ailiadi's blog

"Ποίηση, ζωγραφική, ιστορία, πολιτισμός ως έννοιες αδιαπραγμάτευτες"

«Τα χρόνια της ανοιχτής καρδιάς» Ενότητα 8η. Αμαλίας Κ. Ηλιάδη

Κάτω από: ΓενικάΑΜΑΛΙΑ ΗΛΙΑΔΗ στις 11:25 μμ στις Απρίλιος 27, 2012

«Αισθητική περιπλάνηση στη Βόρεια Πίνδο» (Φωτογραφίες)

Αυτή η περιπλάνηση μ’ έκανε να κοιτάξω κατάματα τα ορεινά τοπία της ψυχής μου. Ως τώρα νόμιζα πως ο μέσα μου χώρος καλυπτόταν από θάλασσα, απ’ άκρη σ’ άκρη. Όμως τα βουνά, σαν άλλα ηφαίστεια απόκοσμα, τινάχτηκαν μπροστά μου μεγαλόπρεπα, ξυπνώντας την κυτταρική μου μνήμη… Μα πέρα απ’ την ανάκληση προσωπικών και συλλογικών βιωμάτων, αυτή η περιπλάνηση στο χώρο και στο χρόνο της Βόρειας Πίνδου είναι από μόνη της μια οπτική τέρψη.

Οι φωτογραφίες παγιδεύουν το άυλο πάθος της στιγμής χωρίς να το παγώνουν. Χωρίς να του αφαιρούν την κίνηση. Έτσι, τα σύννεφα στροβιλίζονται σαν διάττοντες, τα δέντρα, είτε θαλερά είτε ξερά, μιλούν τη γλώσσα του ανθρώπινου σώματος, τα ερείπια των εγκαταλειμμένων σπιτιών κρύβουν ζηλότυπα μυστικά, τα ερημικά εικονοστάσια περικλείουν συμπαντικές δυνάμεις, τα μονοπάτια οδηγούν στον ουρανό, οι άνθρωποι κι ο μόχθος τους φαντάζουν ασήμαντοι μπρος στην απολυτότητα της κυρίαρχης φύσης του βουνού.

Κάθεσαι ν’ ένα παγκάκι ν’ ατενίσεις τον ορίζοντα και νιώθεις μόνος και μικρός. Ο ουρανός κι η γη ενώνονται όπως τα τοξωτά γεφύρια ενώνουν αντικρινά χωριά και πνίγεται η σκιά τους στο ποτάμι… Κάποτε σηκώνεσαι κι ο άνεμος του βουνού σου ανοίγει το δρόμο. Νιώθεις πως ήρθε ο καιρός να γυρίσεις γιατί περιπλανήθηκες στα πιο δύσβατα μονοπάτια της μέσα και της έξω σου πατρίδας.

«Μια ακριβή αγάπη»

Μια ακριβή αγάπη λαχαίνει στη ζωή του καθενός. Κι αυτή για μένα είναι η αγάπη της αδερφής μου. Κι όμως, είμαι καταδικασμένη να τη στερούμαι για καιρό. Είναι τόσο δύσκολο λοιπόν ν’ αδράξω την ευτυχία που μου αναλογεί και που ταυτίζεται με το να είμαι κοντά στην αδερφή μου; Μόνο αυτό ζητώ, κι όμως αυτό δεν έχω. Φαίνεται πως στερούμαι το πιο πολύτιμο πρόσωπο, το πιο κοντινό, το πιο οικείο, το πιο αγαπητό. Στερούμαι στη ζωή μου τα πολλά και παίρνω τόσο λίγα…

Κι όμως, επιβιώνω και συνεχίζω με την προσδοκία της συνάντησης, χάρη στην υγεία και την εσωτερική μου δύναμη. Ισορροπώ στο τεντωμένο σκοινί και παρουσιάζω καθημερινά, επιτυχώς, το νούμερό μου στους άπληστους και χαιρέκακους θεατές που καραδοκούν για ένα σφάλμα μου, για ένα στραβοπάτημά μου… Μα εγώ υπομονετικά σμιλεύω  τις στιγμές μου. Στο υφάδι του μυαλού μου δεν προφταίνουν να σκαλώσουν αράχνες. Δουλεύω υπομονετικά, ακούραστα, αθόρυβα.

Ποτέ μου δεν αγάπησα το ντόρο, το θόρυβο για το τίποτα. Ούτε τις πομπώδεις και προσποιητές εμφανίσεις. Μ’ έθελγε η απλότητα, η ζεστασιά, η αυθεντικότητα: η εγκάρδια συνεννόηση (χωρίς την ιστορική της βαρύτητα, βεβαίως). Μα, αυτά τα χαρίσματα σπανίζουν στους ανθρώπους. Αντίθετα, περισσεύει η προσποίηση, τα μεγάλα κι ανούσια λόγια, η δολοπλοκία, η ψευτιά και η κρυάδα…

Εγώ κι η αδερφή μου, μέσα σ’ ένα τέτοιο κόσμο, μόνες κι αγαπημένες… Ευτυχώς που έχουμε η μια την άλλη, Θεέ μου, ευτυχώς…

«Ο χρόνος»

Το αίσθημα του ανικανοποίητου

γεμίζει πότε-πότε κάποιες μικρές

χαραμάδες, ελάχιστες οπές

της πολύχρωμης ζωής μου…

πόσο το σήμερα με σημαδεύει

Γίνεται το αύριο σήμερα.

Το σήμερα είναι χθες

Ο χρόνος στις τρεις του διαστάσεις

φλογίζει ασταμάτητα τις μέρες και τις νύχτες μου:

χθες, σήμερα, αύριο.

«Με ανοιχτό παράθυρο»

Άνοιξα το παράθυρο στον κόσμο

στο σπίτι εισχώρησε καπνός

πνιγερός πού’ναι ο αέρας πια

το μέσα δάσος δύσκολα αναπνέει

το έξω δάσος θάλλει επικίνδυνα

αναρωτιέμαι που έχουν κρυφτεί

η υγεία και η αρρώστια

αναρωτιέμαι που έχει κουρνιάσει

η απαντοχή, η αγάπη, η σύμπνοια.

Λέξεις κενές από ουσία σήμερα

Τόσο κοινότυπα «πολιτικές».

«Πες μου τις λέξεις, τις πιο όμορφες…»

Αρέσκομαι στις λέξεις

μα οι λέξεις με προδίδουν.

Τα χρώματα, τα σχήματα, οι ήχοι

γλυκά με ταξιδεύουν

με φιλούν,

πιστοί, αφοσιωμένοι σύντροφοι

Σε μια ζωή φευγάτη από καιρό

ψάχνω να βρω νοήματα

βράχια γερά για να πιαστώ

δραπέτης του μαύρου του πελάγους.

Τ’ αστέρια στέκουν βουβά μες τη νύχτα. Στερεώνουν το χρόνο στο στερέωμα σαν καρφίτσες. Τα πουλιά κρύβονται στα ελάχιστα φυλλώματα και τα μαλλιά μου μπλέκονται στα κλαδιά ενός απογυμνωμένου δέντρου.

Ιανουάριος 1991 – Απρίλιος 1992

«Τρελή χαρά»

Η χαρά των μικρών μαργαριταριών

κρέμεται στο λευκό λαιμό μου.

Κρέμεται και λαμποκοπά

χαρίζοντάς μου αρχοντιά περίσσια.

Ταιριάζει τόσο με την ομίχλη

και την πάχνη του χειμώνα.

Την πάντα μυστηριώδη και γεμάτη

αρρώστια υγρασία της πόλης αυτής

με τον συμβολικό αριθμό τρία.

Τρία παντού, στις χαρές μας και στις λύπες.

Τρία πουλάκια, τρία ζωάκια

Έχω αποτρελαθεί γι’ αυτό και σταματώ

εδώ, προς το παρόν!…

«Η μεγάλη μας παράδοση»

Η Μεγάλη μας Παράδοση πλανάται στον αέρα κι είναι λίγοι αυτοί που την οσμίζονται. Και που οφείλεται η αδυναμία των πολλών να την οσμιστούν; Στο διακριτικό της παρουσίας της; Στη φθίνουσα κι αδύναμη μυρουδιά της; Ή στην ελαττωματική όσφρηση των πολλών; Αυτό το τελευταίο είναι που θλίβει.

«Μυστική ζωή»

Πάντα κρατούσα κάτι μέσα μου. Το προστάτευα απ’ τα βέβηλα χέρια τους, που απλώνονται άπληστα παντού και πάντα. Πάντα μοχθούσα για τη μυστική ζωή μου κι αυτό λογίζεται άθλος προς το φως. Ελευθερία σε ουρανούς μολυσμένους. Άτρωτη να βγαίνω από κάθε χτύπημα μάχης αλύπητης, μάχης ψυχών.

Πέρασα μια νύχτα παράξενη, γεμάτη σύντομες διακοπές, ανεξήγητη αγωνία και ανησυχία και ταχυπαλμία… Κι όλα αυτά οφείλονταν στην περισσή μου ανησυχία, λόγω της απότομης μετάβασης απ’ τον ένα τόπο στον άλλο… Εξάλλου πάντα μισούσα τη νομαδική τσιγγάνικη ζωή με τις συνεχείς μετακινήσεις… Για να δημιουργήσω, για να νιώθω πληρότητα χρειάζομαι σταθερή διαμονή μ’ όλο το χρόνο δικό μου, με πολύ χρόνο δικό μου, μοιρασμένο ανάμεσα στις αγαπημένες μου ασχολίες και δουλειές… Κι όμως ακόμη νιώθω παράξενα… Χρειάζεται χρόνο για να προσαρμοστώ στην καινούργια – παλιά μου πραγματικότητα… Κάποιον εύλογο χρόνο για να μετουσιώσω τις απλές λέξεις σε ποίηση, μια ποίηση που συγκινεί, που αγγίζει την καρδιά κι όχι το μυαλό. Οι εγκεφαλικές σκέψεις κουράζουν. Κι εγώ όλα θέλω να τα κάνω ξέγνοιαστα όπως κάνει κανείς έρωτα, ανέμελα κι όμως υπεύθυνα.

Και ο πανδαμάτωρ χρόνος κάνει το αέναο δρομολόγιό του…

Δεν αντέχω το καταπόντισμα στη λήθη. Γιατί αυτό είναι το φοβερό τίμημα της αγάπης. Αγαπάς και σε καταδικάζουν στη λήθη τούτου του κόσμου. Ίσως σε ξαναθυμηθούν όταν μετοικήσεις στον άλλο. Αυτό για μένα δεν μετρά.

Είμαι υπνωτισμένη, αποσβολωμένη, εξαντλημένη. Η κούραση της μέρας βαραίνει πάνω μου. Κούραση πνευματική, νοητική ψυχική το περισσότερο. Κι αυτές επιδρούν στην κατάσταση του σώματος… Αδυνατεί να υπακούσει… Ζητά μόνο τον ύπνο…

Ψάχνω για να βρω «επίπεδα εδάφη» σαν τον τόπο που μεγάλωσα…

Οι μέρες που περνώ είναι παράξενες… Κουραστικές και εκνευριστικές… Χρειάζομαι αλλαγή παραστάσεων… Μαγειρεμένο φαγητό απ’ τα χέρια μου… ένα ταξίδι απ’ αυτά που θεωρώ σημαντικά… Μ’ ενδιαφέροντα θεάματα… Ένα αξιόλογο θέατρο… Δεν αντέχω τη στασιμότητα, τη ρηχότητα…

Ο χρόνος είναι κάτι μαγικό. Μεταμορφώνει, αλλάζει τα πάντα. Ο χρόνος είναι κάτι άπιαστο, κι όμως γεμίζει τη ζωή μας. Όταν σκέφτομαι το χρόνο που περνά, ζαλίζομαι. Προσπαθώ να φανώ ψύχραιμη, όμως εγώ γνωρίζω την τρικυμία της ψυχής μου, την ταραχή της καρδιάς μου.

Μέσα απ’ το χρόνο που άφησα πίσω μου ανακάλυψα πόσο σκληρή και άδικη είναι η ζωή. Είμαι μόνη. Πονώ, έχω ανάγκη τον έρωτα, την τρυφερότητα, την αγάπη, κι όμως δεν μπορώ να κάνω τίποτα. Είμαι ανήμπορη μπροστά στις αντίξοες περιστάσεις. Νιώθω πως τίποτα δεν μπορώ ν’ αλλάξω μόνη μου. Κι όμως, και τώρα, όπως και πριν καιρό, είμαι απέραντα μόνη.

Απογοήτευση, λυπημένο βλέμμα, τέλμα… Τα ίδια και τα ίδια. Δεν μπορώ. Θέλω να φύγω, να χαθώ. Δεν μ’ αγαπά πια ο Θεός, όπως άλλοτε. Τώρα πια νιώθω ανείπωτα ξεχασμένη. Νυστάζω… Βυθίζομαι…

Οι μέρες κυλούν ανεπαίσθητα. Κι οι ώρες τους γεμάτες θλιμμένες σκέψεις, μάταιη αναπόληση…

Βαρέθηκα να χάνομαι στις ίδιες, λαβυρινθώδεις σκέψεις, που μόνο θλίψη κι απόγνωση έχουν να μου προσφέρουν. Σήμερα, απόλαυσα το μεγαλείο της άγριας φύσης στο δρόμο Καλαμπάκας-Ιωαννίνων.

Πολλές φορές αναρωτήθηκα γιατί νιώθω την ανάγκη να γράφω. Τώρα πια ξέρω πως κάτι που το έχω ανάγκη και μου είναι απαραίτητο, είναι για μένα αυτονόητο. Είναι, όπως κοιτάς απ’ το παράθυρο και αφήνεσαι για λίγο στην ομορφιά της φύσης, του δρόμου… Είναι κάτι που το κάνεις πολλές φορές, καθημερινά, ασυναίσθητα… Κι όμως, η ώθηση που δέχεσαι γι’ αυτό, είναι βαθιά, εσωτερική… Κι ούτε που σου περνά απ’ το μυαλό η σκέψη να το αποφύγεις…

Το ξέρω πως, ίσως, δεν θα γράψω μυθιστόρημα, αλλά θ’ αρκεστώ στο να γράφω για τη ζωή μου, σκέψεις και γεγονότα της προσωπικής, επαγγελματικής και δημόσιας ζωής μου. Κι όλα αυτά είναι η μια και αδιάσπαστη ζωή μου, μια θαυμαστή ενότητα, χωρίς διχασμούς, δισταγμούς και αβάσταχτες παλινδρομήσεις. Δεν απάτησα, δεν έβλαψα κανέναν… είμαι ήσυχη και ευτυχισμένη, περήφανη γιατί αγωνίστηκα σκληρά για να είμαι αυτή που είμαι. Ακέραιη, ειλικρινής, σταθερή.

Μύρισε πια ο τόπος Άνοιξη… Νιώθω την ανάγκη, απλά, να κάνω έρωτα… Μια απλή σωματική ανάγκη, απογυμνωμένη από καθετί βαθύτερο, απ’ την αγάπη που κάποτε πίστευα πως υπήρχε… Τώρα ξέρω πια, πως είναι πολύ δυσεύρετη, σχεδόν ανύπαρκτη στο σκληρό κόσμο μας… Κι οι άνθρωποι που ξέρουν ν’ αγαπούν, είναι απελπιστικά λίγοι… Γι’ αυτό έχω πάψει πια να ελπίζω στην αγάπη, στον αληθινό και «αμετακίνητο»  έρωτα. Δεν μιλώ πια για μεγάλες αγάπες, για αληθινούς έρωτες… Όλα είναι μέτρια, πεζά, συμφεροντολογικά, σκληρά, χωρίς ίχνος ευαισθησίας… Κι οι μεγάλοι ενθουσιασμοί, πάνε πια κι αυτοί… ίσως οριστικά, πλέον, για μένα… Ζω χλιαρά, ανούσια, σα ζώον. Δεν με παρασύρουν πια οι μεγάλες συγκινήσεις, κι οι ατέλειωτες ονειροπολήσεις έχουν τελειώσει για μένα… Κι η φαντασία, κι αυτή σιγά-σιγά απονεκρώνεται…

Είναι Άνοιξη. Η πρώτη Άνοιξη της ζωής μου που είναι τόσο ήρεμη, τόσο συγκρατημένη. Ίσως και να είναι έτσι οι Άνοιξες των γερόντων. Νιώθω πως είμαι γριά.

Κι αυτά τα πρωινά ξυπνήματα στα Τρίκαλα δεν θα ήθελα να τα ξαναζήσω. Να περπατώ στους γνώριμους δρόμους τους και να νιώθω την υγρασία να διαπερνά το σώμα μου, είναι κάτι που μου προκαλεί δάκρυα απόγνωσης.

«Σιγουριά»

Κι η κάθε μου κίνηση

είναι κι αυτή μια θλίψη.

Αργή, βυθισμένη στο τέλμα,

ανέλπιδη, εξαϋλωμένη.

Μισεί την ανθρώπινη υπόσταση

διώχνει από γύρω της

τις ανθρώπινες παρουσίες.

Για το μόνο που είναι σίγουρη

είναι η μοναξιά.

Μες το στροβίλισμα της σκέψης μου ένιωθα να κινείται η γη, νόμιζα πως θα τρελαινόμουνα… το μυαλό που πήγαινε να σπάσει… ένιωθα ότι έφτανα στα όρια της παραφροσύνης…

Νιώθω αμφιβολία για όλα τα ανθρώπινα, υψηλά κι ευγενικά αισθήματα. Για το μόνο που είμαι σίγουρη είναι τα αισθήματα της δικής μου καρδιάς.

Η τύχη είναι αμέτοχη στις επιθυμίες και στις θελήσεις μας.

Ας αφήσω τη ζωή να κυλήσει ήρεμα και αβίαστα όπως έρχεται, χωρίς μάταια και ανούσια πισωγυρίσματα στο παρελθόν.

Σήμερα ξύπνησα την μαγική και παράξενη εκείνη στιγμή που η μέρα διαδέχεται τη νύχτα. Τη στιγμή που το φως σιγά-σιγά διαλύει τα σκοτάδια. Αυτή η στιγμή είναι για μένα στιγμή ακαθόριστης θλίψης, όταν είμαι ξύπνια. Αντικρίζοντας αυτό το παράξενο και θαμπό ημίφως, βούρκωσα γιατί θυμήθηκα τα περασμένα, τις καλές και τις κακές στιγμές. Κι όλα αυτά να περνάνε μπρος τα μάτια μου σαν ριπή ανέμου, όπως όταν ο άνθρωπος βρίσκεται στο μεταίχμιο ανάμεσα στη ζωή και στο θάνατο… Κι οι στιγμές που έζησα, ήταν σαν να μην τις είχα ζήσει εγώ, πραγματικά, αλλά περνούσαν από μπρος μου σαν ένα μεγάλο όνειρο… ένα παράξενο και κακό όνειρο κι ο έρωτας, ψεύτικος κι αυτός… όταν πήγα το Σεπτέμβρη στη Θεσ/νίκη ένιωθα ότι τον κουβαλούσα μέσα μου. Πολλές φορές του μιλούσα νοερά, πιστεύοντας πως μ’ άκουγε και μ’ αγαπούσε ακόμη, όπως παλιά. Και τον καλούσα να έρθει να με σώσει απ’ τις δύσκολες στιγμές μου, απ’ τον αβάσταχτο πόνο μου… Ήταν όμως μια ψευδαίσθηση, μια παράξενη πίστη που, ίσως, σκόπιμα, να μου την καλλιέργησε κι αυτός για να μου γίνει απαραίτητος.. Ακόμη και σήμερα, μετά από εννέα μήνες που είμαι μόνη, του μιλώ μέσα μου σιωπηλά και αυθόρμητα, τον ρωτώ, λες και μ’ ακούει. Ξέρω πως είναι γιατί τον πίστεψα πολύ, τον είχα συνηθίσει, ήταν μέρος της ζωής μου, πίστεψα πως μ’ αγαπούσε και τον αγάπησα. Όμως η αγάπη του δεν είχε καμιά σχέση με τη δική μου. Έχω παύσει να τον κουβαλώ μέσα μου. Έκανα το μεγάλο βήμα προς την αποδέσμευση. Δεν θα επιτρέψω να μ’ επηρεάζει ένας άνθρωπος που δεν έχει ιδέα τί έχω μέσα μου.

Ίσως είμαι πολύ απόλυτη στην αγάπη. Τη θέλω παντοτινή, αδιάπτωτη, ρομαντική. Δεν καταλαβαίνω τον τρόπο που σκέφτονται οι άνδρες. Αναζητούν όλο και περισσότερες περιπέτειες στον έρωτα για να επιβεβαιώσουν τον ανδρισμό τους και δεν προσπαθούν να κρατήσουν μια σχέση στη ζωή, βαθαίνοντας την αγάπη και εξερευνώντας την ανθρώπινη ψυχή της συντρόφου τους. Γιατί η ανθρώπινη ψυχή είναι άβυσσος, δεν εξαντλείται, και χαρίζει πλούσιους τους καρπούς της αγάπης μόνο σ’ όποιον έχει τη δύναμη, την υπομονή και το κουράγιο να την ανακαλύπτει και να την εξερευνά συνεχώς, να της συμπαραστέκεται πέρα απ’ το σώμα.

Όμως οι άνδρες με αντιμετωπίζουν σαν γκόμενα, σαν σώμα, σαν σεξουαλικό αντικείμενο, χωρίς ψυχή και προσωπικότητα. Κι όταν ανακαλύψουν, ότι εκτός από σώμα, διαθέτω κι αυτά, χωρίς να είμαι διατεθειμένη να τα’ απαρνηθώ, φεύγουν μακριά, μ’ εγκαταλείπουν.

Αν και ο τρόπος που ζω είναι μονότονος, χωρίς εξόδους και συγκινήσεις, χωρίς εξάρσεις και ενθουσιασμούς, χωρίς έρωτες και ανεμοστρόβιλους αισθημάτων, ωστόσο είναι ήρεμος, ήσυχος χωρίς έγνοιες και προβλήματα. Ο θρήνος για τη χαμένη αγάπη έχει πια υποχωρήσει, κι έχει δώσει τη θέση του σε μια ήρεμη εγκαρτέρηση, σε υπομονετική αναμονή για κάτι καλύτερο απ’ ότι στο παρελθόν.

Προσαρμόστηκα στους ρυθμούς της Άνοιξης. Η ζέστη δεν μ’ αποκαρώσει πια. Πάντως δε νιώθω τίποτα ιδιαίτερο. Όλα φαντάζουν επίπεδα, γαλήνια, μονότονα. Κι οι μικροχαρές κατήντησαν κι αυτές δεδομένες και αυτονόητες. Τις μεγάλες αγάπες τις πλήρωσα πολύ ακριβά και είμαι, γι’ αυτό, επιφυλακτική και φοβισμένη.

Πόσο διαφορετική ήμουν πριν! Πόσο εύκολα ενθουσιαζόμουν και παρασυρόμουν! Πάντως έχω παραμείνει το ίδιο αληθινή και ειλικρινής. Σ’ αυτό, τουλάχιστον, δεν άλλαξα. Κι είμαι περήφανη γι’ αυτό.

Φοβάμαι. Τους ανθρώπους. Την ψευτιά. Την ασυνέπεια. Τη δειλία. Την κακία και την εκδίκηση. Φοβάμαι…

Θα ήθελα να μπορούσα να πετάξω μακριά απ’ τις ευτελείς έγνοιες και την καθημερινότητα. Θα ήθελα να είχα φτερά να πετούσα πολύ ψηλά στον ουρανό, να μην άκουγα πια τις στριγγιές φωνές των ανθρώπων.

Η μάνα μου είναι τόσο απλοϊκή και ανεγκέφαλη, τόσο μονοκόμματα θρησκόληπτη, που ώρες-ώρες χάνει, εξαιτίας αυτών των χαρακτηριστικών, την ευαισθησία της. Σκέφτεται με πολύ διαφορετικό τρόπο απ’ τον δικό μου. Δεν με καταλαβαίνει κι ούτε μπόρεσε ποτέ να με καταλάβει. Πετάει πράγματα και κουβέντες που με πληγώνουν και με κάνουν να νιώθω μόνη και αβοήθητη. Δεν με εκτιμά και μ’ υποτιμά διαρκώς με τα λόγια της. Δεν την αντέχω. Ξέρω, όμως, πως κατά βάθος την αγαπώ και μ’ αγαπά. Είναι τόσο σκληρό, όμως, να μην σε καταλαβαίνουν και να μην έχουν τις ίδιες απόψεις με σένα αυτοί που αγαπάς…

Θέλω να καταφέρω να διατηρήσω στη ζωή μου την μοναδικότητα του χαρακτήρα μου, την αυτονομία της προσωπικότητάς μου. Θα ήταν λάθος μου να τ’ αφήσω να χαθούν, να καούν στη λάβα μιας αμφίβολης αγάπης. Το λάθος αυτό το έκανα στο παρελθόν και το πλήρωσα πολύ ακριβά, περνώντας κρίση απόρριψης… Βέβαια ήταν απίστευτα όμορφο να συγχωνεύεσαι με τον άνδρα που αγαπάς και σ’ αγαπά, όμως ήταν, παράλληλα και τόσο στιγμιαίο, και στο τέλος αποδείχτηκε οδυνηρό. Ήταν γιατί εγώ τα έδωσα όλα, κορμί και ψυχή. Η ψυχή, όμως, στο τέλος, πονούσε πιο πολύ. Δεν θέλω να ξαναπονέσω έτσι. Φοβάμαι. Ο πόνος αυτός ήταν σαν θάνατος.

Δεν ξέρω τί να κάνω. Τριγυρνώ μες το σπίτι σαν την άδικη κατάρα. Μ’ έχει καταλάβει απελπισία και ανυπομονησία. Ώρες-ώρες θαρρώ πως η καρδιά μου θα σπάσει. Προσμένω κάτι που δεν πρόκειται να έρθει. Ξέρω πως προσμένω το απρόσμενο, κάτι που δεν γνωρίζω. Κι αυτή η μάταια και απελπισμένη όσο και παράξενη προσμονή μου προκαλεί ταχυπαλμία… Μια παράξενη διάθεση θλίψης ανακατεμένης με σταγόνες αισιοδοξίας, πότε-πότε. Κι αναρωτιέμαι τί προσμένω, όμως, ακόμη; Ελπίζω ακόμη στην αγάπη;

Η Βασουλίνα μου μού γράφει στο γράμμα της, πως κι αυτή η Άνοιξη θα περάσει, όπως πέρασαν κι όλες οι άλλες, ώσπου να έρθει η Άνοιξη της αληθινής Αγάπης. Τί όμορφα λόγια, αλήθεια… Τί ευγενικές ελπίδες… Μήπως κι εγώ, μετά από τόσο πόνο, συνεχίζω να τρέφω τέτοιες ελπίδες; Δεν το δικαιούμαι άλλωστε; Είμαι νέα κι η ζωή είναι μπροστά μου.

Όταν βρισκόμουν στην εφηβεία, πάνω στην ορμή των νιάτων μου και μέχρι τα 23 μου χρόνια άκουγα συνήθως ξένη μουσική. Είχα μεγαλώσει, ζώντας φανταστικές συγκινήσεις και πλάθοντας τα νεανικά μου όνειρα στο ρυθμό και τη μελωδία ξενόφερτων μουσικών μορφών.

Τώρα, στα 25 μου χρόνια, κι ενώ διαβαίνω το κατώφλι της ωριμότητας, νιώθω να «επιστρέφω στις ρίζες» μου. Την άδεια ζωή μου, από έρωτα, γεμίζουν ελληνικοί μουσικοί ρυθμοί και μελωδίες. Επανεκτιμώ την ελληνική μουσική και τη βρίσκω πιο πλούσια σε σχέση με την ξένη. Ίσως να είναι κι αυτό ένα παραπάνω σύμπτωμα ωριμότητας, ή ευαισθησίας.

Η σημερινή μου μέρα ήταν ημέρα συγγραφής. Το αράδιασμα της σκέψης μου στο χαρτί με λυτρώνει. Ίσως για μερικούς ανθρώπους αυτό είναι παράξενη συνήθεια. Γι’ άλλους, πάλι, μπορεί να είναι μανία. Μα για μένα, είναι εσωτερική ανάγκη κι ένας όμορφος και δημιουργικός τρόπος να γεμίζω τη μοναξιά μου, όπως τότε, στην Ν. Κρήνη… Έτσι και τώρα. Κι η ζωή συνεχίζεται, κυλάει, κάθε μέρα…

Πιστεύω πως υπάρχει στη ζωή ευτυχία. Η ευτυχία… Μια ευτυχία που πιάνεται, μπορείς να τη γευτείς, να τη μυρίσεις, μια ευτυχία πραγματική, χειροπιαστή, αληθινή. Όχι μια ευτυχία που χάνεται σ’ αφηρημένες λέξεις, άπιαστη κι ουτοπική. Όσοι αναζητούν αυτή την άπιαστη ευτυχία είναι γελασμένοι. Γιατί η ευτυχία δεν είναι απόλυτη. Είναι, αντίθετα, συνυφασμένη με τις μικροχαρές και τα προβλήματα της καθημερινότητας. Εκεί βρίσκεται η ουσία της: στο ξεπέρασμα των εμποδίων και των δυσκολιών με τις κοινές προσπάθειες δυο ανθρώπων που αγαπιούνται: του άνδρα και της γυναίκας που μαζί μπορούν να δώσουν ζωή… γιατί ευτυχία, τελικά σημαίνει αρμονική ζωή, βασισμένη στην αγάπη, τον έρωτα, την κατανόηση, την προσπάθεια…

Πολλές θλίψεις έζησα ως τώρα. Λύπες που δεν τις χωρούσε, ο νους μου, που δεν τις άντεχε η καρδιά μου. Μα που η συνήθεια, η πραγματικότητα, μήνα με το μήνα, μέρα με τη μέρα, τις απάλυνε. Ποιός μπορεί ν’ αλλάξει τη μοίρα του; Η ροή της ζωής είναι αμείλικτη. «Ζω, μετά από σένα, ζω. Γιατρεύω τα σημάδια, σημάδια όλα δικά σου, απ’ τον παλιό καιρό… μετά από σένα ζω. Μπορώ και ξαναζώ».

Ο χρόνος κυλάει ανύποπτα γρήγορα. Κι εμείς γραπώνουμε τις μικροχαρές αχόρταγα. Κι όμως, νιώθω ότι αυτές είναι η ουσία. Αυτές κι όχι οι σπάνιες μεγάλες.

Νιώθω αβάσταχτη μοναξιά. Σαν βαριά, πυκνή και μολυβένια συννεφιά φράζει τον ορίζοντά μου. Διακατέχομαι απ’ όλα τα αρνητικά συναισθήματα που μπορεί να νιώσει άνθρωπος. Ίσως και να περνώ την πιο δύσκολη περίοδο της ζωής μου βουτηγμένη στη μοναξιά, στη λήθη, στη θλίψη… στην απόρριψη…

Ναι, όσο για την ωριμότητά μου ξέρω: είναι αυτή που θ’ αποδειχτεί, σίγουρα και σταθερά, και στο μέλλον, όπως και στο παρελθόν.

Δυστυχώς, χάσαμε την ειλικρίνεια… το θεμέλιο μιας σχέσης.

Κι η βροχή που ρίχνει ο ουρανός περονιάζει τα κόκκαλά μου, στάζει ως την ψυχή μου, μοιάζοντας μ’ ατέλειωτα δάκρυα… Μόνη μου παρηγοριά απέμεινε η ελευθερία και το υποσχόμενο μέλλον μου… που ως τώρα, όμως, δεν έχει αποφέρει καρπούς…

Η ελευθερία χωρίς αγάπη είναι πληγή για την ευαίσθητη ψυχή μου. Η αυτοδέσμευση λόγω αληθινής αγάπης είναι για μένα η πραγματική ελευθερία. Κι όποιος αυτό το ξέρει, το επιδιώκει και το βιώνει, είναι καταξιωμένος άνθρωπος, ολοκληρωμένος κι ώριμος συνειδητά.

Πόσοι τέτοιοι, όμως, υπάρχουν στη γη; Αναρωτιέμαι… Λίγοι, πολύ λίγοι…

«Σαν αλλοπαρμένη αναζητώ γερές πέτρες. Όμως αυτές σπανίζουν. Η διάβρωση έχει προχωρήσει».

Έχει έρθει, επιτέλους η Βασουλίνα μου για το Πάσχα και την έχω καταστήσει το επίκεντρο της ζωής μου. Η υπέροχη, θαυμάσια φύση της έχει κατακλύσει τα πάντα και σταλάζει γλύκα στην ψυχή μου… Δεν χορταίνω να την κοιτάζω ακόμη και στις πιο «ασήμαντες», καθημερινές εκδηλώσεις και χειρονομίες της.

Και τα πρωτινά πικρά δάκρυά μου που στάλαζαν σαν ρυάκια στη λίμνη της καρδιάς μου, τώρα στέρεψαν! Της χρωστώ τόσα πολλά…

Τώρα, η λίμνη της καρδιάς μου είναι ήρεμη, γαλήνια, «γεμάτη μαγικούς ιριδισμούς…».

Όμως, έξω, η φύση αναστατώθηκε απ’ την ασταμάτητη νεροποντή που ξέσκισε της Άνοιξης την καρδιά. Πριν, λίγο, στην πόλη είχε απλωθεί ομίχλη, σκοτείνιασε η μέρα του απριλιάτικου μεσημεριού. Κι όλα είναι μουντά, μουσκεμένα ως τα κόκκαλα. Οι πλημμυρισμένοι δρόμοι απορρόφησαν πολλή υγρασία, τόση που δεν αντέχουν κι άλλη. Και το φετινό Πάσχα προβλέπεται βροχερό και συγκρατημένα θλιμμένο ή αισιόδοξο…

«Η ίδια πάντα περιπλάνηση»

Ας μην γυρίζω στα ίδια

Η ίδια πάντα περιπλάνηση

Τα βλέφαρα βαριά, δακρυσμένα.

Η ανάσα μου κομμένη απ’ τους λυγμούς.

Πετάγματα σ’ ουρανούς άλλους

ελάτε να με πάρετε.

Στα φτερά του έρωτα ταξιδέψτε με.

Κι ας είναι το «τελευταίον της ζωής μου ταξίδιον».

Χωρίς ταξίδια, πέτρα η ζωή.

Πονά και με ρημάζει.

Η Βασούλα παίζει ένα πολύ όμορφο κομμάτι στο πιάνο κι εγώ είμαι βυθισμένη σε μια ήρεμη περιπλάνηση της σκέψης μου στα περασμένα χρόνια… Νιώθω ξέγνοιαστη, μπορώ να είμαι αφηρημένη με τις ώρες, κι αυτό είναι κάτι που με ξεκουράζει, με κάνει να ξεχνώ τις έγνοιες μου… Σκέφτομαι τις φίλες μου και τις ωραίες μέρες που έζησα μαζί τους, καθώς λαβαίνω τις πασχαλιάτικες κάρτες τους.

Η σημερινή μέρα είναι ηλιόλουστη. Ακούγονται τα πουλιά που κελαηδούν και τα κουδούνια των προβάτων που βόσκουν στα πράσινα λιβάδια…

Κι εγώ βρίσκομαι στη γνώριμή μου πια κατάσταση της μεσότητας, της χλιαρότητας: δε νιώθω ούτε ευτυχισμένη, ούτε δυστυχισμένη. Θα έλεγα περισσότερο μπερδεμένη, συγχυσμένη…

Ο ήλιος ποτίζει αισιοδοξία την καρδιά μου. Πίνω διψασμένη τις χρυσές στάλες και η αγαλλίαση απλώνεται στο κορμί και στην ψυχή μου. Μετά από τόσες φουρτούνες και περιπέτειες που έζησα, έβαλα μυαλό. Έμαθα να προφυλάσσω τον εαυτό μου με ασπίδα την αυτοεκτίμηση, την περηφάνια, τον εγωισμό. Έχω, μάλιστα, καταλήξει να πιστεύω πως ο εγωισμός αποτελεί θετικό στοιχείο για τους ανθρώπους που φέρονται σωστά και έχουν όλα τα απαραίτητα προσόντα για να τρέφουν τον «υπερφίαλό τους εγωισμό!».

Τί φοβερή αντίφαση αλήθεια είναι η ζωή μας. Κι εγώ που πρέπει να επιβιώσω, να νικήσω τα τεράστια κύματά της, που απειλητικά ορθώνονται μπροστά μου, πιστεύω πως θα το πετύχω τελικά. Όχι, δεν θα αφήσω τη ζωή να με νικήσει, να με ταπεινώνει, να με εξανδραποδίσει. Εγώ είμαι αυτή που θα νικήσει τελικά.

Δεν πρόκειται να ξαναχάσω άσκοπα τα λόγια μου και τη φαιά ουσία μου. Δεν πρόκειται να πονέσω, να πληγωθώ, να βασανιστώ, γι’ ανθρώπους που δεν είναι ικανοί ν’ ανταποκριθούν στο κάλεσμά μου, που είναι αδιάφοροι και μικρόψυχοι. Από δω και πέρα, θα σταθμίζω προσεκτικά, σκληρά, αυστηρά κι αντικειμενικά τα ελαττώματα και τα προτερήματα του άλλου, και θα πράττω ανάλογα. Δεν πρόκειται να με παρασύρουν οι άσκοποι και μάταιοι συναισθηματισμοί, που άλλωστε δεν εκτιμούνται στην εποχή μας. Όπως με κρίνουν οι άλλοι, σκληρά και ανελέητα, έτσι θα τους κρίνω κι εγώ. Σκληρή κι ανελέητη κριτής χωρίς επιείκεια, γιατί δεν έχει καμιά θέση η επιείκεια για ανθρώπους ασυνείδητους χωρίς την ικανότητα ν’ αγαπούν αληθινά.

Η ικανότητα ν’ αγαπάς είναι το μέτρο της αξίας του κάθε ανθρώπου. Ν’ αγαπάς, να υπομένεις, ν’ αντέχεις, να συγχωρείς. Όμως, δυστυχώς αυτά δεν τα καταλαβαίνουν όλοι. Κι ούτε που θέλουν να τα καταλάβουν και να τα εφαρμόσουν.

Βρίσκομαι βυθισμένη στην παράξενη θλίψη μου. Πολλά στριφογυρίζουν στο μυαλό μου σαν σε τρελό χορό… Η ατμόσφαιρα έξω είναι αφόρητη. Ζέστη συνδυασμένη με υγρασία και ξαφνικές μπόρες… Νομίζω πως μισώ τα πάντα…

Κι ο «έρωτας» που πήγε; Τί είναι ο έρωτας; Μια σκέψη μόνο για να βαυκαλίζονται οι «ονειροπαρμένοι» τούτου του κόσμου; Θαρρώ πως είναι έτσι, έτσι ακριβώς.

Κι ο σκοπός στη ζωή μας; Τί τραγικά που είναι όλα τους. Τραγικά. Μπερδεμένα κι αξεδιάλυτα σαν κουβάρι. Ώρες-ώρες τόσο χαρούμενη κι ήρεμη, κι άλλοτε πάλι τόσο λυπημένη και ανικανοποίητη…

Θεέ μου, είσαι, ευτυχώς, εδώ. Πάντα ήσουν εδώ, όμως εγώ το είχα ξεχάσει. Είσαι εδώ για μένα, όπως τότε παλιά. Εσύ σίγουρα με καταλαβαίνεις, βλέπεις το μέσα μου. Τις αιώνιες αγάπες και τα λουλούδια, τις σταθερές και παντοτινές υποσχέσεις. Τις άδολες κι ειλικρινείς προθέσεις. Όπως πάντα, απροσποίητη, τρωτή και ντροπαλή. Είμαι μια ύπαρξη βαθιά ευαίσθητη κι εύθραυστη. Θα το φωνάζω πάντα. Το καταλαβαίνουν όμως όλοι;

Είναι δύσκολο, παράξενο και σκληρό το παιγνίδι της αγάπης… Κι η ανθρώπινη ψυχή, πολλές φορές παρασύρεται, παλεύει αδύναμη να βγει απ’ το αδιέξοδο.

Γιατί η αγάπη ποτέ δε λιμνάζει σε στάσιμα νερά… Χρειάζεται πάντα, κάποια ανανέωση. Αρκεί να υπάρχει, όμως. Πρέπει πάντα να υπάρχει. Γιατί έτσι και χαθεί, χάνουμε τη χαρά τη ζωής. Χάνουμε το κουράγιο να υπερνικούμε τα εμπόδια.

Όποιος δε γνώρισε τα τερτίπια και την ουσία της αγάπης είναι φτωχός, φτωχός και περιορισμένος. Είναι δειλός γιατί δε μπήκε στη μεγάλη περιπέτεια να δοθεί και να δώσει.

Όχι, δεν θεωρώ αποτυχία τη μέχρι τώρα πορεία της αγάπης μας. Όμως θα συνεχίσει να είναι αγάπη μόνο όταν πορεύεται και στο μέλλον θριαμβικά και σταθερά. Γιατί όλα στη ζωή αυτή κρίνονται απ’ το αν θα ολοκληρωθούν. Η ολοκλήρωση της αγάπης είναι και η δικαίωσή της. Οι χαμένες, απραγματοποίητες, εφήμερες «αγάπες» είναι απάτες, δεν μετράνε. Ο άνθρωπος που σέβεται τον εαυτό του και τον σύντροφό του πάντα επιζητά την ολοκλήρωση της αγάπης του. Δεν αρκείται σε ημίμετρα και δεν εμποδίζεται από φτηνές προφάσεις. Βέβαια, οι προϋποθέσεις της ολοκλήρωσης είναι σημαντικό να υπάρχουν, όμως αυτό που έχει την ύψιστη σημασία είναι η αγνή πρόθεση και η προσπάθεια για υπερπήδηση των τυχόν εμποδίων…

Πόσο παράξενα γοργά κυλά ο χρόνος… Λες και θέλει να μας καταστρέψει, να μας αφανίσει… Γραπωνόμαστε απ’ την αισιοδοξία σαν να είναι, όπως και είναι, η μοναδική μας ελπίδα…

Πρέπει να παλέψω στη ζωή μου, ν’ αγωνιστώ περισσότερο… Πρέπει να σμιλέψω ακόμη περισσότερο τη θέλησή μου… Να την ατσαλώσω για το καλό μου… Γιατί σέβομαι τον εαυτό μου… γιατί τον πονώ και θέλω το καλό του… Θα κουραστώ, όμως στο τέλος θα πετύχω προς απογοήτευση όλων των μικροπρεπών ανθρώπων γύρω μου…

Το ζωντανό παράδειγμα θάρρους είναι η αδερφή μου.. Αυτή η μικρή αμαζόνα.. Η έμπνευσή μου…

Πρέπει να το σκαλίσω στην καρδιά μου: έρχονται στιγμές που αυτή η σχέση δεν με ικανοποιεί, αφήνει ανεκπλήρωτες τις ανάγκες μου… Δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες μου για βαθύτερη επικοινωνία…

Δεν έχει όρια ο πόνος της αγάπης μου… Δεν έχει… όταν όμως η αγάπη του έχει τέτοια φοβερά όρια τί μ’ απομένει να κάνω; Να πονώ επειδή αγαπώ πολύ; Δεν είναι άδικο; Συγνώμη που σ’ αγάπησα πολύ. Δεν ξέρω ν’ αγαπώ όμως πιο λίγο.

Είναι βράδυ κι είμαι μόνη μου κι εσύ δεν έρχεσαι όπως άλλοτε, δεν έρχεσαι, δεν έρχεσαι… Τα λεπτά κυλούν γοργά, κι εγώ αφουγκράζομαι τα βήματα των αγνώστων στη σκάλα κι η καρδιά μου σκιρτά στη σκέψη πως ίσως να είναι δικά σου… Όμως εσύ, δεν έρχεσαι…

Κι όμως η αγάπη μου γι’ αυτός, τα’ άλλο μου μισό, θεριεύει τις νύχτες και τις μέρες! Δε χάθηκε, δε νέκρωσε, και τα δάκρυά μου στο βωμό της είναι και πάλι καυτά…

Όσο και να προσπάθησα να διώξω την ελπίδα, αυτή ξαναθρόνιασε μέσα, γιατί η αγάπη πάντα ελπίζει, πάντα συγχωρεί κι αγωνίζεται…

Παραδέρνω καθώς πέφτει το δειλινό…

Ναι, σ’ αγαπώ… Ποτέ πια δεν θα τ’ αρνηθώ… Γιατί όρια και λογική δεν έχει η αγάπη…

Θέλω να μ’ αγαπάς κι εσύ έτσι, αλλιώς ο κόσμος σκοτεινιάζει γύρω μου… Το μυαλό μου σταματά, τα μάτια μου θολώνουν κι η καρδιά μου χορεύει το χορό του σιωπηλού θανάτου…

Ποτέ πια δεν πρέπει ν’ αρνηθούμε την αγάπη μας… γιατί θα είναι σαν ν’ αρνούμαστε τον ίδιο μας τον εαυτό, τα ίδια μας τα φλογερά, αληθινά, αγνά αισθήματα και λόγια… Λόγια τρυφερά, λόγια αγάπης που ειπώθηκαν κι απ’ τους δυο μας και μας ανέβασαν στα ουράνια, μας μετάγγισαν την ευτυχία και την πληρότητα…

Κι εγώ που τον νόμισα δυνατό, ευγενικό και τρυφερό πίστεψα ότι ξεχώριζε απ’ τους άλλους. Πίστεψα ότι δεν τον άγγιζε η φτήνια και η ψευτιά, η επιπολαιότητα και τα ρηχά επιφανειακά πράγματα…

Γιατί όλα είναι τόσο νωπά κι η δύναμη της συνήθειας και της σκέψης ότι βρήκες τον άνθρωπό σου που θα σου συμπαρασταθεί στις δυσκολίες σου, θα σε φροντίσει και θα σε στηρίξει, είναι τόσο δύσκολο να τα ξεχάσει η καρδιά…

Βοήθησέ με ν’ απαλλάξω τον εαυτό μου απ’ τη θλίψη της μόνιμης νοσταλγίας της εξιδανίκευσης γεγονότων και καταστάσεων που κάποτε με πλήγωσαν τόσο…

Ο Θεός ποτέ δεν μας δίνει δοκιμασίες υπεράνω των δυνάμεών μας. Ένα χαμόγελο είναι το καλύτερο δώρο για τους άλλους και, πάνω απ’ όλα, για τον εαυτό μου.

Βοήθησέ με Θεέ μου να ξεπεράσω τη συνήθεια.

Γιατί η «αγάπη» για να είναι αγάπη χρειάζεται εκπλήρωση κι όχι διάψευση.

Αληθινά, όπως είπαμε κι οι δυο, χθες, με λυγμούς και πνιγμένες στους ποταμούς των δακρύων μας του ψυχικού μας σπαραγμού, πρέπει να είμαστε ευτυχισμένες που ζούμε κι οι δύο, που είμαστε μαζί και που έχουμε μια τέτοια ουσιαστική κι αξιοζήλευτη, υπέροχη σχέση… Όλα τ’ άλλα είναι τόσο μικρά και μηδαμινά, σχεδόν ασήμαντα, μπροστά σ’ αυτή την τέλεια επικοινωνία των ψυχών μας…

Άδεια η ψυχή μου χωρίς το χαμόγελο και το κλάμα σου… Να ξέρεις πάντα πως σε σκέφτομαι, όπως κι εσύ εμένα…

Έχουμε ζήσει τόσα χρόνια μαζί, γεμάτα λύπες και χαρές, τόσες συγκινήσεις… Μαζί έχουμε ανακαλύψει κι ερμηνεύσει τον κόσμο, τους ανθρώπους, τους άνδρες που τόσο μας έχουν πληγώσει κι απογοητεύσει…

Ακόμη κι αν κάτι τέτοιο δεν γίνει, θα ζήσουμε μαζί, θα μοιραστούμε την αβάσταχτη θλίψη μας προχωρώντας πάντα… Γιατί ξέρουμε πως δεν είμαστε απ’ τους ανθρώπους που λιποψυχούν, που τρομοκρατούνται μπροστά στις δυσκολίες της μοναξιάς. Διαθέτουμε εσωτερική δύναμη και ψυχικά χαρίσματα, και προπαντός έχουμε για στήριγμα η μια την άλλη… Παίρνουμε δύναμη η μια απ’ την άλλη.

Αδερφή μου, σ’ ευχαριστώ που υπάρχεις!.. Κι εγώ θέλω να υπάρχω για σένα…

Σ’ αυτή την πόλη νιώθω άγνωστη μεταξύ αγνώστων. Βαδίζω μόνη στους δρόμους της και βιάζομαι να προσπεράσω τους άγνωστους περαστικούς, τα μάτια τους κενά, δεν έχουν τίποτε να μου δώσουν. Μόνη παρηγοριά μου απέμειναν τα τοπία της, η όμορφη φύση της, το παλιό κάστρο και τα παλιά αρχοντικά… Η ψυχή μου ξεκουράζεται πάνω τους, κουρνιάζει στις στέγες και στις πολεμίστρες τους, καθώς το βλέμμα μου πλανιέται στο χώρο και στυλώνεται πάνω σ’ αυτά τα άψυχα τοπία και κτίρια… Μόνο έτσι ξεχνώ την απανθρωπιά των ανθρώπων, ατενίζοντας σκεπτική τα υπέροχα δημιουργήματά τους…

Όταν, γλυκιά μου αδερφούλα, ήσουν εδώ μαζί μου και περιδιαβάζαμε μαζί τους δρόμους αυτής της πόλης, δεν βιαζόμουν να προσπερνώ τους αγνώστους περαστικούς, ούτε φοβόμουν τα κενά τους βλέμματα, γιατί με πλημμύριζε η παρουσία σου, με στήριζε η αγάπη σου, με χαροποιούσε η συντροφιά σου. Δεν είχα να φοβηθώ κανέναν, ούτε ακόμη και τη μοναξιά… Τώρα, καθώς πριν από λίγο γύριζα σπίτι, ένιωσα την καρδιά μου να σφίγγεται στη θέα του κόσμου που τον λούζει ο ήλιος. Ένας ήλιος λαμπερός, ανοιξιάτικος, που όδευε πορφυρός στη δύση του.

Όμως, γλυκιά μου Βασουλίνα, να ξέρεις πως μπροστά σ’ αυτά τα ανοιξιάτικα ηλιοβασιλέματα, δεν είμαστε μόνες. Έχουμε την υπέροχη αγάπη μας, που μας δροσίζει στις ζέστες και μας ζεσταίνει στις παγωνιές. Κι έτσι, ας μην καταφεύγουμε σε φτηνές «αγάπες» για να υπερνικήσουμε τη μοναξιά μας. Ας είμαστε ευτυχισμένες και συμφιλιωμένες μ’ αυτήν, παρόλο που δεν την επιλέξαμε εμείς, αλλά άλλοι μας την επέβαλλαν. Ας τη δεχτούμε, προς το παρόν, σαν κάτι το αναπόφευκτο, σαν αναγκαίο κακό, απ’ το οποίο, όμως, πολλά καλά μπορούν να ξεπηδήσουν για μας στο μέλλον, ίσως ακόμη κι αύριο.

Η μέρα σήμερα είναι χαρά Θεού. Ο ήλιος χαϊδεύει γλυκά όλα όσα υπάρχουν στη φλούδα αυτής της γης, άψυχα κι έμψυχα. Χαϊδεύει γλυκά και την ψυχή μου, τη ζεσταίνει απαλά. Μοιάζει με την αγάπη αυτό το χαρούμενο λαμποκόπημα. Κι όλη αυτή η ανοιξιάτικη ομορφιά που απλώνεται γύρω μου μου προκαλεί την πασίγνωστη, πια, «ελληνική απαισιοδοξία», γιατί οι χαρές αυτής της ζωής είναι πρόσκαιρες και θα χαθούν, μια μέρα για πάντα. Πώς ν’ αντέξει κανείς στην βέβαιη προσδοκία του θανάτου; Νιώθω τη ζωή να κυλά σα νερό ανάμεσα στα δάχτυλά μου, και δεν μπορώ να κάνω τίποτα για να την σταματήσω ή να παρατείνω τη ροή της… Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να χαίρομαι για τις μικρές καθημερινές χαρές και να μην τις χάνω όταν τις βρίσκω.

«Στέκω βουβή»

Στέκω βουβή μπροστά στο μυστήριο του θανάτου.

Στέκω βουβή μπροστά στο μέγεθος και

στο βάθος της ερωτικής μου αγάπης.

Στέκω βουβή μπροστά στο μέγεθος και το βάθος

της αγάπης της αδερφής μου,

μπροστά στην απέραντη καλοσύνη της

και στα ψυχικά της χαρίσματα.

Στέκω βουβή μπροστά στην ομορφιά της ζωής.

Στέκω βουβή μπροστά στην αγάπη του Χριστού για τους ανθρώπους.

Κι η σιωπή μου αυτή αξίζει περισσότερο κι απ’ τα ωραιότερα λόγια.

Η σιωπή μου αυτή είναι χρυσάφι,

γιατί εκφράζει τη συγκίνηση της καρδιάς μου,

το προσκύνημα της ψυχής μου,

σ’ ό,τι ευγενικότερο υπάρχει στη ζωή μου.

Ο άνθρωπος, το νόημα της ύπαρξής του και το μυστήριο της ζωής δεν μπορούν να εξηγηθούν με μαθηματική λογική… Μοιάζουν με όνειρο, παράξενο και ακατανόητο… Πώς μπορώ ν’ αντιδράσω, ν’ αντισταθώ στο πέρασμα της σκληρής μου ζωής, της στερημένης και προδομένης από αγάπη; Νιώθω αποκαμωμένη, νευρική και αδύναμη.

Είναι φοβερό, εξουθενωτικό το αίσθημα του ξεριζωμού. Έτσι νιώθω τώρα κι εγώ: ξεριζωμένη, δεν ανήκω σε κανέναν άνθρωπο, σε κανέναν τόπο. Γι’ αυτό, μπορώ να περιφέρομαι, έχοντας συντροφιά μου εκείνη την αμέριμνη θλίψη, όπου θέλει η ψυχή μου. Η μόνη απαγορευμένη περιοχή, στην οποία δεν επιτρέπεται να βαδίζω, είναι η περιοχή του έρωτα και της αγάπης. Εκεί δεν υπάρχει για μένα ελπίδα. Χάνεται ο ήλιος στη θωριά μου. Κι εγώ, που τόσο διψώ να τον αντικρύσω, χάνομαι σιγά, αθόρυβα, ανεπαίσθητα… Παρ’ όλα αυτά ζω. Θέλω να ζήσω.

Η ζωή μου, πια, έχει καταντήσει ένα εκκρεμές ανάμεσα στην ελπίδα και στην απαισιοδοξία. Δεν αντέχω αυτές τις απότομες παλινδρομήσεις, αυτές τις αβάσταχτες αντιφάσεις. Ποθώ να αναπαυτώ, να ηρεμήσω, να είμαι ευτυχισμένη μόνο και μόνο γιατί είμαι αυτή που είμαι.

Με ελκύουν και με γοητεύουν μόνο οι ταινίες που αναφέρονται στις ανθρώπινες σχέσεις (ψυχολογικές και κοινωνικές). Όλα τ’ άλλα, σχεδόν, τα βρίσκω ψυχρά, ανιαρά, ασήμαντα. Πάντα, άλλωστε, διψούσα για ζωντανή και ουσιαστική ανθρώπινη επικοινωνία. Κι όταν αυτή μου λείπει νιώθω άδεια, ανικανοποίητη, κι ας έχω όλα τα αγαθά του κόσμου στα πόδια μου… Ποτέ μου δεν έβαλα τη λογική πάνω απ’ την καρδιά μου. Γι’ αυτό και πόνεσα τόσο…

Με πιάνει δέος μπροστά στην προσδοκία του μέλλοντος… Είναι γιατί το μέλλον είναι αόρατο, δεν ξέρω το αύριο τί θα μου φέρει… Δεν ξέρω καν σε ποιόν τόπο θα ζήσω απ’ τον Σεπτέμβριο, τί είδους ανθρώπους μου μέλλεται να συναντήσω… Πόσο με γοητεύει αυτό το άγνωστο μέλλον… Ποθώ να το συναντήσω στο βάθος του χρόνου, να το διαπλάσω, και στο τέλος να το κατακτήσω. Άλλοτε, θυμάμαι, το άγνωστο με φόβιζε, με τρόμαζε πολύ, μου δημιουργούσε όλη εκείνη τη φοβερή ανασφάλεια και την απέραντη αγωνία.

Τώρα πια, όμως, το άγνωστο είναι η μοναδική μου ελπίδα, το μοναδικό μου καταφύγιο. Στο άγνωστο θα καταφύγω, για να βρω την περιπέτεια, να ξεφύγω απ’ τον αβάσταχτο κλοιό της μονοτονίας και της ανίας, να συναντήσω την αγάπη, την αλήθεια, την ειλικρίνεια, που τόσο μου έλειψαν απ’ τη ζωή μου. Νιώθω το πέλαγος να με καλεί.

Τολμώ πλέον ν’ αντικρίζω κατάματα την αλήθεια. Όσο σκληρή κι αν είναι, όσο κι αν κομμάτιασε τη ζωή μου, η αλήθεια καταυγάζει με το φως της την ψυχή μου και τον κόσμο. Η αλήθεια είναι σκληρή κι όμορφη μαζί. Όπως τα κοφτερά βράχια κοντά στη θάλασσα. Είμαι γεμάτη ηρεμία.

Σήμερα διαβάζοντας τις σκέψεις μου στο λεύκωμα μιας φίλης μου, σκέψεις που έκανα τον Ιούνιο του 1986, θυμήθηκα πως τότε, στα 19 μου χρόνια είχα κατορθώσει να κατακτήσω, τουλάχιστον θεωρητικά, μια εμπειρία και μια σοφία ζωής που μ’ οδηγούσε σιγά-σιγά στην ωριμότητα. Η πορεία μου αυτή, όμως, ανακόπηκε με το συναπάντημα του ζωντανού έρωτα. Τότε μόνο άρχισα ν’ ανακαλύπτω πόσο σφοδρός ήταν ο άνεμος, πόσο σαρωτικός ήταν ο άνεμος, καθώς ξυπνάει η σάρκα. Τόσο που όλη η προηγούμενή μου θεωρητική ωριμότητα υποχώρησε μπρος στην ορμή αυτού τ’ ανέμου, σκεπάστηκε από σκόνες και σιγά-σιγά ξεχάστηκε.

Τώρα, ύστερα απ’ όλη αυτή την καταιγίδα, όλη αυτή την ανεμοθύελλα του ερωτικού σκιρτήματος που πια έχει κοπάσει, πρέπει να έχω αποκτήσει ωριμότητα και στην πράξη. Κι όταν αναλογίζομαι το πόσο πολύ έχω βασανίσει τη σκέψη μου και την ψυχή μου, την καρδιά και το μυαλό μου για να βρω τον εαυτό μου σήμερα ώριμο, πρακτικά και θεωρητικά, τότε νιώθω μια βαθιά εσωτερική πλήρωση. Μια περηφάνια. Μια χαρά.

Έρχονται κάτι στιγμές που θέλω απεγνωσμένα να γράψω σκέψεις ατέλειωτες, πολλές, και δεν έχω τί να γράψω. Λες και η ζωή μου έχει στερέψει. Λες κι οι χυμοί της δεν ρέουν πια. Λες και δεν έχω τίποτα καινούργιο να πω. Λες κι ο κύκλος έκλεισε πια για μένα και τώρα, αποχαυνωμένη απ’ την μοναξιά, κοιτάζω ασυναίσθητα, αφηρημένη στο κενό…

Μέσα στην Άνοιξη σέρνω τη γέρικη ύπαρξή μου κι αναζητώ τη λύτρωση που θα μου φέρει ο θάνατος.

Όμως η τέχνη δεν έχει σκοπό να αναπαραστήσει την πραγματικότητα κι ούτε η πραγματικότητα αντανακλάται στην τέχνη. Αντίθετα, η τέχνη έχει σκοπό να μας απομακρύνει για λίγο απ’ τη σκληρή πραγματικότητα, και να μας ταξιδεύει σε κόσμους άλλους, μαγικούς κι ονειρεμένους, που δεν έχουν σχέση με τον τρόπο που ζούμε…

Αυτή η αντίφαση όμως με πονά και με πληγώνει τόσο… Γιατί η ζωή μου, όσο κι αν προσπάθησα, δεν έχει καθόλου απ’ την ομορφιά, την αγνότητα και το ρομαντισμό της τέχνης… Ίσως να νόμισα πως τα είχε όλα αυτά αποκτήσει για μια μόνο στιγμή, που τώρα μου μοιάζει σαν ριπή ανέμου…

Κι ύστερα, κι ύστερα ο θρήνος, που έχει μέσα του έναν υψηλό ρομαντισμό, μιαν ευαισθησία και μια λεπτότητα που τη συναντά κανείς μόνο στην τέχνη…

Νιώθω πως άγγιξα τα όρια. Ποθώ τον θάνατο να με λυτρώσει. Και θαρρώ πως όλη αυτή η ευαισθησία μου, η αφοσίωση κι η ειλικρινής αγάπη, ως κι η πίστη μου στην αθανασία της ανθρώπινης ψυχής και στη δύναμη των ευγενικών της αισθημάτων είναι ιδέες, φαντάσματα που υπάρχουν μόνο μέσα μου, απόρροιες της διαπαιδαγώγησής μου, αποτελέσματα της ανατροφής που έλαβα. Δεν είναι πράγματα υπαρκτά για τον υπόλοιπο κόσμο. Κι ούτε κάν είναι ιδέες για τις οποίες θα άξιζε κανείς ν’ αγωνιστεί και να παλέψει. Τελικά, η «ψυχή», ίσως, να είναι μια χίμαιρα για τους ρομαντικούς, γι’ αυτούς που πιστεύουν στην αξία του ανθρώπου (έτσι ήμουν κι εγώ κάποτε…).

Ίσως και να είναι μια ουτοπία και γι’ αυτή τη ζωή ακόμη… πόσο μάλλον μετά θάνατον…

Χαίρομαι την κάθε στιγμή της ζωής σαν να ήταν η τελευταία. Εξάλλου δεν υπάρχουν σημαντικές κι ασήμαντες στιγμές στη ζωή. Όλες έχουν τη δικιά τους αξία, την εσωτερική τους εντελέχεια. Η ζωή, από μόνη της, ποτέ δεν πλήττει, δεν ανιά και γράφει ιστορία. Είναι καιρός να ξεδιπλώσω και να ζήσω την προσωπική μου ιστορία.

Τα βράδια μυρίζει Άνοιξη. Μοσχοβολούν τα μαγιάτικα λουλούδια και τα ολόφρεσκα  φυλλώματα των δέντρων μες το σκοτάδι ευφραίνουν την όσφρησή μου. Είθε η υπέροχη μυρωδιά τους να φτάσει κάποτε ως την καρδιά μου.

Κάποια μέρα θα τρέξω ξέγνοιαστα σε καταπράσινα λιβάδια, ώσπου να πέσω κάτω απ’ την εξάντληση. Κι ύστερα θα κοιμηθώ ήρεμα και γλυκά, σαν μωρό, γελαστό κι ευτυχισμένο…

Σήμερα, σκοτείνιασε η πλάση στην καρδιά του Μαΐου. Επιτρέπεται ερωτώ, ενώ η μέρα είναι ηλιόλουστη κι επικρατεί ζέστη που σκάει κι η πέτρα ακόμη, κι όλα είναι λαμπερά και καλοκαιρινά, επιτρέπεται επαναλαμβάνω, όλα αυτά να χαλούν και να σκίζονται απ’ τις βροντές και τις αστραπές μιας φοβερής, ξαφνικής μπόρας; Κάτι τέτοιο μου φαίνεται αδιανόητο, κι άλλες φορές μου προκαλούσε μελαγχολία, μα σήμερα μου χάλασε τη διάθεση μόνο στιγμιαία.

Έ, και λοιπόν; Δεν ένιωσα τίποτα. Ο χρόνος τα έχει όλα σκεπάσει με σκόνη.

«Φαντασία»

Μυστικοί ψίθυροι του δάσους

φέρνουν το τραγούδι τους στην καρδιά μου.

Οι μελωδίες των μικρών αερικών

γεμίζουν την καρδιά μου νοσταλγία.

Νοσταλγία για την πρωτινή παιδική αθωότητα,

την αγνότητα της ψυχής.

Νοσταλγία για την πρωτινή μεγάλη μου πίστη που έφθινε,

σαν καπνός διαλύθηκε κάτω απ’ το βάρος της ζωής…

Νοσταλγία για τόσα, αμέτρητα,

που χάθηκαν και δεν ποτίζουν τη ζωή μου.

Η φαντασία μου, τώρα, κι αυτή διστάζει.

Χάθηκαν πια τα αερικά.

Έσβησαν οι ψίθυροι του δάσους.

Πώς ζω, όμως, χωρίς αυτά;

Από μικρό κοριτσάκι, αυτά με νανούριζαν…

Μήπως, άραγε, είναι κρυμμένα κάπου μέσα μου;

Δεν μπορούσα να το αποφύγω, γιατί έπρεπε να δώσω στον εαυτό μου την ευκαιρία να θρηνήσει για τα χαμένα όνειρά του.

Και για να προοδεύσω οφείλω να αυτοπειθαρχήσω… να εξουδετερώσω τα χαμηλά μου ένστικτα που καταρρακώνουν την ευεξία μου και μαραζώνουν την ψυχική μου διάθεση… Ναι, γιατί δεν έχει πια σημασία να τον σκέφτομαι έτσι όπως δεν είναι… έτσι όπως ήθελα να είναι και που δεν ήταν ίσως ποτέ…

Ένα τραινάκι η ζωή μας

πάνω στο χρόνο και κυλά…

ο χρόνος αιώνιος κι αυτή πεπερασμένη

σύντομη κι όμως τόσο όμορφη…

Θεέ μου, γέμισέ την με ζεστές ψυχές

που θα της δίνουν νόημα…

γέμισέ την μ’ αγάπη κι έρωτα περίσσιο…

που ακόμη δεν τον γνώρισα…

τα σάρωσε όλα κείνα ο βοριάς

της διάψευσης, της ψευτιάς…

όμως ας είναι… γιατί η αγάπη δεν ζητιανεύεται,

η αγάπη έρχεται μόνη της…

«Διάψευση»

Λες κι έχω χάσει τον εαυτό μου

σ’ ένα πηγάδι απύθμενου πόνου…

η απόγνωση κι η κούραση στο βλέμμα μου…

γιατί το δημιούργημά μου που με τόσο κόπο έπλασα,

το κομψοτέχνημα της αγάπης,

τώρα κείτεται μέσα μου: ένας σωρός από ερείπια…

Αυτά που τόσο φοβόμουν μη συμβούν, συνέβησαν.

Κι έχει περάσει, ήδη καιρός από τότε.

Τσακίστηκε η πίστη μου στον άνθρωπο.

Ο άνθρωπος δεν πιστεύει πια σε αξίες,

κι οι αρχές του οι ανθρωπιστικές;

Τα σάρωσε όλα το συμφέρον και το χρήμα.

Ο άνθρωπος έπαυσε να πιστεύει στην αγάπη

κι έγινε τέρας.

Μόνο η αγάπη τον ανέβαζε ψηλά

παρά τα τόσα παραπτώματά του.

Τώρα που έχασε κι αυτή,

σέρνεται τόσο χαμηλά,

σαν ένα ποταπό ζούδι στη φλούδα της γης…

Σήμερα τα ξημερώματα ήρθαν στιγμές που ευχήθηκα να μην γνώριζα ποτέ την ευτυχία του έρωτα, εκείνη τη γλυκιά απαντοχή της αγάπης, εκείνη την απέραντη τρυφερότητα τις κρύες χειμωνιάτικες νύχτες… Εκείνη την αμέτρητη χαρά πως βρήκες τον άνθρωπό σου που θα σε φροντίζει, θα σε πονά μια ζωή, όπως κι εσύ… Ώ είναι τόσο δύσκολο να ξεχάσω πως έζησα αυτά τα αισθήματα, πως βυθίστηκα στην ευτυχία που μια ζωή αναζητούσα… Μου είναι τόσο δύσκολο να πάψω να επιθυμώ να ξαναγυρίσουν για πάντα…

Εγκατέλειψε την προσπάθεια να κρατήσει τον έρωτα που κατέκτησε και προτίμησε να βρει έναν άλλον. Γιατί το να κρατήσεις ζωντανό τον έρωτα είναι πιο δύσκολο απ’ το να τον αποκτήσεις…

Κι εγώ που τόσο χρόνο αφιέρωσα κι αφιερώνω ακόμη στο να ανασκαλεύω τα ερείπια της αγάπης μου, εκείνου του μακρινού πλάσματός μου; Προδόθηκα και τώρα; Νιώθω σαν παλιωμένο πανωφόρι που αφού το χρησιμοποίησαν όσο ήθελαν, το πέταξαν σε μια γωνιά, γιατί δεν το έχουν πια ανάγκη…

Ο πραγματικός χαρακτήρας του ανθρώπου φαίνεται στο πώς φέρεται στον έρωτα…

Νιώθω πως ξαναβρίσκω τον εαυτό μου μέσα απ’ τη δημιουργία, μέσα απ’ τη σκέψη, απ’ το γράψιμο, απ’ τη ζωγραφική, απ’ το διάβασμα… πράγματα αγαπημένα, που κάποτε παραγκώνισα, σχεδόν εγκατέλειψα, για χάρη του…



Δεν υπάρχουν σχόλια »

Χωρίς σχόλια ακόμα.

RSS κανάλι για τα σχόλια του άρθρου.

Αφήστε μια απάντηση