθρωποι ξέχασαν το Θεό. Υστέρα, όταν ο Θεός ξανάλθε στον κόσμο, οι άνθρωποι τον εσταύρωσαν. Επειδή όμως με το σταυρό ο Θεός ξαναπαίρνει στα χέρια Του τον κόσμο, ο μεγάλος εχθρός Του, ο σατανάς, έβαλε επάνω στους ανθρώπους να τον διώξουν και να Τον ξορίσουν έξω από το κόσμο. Και το σχέδιο τούτο πέτυχε πάνω κάτω, γιατί χρονιά τώρα οι άνθρωποι λένε στον Θεό: Κύριε Θεέ, να καθίσεις  πάνω στους Ουρανούς Σου και μείς θα Σου στέλνομε εκεί τις προσευχές και τα θυμιάματά μας. Σε τούτη δω την γη, που ‘ναι γεμάτη με αμαρτίες και λάσπη, να μην ανακατεύεται καθόλου η αγιότητά Σου, κι άφησε να την ορίζομε και να την κυβερνούμε μεις. Αλλά πάλι αν θέλεις να ‘ρχεσαι πότε πότε και εδώ κάτω για να περνάς την ώρα Σου, εμείς θα Σου βρίσκομε ένα κατάλληλο και σοβαρό τόπο. Ένα νεκροταφείο π.χ. μια ξωτική σπηλιά μια απόμερη ερημιά και αλλά παρόμοια είναι κατάλληλα και σοβαροί τόποι για τα γερατειά και την Αγιότητά Σου. Τα άλλα, οι πολιτείες, τα χωριά, τα εργοστάσια, τα σχολεία, τα παλάτια, τα βουλευτήρια, τα θέατρα, τα στάδια, δεν είναι σοβαροί Τόποι και άφησέ τα σε μας να τα ορίζομε. Έτσι συμβουλευτήκαν οι άνθρωποι και έτσι έπραξαν. Έδιωξαν τον Θεό από το κόσμο αυτό, από τη ζωή αυτή. Το ξόρισαν στις άγονες ερημιές και πάνω ψηλά στα σύννεφα για να του στέλνουν εκεί νωθρές προσευχές, τις βλαστήμιες και τις μούντζες των και να αφήσουν εδώ κάτω άρχοντα και κυβερνήτη τον εγωισμό, την τρέλα, το συμφέρον, την πονηριά και την σκληράδα των τον ίδιο τον Σατανά. Να πιο είναι το αμάρτημα και το έγκλημα του σύγχρονου ανθρώπου: το έγκλημα της αποκοπής και της ορφάνιας του κόσμου από το Θεό. Το έγκλημα της εξορίας του Θεού μακριά από τον παλμό της ζωής αυτής. Ένα έγκλημα για το οποίον εργαστήκανε όχι μονό οι εχθροί του αλλά και οι φίλοι Του, χωρίς ίσως να το καταλάβουνε και οι ίδιοι. Ε, λοιπόν. Αυτόν τον ξορισμένο και διωγμένο Θεό, πηγαίνετε να κηρύξετε στο κόσμο, αγαπημένα μου παιδιά. Αυτόν τον λησμονημένο και συκοφαντημένο τόσο πολύ στην εποχή μας Θεό, σταθείτε να τον υπερασπιστείτε […] Αναστήσετε τον Θεό από τα μνήματα που τον έχουν θάψει οι τυπολατρίες και η δειλία όλων μας και φέρετέ τον στο Φως, στη ζωή, στη δημιουργία τη δική Του και στη δημιουργία των παιδιών Του, για να γνωρίσουμε όλα τη χάρη και τη λύτρωση Του. Γιατί στο Θεό δεν ανήκουνε μόνο τα “υπερπέραν” και τα “αόρατα”, ο θάνατος, τα μνήματα κι οι ερημιές, αλλά στο Θεό ανήκει επίσης η γη “και το πλήρωμα αυτής” […] Πρέπει να φωνάξομε τούτο το Σύνθημα: ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ ΤΟΠΟ ΣΤΟ ΘΕΟ. Μιλήστε σαν Προφήτες του παλιού καιρού. Μιλήστε με τη φωνή του κεραυνού, με την κραυγή του λιονταριού κι όπου χρειάζεται με τη φωνή τ’ αρνιού και το ρυθμό της λύρας. Ξεσηκώστε τις σκλάβες ψυχές κι αρματώστε τις για τον Αγώνα του Θεού. Στηθείτε και δείξετε στους ανθρώπους το δρόμο του Θεού. ΟΧΙ ΜΕ ΤΟ ΔΑΚΤΥΛΟ ΑΛΛΑ ΜΕ ΤΗ ΖΩΗ ΣΑΣ ΚΑΙ ΤΟ ΑΙΜΑ ΣΑΣ. “Πορευθέντες ουν μαθητεύσατε πάντα τα έθνη”»[5].

Ξέρετε, διαβάζοντας αυτό και άλλα αντίστοιχα κείμενα του μακαριστού κυρού Ειρηναίου, νιώθει κανείς μέσα του την Άνοιξη για την οποία μας μιλάει ο ευαγγελιστής Ματθαίος. Μια Άνοιξη δυναμική και λειτουργική, δεμένη με την κοινωνική πράξη, η οποία ως γεγονός απόλυτα συμμετοχικό παλεύει την ερωτική συγκρότηση του βίου και ως εκ τούτου την «ενοποίηση της θρυμματισμένης ύλης του κόσμου γύρω από τους καημούς και τα πάθη του ανθρώπου», καθώς σημειώνει ο Κωστής Μοσκώφ[6]. Αυτό ακριβώς είναι που τονίζει και ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν με έμφαση σημειώνει ότι η χαρισματική ζωή της Εκκλησίας είναι λόγος έμπρακτος και πράξις ελλόγιμος. Ως εκ τούτου η Εκκλησία δεν μπορεί παρά να κατανοείται ως μία διαρκής ερωτική έξοδος που αποκαλύπτει τη «δισυπόστατη φύση μας, σαν ουράνιο τόξο, “φωτίζοντας σε κάθε σώμα τον ουρανό του και το χώμα”»[7].

Το ερώτημα, βεβαίως, που αμέσως τίθεται ύστερα από όλα αυτά και εφόσον αποδεχθούμε ότι η Εκκλησία έχει θέση στη δημόσια πλατεία, εφόσον αποδεχθούμε ότι «ο Χριστός περπατά μες στον Καιρό»[8] και «διασχίζει την ιστορία»[9], είναι «το πώς» αυτής της παρουσίας.

Στο μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα τόσο σε τοπικό όσο και σε παγκόσμιο επίπεδο και χωρίς να καταργείται οριστικά «η πολλαπλότητα των σημασιών που χαρακτηρίζουν τις έννοιες του “δημόσιου” και του “ιδιωτικού”», που «μπορούν να γίνουν κατανοητές ως μια σειρά χωρικών» και εξάπαντος τροπικών «ποιοτήτων και σχέσεων»[10], κυριάρχησε η άποψη ότι το δημόσιο ταυτίζεται με το κρατικό, το οποίο βρίσκονταν στον αντίποδά του ιδιωτικού. Σε αυτήν την περίπτωση η Εκκλησία και γενικότερα οι θρησκείες πότε συνδέθηκαν με το κρατικό και ως εκ τούτου με τη νόμιμη άσκηση της κρατικής εξουσίας και πότε με το ιδιωτικό και την άμεση εξορία τους από το χώρο του «κοινού», που εκφράζει και αποκαλύπτει η  δημόσια πλατεία, η αγορά του λαού της αρχαίας Ελλάδας.

Από το τελευταίο τέταρτο, όμως, του 20ου αιώνα και μέχρι σήμερα επιστήμονες από διαφορετικούς χώρους, ανάμεσα στους οποίους και θεολόγοι, προσπάθησαν να δείξουν τη σύγχυση που δημιουργεί η ταύτιση των όρων δημόσιο και κρατικό. Μια προσπάθεια με τεράστιο νόημα η οποία, σε θεολογικό και θρησκευτικό τουλάχιστον επίπεδο, δίνει τη δυνατότητα μιας νέας κατανόησης των ορίων που ορίζουν τη διάκριση κρατικού, δημόσιου και ιδιωτικού[11]. Μια διάκριση που με τη σειρά της επανα-νοηματοδοτεί τη ζωή και καλεί σε νέες σχέσεις, διεκδικήσεις και αναμονές. Μια διάκριση που αναδεικνύει την αναγκαιότητα ενός διαλόγου με στοιχεία ειλικρίνειας, γνώσης και καταλλαγής. Μια διάκριση, που  έρχεται από παλιά -όχι οπωσδήποτε με τα συγκεκριμένα επιστημολογικά χαρακτηριστικά της-  για να αποδείξει και πάλι,  τόσο το ανέραστο της  κλειστοφοβικής εκκλησιαστικής επάρκειας και μαζί αγοραφοβίας  που οδηγεί στην υποχώρηση της ανθρωπινότητας, δηλαδή σε μια ακόμη απόδραση από το εδώ και τώρα και ως εκ τούτου σε μια τραγική έκσταση από τη μόνη αληθινή γη στην οποία δίνεται η μάχη των εσχάτων, όσο και το ανέραστο της πολιτικής και πολιτισμικής επάρκειας, η οποία χαρακτηρίζεται από τα στοιχεία της ισχύος, της δύναμης και της εωσφορικής πλεονεξίας. Μια διάκριση που στέκεται ενάντια στο οποιοδήποτε σφιχταγκάλιασμα κράτους και Εκκλησίας, τουτέστιν ενάντια στο τέρας του εξουσιαστικού λαϊκισμού, που αφαιρεί τόσο από την πολιτεία όσο και από την Εκκλησία την καθαρή όραση και ως εκ τούτου τη δυνατότητα κριτικής θεώρησης των πραγμάτων.

Συνεπώς, και με βάση  όλα ως τα τώρα σημειώθηκαν, γίνεται σαφές, πως η Ορθόδοξη Εκκλησία,  ως σώμα πλήρως αυτοδιοίκητο με παρουσία  και λόγο στη δημόσια πλατεία -ένας λόγος κατά πάντα πολιτικός και ταυτόχρονα αντιεξουσιαστικός-, έχει τη συνευθύνη της συνοχής, αλλά και της ειρηνικής συνύπαρξης των μελών της κοινωνίας. Εξάπαντος, όμως,  δεν αποτελεί γρανάζι της κρατικής εξουσίας.  Η διακονία της, που στηρίζεται στους κανόνες και τα δρώμενα του σώματος, είναι «αμέτοχη παντελώς σε κάθε μορφή έννομης εξουσίας»[12], η οποία ανήκει αποκλειστικά στην κρατική εξουσία. Και το λέγω τούτο, διότι σήμερα φαίνεται να βρίσκουν χώρο, να βρίσκουν πρόσφορο έδαφος εντός της Ορθοδοξίας απόψεις  φονταμενταλιστικές, οι οποίες θεωρούν πως το Σύνταγμα αποτελεί μανιφέστο της Ορθοδοξίας και ως εκ τούτου υπόκειται στη δογματική της διδασκαλία.  Από την άλλη δεν είναι λίγες οι φορές που ο εκτροχιασμένος πολιτικός λόγος παλεύει με νύχια και με δόντια να εξορίσει την Εκκλησία από το δημόσιο χώρο. Αυτό, μάλιστα,  έχει ιδιαίτερη σημασία τώρα που η Ορθοδοξία  συναντά τόσο σε διεθνές όσο και σε εσωτερικό επίπεδο τις δημιουργικές προκλήσεις που θέτει ο διάλογος της με τις Θρησκείες του κόσμου και κυρίως το Ισλάμ, στο οποίο, παρότι «η πνευματική κληρονομιά του μουσουλμανικού κόσμου δεν αποκλείει μια συμβατική μορφή αρμονικής συζυγίας μεταξύ της θεοκρατικής κατανοήσεως της φύσεως  της πολιτικής εξουσίας και της δημοκρατικής εκφράσεως των θεσμικών της λειτουργιών σε έναν κόσμο, ο οποίος ανέχεται ή και ενθαρρύνει την πολυπολιτισμική ανάπτυξη της σύγχρονης κοινωνίας»,  η διάκριση της πολιτικής εξουσίας από τη θρησκευτική εξουσία δεν είναι σαφής[13].

Τώρα είναι λοιπόν η στιγμή να υπογραμμίσουμε με ένταση, πως η οντολογία της Ορθόδοξης Εκκλησίας δεν ευνοεί κανέναν πόλεμο χαρακωμάτων. Δεν μπορεί, όμως, και να μείνει άφωνη και άπρακτη σε εκείνες τις περιπτώσεις που «οι λύκοι» της ιστορίας, τουτέστιν οι πράξεις της πλεονεξίας, απ’ όπου και εάν προέρχονται, θέτουν εν αμφιβόλω την ειρηνική συνύπαρξη των μελών της κοινωνίας και των λαών του κόσμου ολάκερου. Γι αυτό δεν θα σταματήσει ποτέ, έχοντας ως μοναδικό της όπλο την οντολογική της άρνηση επιβολής της ζωής της στα μέλη μιας δημοκρατικής πολιτείας που επέλεξαν να βρίσκονται έξω από τον οίκο της, να ευαγγελίζεται ως άλλος όφις και ως άλλη περιστερά, την Άνοιξη του κόσμου. Μια άνοιξη, η οποία σε αντίθεση με τους βαθείς χειμώνες της ιστορίας του πολιτισμού,  θα επιτρέψει, καθώς σημειώνει ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος, την επάνοδο του Χριστού από την εξορία και την εναπόθεσή του σε νέα φάτνη εξίσου ταπεινή, εντός των ορίων της πόλεως[14].

Μια φάτνη, η οποία θα ξαναδώσει νόημα στον άμβωνα, ο οποίος, καθώς σημειώνει ο μακαριστός Μητροπολίτης κυρός Γαλανάκης, «είναι τοποθετημένος στη μέση του χριστιανικού Ναού για να ακούγεται το κήρυγμα του από όλες τις πλευρές του, το ίδιο και το μήνυμά του πρέπει να τοποθετείται στη μέση της ζωής για να το ακούνε όλοι. Κι αυτοί που είναι μπροστά (προοδευτικοί;) και αυτοί που είναι πίσω  (συντηρητικοί;) κι αυτοί που είναι ‘δεξιά’ και αυτοί που είναι ‘αριστερά’. Κι αυτοί που ανεβαίνουν στα μπαλκόνια κι αυτοί που κοπαδιάζονται στις πλατείες. Χρέος λοιπόν της “Εκκλησίας” να ερμηνέψει και στον τόπο μας το αληθινό νόημα της Εκκλησίας του Χριστού, έτσι που είναι ο άμβωνάς της να μπορεί να κατηχεί και στις αγορές (τα μπαλκόνια) και στις πλατείες[15]».

[1] Μτ 16,18.

[2] Μ. Χατζιδάκις, Ολίγα τινά περί παραδόσεως εθνικής, λαϊκής και μη, Τα σχόλια του τρίτου. Μια νεοελληνική μυθολογία, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2003, σ. 145.

[3] Μτ 10,16.

[4] Βλ. σχετικά Μ. Γκουτζιούδη,  Φύσις Θηρίων. Η χρήση της Ζωικής Ποικιλότητας στην Καινή Διαθήκη και στο Περιβάλλον της, εκδόσεις Μέθεξις, Θεσσαλονίκη 2013, σ. σ. 316-317: «Στο Μτ. 10:16 έχουμε δύο παροιμιακά λόγια. Το δεύτερο μέρος του στίχου 16 συνδέει τα φίδια με τα περιστέρια και δεν απαντάται σε κανένα από τα υπόλοιπα ευαγγέλια. Το φίδι σε σύνδεση με το περιστέρι έχει παρατηρηθεί σε διάφορα αρχαιολογικά ευρήματα, κυρίως λατρευτικά αντικείμενα από τη δεύτερη χιλιετία π.Χ., τα οποία έχουν βρεθεί και στην περιοχή του Ισραήλ. Ιερά κυτία διακοσμημένα με φίδια και περιστέρια φανερώνουν κατά τους ειδικούς τη λατρεία κάποιας προ-ισραηλιτικής θεότητας της γονιμότητας και τον εορτασμό της άνοιξης ή την επαναφορά της βλάστησης. Όταν το περιστέρι εικονίζεται μαζί με το φίδι λειτουργεί βοηθητικά, απομακρύνοντας τον όποιο αρνητικό συμβολισμό του φιδιού και συνεπώς αυξάνοντας τη φιλικότητα προς τους ανθρώπους. Δεν θα ήταν υπερβολή να δεχτούμε λόγω της παρουσίας του περιστεριού σε αυτές τις αρχαιότητες ότι συμβολίζεται έτσι η μεταφορά του φιδιού από τη γήινη σφαίρα στην ουράνια, όπου πιστευόταν ότι κατοικούσε η σοφία. Ίσως συμβολίζεται ακόμη μια αναγέννηση».

[5] Μητροπολίτης Ειρηναίος Γαλανάκης, Αείφωτος Πορεία, έκδ. Ι. Μ. Κισάμου και Σελίνου, Κίσαμος 2011, σ. 242-243.

[6] Κ. Μοσκώφ, Σαρακοστιανό ή ερειπωμένη Εκκλησία, Λαϊκισμός ή πρωτοπορία;, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1985, σ. 21. Πρβλ.  του ίδιου, Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του έρωτα και τα όρια της ιστορίας, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1988, σ. 128-131.

[7] Μ. Γκανάς, Άσμα Ασμάτων, εκδ. Μελάνι, Αθήνα 20015, σ. 53.

[8] Κ. Μοσκώφ, Η πράξη και η σιωπή. Τα όρια του έρωτα και τα όρια της ιστορίας, σ. 128.

[9] Τ. Λειβαδίτης, Ο τυφλός με το λύχνο.

[10] Α. Ψυλλίδης, Το δίπολο δημόσιο-ιδιωτικό: οι κλασσικές προσεγγίσεις,

[11] Άκρως ενδιαφέρουσες για το θέμα μας είναι οι διευκρινίσεις του Ιωάννη Πέτρου για τους όρους «ιδιωτικό», «δημόσιο» και «κρατικό». Γράφει σχετικά: «Υπάρχει κάποια σύγχυση στη χρήση των όρων αυτών που οφείλεται στο γεγονός ότι στην ελληνική πραγματικότητα, ιδίως σε επίπεδο νομικής ορολογίας, ταυτίζεται συνήθως το “δημόσιο” με το “κρατικό”…Το “κράτος”, και κάθε τι που είναι “κρατικό”, συνδέεται  με τη νόμιμη άσκηση εξουσίας. Όσο το “δημόσιο” ταυτίζεται με το “κρατικό” συνδέεται και αυτό με την άσκηση εξουσίας, Έτσι, δυσχεραίνεται η κατανόηση του δημόσιου με την έννοια του “κοινού”, που ανήκει στον κοινωνικό χώρο, γιατί στην περίπτωση αυτή θα πρέπει να αποσυνδεθεί από την έννοια της άσκησης κρατικής εξουσίας. Από την άλλη πλευρά, όταν κατανοηθεί σωστά η έννοια του “ιδιωτικού”, τότε αυτό δεν είναι αντίθετο προς το “δημόσιο”, αλλά μόνο προς το “κρατικό”. Η κατανόηση όμως αυτή προϋποθέτει την παραπάνω διαφοροποίηση του ‘δημόσιου” από το “κρατικό”», Πολυπολιτισμικότητα και θρησκευτική ελευθερία, σ. 211.

[12] Ν. Ματσούκα, Ανέκδοτη επιστολή στον Μακαριώτατο Αρχιεπίσκοπο Αθηνών κ. Χριστόδουλο, Θεσσαλονίκη 22-11-2000, σ. 1.

[13] Β. Φειδά, Κρατική εξουσία και Ισλαμική αφύπνιση, Εκκλησία-Οικουμένη-Πολιτική. Χαριστήρια στον Μητροπολίτης Αδριανουπόλεως Δαμασκηνό, εκδ. Διακοινοβουλευτικής Συνέλευσης της Ορθοδοξίας, Αθήνα 2007, σ. 618-619.

[14] Για αντίστοιχα φαινόμενα στα όρια του σύγχρονου πολιτισμού της επιβεβλημένηςαμνησίας, ενός είδους πολιτισμικού Αλτσχάϊμερ, που θέτουν την Εκκλησία, λόγω και πράξει, έξω από τη δημόσια πλατεία, την αγορά του λαού της αρχαίας Ελλάδας, βλ. D. G. Goa, The Public Square and the Culture of Amnesia, Findings (2002), σ. 1-6.

[15] Το κείμενο είναι του 1981 και βρίσκεται στο βιβλίο του Παντελή Μαριακάκη,Ορθοδοξία και Ελληνισμός, Αθήνα 2005, σελ. 172.

ΠΗΓΗ

Θεολογικά Δρώμενα

Η «αλήθεια των πολλών αναπνοών» και το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ)

Ειλικρινά δεν μπορώ να καταλάβω τη νοοτροπία των αγαπητών συναδέλφων της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Τελευταίο ηχηρό ντοκουμέντο, άκρως παραπλανητικό, θεολογικά και παιδαγωγικά αντιδεοντολογικό, το προχθεσινό Δελτίο Τύπου του Διοικητικού της Συμβουλίου (βλ., εδώ: H Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων (ΠΕΘ) για τις θέσεις του «ΚΑΙΡΟΥ» σχετικά με το μάθημα των Θρησκευτικών) ενάντια στους συναδέλφους του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης», που επιτέλους σε συνέντευξη Τύπου (βλ., εδώ: Πραγματοποιήθηκε η Συνέντευξη Τύπου του ΚΑΙΡΟΥ/ ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ «ΚΑΙΡΟΥ» προς τον Υπουργό Παιδείας για τα θρησκευτικά) τόλμησαν να πουν το αυτονόητο για το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) και τη θέση που οφείλει να έχει σήμερα στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Το χειρότερο, βέβαια, σ’ αυτήν την περίπτωση είναι το γεγονός ότι μέσω του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ), οι αγαπητοί συνάδελφοι της ΠΕΘ διεκδικούν για τον εαυτό τους το αλάθητο, αλλά και το ρόλο του υπερασπιστή της Ορθόδοξης Πίστης, ενώ όλοι οι άλλοι, εκείνοι δηλαδή που αγωνιούν και παλεύουν να ανοίξουν τους ορίζοντες του μαθήματος σε νέα πεδία, πρωτίστως θεολογικά και παιδαγωγικά τεκμηριωμένα, είναι αυτοί που διδάσκουν τους νέους και τις νέες μας στα σχολειά μας, τον «μηδενισμό», τη «θρησκευτική σύγχυση» και τον «θρησκευτικό συγκρητισμό»· συνεπώς για έναν απλό γονιό και πολίτη, πιθανόν να είναι προδότες της πίστεως. Θλιβερό, πράγματι ατόπημα να εκφράζονται τέτοιες απόψεις. Και ακόμη θλιβερότερο το γεγονός, η έλλειψη ενός έντιμου και ειλικρινούς διαλόγου, ανάμεσα σε θεολογικούς επιστημονικούς φορείς, όπως άλλωστε είναι η ΠΕΘ και ο «ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης», όσο κι αν αυτοί εκφράζουν διαφορετικές νοοτροπίες. Λείπει η σύνθεση απόψεων, και γι’ αυτό προσωπικά λυπάμαι βαθύτατα.

Εδώ, για τους αγαπητούς συναδέλφους της ΠΕΘ, «ταιριάζουν γάντι» όσα γράφει  σ’ ένα βιβλίο του το γνήσιο μακαριστό τέκνο της ελληνορθόδοξης παράδοσής μας, ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης: «είναι αυτόχρημα γελοίο το να προσπαθεί κανείς να αποδείξει κάτι. Ξεμοιάζει εντελώς με την ποικιλία των διαφόρων εκείνων, που ξεκινώντας από το άριστα στα μαθηματικά του Γυμνασίου, καταγίνονται να αποδείξουν τον τετραγωνισμό του κύκλου. Τους αφόρητα εγωκεντρικούς αποτυχημένους, που θέλουν μ’ ένα λόγο δικό τους, να υποκαταστήσουν την αλήθεια των πολλών αναπνοών», (ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Ομιλήματα, εκδ. Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα 1972, 122).

 

 

Δ. Πικιώνης· Ελπίς· 1940-1950. Από την ενότητα: Λαϊκό.

 

 

Πραγματοποιήθηκε η Συνέντευξη Τύπου του ΚΑΙΡΟΥ / ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ «ΚΑΙΡΟΥ» προς τον Υπουργό Παιδείας για τα Θρησκευτικά

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ» έδωσε στη δημοσιότητα Ανοικτή Επιστολή προς τον Υπουργό Παιδείας, κ. Νίκο Φίλη, με την οποία τον καλεί να προχωρήσει στην άμεση εφαρμογή του νέου Προγράμματος Σπουδών που έχει ήδη εκπονηθεί από το Υπουργείο για το Μάθημα των Θρησκευτικών.

Σε συνέντευξη τύπου, που πραγματοποιήθηκε σήμερα Τρίτη 20/10/2015 στην αίθουσα συνεδριάσεων του Βιοτεχνικού Επιμελητηρίου Αθηνών (Ακαδημίας 18), οι εκπρόσωποι του ΚΑΙΡΟΥ εξήγησαν κάτι που δεν είναι γνωστό στην κοινή γνώμη· πως υπάρχει επεξεργασμένο Πρόγραμμα Σπουδών, με το οποίο τα Θρησκευτικά αναβαθμίζονται σε ένα σύγχρονο, ανοιχτό, μη-κατηχητικό και μη-ομολογιακό μάθημα, που απευθύνεται σε όλα τα παιδιά του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από την εθνική και θρησκευτική προέλευσή τους. Το νέο αυτό πρόγραμμα έχουν εκπονήσει οι υπηρεσίες του υπουργείου, το δε κομμάτι που αφορά το Δημοτικό και το Γυμνάσιο έχει ήδη εφαρμοστεί πιλοτικά σε μεγάλο αριθμό σχολείων.

Την παρουσίαση ξεκίνησε ο σχολικός σύμβουλος θεολόγων Άγγελος Βαλλιανάτος, ο οποίος μίλησε για τις τάσεις και τα διαφορετικά μοντέλα που υπάρχουν για τη διδασκαλία των θρησκειών σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες. Το Συμβούλιο της Ευρώπης, είπε, θεωρεί αναγκαία τη διδασκαλία της θρησκείας όπως και των μη-θρησκευτικών απόψεων, με τρόπο που να μην προσβάλλονται οι θρησκευτικές πεποιθήσεις των μαθητών και των γονέων τους. Σημείωσε δε ότι μετά την επίθεση στο περιοδικό Charly Hebdo, μελετάται ακόμα και στη Γαλλία, που είναι η μήτρα του κοσμικού κράτους, η διδασκαλία περί των θρησκειών στο πλαίσιο της διαπολιτισμικής εκπαίδευσης, ώστε οι Γάλλοι πολίτες να μπορούν να κατανοήσουν το θρησκευτικό φαινόμενο, στις καλές και στις κακές του πλευρές.

Στη συνέχεια ο Δρ. θεολογίας και εκπαιδευτικός Θανάσης Παπαθανασίου ανέλυσε τους λόγους που καθιστούν αναγκαία σήμερα τη θρησκευτική εκπαίδευση ως ένα απαραίτητο μέσο για τον θρησκευτικό γραμματισμό των αυριανών Ελλήνων πολιτών, είτε είναι πιστοί είτε όχι. Και σημείωσε πως ενώ η θρησκευτική άποψη του καθενός είναι και πρέπει να είναι ελεύθερη προσωπική επιλογή, εντούτοις το ίδιο το φαινόμενο των θρησκειών, καθώς και οι πολιτικές και κοινωνικές συνέπειες της θρησκευτικής ένταξης, αφορούν τη δημόσια σφαίρα. Συμμετέχουν στη γενεαλογία και στην πορεία του σύγχρονου κόσμου. Δεν μπορεί λοιπόν, είπε, η πολιτεία να αντιμετωπίζει το θρησκευτικό φαινόμενο σαν ιδιωτική υπόθεση.

Ο Πρόεδρος του ΚΑΙΡΟΥ, Δημήτρης Μόσχος, επίκουρος καθηγητής της Θεολογικής Αθηνών, περιέγραψε αναλυτικά τους στόχους, το περιεχόμενο, και τη διδακτική μεθοδολογία του νέου προγράμματος σπουδών. Είπε ότι το πρόγραμμα αυτό βασίζεται σε ένα σύγχρονο μοντέλο θρησκευτικού μαθήματος, όπου η θρησκεία αντιμετωπίζεται ως συστατικό στοιχείο της ιστορίας και του πολιτισμού ενός τόπου. Με την έννοια αυτή, είπε, το συγκεκριμένο πρόγραμμα εστιάζει στη χριστιανική ορθόδοξη παράδοση, αλλά με γνωσιακή και όχι κατηχητική λογική, παρέχοντας παράλληλα συστηματική προσέγγιση στις άλλες θρησκείες. Και διευκρίνισε πως δεν πρόκειται, όπως πολλοί νομίζουν, για θρησκειολογία, διότι κάτι τέτοιο δεν ταιριάζει παιδαγωγικά στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση.

Κλείνοντας τη συνέντευξη, ο εκπαιδευτικός Βασίλης Ξυδιάς, ο οποίος είχε και τον συντονισμό της συζήτησης, ανέλυσε τα βασικά σημεία της Ανοικτής Επιστολής προς τον Υπουργό, καλώντας τον εκ μέρους του ΚΑΙΡΟΥ να εγκαταλείψει την αναποφασιστικότητα των προκατόχων του, και να προβεί από την επομένη κιόλας σχολική χρονιά, 2016-2017, στην εφαρμογή του νέου προγράμματος.

Χολαργός, 20 Οκτωβρίου 2015

Με εκτίμηση

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΚΑΙΡΟΥ

 

ΑΝΟΙΚΤΗ ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΤΟΥ «ΚΑΙΡΟΥ» προς τον Υπουργό Παιδείας για τα Θρησκευτικά.

 
Ανακοινώθηκε σε ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΥΠΟΥ σήμερα ΤΡΙΤΗ 20/10/2015.

Κύριε υπουργέ,

ΕΦΑΡΜΟΣΤΕ ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ ΤΟ ΝΕΟ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

«Ουδέν κακόν αμιγές καλού. Και απ’ αυτόν τον κανόνα δεν εξαιρείται ο πρόσφατος θόρυβος για τις απαλλαγές από τα Θρησκευτικά, δεδομένου ότι έστω και με αυτόν τον τρόπο ήρθε στο φως η αμηχανία της ελληνικής πολιτείας σε ό,τι αφορά τη θέση και τον χαρακτήρα της θρησκευτικής αγωγής στο ελληνικό σχολείο. Παρακάμπτοντας λοιπόν το έλασσον, που είναι το θέμα των απαλλαγών, θα θέλαμε να επιστήσουμε την προσοχή σας στο μείζον, που είναι το θέμα αυτού καθαυτού του Μαθήματος των Θρησκευτικών: σε ποιους μαθητές απευθύνεται, ποιοι είναι οι παιδαγωγικοί του στόχοι, ποιο είναι το αντικείμενό του και ποια είναι η διδακτική του μεθοδολογία.

Κατά τη γνώμη μας, που αποτελεί και γνώμη μεγάλου τμήματος των Ελλήνων θεολόγων, η θεμιτή και εφικτή λύση για τη διδασκαλία των Θρησκευτικών στη σύγχρονη Ελλάδα είναι ένα μάθημα μη-ομολογιακό και μη-κατηχητικό, που απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες του ελληνικού σχολείου ανεξάρτητα από την εθνική και θρησκευτική τους προέλευση· ένα μάθημα που προσεγγίζει τη θρησκεία ως διαχρονική ανθρώπινη πραγματικότητα και ως τμήμα της ιστορίας και του πολιτισμού του λαού μας, φέρνοντας παράλληλα τα παιδιά σε επαφή με τις κύριες θρησκευτικές παραδόσεις όλου του κόσμου, ώστε μέσα από τη μελέτη, την έρευνα και τη συνεργασία, να μπορούν να αντιμετωπίσουν την προκατάληψη και την έλλειψη ανεκτικότητας και να προωθήσουν την αλληλοκατανόηση και τον σεβασμό στην ετερότητα.

Περί όλων αυτών ακούσαμε διάφορα τις τελευταίες μέρες· άλλα εκ των οποίων μας έκαναν να αναθαρρήσουμε, άλλα να χαμογελάμε πικρά, και άλλα μας τρόμαξαν. Γι’ αυτό και δεν θεωρούμε ότι είναι η στιγμή για πολλά λόγια· το αίτημά μας είναι ένα και απλό. Κύριε υπουργέ, έχετε τη λύση στο συρτάρι σας. Δεν έχετε παρά να την εφαρμόσετε από την επομένη κιόλας σχολική χρονιά 2016-17: είναι τα νέα Προγράμματα Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών για Δημοτικό, Γυμνάσιο και Λύκειο, σχεδιασμένα και επεξεργασμένα από τις αρμόδιες επιστημονικές επιτροπές του υπουργείου σας, μέλη των οποίων ήταν πανεπιστημιακοί δάσκαλοι, σχολικοί σύμβουλοι και μάχιμοι εκπαιδευτικοί της τάξης. Ειδικά μάλιστα το πρόγραμμα για το Δημοτικό και το Γυμνάσιο έχει εφαρμοστεί πιλοτικά σε πολλά σχολεία, υπάρχει κατατεθειμένη η αξιολόγησή του από τους εκπαιδευτικούς που το εφάρμοσαν, και δεν μένει παρά η γενικευμένη κανονική εφαρμογή του.

Πρέπει δε να τονιστεί ότι οι ειδικές επιστημονικές επιτροπές που εκπόνησαν το πρόγραμμα αξιοποίησαν τον προβληματισμό και τη συνεισφορά μεγάλου αριθμού συναδέλφων. Μ’ άλλα λόγια, το πρόγραμμα αυτό έχει προκύψει σε μεγάλο βαθμό «από τα κάτω» (βλ. και τη Διακήρυξη Αρχών του ΚΑΙΡΟΥ, Δεκέμβριος 2009). Δεν είναι ένα αυθαίρετο διοικητικό δημιούργημα, και δεν έχει καμία σχέση με πολιτικές επιλογές της α΄ ή της β΄ κυβέρνησης.

Κατανοούμε ότι η προτεινόμενη αλλαγή συνιστά σημαντική μεταρρύθμιση, που προκαλεί αμηχανία και γεννά αμφιβολίες σε πολύ κόσμο, αλλά είναι η λύση που συναντά τις μαθησιακές ανάγκες των μαθητών και μαθητριών του ελληνικού σχολείου και απαντά στις προκλήσεις που αντιμετωπίζει η ελληνική κοινωνία. Το άλλο θα ήταν ή να περάσουμε στον κατακερματισμό του σώματος των μαθητών, υιοθετώντας διαφορετικά μαθήματα για κάθε θρησκευτική κοινότητα, και μεταθέτοντας την ευθύνη τους στη Διοικούσα Εκκλησία και στις άλλες ομολογιακές και θρησκευτικές κοινότητες, ή να διαιωνίσουμε το σημερινό αμήχανο και αντιφατικό καθεστώς, όπου ο χαρακτήρας του μαθήματος διαμορφώνεται ανάλογα με το ποιος εκπαιδευτικός της πρωτοβάθμιας ή δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης το διδάσκει.

Κατανοούμε επίσης την αμηχανία της Διοικούσας Εκκλησιαστικής Ιεραρχίας, η οποία αισθάνεται ότι ανατρέπεται έτσι ένα καθεστώς πολλών δεκαετιών. Αυτό όμως δεν είναι κατ’ ανάγκη κακό. Ιδίως όταν σε παλαιότερες περιόδους το σχολικό μάθημα υποκαθιστούσε την πνευματική κατήχηση που η Εκκλησία όφειλε να παρέχει στα μέλη της, και που είναι ατελέσφορο να γίνεται σε σχολική τάξη. Ίσως είναι λοιπόν αυτή μια καλή ευκαιρία για να αναλάβει η ίδια η Εκκλησία την ευθύνη της κατήχησης των μελών της – ανηλίκων και ενηλίκων – και θα ήταν πολύ μεγάλη τιμή και χαρά μας, αν μπορούσαμε να συμβάλουμε κι εμείς σ’ αυτό.

Κύριε υπουργέ, ας μην υπάρχει καμία παρανόηση επ’ αυτού. Η σχολική θρησκευτική αγωγή δεν είναι παραχώρηση προς την Εκκλησία και δεν εντάσσεται στις σχέσεις Εκκλησίας – Κράτους. Είναι αμιγής υποχρέωση της ελληνικής πολιτείας προς όλους ανεξαίρετα τους πολίτες της. Από την άποψη αυτή είναι λάθος το σχολικό Μάθημα των Θρησκευτικών να εμφανίζεται ως αντικείμενο διαπραγμάτευσης μεταξύ της πολιτικής και της εκκλησιαστικής ηγεσίας. Ο διάλογος είναι ασφαλώς επιβεβλημένος με κάθε ενδιαφερόμενο, πολύ περισσότερο με τους εκπροσώπους της Εκκλησίας. Άλλο όμως διάλογος για την εύρεση του ορθού και του αληθούς, και άλλο διαπραγμάτευση για τα μερίδια της εξουσίας.

Δεν σας κρύβουμε ότι δηλώσεις και διατυπώσεις που κυκλοφορούν στα Μέσα Ενημέρωσης και αποδίδονται σε σας ή σε συνεργάτες σας, μας κάνουν να ανησυχούμε για πιθανή υπαναχώρηση από την εφαρμογή του νέου Προγράμματος Σπουδών – είτε προς μια δήθεν πιο «προοδευτική» αλλά στην ουσία της ξεπερασμένη κατεύθυνση (π.χ. αμιγής θρησκειολογία), είτε προς μια πιο «συντηρητική» (ένας Θεός ξέρει ποια). Και τα δύο αυτά ενδεχόμενα θα ακύρωναν ολοσχερώς την υπάρχουσα σήμερα δυνατότητα μιας ιστορικής τομής στην ελληνική εκπαίδευση προς όφελος των παιδιών.

Ζητούμε λοιπόν να προχωρήσετε σ’ αυτή την ώριμη από κάθε άποψη αλλαγή χωρίς τους δισταγμούς και τις υπαναχωρήσεις των προκατόχων σας. Δεν είναι τόσο φοβερό. Εσείς καλείστε να πάρετε μια διοικητική απόφαση. Το κύριο βάρος της εφαρμογής του νέου Προγράμματος Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών θα το σηκώσουμε εμείς, οι εκπαιδευτικοί του ελληνικού σχολείου».

Με εκτίμηση

Το Διοικητικό Συμβούλιο του ΠΘΣ » ΚΑΙΡΟΣ…»
Στη φωτογραφία των ομιλητών είναι από αριστερά προς τα δεξιά:
– Θανάσης Παπαθανασίου, εκπαιδευτικός, Δρ. Θεολογίας.
– Βασίλης Ξυδιάς, εκπαιδευτικός θεολόγος.
– Δημήτρης Μόσχος, επίκουρος καθηγητής στη Θεολογική Αθηνών, πρόεδρος του ΚΑΙΡΟΥ.
– Άγγελος Βαλλιανάτος, σχολικός σύμβουλος θεολόγων στη β΄βάθμια εκπαίδευση.

ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ· Αρχιεπισκόπος Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας· Η βία εν ονόματι της θρησκείας βιάζει την ουσία της θρησκείας.

ΔΙΕΘΝΗΣ ΔΑΣΚΕΨΗ ΤΩΝ ΑΘΗΝΩΝ
“Θρησκευτικός και πολιτιστικός πλουραλισμός
και ειρηνική συνύπαρξη στη Μέση Ανατολή”
18-20 Οκτωβρίου 2015
ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ – ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΕΣ ΕΠΙΣΗΜΑΝΣΕΙΣ
Υπό του Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΥ
Η ενσυνείδητη αποδοχή του θρησκευτικού και πολιτιστικού πλουραλισμού και η ειρηνική συνύπαρξη των διαφόρων κοινοτήτων μπορούν να προέλθουν από δυο αντίθετες αφετηρίες. Είτε από την αδιαφορία για τη θρησκευτική πίστη είτε από τη συνειδητή βίωση της ουσίας της θρησκείας. Αντιστρόφως, η θρησκευτική μισαλλοδοξία ανάμεσα σε συνυπάρχουσες θρησκευτικές κοινότητες και πολιτιστικές παραδόσεις είναι δυνατόν να αναπτυχθεί α) από σπέρματα θρησκευτικού τύπου, π.χ. από έναν ακραίο φανατισμό β) από μη θρησκευτικές ρίζες π.χ. παράγοντες πολιτικούς, εθνικιστικούς, που χρησιμοποιούν τη θρησκεία για άλλες επιδιώξεις. Όλες αυτές οι ρίζες εξακολουθούν να είναι ισχυρές στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.
Πάντως, ο ανθρώπινος πόθος για παγκόσμια ειρήνη παραμένει εναγώνιος . Κάθε λοιπόν προσπάθεια για μελέτη και αντιμετώπιση του πολυσύνθετου αυτού προβλήματος αποτελεί πολύτιμη προσφορά. Αξίζουν συνεπώς ολόψυχα συγχαρητήρια στο Υπουργείο Εξωτερικών της Ελληνικής Δημοκρατίας, στον επικεφαλής εξοχώτατο Υπουργό Εξωτερικών Καθηγητή κ. Νικόλαο Κοτζιά και τους εκλεκτούς συνεργάτες του, για την πρωτοβουλία να οργανωθεί το παρόν Διεθνές Συνέδριο. Χαιρετίζουμε με ιδιαίτερη χαρά την έναρξη των εργασιών του και ευχόμεθα πολύκαρπη επιτυχία. Επιτρέψατέ μου εισαγωγικά να επισημάνω εν συντομία τρία σημεία.
1. Προσωπικά πιστεύω ότι η καλλιέργεια μιας υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως αποτελεί το σταθερότερο θεμέλιο της ειρηνικής συνυπάρξεως. Και όχι η θρησκευτική αδιαφορία.
Στις μονοθεϊστικές θρησκείες που δεσπόζουν στη Μέση Ανατολή διαπιστώνονται: α) αναζήτηση εσωτερικής ειρήνης˙ β) η χαλιναγώγηση της επιθετικότατος˙ γ) αρχές ειρηνικής συμβιώσεως˙ δ) επιδίωξη ειρηνικών σχέσεων με το Θεό˙ ε) παροτρύνσεις για την διατήρηση της ειρήνης σε όλη την ανθρωπότητα. Οι χριστιανοί ιδιαίτερα προσβλέπουν σε «Θεό Ειρήνης» και εκζητούν την επέμβαση Του.
Οι υπεύθυνοι μέσα στις θρησκευτικές κοινότητες οφείλουμε να καλλιεργήσουμε μια ειρηνική θεολογία και ανθρωπολογία, αντλώντας από τον πλούτο των θρησκευτικών μας αρχών και από τις καλύτερες σελίδες των παραδόσεών μας. Ιδιαίτερα καλούμεθα να στηλιτεύσουμε κάθε μορφή βίας. Τονίζοντας το χρέος παντός ανθρώπου να σέβεται τη θρησκευτική ελευθερία των συνανθρώπων του. Η βία εν ονόματι της θρησκείας βιάζει την ουσία της θρησκείας. Και κάθε έγκλημα στο όνομα της θρησκείας είναι έγκλημα κατά της ίδιας της θρησκείας. Κανείς δεν έχει το δικαίωμα να χρησιμοποιεί το λάδι της θρησκείας, για να δυναμώνει τη φωτιά των συγκρούσεων. Η θρησκεία είναι θείο δώρο, που γαληνεύει τις καρδιές, θεραπεύει τις πληγές και φέρνει πλησιέστερα άτομα και λαούς.
2. Η ειρήνη συνδέεται άμεσα με τη δικαιοσύνη. Ένας άδικος κόσμος δεν μπορεί να είναι ειρηνικός. Σαφής κανόνας στην Παλαιά Διαθήκη είναι: “ποιεῖν δίκαια καὶ ἀληθεύειν ἀρεστὰ παρὰ Θεῷ μᾶλλον ἢ θυσιῶν αἷμα.”(Παρ. 21,3) Στον αιώνα μας, η ειρήνη και η δικαιοσύνη έχουν προσλάβει ένα ακόμα συνώνυμο: ανάπτυξη. Η φτώχεια παραμένει ο χειρότερος τύπος βίας. Όταν οι άνθρωποι στερούνται των στοιχειωδών μέσων για την επιβίωσή τους, δεν είναι παράξενο να στρέφονται προς άλλες κατευθύνσεις και να υιοθετούν ακραίες θρησκευτικές αντιλήψεις για την επίτευξη μιας δίκαιης κοινωνίας.
Προφανώς, υπάρχει μια γενικότερη ευθύνη των μεγάλων δυνάμεων για τις κρίσεις της Μέσης Ανατολής. Αποφάσεις για βίαιες αλλαγές ηγεσιών και καθεστώτων, προμήθεια οπλισμού, απάθεια στις παράπλευρες απώλειες, με θύματα εκατομμυρίων αθώων και τεράστια κύματα προσφύγων, μόλυνση του περιβάλλοντος και καταστροφή σπάνιων μνημείων του πολιτισμού. Καιρός πλέον όλοι οι υπεύθυνοι να αποτινάξουν τον λήθαργο και να δράσουν επείγοντος και αποτελεσματικά, για την κατάπαυση της τρομερής αιματοχυσίας.
Η ειρήνη και η ασφάλεια θα εδραιωθούν με τη φροντίδα για κοινωνική δικαιοσύνη και ανάπτυξη των φτωχότερων κοινωνιών του πλανήτη. Θα είναι τραγικά πολιτικό λάθος, λόγω αμελείας ή υπεροψίας, να αφήνουμε να εξελιχθεί ένα νέο πολύμορφο προλεταριάτο, το οποίο θα καταχρασθεί την πνευματική “ατομική ενέργεια” μιας θρησκευτικής παραδόσεως.
3. Τελικά, το αντίθετο της ειρήνης δεν είναι ακριβώς ο πόλεμος, αλλά ο εγωκεντρισμός. Ο ατομικός, ο συλλογικός, ο εθνικός, ο φυλετικός. Αυτός επιστρατεύει τις ποικίλες μορφές βίας, που φονεύουν με διάφορους τρόπους την ειρηνική συμβίωση. Αυτός είναι ο εμπνευστής και τροφοδότης των μεγάλων ή μικρότερων συγκρούσεων και αυτός αδιάκοπα ανανεώνει το μίσος.
Το αντίδοτο στον εγωκεντρισμό δεν είναι οι γενικόλογες συμβουλές ούτε οι ποικίλοι νόμοι και οι κρατικοί μηχανισμοί καταστολής˙ αλλά η ενδυνάμωση της αγάπης μέσα στην κοινωνία. Μιας πολυδιάστατης έμπρακτης αγάπης που δεν περιορίζεται από σύνορα, προκαταλήψεις, ή κάθε είδους διακρίσεις. Εδώ βρίσκεται και η τεράστια δυνατότητα και συμβολή μιας υγιούς θρησκευτικής συνειδήσεως. Αυτή, ακόμα και σε συνθήκες μακροχρόνιων συγκρούσεων, χαρίζει τη δύναμη της συγχωρητικότητος και της συμφιλιώσεως. Η δύναμη της αγάπης, τελικά, είναι εκείνη που μπορεί να νικήσει την αγάπη της δύναμης, η οποία διαρκώς καταστρέφει την ειρήνη. Αστείρευτη πηγή αγάπης παραμένει η αλήθεια, την οποία με τον πιο λιτό και συγκλονιστικό τρόπο διατύπωσε ο ευαγγελιστής Ιωάννης: «Ὁ Θεὸς ἀγάπη ἐστί, καὶ ὁ μένων ἐν τῇ ἀγάπῃ ἐν τῷ Θεῷ μένει καὶ ὁ Θεὸς ἐν αὐτῷ.»(Ά Ιω. 4: 16).
Εύχομαι ολόψυχα, μέσα από τις εισηγήσεις, τις συζητήσεις και τον γενικότερο προβληματισμό της διασκέψεως μας, να αντλήσουμε πολύτιμο υλικό για μια πληρέστερη εμβάθυνση στο κρίσιμο θέμα που μας απασχολεί. Και να συνεχίσουμε με περισσότερο ενθουσιασμό να είμαστε εργάτες ειρήνης, με τη βεβαιότητα ότι ο αδιάκοπος αγώνας για την ειρήνη, τη δικαιοσύνη και την αλληλεγγύη είναι ό,τι πιο ουσιαστικό και πολύτιμο μπορεί κανείς να προσφέρει για την επιβίωση και την πολιτιστική ανάπτυξη της Μέσης Ανατολής.
ΠΗΓΗ

 

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ, Εικόνες της Μονής Λειμώνος Λέσβου

ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΓΟΥΝΑΡΗ, Εικόνες της Μονής Λειμώνος Λέσβου, Έκδοση: Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών -University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1999, [ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ 11][1]

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Όταν το 1974 το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης με τη λαμπρή σειρά ΒΥΖΑΝΤΙΝΑ ΜΝΗΜΕΙΑ[2] εγκαινίαζε τις πολύτιμες εκδόσεις του, έθετε τις βάσεις για μια λεπτομερή έκδοση επιστημονικών μελετών που αφορούσαν στη Βυζαντινή και Μεταβυζαντινή Τέχνη.

Από το πρώτο Διοικητικό Συμβούλιο, με Διευθυντή τον κ. Ιωάννη Καραγιαννόπουλο, Καθηγητή της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης, έως και τον σημερινό κ. Συμεών Πασχαλίδη, Καθηγητή του Τμήματος Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, το Κέντρο Βυζαντινών Ερευνών, αγκαλιάζει με ζέση προσπάθειες προβολής εξεχόντων βυζαντινών και μεταβυζαντινών μνημείων. Σ’ αυτή, ακριβώς την προσπάθεια ανήκει η ενδέκατη στη σειρά έκδοσή του, με θέμα την παρουσίαση της πλουσιότατης συλλογής μεταβυζαντινών εικόνων που διαθέτει η Ιερά Μονή Λειμώνος Λέσβου, γνωστή και ως Μονή του Αγίου Ιγνατίου του Αγαλλιανού.

Είναι από τις λιγοστές φορές, που η Ιερή Πατριαρχική και Σταυροπηγιακή Μονή Λειμώνος, επιβλητική και μοναδική σε έκταση κτισμάτων Μονή της Λέσβου, με τη παρούσα μελέτη του κ. Γ. Γεωργίου Γούναρη, Ομότιμου Καθηγητή της Βυζαντινής Αρχαιολογίας στο Τμήμα Ιστορίας και Αρχαιολογίας του Α.Π.Θ., προβάλλεται δυναμικά προς τα έξω. Αν εξαιρέσει κανείς τις φιλότιμες προσπάθειες του νυν Ηγουμένου της, πανοσιολογιοτάτου πατρός Νικοδήμου Παυλόπουλου, που με περίσσευμα καρδίας, εδώ και πολλά χρόνια εργάζεται αόκνως για τη Μονή της μετάνοιάς του, καθώς επίσης και την άλλη μελέτη του κ. Γούναρη, Μεταβυζαντινές τοιχογραφίες στη Λέσβο, εκδεδομένη από την Αρχαιολογική Εταιρεία Αθηνών το 1997 [δεύτερη έκδοση Αθήναι 1998], σε επίπεδο επιστημονικής έρευνας, δεν έχει προβληθεί όσο θα έπρεπε[3], μολονότι διαθέτει ένα από τα πλουσιότερα αρχεία χειρογράφων, αρχετύπων και παλαιοτύπων βιβλίων. Και όχι μόνο. Σε ότι αφορά στην αρχιτεκτονική, το ζωγραφικό διάκοσμο του Καθολικού, τα κειμήλια, τα λείψανα και τις εικόνες, η Μονή είναι εξαιρετικά πλούσια, κατέχοντας σημαντική θέση ανάμεσα στα μεταβυζαντινά μνημεία της Ελλάδας.

Από τη μέχρι σήμερα σχετική έρευνα περί της μεταβυζαντινής τέχνης, γνωρίζουμε ότι αυτή γνώρισε ιδιαίτερη άνθηση σε πολλά θρησκευτικά κέντρα της Χριστιανικής Ανατολής. Μέσα από ένα ευρύ φάσμα ζωγραφικών ρευμάτων, η εκκλησιαστική τέχνη μετά την άλωση, ρωμαλέα προσμίχθηκε με πολλαπλά δυτικά καλλιτεχνικά στοιχεία, χωρίς ωστόσο να απολησμονήσει το γεγονός ότι συνέχιζε τη μακρά βυζαντινή παράδοση. Αυτό, τουλάχιστον, διαφαίνεται από το υψηλό επίπεδο ζωγράφων, όπως ο Κρητικός Δομήνικος Θεοτοκόπουλος[4] και ο Επτανήσιος Παναγιώτης Δοξαράς.[5]

Οι μεταβυζαντινοί ζωγράφοι ειδικότερα του 15ου και 16ου  αιώνα, με τη ζωγραφική τους σε μεγάλα μοναστικά κέντρα της ηπειρωτικής κυρίως Ελλάδας, θέλησαν πιστά να αποτυπώσουν το θανάσιμο πλήγμα που είχε υποστεί ο Ελληνισμός με την άλωση της Πόλης. Όπως εύστοχα έχει ονομαστεί η Κρητική Σχολή με τον Θεοφάνη Στρελίτζα ή Μπαθά (γνωστός και ως Θεοφάνης ο Κρης), έγινε πρότυπο με «πανορθόδοξη ακτινοβολία», αφού τα έργα της ήταν εμπνευσμένα από τη ζωγραφική της παλαιολόγειας περιόδου.[6]

Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, το παρόν βιβλίο του κ. Γούναρη, έρχεται να εμπλουτίσει τη σχετική με τη μεταβυζαντινή τέχνη βιβλιογραφία. Αρκετές από τις εικόνες της Μονής Λειμώνος που ερευνώνται, σχετίζονται με την Κρητική Σχολή (βλ. εικ. 27, 28 σσ. 85-88, εικ. 40, 41 σσ. 101-104, εικ. 44 σσ. 107-108, εικ. 57 σσ. 124-125, εικ. 59 σσ. 126-128, εικ. 92 σσ. 139-140). Διαρθρωμένο σε τρία μέρη, παρουσιάζει διεξοδικά ένα μέρος – τις καλύτερες κατά τον συγγραφέα – από την πλουσιότατη συλλογή, εικόνες (περίπου τριακόσιες) της Μονής.

Στην Εισαγωγή, γίνεται μια σύντομη αναφορά στο ιστορικό της ίδρυσής της (16ος αιώνα) από τον άγιο Ιγνάτιο Αγαλλιανό και σκιαγραφείται η συλλογή των εικόνων, με μια καίρια επισήμανση και παρότρυνση του κ. Γούναρη προς τη νεοσύστατη Εφορεία Βυζαντινών Αρχαιοτήτων Λέσβου: να συντηρήσει τη συλλογή των εικόνων (σσ. 25-27), αφού η κατάσταση διατήρησής τους είναι κακή με φθορές και απολεπίσεις.

Σημαντική και δόκιμη είναι η συνεισφορά του συγγραφέα στην παράθεση πληροφοριών για τη θέση που έχουν οι εικόνες στη λατρεία της Ορθόδοξης Εκκλησίας (σσ. 27-31), τον τρόπο κατασκευής και τις τεχνικές της ζωγραφικής τους: εγκαυστική, τέμπερα και ψηφιδωτό (σσ. 31-32), τις κατηγορίες τους: λατρευτικές, διδακτικές, του Δωδεκαόρτου (σσ. 32-34), τα διάφορα καλλιτεχνικά εργαστήρια: Κωνσταντινούπολης, Θεσσαλονίκης, Αγίου Όρους, Καστοριάς, Αχρίδας, Κρήτης, με τους διάσημους ζωγράφους τους (σσ. 34-35) και τέλος για τα καλλιτεχνικά ρεύματα που μετά την πτώση της Βασιλεύουσας Πόλης αναπτύχθηκαν στον ευρύτερο βαλκανικό χώρο, όπως της Κρήτης, του Αγίου Όρους, των Μετεώρων, της Κέρκυρας, αλλά και της Ρωσίας,[7] με παράθεση ονομάτων σημαντικών ζωγράφων: Ανδρέα Ρίτζου και του γιου του Νικολάου, Ανδρέα Παβία, Νικολάου Τζαφούρη, Θεοφάνη Στρελίτζα Μπαθά, Μιχαήλ Δαμασκηνού, Γεωργίου Κλόντζα, Εμμανουήλ Τζάνε, Θεοδώρου Πουλάκη, Φράγκου Κατελάνου, Διονυσίου του εκ Φουρνά των Αγράφων, Γεωργίου Μητροφάνοβιτς, Αγγέλου Πιτζιμάνου, (σσ. 35-40). Το ενδιαφέρον αυτό υλικό συμπληρώνεται με ενδεικτική βιβλιογραφία, ασφαλές τεκμήριο για περαιτέρω έρευνα από κάθε ενδιαφερόμενο αναγνώστη (σ. 41).

Ακολουθεί ο κατάλογος των εικόνων της Μονής Λειμώνος, με αναλυτική παρουσίαση της καθεμιάς. Οι ογδόντα περίπου εικόνες, ερευνώνται από το συγγραφέα διεξοδικά (σσ. 43-161). Εν πρώτοις αναφέρεται η θέση, η προέλευση, η ύλη – τεχνική, οι διαστάσεις, η διατήρηση και η χρονολόγησή τους, κατόπιν γίνεται ανάλυσή τους με συγκριτική και βιβλιογραφική τεκμηρίωση. Κατά την ταπεινή γνώμη μου αυτός ο τρόπος προσέγγισης με λαγαρή και κατανοητή γλώσσα, είναι άρτιος, σαφής και χαρακτηρίζεται από την ακρίβεια, τη σαφήνεια και τη ορθή ταξινόμηση του υλικού.

Η μελέτη του κ. Γούναρη, καρπός μακροχρόνιας και επίμονης ενασχόλησης του με τη Μονή Λειμώνος, συμπληρώνεται με το παράρτημα εικόνων, έγχρωμο στο μεγαλύτερο μέρος του, γενικό και εικονογραφικό ευρετήριο (σσ. 63-282).

Επιλογικά θα ‘λεγα πως η παρούσα έκδοση πρέπει να αποτελέσει το ερέθισμα για περισσότερη έρευνα και άλλων θησαυρών της Μονής, η οποία επιβάλλεται να γίνει από επιτελείο ειδικών επιστημόνων.

Η έκδοση και επιμέλεια του τόμου από τον εκδοτικό οίκο University Studio Press A.E. της Θεσσαλονίκης, είναι από κάθε άποψη καλαίσθητη και αντάξια των προδιαγραφών του: άριστη ποιότητα εκτύπωσης και εικονογράφησης. Όπως επίσης και η άλλη εκδεδομένη από τον ίδιο εκδοτικό οίκο, μελέτη του κ. Γούναρη, Εισαγωγή στην Παλαιοχριστιανική Αρχαιολογία. Α΄ Αρχιτεκτονική, Θεσσαλονίκη 1999.

[1] Δημοσιεύθηκε παλαιότερα στην εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, (15 Αυγούστου 2000), και στο περιοδικό Κληρονομία, 32(2002)496-499. Η σημερινή εδώ αναδημοσίευση, με ολίγες προσθήκες, γίνεται λόγω της γιορτής (14 Οκτωβρίου) του κτίτωρα της Ιεράς Μονής Λειμώνος Αγίου Ιγνατίου του Αγαλλιανού.

[2] Ενδεικτικά σημειώνω μερικές από τις μελέτες που δημοσιεύτηκαν στη σειρά αυτή: Στυλιανού Πελεκανίδη, Σύνταγμα των παλαιοχριστιανικών ψηφιδωτών δαπέδων της Ελλάδος, Νησιωτική Ελλάς, [Βυζαντινά Μνημεία 1], Θεσσαλονίκη 1974. Παναγιώτη Λ. Βοκοτοπούλου, Η Εκκλησιαστική Αρχιτεκτονική εις την Δυτικήν Στερεάν Ελλάδα και την ΄Ηπειρον από του τέλους του 7ου μέχρι του τέλους του 10ου αιώνος, [Βυζαντινά Μνημεία 2], Θεσσαλονίκη 1975. Άννας Τσιτουρίδου, Ο ζωγραφικός διάκοσμος του αγίου Νικολάου Ορφανού στη Θεσσαλονίκη. Συμβολή στη μελέτη της παλαιολόγειας ζωγραφικής κατά τον πρώιμο 14ο αιώνα, [Βυζαντινά Μνημεία 6], Θεσσαλονίκη 1986.

[3] Στην ίδια τροχιά, επιστημονικής τεκμηρίωσης χειρογράφων και παλαιτύπων εκδόσεων ανήκουν και οι εργασίες που δημοσιεύθηκαν στα Πρακτικά του Επιστημονικού Συνεδρίου που έγινε για τη Μονή Λειμώνος (27-30 Σεπτεμβρίου 2001). Βλ. Ιερά Μονή Λειμώνος. Ιστορία – Παλαιογραφία – Τέχνη, επιστημονική επιμέλεια Απόστολος Σπανός – Αθανάσιος Καλαμάτας, Αθήνα 2009. Επίσης, βλ. Απόστολος Φ. Σπανός, Συνοπτική Ιστορία Ιεράς Μονής Λειμώνος, Έκδοση Ιεράς Μονής Λειμώνος, Μυτιλήνη 2008.

[4] Για τον Δομήνικο Θεοτοκόπουλο σημαντική είναι η συλλογή κειμένων στο τετράτομο έργο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος. Τεκμήρια για τη ζωή και το έργο του, Βυζάντιο και Ιταλία, Έργα στην Ιταλία, Ρετάμπλ σε ισπανικές εκκλησίες, επιμέλεια Νίκος Χατζηνικολάου, Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης 1999.

[5] Βλ. Δημήτρη Δ. Τριανταφυλλόπουλου, «Πρόοδος» και «συντήρηση» στο πεδίο της εκκλησιαστικής και θρησκευτικής ζωγραφικής. Η περίπτωση του 18ου αιώνα, εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1993, σσ. 31-38

[6] Βλ. Παναγιώτη Λ. Βοκοτοπούλου, Η Κρητική Ζωγραφική τον 16ο  αιώνα, εκδ. Ίδρυμα Γουλανδρή – Χορν, Αθήνα 1993, σ. 18.

[7] Για τη Ρωσία ειδικότερα πρέπει να σημειώσουμε μια παράλληλη έκδοση με τίτλο: Το κάλλος της μορφής. Μεταβυζαντινές εικόνες ΙΕ΄ – ΙΗ΄ αιώνων, εκδόσεις Δόμος, Αθήνα 1995.

 

Εικόνες της μονής Λειμώνος Λέσβου

 

Περί Θρησκευτικών…

Περί Θρησκευτικών…

 Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΡΑΚΚΑ
 Όσοι από τις φίλες και τους φίλους, αριστεροί ή αντιεξουσιαστές, επιδίδεστε τις τελευταίες ημέρες σ’ έναν μπαγιάτικο αντιληρικανιστικό αγώνα με αφορμή τις δηλώσεις Σίας Αναγνωστοπούλου σε σχέση με το Μάθημα των Θρησκευτικών, σταθείτε μισό λεφτό και αναρωτηθείτε μερικά πράγματα:- Γιατί ο Ρίτσος ονόμασε το ποίημα του για τους νεκρούς της εργατικής διαδήλωσης της Πρωτομαγίας του 1936 στην Θεσσαλονίκη, ‘Επιτάφιο’; Και γιατί αυτό θυμίζει μανιάτικο μοιρολόι και έχει την δομή του Επιτάφιου Θρήνου; Γιατί, επίσης, ο Θεοδωράκης το έντυσε με μια μουσική η οποία θυμίζει εκκλησιαστική λειτουργία;

– Γιατί όλοι αυτοί οι απλοί άνθρωποι που συρθήκανε στα ξερονήσια δεν υπέγραφαν ακόμα και αν τους έβγαζαν οι ανθρωποφύλακες την ψυχή τους: Μήπως επειδή πρόσταξε ο «σύντροφος» Γενικός Γραμματέας που τους είχε πουλήσει ήδη από την Γιάλτα; Ή μήπως γιατί αντλούσαν παράδειγμα από υψηλότερα ηθικά πρότυπα, κι αν αυτό ισχύει από που τα βρήκαν;

– Γιατί ο Μάρτιν Λούθερ Κινγκ επέλεξε να πορευτεί στην Σέλμα δίπλα στον αρχιεπίσκοπο Αμερικής Ιάκωβο; Και γιατί σύγχρονοι ακαδημαϊκοί των αφρο-αμερικανικών σπουδών ισχυρίζονται ότι τα κηρύγματά του εναντίον των ρατσιστικών διακρίσεων, της φτώχειας και της κοινωνικής αδικίας έχουν επηρεαστεί από τον Μέγα Βασίλειο, τον Γρηγόριο τον Θεολόγο και τον Ιωάννη τον Χρυσόστομο;

– Γιατί ένας από τους θεολόγους-θεμελιωτές της Λατινικής Θεολογίας της Απελευθέρωσης (πνευματικό-κοινωνικό κίνημα το οποίο έχει συμβάλει καίρια σε όλα ριζοσπαστικά κινήματα της τελευταίας 20ετίας –από τους Ζαπατίστας μέχρι το βραζιλιάνικο MST), ο Χουάν Λουίς Σεγκούνδο έκανε το διδακτορικό του πάνω στον Μπερντιάεφ και την ‘προσωποκεντρική’ του θεολογία;

– Γιατί μια από τις μεγαλύτερες φιγούρες της παγκόσμιας λογοτεχνίας, ο Φίοντορ Ντοστογιέφσκι, επηρεάστηκε έμμεσα από το αθωνικό κίνημα των Κολλυβάδων;

– Γιατί ο Σάιρεν Κίρκεγκωρ, θεμελιωτής της υπαρξιστικής φιλοσοφίας (Σάρτρ ε;, αλλά και Χάιντεγγερ, Καμύ, αλλά και Ζακ Ελλύλ), υπέγραψε τρία από τα μεγαλύτερα έργα του ως «Ιωάννης της Κλίμακος»;

Πολύ απλά, γιατί αυτό που εδώ εμείς λέμε «Θρησκευτικά», και νομίζουμε ότι είναι κάτι σαν «βαφτίσια» αναφέρεται σε έναν απίστευτο πολιτιστικό πλούτο που έχει πλείστες όσες επιδράσεις πάνω στην σκέψη της ανθρωπότητας. Και που μπορεί «χθες» να χαντακώθηκε από μια εκπαιδευτική προσέγγιση που μπέρδευε την εκπαίδευση με το κατηχητικό… Αλλά που σήμερα τυραννιέται από μια εξίσου ισοπεδωτική αντίληψη ψευδοεκσυγχρονισμού, η οποία θέλει να αποκαθηλώσει αυτήν την μεγάλη πολιτιστική κληρονομιά για να βάλει στην θέση της τι; Το χρήμα, το εμπόρευμα, ή μήπως την ‘αυταπάρνηση’ που επέδειξαν οι εκφραστές της μόλις κατέλαβαν την εξουσία [γελάει ο κόσμος….];

Αστειότητες. Το αίτημα του εκσυγχρονισμού, σήμερα, είναι αίτημα εκλογίκευσης της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Όχι να φερόμαστε ως νευρόσπαστα, κομπλεξικά νόθα παιδιά της αποικιοκρατίας.

 ΠΗΓΗ
 Εφ. ΧΡΙΣΤΙΑΝΙΚΗ, (Πέμπτη 8 Οκτωβρίου 2015)

ΔΕΙΘΝΕΣ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ· «Διαπολιτισμική Θρησκευτική Εκπαίδευση και Ισλαμικές Σπουδές»

Ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο με τίτλο: «Διαπολιτισμική Θρησκευτική Εκπαίδευση και Ισλαμικές Σπουδές. Προκλήσεις και Προοπτικές σε Ελλάδα και Ευρώπη», έγινε το Σαββατοκύριακο στην Καβάλα.

 

 

Δείτε εδώ το πρόγραμμά του Συνεδρίου : ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ

Και εδώ δείτε την συνέντευξη του Προέδρου του Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ κ. Χρυσόστομου Σταμούλη:  AMEN