«Ποιος είναι αυτός που περιμένεις πάντοτε σκυφτός

βαδίζοντας ανέμελα στον μελιχρό Σεπτέμβρη

πάντα σε προσπερνούν κι όμως μένει το άρωμα

των χιλιομέτρων μέσα στα φώτα των σταθμών

και οι χλιαρές ανάσες στο μυαλό και η θάλασσα

Δεν θα μπορέσουν πια ποτέ να σε ιδούν

μέσα στα μάτια, καθώς άλλοτε· ούτε παραμερίζοντας

ένα ένα τα κλαδιά της αγροικίας για να ιδείς την πόλη

θα βρεις σημάδια μες στον φθινοπωρινό ουρανό

καθώς ξυπνάς μες την κατάνυξη της παγωμένης γης

της βρώμικης ελπίδας, της χυδαίας μέθης.

Το ξέρουν πια γιατί το πρόσωπο αποστρέφεις

και τους ταΐζεις με ναρκωτικά και στέργεις

να χάσουν την υπόλοιπη ζωή

μα φτάνει

και η μουσική στο αίμα ας πνιγεί γιατί κοχλάζουν

θόρυβοι μιας χειμωνιάτικης ατμόσφαιρας με μηχανές

καπνούς, μια κίνηση αλλιώτικη καθώς θα ταξιδέψεις πάλι».

Από τη συλλογή: Ωδές στον Πρίγκηπα, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1991, 14.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

ΜΑΘΗΤΙΚΟ ΣΥΝΑΞΑΡΙ - ΙΣΤΟΡΙΕΣ ΠΑΙΔΕΙΑΣ ΟΔΥΝΗΡΕΣ κ ΩΦΕΛΙΜΕΣ

(Εξώφυλλο της 1ης έκδοσης, εξαντλημένης)

Αν και κυκλοφορεί η 2η έκδοση (Γρηγόρη, Αθήνα 2013), το εν λόγω βιβλίο πρωτοκυκλοφόρησε το 2001 από τις εκδόσεις Ακρίτας. Όταν το διάβασα, αναπαύτηκα πνευματικά. Από τότε, σχεδόν κάθε χρόνο, πριν ανοίξουν τα σχολειά, εκεί στο μεταίχμιο Αυγούστου – Σεπτεμβρίου, το ξεφυλλίζω, παίρνοντας δύναμη για τη νέα σχολική χρονιά που θα ‘ρθει. Με τρόπο γλωσσικά λιτό και ανεπιτήδευτο, ο  αγαπητός συνάδελφος Αλ. Καριώτογλου μέσα από μικρές ιστορίες παιδείας οδυνηρές και ωφέλιμες, παρουσιάζει στους αναγνώστες, δασκάλους, καθηγητές και ιδιαίτερα στους θεολόγους συναδέλφους, τον τρόπο όπου η ελληνορθόδοξη ορθόδοξη πίστη και αγωγή στο σχολείο, ξεφεύγει από τα στερεότυπα του ευσεβισμού και γίνεται βίωμα και εν Χριστώ Ζωή. Ιστορίες όπως «Χριστός Ανέστη, Σάρα!», «Δεν αγαπώ το Θεό, είναι άδικος», «Ένας δύσκολος προϊστάμενος», «Αντώνης ο αμαρτωλός», «Το δάκρυ του Ηλία», «Τι είναι αγάπη;», «Μάθημα στο νεκροταφείο», «Μάθημα Εικονομαχίας», «Σήμερα …ξαναβαφτίστηκα», ιστορίες πραγματικές, μυούν τον αναγνώστη σε ένα τρελό πανηγύρι αυτοπροσφοράς και αληθινής κατάθεσης ψυχής.

Μαθητικό Συναξάρι

(Εξώφυλλο της 2η έκδοσης)

ΣΥΝΤΟΜΟ ΕΙΣΑΓΩΓΙΚΟ ΣΗΜΕΙΩΜΑ

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στον Πανελλήνιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό για τον Άγιο Κοσμά τον Αιτωλό, που προκήρυξε εφέτος η Ιερά Σύνοδος της Εκκλησίας της Ελλάδος, για τα 300 από το θάνατό του, το Πρότυπο Πειραματικό ΓΕ. Λ. Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου, ανταποκρινόμενο στην πρόσκλησή της, συμμετείχε σ’ αυτόν με ομαδική εργασία μαθητών της Α΄ και Β΄ Λυκείου. Οι συμμετέχοντες/σουσες μαθητές/τριες, από την αρχή, με ιδιαίτερο ενδιαφέρον αγκάλιασαν τη δράση αυτή, πιστεύοντας ότι η ενασχόληση με μια μορφή του Νέου Ελληνισμού, αξίζει διότι τους φέρνει πρόσωπο με πρόσωπο με ένα άλλο τρόπο παιδείας, αυθεντικό, στηριζόμενο σε αξίες, οι οποίες στο σημερινό άκρως τεχνοκρατούμενο εκπαιδευτικό σύστημα είναι παντελώς ξένες. Πρόκειται για εκείνη τη βασική συνιστώσα που πάντα η ορθόδοξη αγωγή πλουσιοπάροχα πρόσφερε στους νέους, υπενθυμίζοντας συνεχώς πόσο υπεύθυνη στάση αυτή κρατά απέναντι στα μέγιστα και πρωτεύοντα του βίου.

Πέραν της ομαδικής εργασίας μαθητών/τριών, με θέμα: «Ο Άγιος Κοσμάς ο Αιτωλός. Βίος – δράση – περιοδείες» εκείνο που ιδιαίτερα άξιζε ήταν η παρακάτω μυθιστορία, έργο της μαθήτριας της Β΄ Λυκείου Θεοδώρας Πρωτούλη, με τίτλο «Ο Διαφωτιστής κι ο Άγιος». Πρόκειται για μια φανταστική ιστορία, που εξελίσσεται σ’ ένα χωριό της Ηπείρου το έτος θανάτου του Πατροκοσμά (1779). Κεντρικά πρόσωπα ο Πατροκοσμάς και ένας νέος, σπουδαγμένος στο Βουκουρέστι, ενταγμένος στο κίνημα του Διαφωτισμού.

Σημαντική στη συμμετοχή μας στο Διαγωνισμό υπήρξε και η αρωγή του συναδέλφου Φιλολόγου Καθηγητή, Υποψήφιου DEA Ορθόδοξης Θεολογίας ΕΑΠ, Ιωάννη Αναγνώστου.

Ο ΔΙΑΦΩΤΙΣΤΗΣ ΚΙ Ο ΑΓΙΟΣ

Της μαθήτριας Β΄ Λυκείου ΘΕΟΔΩΡΑΣ ΠΡΩΤΟΥΛΗ

Έμοιαζε ένα συνηθισμένο πρωινό, η νύχτα είχε μόλις δώσει τη θέση της στη μέρα, κι όλα φαίνονταν να  κυλούν σύμφωνα με την προκαθορισμένη ρουτίνα μου. Ήπια τον καφέ μου και, όπως απαιτούσε η καθημερινότητα μου, κατευθύνθηκα προς τη βιβλιοθήκη μου για να επιλέξω με ποιο βιβλίο θα συνέχιζα τη μέρα μου. Ψάχνοντας, το χέρι μου έπεσε πάνω σε ένα χοντρό ημερολόγιο, που δεν είχε ούτε συγγραφέα, μα ούτε και τίτλο. Μου κέντρισε αμέσως το ενδιαφέρον, το άρπαξα και άρχισα να το ξεφυλλίζω. Ήταν χοντρό, από μαλακό δέρμα και για κούμπωμα είχε ένα δερμάτινο, καφέ λουρί. Άρχισα να γυρνάω τις σελίδες με μανία, να δω όλο και πιο πολλά· είχα ανακαλύψει έναν άλλο κόσμο.

Κάποια στιγμή σταμάτησα, το μάτι μου έπεσε πάνω σε μια σελίδα με την ημερομηνία 17 Φεβρουαρίου του 1779. Η σελίδα ήταν μισοσκισμένη και στη μια γωνιά της λίγες σταγόνες κεριού είχαν χυθεί. Το ημερολόγιο έγραφε τα παρακάτω συγκλονιστικά και σας τα μεταφέρω όπως ακριβώς τα διάβασα κι εγώ:

«Εκείνος; Όχι, εκείνος δεν ήταν Άγιος, για να τον καταλάβεις δεν αρκούν μερικές λέξεις, ούτε γράμματα στη σειρά, μα μήτε και βιβλία. Για να τον φτάσεις πρέπει να τον ζήσεις, να τον ακολουθήσεις. Μα πρόσεχε, μη προσπαθήσεις με τα χέρια, τα μάτια ή τα αυτιά σου, βάλε την ψυχή σου να κρυφοκοιτάξει λίγο, για μια στιγμή στο πνεύμα, στη σκέψη, στη θέληση αυτού του ανθρώπου. Και τότε όλα άξαφνα θα τα καταλάβεις, πως δεν έκανε απλώς θαύματα, μα ήταν ο ίδιος ένα θαύμα, θαύμα αγιότητας κι ανθρωπισμού, που χαρίστηκε στο σκλαβωμένο Γένος, όταν εκείνο σιωπηλά κραύγαζε για λίγη ελπίδα λευτεριάς.

Όλα ξεκίνησαν τότε, ένα πρωινό που ο ήλιος είχε μόλις ξυπνήσει, χαϊδεύοντας με τις σιταρένιες ακτίνες του, τα γύρω σύννεφα. Τότε ξεκίνησαν σιγά -σιγά να φαίνονται τέσσερις άνδρες κρατώντας, άλλος δύο κομμάτια ξύλο, άλλος λίγα καρφιά και άλλος κάτι εργαλεία. Τα πρόσωπα τους περίεργα, έβλεπες σ’ αυτά  μια κούραση, μα όχι απτή. Η ψυχή τους, η ψυχή τους σιγογελούσε, ένα γέλιο τόσο γλυκό και απαλό που σε  έκανε να ζηλεύεις, να το αναζητάς και εσύ ο ίδιος. Πως; Θα ’θελες να μάθεις για εμένα; Ας σου πω, για να καταλάβεις καλύτερα.

Στη Ρουμανία βρέθηκα, από μικρό παιδί κιόλας. Σαν με ρωτούσες Έλληνας σου έλεγα πως είμαι, έτσι το ένοιωθα. Στο Βουκουρέστι μάλιστα μεγάλωσα, πόλη απ’ τις πιο όμορφες, κάθε γωνιά της την γέμιζαν θάμνοι, δέντρα και ξεθωριασμένα παγκάκια. Και οι άνθρωποι της; Το πιο όμορφο στόλισμα της, οι άνθρωποι, πάντα θα σε κοιτούν με ένα υγρό χαμόγελο στην άκρη του οποίου λέξεις βαστιούνται με το ζόρι, να μη ξεπηδήσουν και σου αρχίσουν τη κουβέντα. Εκεί, λοιπόν, πέρασα πολλά χρόνια, μέχρι που πήρα και το τελευταίο πτυχίο μου στη Φιλοσοφία και θα άρχιζα το δικό μου ταξίδι, ώσπου ένα γράμμα έφτασε σπίτι, λέγοντας πως οι Τούρκοι, αυτοί οι βάρβαροι, ξεκίνησαν σφαγές σ’ όποιον δε πίστευε στον εγωιστή θεό τους, τον Αλλάχ. Έτσι έπρεπε το όνειρο να περιμένει και να πάω πίσω στης καρδιάς μου το χώμα, την πατρίδα μου, να βοηθήσω την υπόλοιπη οικογένειά μου.

Έτσι, λοιπόν, χωρίς πολλά – πολλά  πήρα δύο τρεις αλλαξιές, λίγο ψωμί και την ανασφάλειά μου και  ξεκίνησα  για την Ήπειρο. Ύστερα από μέρες έφτασα στο χωριό μου. Έμοιαζε αλλιώτικο, σα ξένο, το  είχαν απογυμνώσει το έρμο, μα όχι  από πλούτη και στολίσματα, αλλά από τους ίδιους του τους ανθρώπους. Κάθε κέφι, κάθε σταλιά όρεξης για ζωή την είχαν ρουφήξει κείνοι οι αχόρταγοι!  Έσπρωξα τη βαριά κυπαρισσένια πόρτα για να μπω στο πατρικό μου. Μεγαλοπρεπές έμοιαζε, μα η σκόνη του αναζητούσε τον οικοδεσπότη. Τα έπιπλα βαριά και ξύλινα, σα τα θυμόμουνα, και οι τοίχοι κιτρινισμένοι κι αυτοί, έκρυβαν τη κατάντια τους, πίσω από λίγα κάδρα με κεντητά τριαντάφυλλα. Μα ήταν ακόμα ωραίο το σπιτάκι μου, και τώρα στα γεράματά του.

Έτσι, λοιπόν, κυλούσε η ζωή μου, για να μη στα πολυλογώ, πολύ δουλειά στα χωράφια για να ‘χουμε να ζήσουμε σαν οικογένεια και καμιά  κουβέντα γοργή και σύντομη, μη μας βάλει στο μάτι κάνας από δαύτους, τους ξένους, τους τυράννους. Περνούσε έτσι η ζωή, με το φόβο της επόμενης μέρας, ώσπου μια μέρα, σα σου είπα, πολύ νωρίς το πρωί  άρχισαν κάτι άνδρες να καλοσχηματίζουν τα ξύλα και  όλοι μαζί να  καρφώνουν τα χοντρά καρφιά. Κάθε φορά ρωτούσα: «Γιατί τον βάζετε ετούτον τον σταυρό καημένοι;» Κι όλο περηφάνια μ’ απαντούσαν: «Έρχεται ο Πατροκοσμάς, θα μας σώσει!» Και κάθε φορά εγώ σιγογελούσα, σκεφτόμουν πόσο ανόητοι και μικροί είναι που ψάχνουν για θαύματα. Αφού η μέρα άφησε πέντε ώρες να περάσουν, έφτασε εκείνος στο χωριό, ο περιβόητος. Μικρός στο ανάστημα, με γένια καστανά και γκρίζες τρίχες να ξεπροβαίνουν, τα ρούχα του απλά, μαύρα, ριχτά, μου φάνηκε ένας συνηθισμένος ανθρωπάκος, αλλά με έκανε να απορήσω, γιατί καθώς έμπαινε στο χωριό πλήθος τον συνόδευε. Τί το σπουδαίο είχε κάνει; Αναρωτήθηκα.

Τα βήματα του ήταν βαριά και έμοιαζε πολύ κουρασμένος. Ξάφνου κοντοστάθηκε και άρχισε να μιλά, η βραχνή φωνή του πάλευε να μοιραστεί, να φτάσει στα αυτιά του καθενός. Κείνος μιλούσε για την Ανάσταση του Χριστού και για τα σχολειά. Για λίγο σκέφτηκα να προσφερθώ εγώ, μήπως και μάθω ποιος πραγματικά είναι και ποια η σπουδαιότητα του, μα όλα αυτά έμειναν σκέψεις, αφού μες στο πλήθος δεν ήξερε ποιος να τον πρωτοβοηθήσει. Ύστερα είπε πως θα  επέστρεφε για να τους πει για το Θεό, για τους Αγίους και πως θα τους διδάξει να ζουν καλύτερα. Αχ, και να ‘βλεπες πως λαμπύριζαν τα μάτια τους, σαν μικρού  παιδιού για την ελπίδα που τόσο περιμένανε. Και εγώ εκεί, τίποτα, συνέχιζα να γελάω απογοητευμένος από δαύτους.

Τέλειωσε η μέρα κι ήρθε η επόμενη, έμοιαζε συνηθισμένη, που να ‘ξερα πως θα άλλαζε εμένα και τη ζωή μου. Ξύπνησα λοιπόν νωρίς το πρωί, έβαλα βιαστικά το κεραμιδί παντελόνι μου, ένα καρό σακάκι και κάτι παλιοπάπουτσα και ξεκίνησα για τα χωράφια. Εκεί που περπατούσα βλέπω απέναντι μια φιγούρα να με πλησιάζει αργά. Ήταν εκείνος!  Έτσι άδραξα την ευκαιρία…

«Γεια σου, τί ψέμα θα σκαρφιστείς να μου πεις για το Θεό σου;», είπα.

«Γεια σου και εσένα νεαρέ μου, κολακευτική η αμφισβήτηση που έχεις στο πρόσωπο μου, βαρέθηκα πια τόσο σεβασμό», είπε και γέλασε.

Τότε και εγώ του αποκρίθηκα: «Επιπόλαια η κολακεία μου ίσως, ούτε που έχω σχηματίσει γνώμη στο νου μου, για μένα είσαι άλλος ένας αγράμματος, φανατικός θρήσκος που ξέρει να λέει ότι έχουν οι άλλοι ανάγκη να ακούσουν, έτσι για να ικανοποιήσεις λίγη απ’ τη φιλοδοξία σου».

Τότε  μου σφίξε το χέρι με μια χειραψία, πέρασε ένα χαρτί στο χέρι μου και είπε «ορίστε διάβασε το και θα μάθεις όσα χρειάζεται για τη πίστη, την ελπίδα, τη θέληση που τούτοι οι αμόρφωτοι, όπως λες, είχαν, μόνο από τούτο, και αν θες μετά στάσου στη πλατεία να ακούσεις όσα έχω να πω και έπειτα καταδίκασε με στο νου σου».

Αμέσως σκέφτηκα να το κάνω χίλια κομμάτια, δίχως καν να το ξεδιπλώσω, δεν το έκανα, απλά το έβαλα περιφρονητικά στη τσέπη του πουκάμισού μου.

Αφού τελείωσα όσες δουλειές είχα, προχωρούσα με σκυμμένο το κεφάλι προς το σπίτι, ώσπου άκουσα έναν άνδρα να μιλά, σπάζοντας κάθε κομματάκι  σιωπής. Ανασήκωσα το κεφάλι μου και είδα πάλι εκείνο το μικρό γέροντα να μιλά με σιγουριά, πειστικότητα και κύρος που για λίγα λεπτά έκανε το μυαλό μου, να τον πιστέψει. Εκεί, έλεγε, έλεγε, και τι δεν έλεγε, για ένα ελεύθερο Γένος, για τη αφύπνιση του λαού, για τη συνεχή πίστη στο Θεό, και όσο έλεγε τόσο αγανακτούσα εγώ ώσπου μίλησε και για τη μόρφωση. Η εκπαίδευση, έλεγε, και οι νέοι είναι η μόνη μας ελπίδα και πως μόρφωση σημαίνει δύναμη. Η αλήθεια είναι ότι θαύμασα εκείνη του τη σκέψη και με απασχόλησε για ώρα, ώσπου κατέληξα πως θα ήταν απλά φερέφωνο κάποιου λόγιου. Κι έτσι μ’ αυτή την αόριστη σκέψη να απασχολεί το μυαλό μου συνέχισα για το σπίτι. Μέχρι και για προφητείες μίλησε, έδειξε το χώμα και είπε: «Τα βάσανα είναι ακόμη πολλά. Θυμηθείτε τα λόγια μου· προσεύχεσθε, ενεργείτε και υπομένετε στερεά. Έως ότου να κλίσει η πληγή του πλατάνου, το χωριό σας θάνε σκλαβωμένο και δυστυχισμένο».

Τότε κάποιος από το πλήθος τον διέκοψε:

«Καλά τα όσα μας λες γέροντα», είπε «μα εμείς έχουμε πρόβλημα με το νερό, οι πηγές μας στέρεψαν».

«Καθόσαστε πάνω στα νερά», απάντησε ο Πατροκοσμάς, μα τότε κανένας δεν έδωσε σημασία στα λεγόμενά του, ούτε κι εγώ.

Μα πόσο αλαφροΐσκιωτος ήταν. Νόμιζε ότι θα κορόιδευε και εμένα μ’ αυτές τις προφητείες του. Τέτοια φτηνά κόλπα έχω ξαναδεί και διόλου δεν με πείθουν. Δεν μίλησα όμως, ούτε λέξη δεν ξεπήδησε από το στόμα μου, παραήμουν κουρασμένος για να ασχοληθώ με εκείνον τον αλαφροΐσκιωτο και έτσι μ’ αυτή την αόριστη σκέψη να απασχολεί το μυαλό μου συνέχισα για το σπίτι.

Έφαγα ένα πιάτο ζεστή φασολάδα και πήγα να ξαπλώσω. Μπαίνω στο δωμάτιο μου και τι να δω. Δεκάδες εικόνες από δήθεν αγίους κατέπνιγαν τους τοίχους. Θύμωσα τόσο πολύ. Μα καλά πώς σκέφτηκαν πως θα ’θελα εγώ για συντροφιά τούτους τους αλαφροΐσκιωτους; Αμέσως τις άρπαξα όλες και άρχισα να τις πετάω κάτω, κι έτσι όπως τις άκουγα να σπάνε φχαριστιόταν η ψυχή μου, σαν να έδειχνα την ανωτερότητα μου.

Ύστερα ξάπλωσα και μια μοναξιά με κουκούλωσε, μια νοσταλγία με νίκησε. Άξαφνα θυμήθηκα τα πάντα. Πως ήμουνα μικρό παιδί ακόμα και με το κολλαριστό μου πουκάμισο και το παντελονάκι μου πήγαινα βόλτα με το πατέρα μου. Πόσα όνειρα έκανα τότε, πως θα γινόμουν μεγάλος και σπουδαίος επιστήμονας και θα άλλαζα τον κόσμο για να με θυμούνται όλοι. Ύστερα θυμήθηκα τη Μόνικα, εκείνο το κορίτσι με τις σταρένιες πλεξούδες. Πόσο όμορφη ήταν! Της είχα τάξει πως μια μέρα θα τη παντρευτώ. Τώρα όμως έχει κάνει ολόκληρη οικογένεια και είναι δασκάλα. Σαν τα σκέφτηκα όλα αυτά, μια θλίψη με κυρίευσε, αφού κατάλαβα πως τίποτα  απ’ όσα ήθελα δεν κατάφερα να κάνω.

Έτσι όπως είχα κουλουριαστεί και ζαλιζόμουν απ’ τις σκέψεις μου, τα δάχτυλα μου ακούμπησαν ένα τραχύ ξύλο, το τράβηξα και ήταν μια τόσο δα εικονίτσα με τη μορφή του Χριστού. Το πρόσωπο του φαινόταν τόσο ήρεμο και ανακουφισμένο, απλά στεκόταν εκεί και με κοίταζε έτοιμος να με ακούσει. Ένοιωσα την ανάγκη τότε να του μιλήσω, έλεγα κι έλεγα, σταματημό δεν είχα, θαρρείς και ήλπιζα να μου απαντήσει και να μου πει πως όλα θα πάνε καλά. Για λίγο ντράπηκα γιατί ολόκληρος επιστήμονας, γαλουχημένος με τις ιδέες των μεγάλων σοφών της Ευρώπης, του Βολταίρου, του Ρουσσώ, μιλούσα  σε μια εικόνα, όμως εκείνη τη στιγμή δεν με ένοιαζε, είχα τόσο μεγάλη ανάγκη να του τα πω και να παραπονεθώ. Μέχρι που με πήρε ο ύπνος.

Την άλλη μέρα το πρωί ετοιμάστηκα πάλι για τη δουλειά, άρπαξα και το εικόνισμα, το ‘βαλα στον κόρφο μου ξεκίνησα για το χωράφι. Εκείνη τη μέρα η κούραση έμοιαζε διαφορετική, λυτρωτική και κάθε σταγόνα του ιδρώτα ήταν και πιο ανακουφιστική. Η ώρα περνούσε και εγώ δεν ένοιωθα την ανάγκη να επιστρέψω σπίτι, ώσπου ένα χέρι με ακούμπησε στον ώμο και άκουσα μια φωνή από πίσω μου να λέει:

«Φτάνει γιε μου η δουλειά, πρέπει να πας σπίτι, θα ανησυχήσουν οι δικοί σου».

Ήταν εκείνος! Του απάντησα: «Τι θες γέροντα; Δεν έχεις να κάνεις άλλα κηρύγματα;»

Σώπασε. Με κοίταξε με απογοήτευση και χαμήλωσε το βλέμμα του…Μα ξάφνου γεμάτος ενθουσιασμό με ρώτησε: «Πιστεύεις στον Χριστό, έτσι δεν είναι;»

«Όχι, μόνο στον εαυτό μου πιστεύω, απλά χτες ένοιωσα τόσο μεγάλη ανάγκη να μιλήσω σε τούτο εδώ , δείχνοντας την εικόνα που είχα στον κόρφο μου, πες με και τρελό», του είπα.

Πόσο χάρηκε με το που το άκουσε!

«Γνώρισες τον Θεό βλέπω. Και πως σου φάνηκε;», με ρώτησε.

«Τι είναι αυτά που μου λες γέροντα; Εγώ μήτε το Θεό σου είδα, μήτε του μίλησα», του αποκρίθηκα.

«Μα τι περίμενες; Τίποτε παραπάνω; Αυτό είναι ο Θεός μας, να’ σαι ολομόναχος και φοβισμένος και εκείνος να ’ρχεται ξάφνου, να στέκεται και απλά να του μιλάς και εκείνος θα σταθεί εκεί, θα σου κάνει παρέα και θα σ’ ακούσει. Ακόμα και σε τούτο το μικρό σπουργίτι αν μιλήσεις, θα γνωρίσεις την αγάπη του Θεού, γιατί αυτός  είναι ο Θεός μας, ο πιο γλυκός σύντροφος που πάντα θα σου παραστέκεται».

Εκείνη τη στιγμή ένοιωσα τόσο ανόητος, τόσα πτυχία, τόσο διάβασμα, για το τίποτα. Βρισκόμουν και πάλι στο μηδέν, σα να είχα γεννηθεί μόλις τώρα, δεν ήξερα τίποτα για τη ζωή, τίποτα για μένα, όλα ήταν μια ψευδαίσθηση ανάμεσα σ’ εμάς τους μορφωμένους και να που η απάντηση σ’ όλα την ήξεραν τούτοι εδώ, χωρίς κανένα βιβλίο και εγώ τους χλεύαζα…

Του ’σφιξα το χέρι τόσο δυνατά, δάκρυσα και του ζήτησα να μου πει τα πάντα για Εκείνον, τον Χριστό. Για το ποιος ήταν, τι δίδασκε, γιατί ήταν τόσο καλός σύντροφος, τα πάντα. Και μου ‘λεγε, μου ‘λεγε, και εγώ ενθουσιαζόμουν όλο και πιο πολύ, και ήθελα να μάθω πιο πολλά, με τη παραμικρή λεπτομέρεια. Ώσπου έφτασε η νύχτα, με το ζόρι βλέπαμε ο ένας τον άλλον. Έτσι με μόνο οδηγό τη μνήμη μας, καταφέραμε να φθάσουμε σπίτι. Λίγο πριν μ’ αφήσει για να πάει να ξεκουραστεί, μου υποσχέθηκε δυο βιβλία, το ένα ήταν η Αγία Γραφή και το άλλο η Φιλοκαλία.

Όλο το βράδυ δεν μπορούσα να κοιμηθώ, οι σκέψεις γαργαλούσαν το μυαλό μου και με τραβούσαν μια από εδώ, μια από εκεί, ενθουσιάζοντας με  ακόμη παραπάνω. Επιτέλους ξημέρωσε. Μονομιάς πετάχτηκα απ’ το κρεβάτι, ετοιμάστηκα και έτρεξα στο σπίτι που τον φιλοξενούσε, χτύπησα δυνατά την πόρτα και τον φώναζα. Εκείνος αμέσως, λες και με περίμενε, άνοιξε τη πόρτα και με καλημέρισε με ένα χαμόγελο γεμάτο ικανοποίηση, μου ‘δωσε τα δυο βιβλία και χωρίς καμιά κουβέντα παραπάνω, χώρισαν οι δρόμοι μας.

Τρεις μέρες έκανα να βγω απ’ το σπίτι, μήτε θυμάμαι αν έφαγα ή αν μίλησα σε κανέναν, το μόνο που έκανα ήταν να διαβάζω εκείνες τις σκονισμένε σελίδες σα να ’ταν αέρας και εγώ χρειαζόμουν απεγνωσμένα να αναπνεύσω. Έτσι, όπως θα περίμενε ο καθένας τα διάβασα και τα δυο, και αφού έριξα ένα καλό ύπνο, πήγα γεμάτος ζωντάνια να ανακοινώσω την ιδέα μου στο Πατροκοσμά. Έτρεχα στο δρόμο για να φθάσω όσο πιο νωρίς γίνεται σπίτι του, ώσπου έπεσα πάνω του, αφού κι εκείνος περνούσε από τον ίδιο δρόμο. Όμως τούτη τη φορά έμοιαζε διαφορετικός, έμοιαζε σκυθρωπός και εξαντλημένος, κάτι που δε ταίριαζε σε εκείνον… Τον ρώτησα τι είχε συμβεί και εκείνος μου αποκρίθηκε πως δεν είχε αλλάξει κάτι. Δεν τον πίστεψα, μα ο ενθουσιασμός για την ιδέα μου με είχε κυριεύσει και μονάχα αυτή με ένοιαζε.

«Άντε λέγε»,  μου είπε. «Ξέρω πως σκέφτηκες κάτι μεγάλο, έλα πες το».

«Λοιπόν, άκου, τελικά είχες δίκιο, έτσι θα απαλλαγούμε μια και καλή απ’ τους Τούρκους, το μόνο που χρειάζεται είναι να δώσουμε λίγη ελπίδα σ’ αυτόν τον τόπο και κουράγιο, τόσο ώστε να γίνει ο φόβος τους, ο καλύτερος δάσκαλος».

Κείνος δεν γύρισε να με δει, συνέχισε να μ’ ακούει σιωπηλός.

«Θα τους μορφώσουμε όλους, αλλά όχι για να τους μάθουμε μόνο γραμματική και μαθηματικά, αλλά θα τους μάθουμε για την ανθρωπιά, την αξιοπρέπεια, τα δικαιώματα, μα πάνω από όλα για την πίστη στο Χριστό, γιατί εκείνη θα τους δώσει ελπίδα».

«Είσαι νέος και μ’ αρέσει ο ενθουσιασμός σου, μα μην παραβιαστείς γιατί εμείς είμαστε λίγοι. Συνέχισε να πιστεύεις, γιατί η πίστη σώζει ζωές. Τώρα πρέπει να φύγω, να κανονίσω κάτι δουλειές, έλα αύριο νωρίς το πρωί σπίτι για να με προλάβεις». Αυτά είπε και έφυγε με σκυμμένο κεφάλι.

Επιστρέφοντας στο σπίτι μου ξαναβούτηξα στις σκέψεις μου, τελειοποιώντας την παραμικρή λεπτομέρεια για το  διωγμό αυτών των τυράννων, μέχρι που με πήρε ο ύπνος.

Το πρωί ξύπνησα απ’ τις καμπάνες, ο ήχος τους ήταν βαρύς και τόσο θλιβερός, που μπορούσε να μαραζώσει ολόκληρη τη φύση. Ανησύχησα. Πήγα αμέσως στο σπίτι του Πατροκοσμά να ρωτήσω τι συνέβη. Δεν ήταν εκεί, έλειπε. Συνάντησα γυναίκες στο δρόμο να κλαίνε και να σπαράζει η ψυχή τους. Ρώτησα τι έγινε, μα απάντηση δεν έπαιρνα, απλά συνέχιζαν όλοι να  ανεβαίνουν εκείνη την ανηφόρα. Άρπαξα, λοιπόν, μια γυναίκα από το χέρι και της ζήτησα να μου εξηγήσει. Τα νέα απίστευτα, αβάσταχτα. Μου είπε απλά ότι τον σκοτώσανε και εγώ τα κατάλαβα όλα, λες και το ήξερα κατά βάθος και απλά το αγνοούσα. Τον κρεμάσανε λέει οι Τούρκοι με τη κατηγορία ότι ετοίμαζε ξεσηκωμό εναντίον τους. Μα πώς τους βάσταξε η καρδιά τους να το κάνουν αυτό;  Δεν θυμάμαι και πολλά απλά γονάτισα και έκλαιγα με τις ώρες, ενώ προσευχόμουν να ΄ταν όλα μια παραίσθηση, ένα ψέμα.

Ύστερα από ώρα είδα ένα χαρτί καταχωμένο κάτω από μια πέτρα, το τράβηξα από μια γωνιά του, το πήρα στη φούχτα μου και το ξεδίπλωσα. Ήταν ένα γράμμα, ένα γράμμα για εμένα, από εκείνον, τον Πατροκοσμά. Το κρατούσα τόσο σφιχτά, που τα χέρια μου έτρεμαν…».

Εδώ το ημερολόγιο τελείωνε. Οι παρακάτω σελίδες έλειπαν. Είχαν μείνει μόνο κάτι φθαρσίματα. Ακολουθώ τη φαντασία μου για να συμπληρώσω και το υπόλοιπο ημερολόγιο. Πολύ πιθανόν στο γράμμα αυτό ο Πατροκοσμάς να ζητούσε να συνεχιστεί το έργο του, να έλπιζε στην απελευθέρωση του Γένους μας και να ευγνωμονούσε τον παππού μου.

Αυτό το ημερολόγιο με συνάρπασε, μέρες και μέρες το συλλογιόμουν, προσπαθούσα να καταλάβω, όχι τι λέγανε οι λέξεις, αλλά τι άκουγε η ψυχή μου. Εκείνος ο γέρος, μέσα από λίγη ανθρωπιά και επιμονή κατάφερε να αλλάξει έναν ολόκληρο τόπο. Ίσως, τελικά, αυτό να χρειαζόμαστε κι εμείς, πίστη στο Χριστό και τους αγίους, και ανθρωπιά, πάνω από όλα ανθρωπιά, έτσι για να συνεχίσουμε το έργο εκείνου… Σου φαίνομαι κουτός έτσι;

Και πως τα θυμήθηκα όλα αυτά; Σήμερα το πρωί σα διάβασα την πρωινή γαζέτα, ένοιωσα τόσο κουτός! Διάβασα το ημερολόγιο του παππού μου και γέλασα γεμάτος ειρωνεία, σκεφτόμενος πόσο αλαφροΐσκιωτοι ήταν και οι δυο τους που πίστευαν στα θαύματα. Μα δεν πίστευαν στα θαύματα, πίστευαν στο Χριστό, στο Θεό που κουρνιάζει μέσα σου, μέσα μου, μέσα σ’ όλη την πλάση. Ένοιωσα, λοιπόν, μηδαμινός και μικρός μπροστά τους… Ύστερα απ’ αυτό το άρθρο στη γαζέτα κατάλαβα…

Δεν άκουσες, λοιπόν, που βρήκανε νερό στο χωριό μας! Εκατοντάδες ζωές σώθηκαν, χάρη σε εκείνον τον άγιο άνθρωπο, που όπως έλεγε και ο παππούς μου έτυχε να γυρνά ολόκληρη τη σκλαβωμένη πατρίδα μας…Έτσι, ας σου γίνει παράδειγμα και εσένα τούτη η ιστορία και ξέχνα τα πτυχία σου και τα διαβάσματα σου, να ‘σαι άνθρωπος πάνω απ’ όλα, με τούτο γεννήθηκες και μόνον εκείνο θα σου απομείνει όταν φύγεις…

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ενδεικτική βιβλιογραφία περί του Πατροκοσμά

ΑΣΔΡΑΧΑ ΣΠΥΡΟΥ, «Η διπλή παράδοση», στον τόμο: Ιστορικά απεικάσματα, εκδ. Θεμέλιο, Αθήνα, 1995, 49-55.

ΓΚΙΟΛΑ ΜΑΡΚΟΥ, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και η εποχή του, Αθήνα 1972.

ΒΑΚΑΛΟΠΟΥΛΟΥ  Ε. ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ, Ιστορία του Νέου Ελληνισμού. Τουρκοκρατία (1669-1812). Η οικονομική άνοδος και ο φωτισμός του Γένους, Θεσσαλονίκη 1973.

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Σκέψεις για την προσωπικότητα και τη διδασκαλία του Κοσμά του Αιτωλού και για τη μελέτη των προβλημάτων τους», Ελληνικός Αστήρ, 37-38(1991)81-88.

ΚΑΛΛΙΑΚΜΑΝΗ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, (Πρωτοπρεσβυτέρου), Θεολογικά ρεύματα στην Τουρκοκρατία, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 2009.

ΜΑΤΖΕΛΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, «Θεολογία και ζωή στις Διδαχές του αγίου Κοσμά του Αιτωλού», Πρακτικά Θεολογικού Συνεδρίου: Εις τιμήν και μνήμην των Νεομαρτύρων, (Θεσσαλονίκη 17 – 19 Νοεμβρίου 1986), Θεσσαλονίκη 1988, 393-412.

ΜΕΝΟΥΝΟΥ Β. ΙΩΑΝΝΗ, Κοσμά του Αιτωλού Διδαχές (και βιογραφία), εκδ. Τήνος 1979.

ΜΕΤΑΛΛΗΝΟΥ Δ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ, (Πρωτοπρεσβυτέρου), Παράδοση και αλλοτρίωση. Τομές στην πνευματική πορεία του Νεότερου Ελληνισμού και τη Μεταβυζαντινή Περίοδο, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1986.

ΟΥΤΣΙΟΥ Η. ΣΤΕΛΛΑ, Οι περιοδείες του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 2009.

ΞΑΝΘΟΠΟΥΛΟΥ  – ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΑΡΤΕΜΗ, Ο Κοσμάς ο Αιτωλός και οι Βενετοί (1777 – 1779). Τα τελευταία χρόνια της δράσης του και το πρόβλημα των Διδαχών του, εκδ.  Πουρναρά, Θεσσαλονίκη 1984.

ΠΑΣΧΟΥ Β. ΠΑΝΤΕΛΗ, Κοσμάς ο Αιτωλός, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 1993.

ΤΟΥ ΙΔΙΟΥ, «Αγιολογική ανάγνωση του αγίου Κοσμά του Αιτωλού», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Σύναξις. Ευγένιος ο Αιτωλός και η εποχή του, (Καρπενήσι, 12-14 Οκτωβρίου 1984), Αθήναι 1986, 532-543.

ΣΑΚΚΟΥ Ν. ΣΤΕΡΓΙΟΥ, «Ο βιβλικός χαρακτήρας των προφητειών του αγίου Κοσμά του Αιτωλού», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Σύναξις. Ευγένιος ο Αιτωλός και η εποχή του, (Καρπενήσι, 12-14 Οκτωβρίου 1984), Αθήναι 1986, 625-633.

ΤΣΙΓΚΟΥ Α. ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ, «Η δογματική διδασκαλία του αγίου Κοσμά του Αιτωλού», στον τόμο: Στα βήματα του Αποστόλου Βαρνάβα. Χαριστήριος τόμος προς τι­μήν του Αρχιεπισκόπου Νέας Ιουστινιανής και πάσης Κύπρου κ. κ. Χρυ­σο­στόμου Β΄ για τα τριάντα χρόνια αρχιερατικής του διακονίας, Λευκω­σία 2008, 715-741.

ΦΕΡΟΥΣΗ ΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Μορφές του Γένους, εκδ. Αστήρ. Αθήνα 1999.

ΧΡΙΣΤΟΠΟΥΛΟΥ Φ. ΠΑΝΑΓΙΩΤΟΥ, «Τα λείψανα και το Μοναστήρι Κοσμά του Αιτωλού στο Κολικόντασι της Μουζακιάς», Πρακτικά Επιστημονικού Συνεδρίου: Σύναξις. Ευγένιος ο Αιτωλός και η εποχή του, (Καρπενήσι, 12-14 Οκτωβρίου 1984), Αθήναι 1986, 553-624.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Ευαγγελή Αρ. Ντάτση, Πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός. Ο «ετεροχρονισμένος διάλογος» του ιερομονάχου Κοσμά και του αγωνιστή Μακρυγιάννη, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, Αθήνα 1999.

Η γοητεία της σπουδής σε όποιον σελίδα-σελίδα περιδιαβεί τη συγκεκριμένη μελέτη, θα σηματοδοτηθεί από την ανακάλυψη μιας διαφορετικής συνιστώσας των ιστορικών τεκμηρίων, στις τάσεις των οποίων σήμερα, η ιστορική επιστήμη όλο και περισσότερο θητεύει. Είναι πράγματι γεγονός, ότι η σύγχρονη ιστοριογραφία, απαλλαγμένη από αδυναμίες παλαιότερων εποχών, έχει καταφέρει να αποτυπώσει έναν διαφορετικό λόγο, που συνεχώς ιχνηλατεί πρόσωπα και γεγονότα, συνεργαζόμενη άμεσα με όμορες προς σ’ αυτήν επιστήμες: Λαογραφία, Κοινωνική Ανθρωπολογία, Αρχαιολογία, Γεωγραφία, Θεολογία.

Όσον αφορά τώρα στην παρουσίαση της μελέτης της κ. Ντάτση, ευθύς εξ αρχής, θα ήθελα να ξεκαθαρίσω δύο θεωρητικά ζητήματα. Το πρώτο αφορά στον τίτλο: «πολιτισμική ηγεμονία και λαϊκός πολιτισμός». Η χρησιμοποίηση των δύο αυτών όρων, έρχεται να εφαρμοστεί με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, στα εξεταζόμενα πρόσωπα, στην παγιωμένη πνευματική παράδοση του Γένους που εκπροσωπούσε ο Πατροκοσμάς – «επίσημου και ανώτερου πολιτισμού», που μόρφωνε και εκπολίτιζε αγράμματους Έλληνες – αυτή ήταν η ταυτότητα του ακροατηρίου του – και στο «λαϊκό και κατώτερο» πολιτισμό, που πραγμάτωνε ο ατόφιος αγωνιστής της Επανάστασης του 1821 Μακρυγιάννης. Η «προφορική παράδοση του λαϊκού κηρύγματος» που διαχύθηκε με τις ετερόγραφες Διδαχές του ιερομονάχου Κοσμά σε αναλφάβητες ομάδες Ελλήνων της Τουρκοκρατίας, «διασταυρώνεται και διαλέγεται» με έναν ολόκληρο «συμβολικό σύστημα» αξιών, τη «μαγική σκέψη» (τρόπο που διανοούνται οι αναλφάβητοι πληθυσμοί), που και αυτή διαχύθηκε με τα Απομνημονεύματα και τα Οράματα και Θάματα του Μακρυγιάννη, σε μία «διαχρονική συλλογικότητα», διαφορετική όμως, αναλφάβητη για τον Πατροκοσμά, «επώνυμη και εγγράμματη» για τον Μακρυγιάννη.

Το δεύτερο θεωρητικό ζήτημα αφορά στον υπότιτλο του έργου, την ταυτότητα του «ετεροχρονισμένου διαλόγου». Και τα δύο πρόσωπα ζουν σε διαφορετικές εποχές. Πρώτος, ο ιερομόναχος Κοσμάς με τον «αποτρεπτικό λόγο του» προς καθετί που ερχόταν σε αντίθεση με τη χριστιανική κοσμολογία και ανθρωπολογία, επεδίωξε να επαναπροσδιορίσει το ορθοδοξοπατερικό υπόβαθρο της παράδοσης, μέσα από τρία επίπεδα: το «ιεραρχικό σχήμα του κόσμου», τον «καταστατικό χάρτη σύμφωνα με τον οποίο οφείλουν να προσαρμόζουν τη συμπεριφορά τους» μόνο οι Χριστιανοί, και το σωτηριολογικό χαρακτήρα του κηρύγματός του. Θεωρητικό εφαλτήριο του αφυπνιστικού και αναγεννητικού έργου του, υπήρξε η εντελέχεια της ορθόδοξης θεολογικής διδασκαλίας. Από την άλλη πλευρά, δεύτερος, ο Μακρυγιάννης με το γραπτό λόγο του, αυτοβιογραφούμενος και «μετέωρος ανάμεσα σε δύο πολιτισμούς», αυτόν της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής Ελλάδας, βαπτισμένος στον απόηχο του κηρύγματος του Πατροκοσμά – πολύ ορθά εδώ η συγγραφέας θεωρεί ότι ο νεαρός Μακρυγιάννης γαλουχήθηκε με τον παιδαγωγικό λόγο του, γι’ αυτό κατά τη άποψή μου, η σχέση του με την Ορθοδοξία υπήρξε καθάρια και βιωματική – εξέφραζε τις παραδοσιακές συνισταμένες του βίου των Νεοελλήνων, υιοθέτησε και αυτός, με κάποιες βέβαια αποκλίσεις, την «ιεραρχική αντίληψη του κόσμου» και κινήθηκε με άνεση στην «καθημερινότητα της λαϊκής παράδοσης».

Αξιοσημείωτη είναι η άποψη της συγγραφέως για την «προνομιακή αντίληψη της ιστορίας», που ως «παράμετρος της πολιτισμικής ηγεμονίας» έγινε το κυρίαρχο πολιτισμικό ιδεώδες της προεπαναστατικής και μετεπαναστατικής ελληνικής κοινωνίας. Πρόκειται, για το ιδεολογικό πλαίσιο πάνω στο οποίο η Εκκλησία των χρόνων της Τουρκοκρατίας, με εκφραστή το Οικουμενικό Πατριαρχείο, στήριξε  ιδεολογικά και κατοχύρωσε την «εθελοδουλία» και την «αυτοπροστασία» της, όχι μόνο από τον Τούρκο κατακτητή, αλλά και από τον κίνδυνο του διαφωτιστικού ιδεολογικού ρεύματος, με κύριους εκφραστές τους Κολλυβάδες Πατέρες του Αγίου Όρους. Ο Πατροκοσμάς και σε ανάλογο επίπεδο ο Μακρυγιάννης, δείχνουν να αντιπροσωπεύουν και να υιοθετούν την πατροπαράδοτη βυζαντινή προοπτική, βάση της οποίας κάθε «συμβιβασμός» με την εκάστοτε πολιτική δύναμη, βασιζόταν στο σύστημα των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας, που είχε διαμορφωθεί από τα χρόνια του Μ. Κωνσταντίνου.

Το βιβλίο της Ευαγγελής Ντάτση, σε έκδοση φροντισμένη, αποτελεί ευπρόσδεκτη συμβολή στην ιστορία των ιδεολογιών και νοοτροπιών του πνευματικού μας βίου, στα τελευταία χρόνια της Τουρκοκρατίας.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Η ΒΙΒΛΙΟΘΗΚΗ ΤΗΣ ΜΟΝΗΣ

Αξιόλογο μνημείο της παιδευτικής δράσης της Μονής Προυσού, ιδιαίτερα κατά την εποχή της Τουρκοκρατίας, υπήρξε η πλουσιότατη βιβλιοθήκης της. Πρωτεργάτης ίδρυσής της ήταν ο λόγιος ηγούμενός της, ο Κύριλλος Καστανοφύλλης. Σ’ αυτόν οφείλεται η συγκρότηση μεγάλου μέρος των συλλογών της, χειρογράφων και εντύπων.

Αξιοσημείωτο είναι εδώ το γεγονός ότι ο Iωάννης Tέντες, μαθητής του κορυφαίου ιστοριοδίφη Σπυρίδωνα Λάμπρου, στα 1913, συνέταξε το πρώτο κατάλογο χειρογράφων που απόκεινται σ’ αυτή, ο οποίος και δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Νέος Ελληνομνήμων, 10, 3 (1913), σσ. 289-321.

Έκτοτε, στα 1980, σε αποστολή του Ιστορικού και Παλαιογραφικού Αρχείου του ΜΙΕΤ, εντοπίστηκαν άλλα 21 χειρόγραφα, που χρονολογούνται από τον 16ο αιώνα και μετά.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΚΗ ΤΕΚΜΗΡΙΩΣΗ

Γενικά για τη Μονή Προυσού, σημαντικό είναι το αφιέρωμα της εφ. Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ· περιοδικό: Επτά Ημέρες

http://wwk.kathimerini.gr/kath/7days/1999/08/14081999.pdf

«Καρτέρι της θάλασσας.

Όρθια Παναγιά στα μπλέ όπου αποβραδίς γονατίζει το πράσινο.

Ολόγυρά της βουίζουν ανθάκια βουνίσια τάματα

                 που ξωκείλαν απ’ τις στενές νερομάννες.

Ροδιά ανθομάντιδα τα λουλούδια της στρέφει

                με τα χωνάκια γυρημανούσα φάρων πληθύς

Κι’ αδειάζουν τον Ήλιο στης αρμύρας το μεταξωτό φωτοστέφανο.

Άσπρο φως που ταξιδεύει ένα μέτρο πάνω απ’ τα κύματα

               με διπλό του Φωτοφόρου το άστραμμα

Η Κυρά λυγερόκορμη με δίφορη στο Βρέφος αγάπη αγάπη

              στον πυρετό η λεχώνα Ελλάδα…»

Δια χειρός ΜΑΡΚΟΥ ΑΝΤΩΝΙΟΥ,  Ιερή Γεωγραφία, εκδ. Συνάντηση, Θεσσαλονίκη 1992, σ. 9.

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Προανάκρουσμα 

Γιατί φευγαλέες ματιές οι παρακάτω επιστολικές διδαχές; Ίσως, αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Απαντώ: γιατί δεν τις συναντούμε συχνά σήμερα, σπανίζουν. Είναι ειπωμένες από έναν Διδάσκαλο του Γένους και μάλιστα ιερωμένο και άγιο της Εκκλησίας μας, που στα δύσκολα χρόνια της σκλαβιάς του 17ου αιώνα στον Οθωμανό κατακτητή, ως «επιφανής και θείος διδάσκαλος / βίου σεμνότητος / και πάσης γνώσεως θείος εκφάντωρ», όπως λέει και το απολυτίκιό του, έχοντας το μοναχικό σχήμα, ενώ έκαμε συνεχή γκέλ με τα επουράνια, όπως άλλωστε έκαμαν και οι βυζαντινοί προπάτορές του, ταυτόχρονα λειτουργούσε και ως άριστος πνευματικός πατέρας. Και λέω γκέλ, χωρίς ελπίζω να παρεξηγηθώ. Βρήκα τη λέξη γραμμένη σ’ ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε πριν δύο χρόνια, του οποίου ο συγγραφεύς είναι υιός πιστού τέκνου της Εκκλησίας μας, με συγγραφική δράση που παραπέμπει σε βυζαντινούς συγγραφείς. Ομιλώ για τον Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκη, υιό του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη.

Αξιοζήλευτη πράγματι η δράση και αξιοζήλευτος ο βίος του Διδασκάλου του Γένους, του Ευγενίου Γιαννούλη ή Ιωαννουλίου επί το λογιότερον.

Ο Ευγένιος Γιανούλης, ρήτορας και πνευματικός πατέρας του κάλλους, της αγάπης και της παιδείας

Πρόπερσυ ετοιμάζοντας μερικές αρχικές σημειώσεις για ένα Συνέδριο που είχα προσκληθεί να συμμετάσχω στη Ναύπακτο, ομιλώντας σ’ αυτό για τη θέση του Ευγενίου Γιαννούλη στη θεολογική σκέψη του 17ου αιώνα, με βάση τα επιστολικά του κείμενα, στο περιθώριο εκείνων των σημειώσεων κράτησα και κάποιες άλλες, για τις ανάγκες ενός άρθρου, στις απαιτήσεις ενός ιστολογίου.

Ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης, υπήρξε μια ιδιαίτερα χαρισματική προσωπικότητα. Ανακηρυχθείς την 1η Ιουλίου 1982 από το Οικουμενικό Πατριαρχείο άγιος της Ανατολικής Ορθόδοξης Εκκλησίας,  ταυτόχρονα υπήρξε κι ένας από τους σημαντικότερους Διδάσκαλους του Γένους μας, αλλά κι ένας διαπρεπής μοναχός και πνευματικός πατέρας. Μολονότι το συγγραφικό του έργο δεν είναι εφάμιλλο άλλων συγχρόνων του λογίων, όπως ο διδάσκαλός του Θεόφιλος Κορυδαλλέας –εδώ θα ήθελα να υπομνήσω το εξής: κι τούτος ο λόγιος κληρικός υπήρξε κορυφαία προσωπικότητα, με καλή γνώση του Αριστοτέλη, εξ’ ου και ο ορισμός νεοαριστοτελιστής· δύστροπος όμως χαρακτήρας, στον οποίο ο όσιος Ευγένιος έκαμε υπομονή και πιστά τον διακονούσε – η πυκνή αλληλογραφία του με επιφανείς λογίους της εποχής του, μαρτυρούν έναν πολυδύναμο λόγιο, που ακολούθησε τη μακρόσυρτη πορεία της πατερικής παράδοσης, τοποθετώντας «το διαφωτιστικό του έργο σε άλλη βάση: στην άσκηση, την ταπείνωση, την κάθαρση της καρδιάς, την πατερική σοφία, συνδέοντας έτσι αγιοπατερικά την παιδεία με την εκκλησιαστικότητα», όπως γράφει σε μια μελέτη του ο αγαπητός και σεβαστός καθηγητής πανεπιστημίου παπα-Γιώργης Μεταλληνός. Αν και η προσωπικότητα του οσίου Ευγενίου επαρκώς από την ιστορική και θεολογική επιστήμη έχει μελετηθεί, εκείνο που εδώ αξίζει να τονιστεί είναι το γεγονός ότι έζησε και έδρασε σε μια εποχή όπου ο υπόδουλος Ελληνισμός, συνεχώς βρισκόταν κάτω από την εκβιαστική και πολλές φορές βίαιη επιρροή της προπαγάνδας της Δυτικής Εκκλησίας. Η προσπάθεια της Ρωμαιοκαθολικής Εκκλησίας να διεισδύσει στον ευρύτερο μεσογειακό χώρο, που τότε βρισκόταν υπό τον οθωμανικό ζυγό, μετά την εμφάνιση της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης τον 15ο αιώνα, πήρε διαστάσεις κυριολεκτικά μιας ακόμη «άλωσης» του ορθόδοξου πληθυσμού, πνευματικής τούτη τη φορά και όχι με τα όπλα, όπως οι δύο προηγούμενες του 1204 και του 1453, που σήμαιναν και το θάνατο της Βυζαντινής Οικουμένης. Στην άριστα καλά οργανωμένη «ιεραποστολική» προσπάθεια της Δυτικής Εκκλησίας, υπό το πρόσχημα ότι η υπόδουλη Ορθόδοξη Ανατολική Χριστιανοσύνη, είχε ανάγκες διδαχής και στήριξης στην πίστη, και οι δύο πόλοι (Ρωμαιοκαθολικισμός και Προτεσταντισμός), μέσω πολλαπλών τεχνασμάτων προσηλυτισμού, στόχο είχαν την προσέγγιση ή ακόμη και την ένωση με την Ορθόδοξη Ανατολική Εκκλησία.

Στην υπόγεια διαμάχη της Μεταρρύθμισης και της Αντιμεταρρύθμισης, η Ορθοδοξία βρέθηκε σε μια πρωτοφανή για τον εαυτό της ιστορική και εκκλησιαστική αμηχανία. Πλειάδα Ελλήνων λογίων, οι περισσότεροι ανήκαν στον ανώτερο κλήρο, σπουδασμένοι στη Δύση, προκριμένου να εξασφαλίσουν ένα αξιοπρεπές μορφωτικό επίπεδο των υπόδουλων Ελλήνων, εκ των πραγμάτων θητεύοντας στις νεωτερικές ουμανιστικές ιδέες της Εσπερίας, εσκεμμένα συμπορεύτηκαν με αυτές, διακινδυνεύοντας ωστόσο πολλές φορές την ορθόδοξη πίστης τους.  Οι περιπτώσεις είναι πολλές. Αρκούμε μόνο σε μια. Σ’ αυτή του Κυρίλλου Λουκάρεως, Οικουμενικού Πατριάρχη από το 1620 μέχρι τον μαρτυρικό του θάνατο το 1638 (με μικρά χρονικά διαστήματα εκλέχθηκε πέντε φορές). Στην ηγετική αυτή μορφή, την τόσο πλούσια σε παιδεία και δράση, για μια εικοσαετία σχεδόν, σαρκώθηκε ολάκερο το δράμα του υπόδουλου Ελληνισμού του πρώτου μισού του 17ου αιώνα. Η μέχρι σήμερα θεολογική και ιστορική έρευνα, αποδίδει στον Κύριλλο Λούκαρι εκείνη την τεράστια μάχη να διασωθεί το Γένος από τον ιστορικό αφανισμό του. Ωστόσο, εκείνο που βάρυνε ιδιαίτερα την προσωπικότητά του, ήταν η επίμαχη Ομολογία που εκδόθηκε στη λατινική γλώσσα το 1629 στην Γενεύη. Τούτη και για τους Προτεστάντες και για τους Ρωμαιοκαθολικούς, έγινε το «λάβαρο μια εκπληκτικής σε έκταση και μεθοδικότητα προπαγανδιστικής εκστρατείας» προς την Ορθόδοξη Ανατολή, με κύριο στόχο τον προσηλυτισμό όλων των ορθόδοξων πληθυσμών. Τί ωστόσο συνέβη κι αν πράγματι ο Λούκαρις υπέγραψε την περίφημη Ομολογία, νομίζω ότι η άποψη που θέλει τον μαρτυρικό Οικουμενικό Πατριάρχη να τρέφει μια «συμπάθεια» προς τον Προτεσταντισμό, αλλά να μην «αφίσταται από τη θέση της Ορθοδοξίας», είναι ορθή, γεγονός που ενισχύεται και από το σεβασμό που έτρεφαν προς αυτόν, τον άγιο πια Κύριλλο Λούκαρι, στο σύνολό του ο υπόδουλος Ελληνισμός και πολλοί λόγιοι κληρικοί, όπως ο όσιος Ευγένιος Γιαννούλης που συνέγραψε το βίο και σχετική ακολουθία του.

Ο Ευγένιος Γιαννούλης ως επιστολογράφος

Αδιαμφισβήτητο παραμένει το γεγονός ότι τα επιστολικά κείμενα των χρόνων της Τουρκοκρατίας, αποτελούν ένα ιδιότυπο ιστορικό και γραμματειακό τεκμήριο, μέσω του οποίου με ακρίβεια εικονογραφείται η εποχή όπου ζει και δρα ο λόγιος επιστολογράφος συγγραφέας. Στο αχανές και εξαιρετικά πλούσιο επιστολογραφικό υλικό, που είναι διασκορπισμένο σε πολλές βιβλιοθήκες της Ελλάδας και του εξωτερικού, το κατά καιρούς εκδιδόμενο είτε σε συλλογές, είτε μεμονωμένο, μεγάλη μερίδα Ελλήνων λογίων επάξια συνέχισαν τη βυζαντινή επιστολική παράδοση. Οι επιστολές του οσίου Ευγενίου διακρίνονται για την άριστη ελληνική παιδεία που είχε, αλλά και καλή γνώση του γραμματειακού αυτού είδους, και βέβαια, για το λογοτεχνικό τους ύφος. Ένα μακρύς κατάλογος λογίων που σχετίσθηκαν μαζί του – αναφέρω εδώ ενδεικτικά τον Ιωάννη Καρυόφυλλη, τον Μανολάκη Καστοριανό, τον άγιο Αναστάσιο Γόρδιο, τον Διονύσιο Λαρίσης, τον Νεόφυτο Αδριανουπόλεως, τον Παναγιώτη Νικούσιο, τον Οικουμενικό Πατριάρχη Παρθένιο Δ΄, κ. ά. –  με τους οποίους είχε πυκνή αλληλογραφία, αποδεικνύουν πόσο ισχυρή προσωπικότητα ήταν ο όσιος κληρικός των Βραγγιανών Αγράφων, μολονότι διακρινόταν για την ταπεινοφροσύνη του.

Λέγω ταπεινοφροσύνη παραπέμποντας στα όσα επισημαίνει ο ίδιος σε μια επιστολή του προς τον τότε Επίσκοπο Δημητριάδος, τον Οκτώβριο 1662: «οι μεγάλοι, δεσπότα, θρόνοι και οι λαμπροί και οι πολυπρόσοδοι βαθμοί και τα λοιπά αξιώματα μετά φρονήσεως, αρετής και λόγου οικονομούμενα πολλά τους τοιαύτους ωφέλησεν οικονόμους και σχεδόν ισοθέους πεποίηκε· τους κατά τας αυτών ορέξεις και πεπλανημένας θελήσεις τα της εκκλησίας φθείροντες και τα κοινά ως ίδια ιδιοποιούντας συμβαίνει το εναντίον. Θαρρώ να ήκουσε ποτέ προσευχήν τινός ιερωμένου “Μη με, λέγων παντεπίσκοπε Λόγε, ως ιερωμένον και μυστηρίων αγίων υπηρέτην εξετάσης ή βασανίσης, μήτε να έλθης ποτέ εις κρίσιν μετά του δούλου σου”. Φρόντιζε, δέσποτα, των καλών έργων και προτίμα πάντα των ρεόντων τα μένοντα· γίνου πιστός και φρόνιμος οικονόμος· ευλαβού της επισκοπής το αξίωμα και της ιερωσύνης το ύψος· μνημόνευε αεί των εσχάτων· συλλογίζου την απόδοσιν της οικονομίας και του αρχιποίμενος Χριστού την μέχρι και αργού λόγου εξέτασιν, όστις σου διατηροίη τον βαθμόν επηρείας δαιμονικής εκτός και επιβουλής εχθρών υψηλότερον, μετά δε την εντεύθεν του βίου τούτου απαλλαγήν να την αξιώση της των σωζομένων μερίδος και της χοροστασίας των εκλεκτών· αμήν».

Μελετώντας εδώ και χρόνια επισταμένως ολάκερο το επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, έχω διαπιστώσει την ασίγαστη ανάγκη αυτού του ευσεβή «πατριάρχη» της ελληνικής παιδείας του 17ου αιώνα για επικοινωνία με ανθρώπους απλούς, αλλά και ανθρώπους των γραμμάτων και της Εκκλησίας. Κι όχι μόνο την επιθυμία του, αλλά και την αγάπη του να ζει και να απολαμβάνει τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Γράφει σε άγνωστο ιερέα: «η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμεστεν συχνά.

Άφησα προτελευταία τη φευγαλέα ματιά μου στο επιστολικό έργο του οσίου Ευγενίου, άκρως επίκαιρη κι αυτή, μιας και ομιλεί για εκπαιδευτικά ζητήματα. Καλός μελετητής του έργου του επισημαίνει ότι «τόσος ήτο ο διδασκαλικός του ζήλος, ώστε όταν καταλαμβανόμενος από το γήρας δεν ημπορούσε να διδάσκη ο ίδιος, “ουκ επαύετο του προτρέπειν τους δυναμένους λόγων αντέχεσθαι”. Μονίμως συνιστούσε να ιδρύουν σχολεία και ν’ ασκούν με αφοσίωσιν το ιερόν λειτούργημα». Ένα παράδειγμα είναι νομίζω ενδεικτικό της αγάπης του οσίου Ευγενίου για την παιδεία. Σε επιστολή του προς τον Μανολάκη Καστοριανό, τον πρώτο Έλληνα έμπορο που συστηματικά δούλεψε για την ίδρυση σχολείων στον τουρκοκρατούμενο Ελληνισμό, τον παρακαλεί να συνδράμει στη λειτουργία αντίστοιχης σχολής στη γενέτειρα, το  Αιτωλικό: «ηθέλαμεν και ημείς να συνδράμωμεν με κάποιους χριστιανούς φιλαρέτους άμα μικράν τινα σχολήν εις τι χωρίον της Αιτωλίας προκαθεζόμενον των άλλων, Ανατολικόν λεγόμενον· και τούτο το εκάμαμεν δια να μανθάνουσι γράμματα παιδία τινών πατέρων πτωχών, δια να είναι πρώτον εις δόξαν Χριστού και εις υπηρεσίαν των μυστηρίων της εκκλησίας  και εις βοήθειαν μικράν των χριστιανών. Αν είναι γουν ο ορισμός της να ανοίξη πηγήν μικράν εις τοιούτον διψασμένον τόπον, θέλει κάμει πολλά καλόν και θαυμάσιον και εις τον θεόν του ουρανού και της γης ευπρόσδεκτον· ει δε μη γε, ας είναι καλά και ας ευοδούται εις όσα θέλει η παντοδύναμος χάρις του Χριστού η υπερέχουσα πάντα νουν και λογισμόν ανθρώπινον». Ιδρύστε σχολειά έλεγε ο όσιος Ευγένιος, ιδρύστε σχολειά έλεγε κι ένας άλλος άγιος της Εκκλησιάς μας, ο Πατροκοσμάς ο Αιτωλός.

Θα κλείσω το άρθρο μου με έναν ακόμη επίκαιρο λόγο από τα επιστολικά κείμενα του οσίου Ευγενίου. Δεν θα χρειαστεί σχολιασμό. Είναι κατανοητά όσα γράφει. Περιγράφουν την εποχή του, αλλά δίνουν και τον αντίστοιχο τόνο στη δική μας. Σταράτα λόγια προς κάποιον λογιώτατον Αλέξανδρο: «πολλοί πανταχού οι χειμώνες, ασύγκριτα, λογιώτατε τα ναυάγια· εν χρω μάλλον αι συμφοραί, εκύκλωσαν ημάς τα κακά ως αι μέλισσαι κηρίον· αν το θείον επινυστάξει, το παν φευ ανατραπήσεται ταις υπέρ λόγον εισφοραίς και ταις βαρείαις εισπράξεσιν. Η καταδρομή των φορολόγων αδυσώπητος, το υκήκοον επικαλείται τον θάνατον μάλλον ή το ζην».

Από τα όσα εν συντομία παραπάνω ελέχθησαν, άξιο παρατήρησης των επιστολικών κειμένων του οσίου Ευγενίου είναι ότι αυτά υπήρξαν ένα βασικότατο κάτοπτρο, μέσω του οποίου αντανακλάται όχι μόνον η προσωπική μορφωτική και επιστημονική του συγκρότηση, αλλά και το πολύπλευρο εκπαιδευτικό, κοινωνικό και ιερατικό του έργο. Ιδού πως: «μη γένοιτο Χριστέ, και Χριστού κράτος, να ολισθήσω εγώ ποτέ εις τοσαύτην ηλιθιότητα και απάνθρωπον κακίαν να ρίψω εις τον βυθόν της λήθης την ακαπήλευτον φιλίαν της σης αιδεσιμότητος, το άδολον, το φιλάνθρωπον, το επιεικές, το ήμερον, το προσηνές, το απλούν, το άκακον και τα άλλα όσα είναι της φιλίας συστατικά και τον αληθή χαρακτηρίζει φίλον και Θεού άνθρωπον». Ο αποδέκτης αυτών των γραφομένων ήταν ο τότε Άρτης Χριστόδουλος. Κι αυτό, ακόμη μια φευγαλέα ματιά, επίκαιρη, Ανατολής φως.

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Τέτοιες μέρες του Αυγούστου, κάθε χρόνο, όσο πλησιάζει η γιορτή της Κοιμήσεως της Θεοτόκου, στο μυαλό μου έρχεται και θρονιάζει η  εικόνα της Παναγίας με το Βρέφος, έργο του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, εκείνου του ιδιαίτερα ασυνήθιστου ανθρώπου, που γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα, υπήρξε πρωτοποριακός για την εποχή του πεζογράφος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και φαρμακοποιός στο επάγγελμα. Πολυδιάστατη πράγματι προσωπικότητα. Αφηγητής ρευστού και ιδιαίτερα δύσκολου λόγου. Και βέβαια, βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος, όχι όμως εκείνης της θρησκευτικότητας της «ζητοορθοδοξίας» και του ευσεβισμού, που τέτοιες νοοτροπίες, δυστυχώς, ευδοκιμούν πολλές σήμερα στον εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο.

Για τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του έργου του ενδεικτικά βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, Λόγος εις τον Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, εκδ. Ροές, Αθήνα 1988. ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, Μνήμης Ένεκεν. Ν. Γ. Πεντζίκης, εκδ. Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βεροίας, 1996. Σημαντικό είναι και το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ: Ν. Γ. Πεντζίκης. Ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, (Κυριακή 2 Μαρτίου 1997). Πρβλ. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1970). Εκδόσεις και δημοσιεύσεις, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1971.

ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, Η Παναγία και το Βρέφος

Π Ρ Ο Σ Ω Π Ι Κ Η   Κ Α Τ Α Θ Ε Σ Η

«Ότι είμαι το οφείλω τόσο στις ρίζες μου όσο και στα βιώματά μου», γράφει σ’ ένα από τα βιβλία του ο αξέχαστος Κωστής Μοσκώφ, (Στα όρια του Έρωτα και τις Ιστορίας, εκδ. Ιανός, Θεσσαλονίκη 1997, σ. 7). Προφανώς, εδώ, ο Μοσκώφ μιλά για ρίζες ελληνορθόδοξες και οικουμενικές συνάμα. Γι’ αυτές, ευτυχώς, οι περισσότεροι από εμάς του θεολόγους που διδάσκουμε το Μάθημα των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στα σχολειά μας παλεύουμε καθημερινά να διασώσουμε, ενάντια στα εθνομηδενιστικά και μηδενιστικά τσιτάτα ουκ ολίγων «πληκτικών γεροντοκόρων», καθώς έλεγε κάποτε ο «νιόνιος» Διονύσης Σαββόπουλος, οι οποίες/οι αρέσκονται να μιλούν για εξοβελισμό του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) από τα Προγράμματα Σπουδών της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης και την παράλληλη θεσμοθέτηση να γίνει μάθημα προαιρετικό.

Το παρακάτω Δελτίο Τύπου του Πανελλήνιου Θεολογικού Συνδέσμου ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης, αποτυπώνει την αγωνία των Θεολόγων Καθηγητών της πατρίδας μας για την ακόμη μια φορά παλινωδία θεσμικών οργάνων της Ελληνικής Πολιτείας γι’ αυτό το ζήτημα. Ορθότατα τονίζεται «ότι κάθε αναψηλάφηση του καθεστώτος απαλλαγής από το μάθημα των Θρησκευτικών, έστω και υπό το κράτος αποφάσεων – συστάσεων ανεξαρτήτων αρχών, θα είναι επιζήμια τόσο για το ίδιο το μάθημα όσο και για την ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων».

Ελπίζω ότι η νέα σχολική χρονιά που τον Σεπτέμβριο θα αρχίσει να μην ταλαιπωρήσει ξανά διδάσκοντες και διδασκόμενους, για ένα θέμα, αυτό της απαλλαγής μαθητών/τριών, το οποίο μάλιστα έχει διευθετηθεί ικανοποιητικά.

Δ Ε Λ Τ Ι Ο   Τ Υ Π Ο Υ

Χολαργός  4 Αυγούστου 2015

Τα τελευταία χρόνια κάθε καλοκαίρι (συνήθως Αύγουστο) η εκπαιδευτική κοινότητα πληροφορείται νέα μέτρα και νέες ρυθμίσεις που αφορούν σε κρίσιμα για την σχολική ζωή ζητήματα. Ιδιαίτερες «τραυματικές εμπειρίες» έχει αποκομίσει η θεολογική εκπαιδευτική κοινότητα από αιφνίδιες αποφάσεις που σχετίζονται με το πλαίσιο διδασκαλίας και παρακολούθησης του μαθήματος των Θρησκευτικών. Οι εγκύκλιοι του 2008 (περί απαλλαγών) και όσες ακολούθησαν προσπαθώντας να «θεραπεύσουν» τις πληγές που άνοιξαν οι πρώτες, είναι ενδεικτικές της βούλησης του υπουργείου Παιδείας για την ρύθμιση ή απορρύθμιση ενός θέματος που ως μη όφειλε, αναδείχθηκε σε πρώτης γραμμής πρόβλημα για εκπαιδευτικούς (διδάσκοντες και σχολική διοίκηση), γονείς και μαθητές.

Η πρόσφατη – εκ νέου – ανακίνηση μέσω δημοσιευμάτων στον ημερήσιο Τύπο του ζητήματος της απαλλαγής από το Μάθημα των Θρησκευτικών και η «καταιγιστική» ανταλλαγή απόψεων, θέσεων και αντιθέσεων στα μέσα ηλεκτρονικής κοινωνικής δικτύωσης, θέτουν και πάλι, στο προσκήνιο της  εκπαιδευτικής επικαιρότητος ένα ζήτημα, για το οποίο όλες οι θεολογικές ενώσεις είχαν συμφωνήσει ότι είχε με ικανοποιητικό τρόπο διευθετηθεί με την  κοινοποίηση  της τελευταίας εγκυκλίου (23/1/2015),στις σχολικές μονάδες.

Ο σύλλογός μας θεωρεί ότι κάθε αναψηλάφηση του καθεστώτος απαλλαγής από το Μάθημα των Θρησκευτικών, έστω και υπό το κράτος αποφάσεων – συστάσεων ανεξαρτήτων αρχών, θα είναι επιζήμια τόσο για το ίδιο το μάθημα όσο και για την ομαλή λειτουργία των σχολικών μονάδων, όπως έχει ήδη εξηγήσει, μέσω εμπεριστατωμένου υπομνήματος που είχε αποστείλει  στο υπουργείο (Σεπτέμβριος 2014). Εκεί είχαμε με έμφαση τονίσει πως η όποια μελλοντική ρύθμιση του υπουργείου για το θέμα αυτό θα έπρεπε να βασίζεται  σε τρεις βασικούς άξονες: 1. Στην ισονομία των μαθητών μέσα στη σχολική κοινότητα  όσον αφορά τον αριθμό των διδασκόμενων μαθημάτων. 2. Στο σεβασμό της διακριτής ιδιαιτερότητας  κάθε μαθητή, στο πλαίσιο της οποίας μπορεί να ασκεί νομίμως  το δικαίωμα  της   απαλλαγής,  και 3. Στην υψηλή παιδευτική αξία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, που σε περιόδους ιδιαίτερα, όπως η σημερινή, της ποικιλώνυμης κρίσης, μπορεί και μέσω του περιεχομένου του αλλά και με την προσωπική συμβολή  όσων το διακονούν μέσα στη σχολική τάξη, να προσφέρει μεγάλες υπηρεσίες στη χειμαζόμενη Ελληνική κοινωνία.

Επομένως πιστεύουμε και ελπίζουμε πως το υπουργείο Παιδείας δεν θα «ανοίξει» και πάλι ένα θέμα, εφόσον δεν υφίσταται προφανής αιτία. Οι όποιες γνωματεύσεις των ανεξαρτήτων αρχών, που σημειωτέον λειτουργούν εντός – και με την έγκριση – της συντεταγμένης Πολιτείας, είναι μεν σεβαστές εφόσον στηρίζονται σε αναντίρρητες πραγματικότητες, ωστόσο δεν μπορεί να αποτελούν το μοναδικό σύμβουλο της  βούλησης ενός υπεύθυνου πολιτικού θεσμικού οργάνου, που αποφασίζει και λειτουργεί με γνώμονα την παιδαγωγική  αξία και σκοπιμότητα ενός πολυφωνικού και πλουραλιστικού ωρολογίου εκπαιδευτικού προγράμματος, την ιστορία και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης στο νεότερο ελληνικό κράτος και φυσικά την πανθομολογούμενη ιδιαίτερη πολιτισμική παράδοση του τόπου αυτού, αναπόσπαστο στοιχείο της οποίας αποτελεί η σύνδεση της καθημερινότητας με τις ποικίλες εκφράσεις της  εκκλησιαστικής εμπειρίας, όπως αυτή ποικιλότροπα αποκαλύπτεται στη λατρεία, την τέχνη, τη θεολογία  και την ίδια τη ζωή.

Για το Δ.Σ

Ο Πρόεδρος                                                                                                                                                

ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΜΟΣΧΟΣ                                                                                                            

Επικ. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής

Ο Γ. Γραμματέας

ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Διευθυντής Λυκείου