Η λίμνη Κορώνεια (ή Λίμνη Λαγκαδά) βρίσκεται στον Νομό Θεσσαλονίκης, στην λεκάνη της Μυγδονίας, στην επαρχία Λαγκαδά. Ονομάζεται επίσης και λίμνη Αγίου Βασιλείου (από το ομώνυμο χωριό). Βρίσκεται λίγα χιλιόμετρα ανατολικά από τη Θεσσαλονίκη και από την βόρεια πλευρά της περνάει η Εγνατία οδός.

Κανάλι που ενωνη τη Λίμνη Κορώνεια με την Λίμνη Βόλβη

Κανάλι ανατολικά της Λίμνη Κορώνεια 2017.

Σε συνδυασμό με τη λίμνη Βόλβη, περιλαμβάνεται από το 1975 στη διεθνή συνθήκη προστασίας Ramsar, μαζί με 9 ακόμα τοποθεσίες εντός της χώρας.[1] Περιλαμβάνεται επίσης στο πανευρωπαϊκό δίκτυο προστασίας Natura 2000.[2][3][4][5]

Η λίμνη τα τελευταία χρόνια αντιμετωπίζει έντονα προβλήματα αποξήρανσης. Πριν αρχίσει να έχει σοβαρές απώλειες υδάτων καταλάμβανε έκταση 42,5 τ.χλμ. και ήταν η 5η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας σε έκταση.

Κατά την Πλειστόκαινο εποχή, η Λίμνη Κορώνεια μαζί με τη Λίμνη Βόλβη και όλη τη λεκάνη της Μυγδονίας, αποτελούσαν την μεγάλη Πλειστοκαινική Μυγδόνια λίμνη, που είχε βάθος 110m. Σταδιακά η έκταση της συνεχώς μίκραινε, ώσπου έμειναν οι δύο υπολειμματικές μορφές που είναι η Λίμνη Κορώνεια και η Λίμνη Βόλβη.

Η λίμνη Κορώνεια.jpg

Η Μεγάλη Πρέσπα (αρχαία ονομασία: Μεγάλη Βρυγηίς) είναι η τρίτη μεγαλύτερη λίμνη της Βαλκανικής χερσονήσου, μετά τη λίμνη Σκόδρα και την Οχρίδα. Βρίσκεται στο νοτιοδυτικό τμήμα της χερσονήσου, μεταξύ των κρατών ΕλλάδαςΒόρειας Μακεδονίας και Αλβανίας. Η συνολική έκταση της λίμνης είναι 273 τ.χλμ.. Περίπου το 60% της λίμνης, ανήκει στη Βόρεια Μακεδονία, ενώ στην Ελλάδα ανήκουν 39,4 τ.χλμ. (22%) και στην Αλβανία, το 18%[1]. Η λίμνη βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μέτρων. Συνδέεται στα νότια με την γειτονική της Μικρή Πρέσπα, από την οποία απέχει περίπου 300 μέτρα. Με την Οχρίδα, χωρίζεται από το όρος Ξεροβούνι (Σούβα Γκόρα), υπάρχουν όμως πολλά υπόγεια ρήγματα, και επειδή η λίμνη της Οχρίδας είναι αρκετά χαμηλότερη σε υψόμετρο, νερά της Μεγάλης Πρέσπας, κατευθύνονται προς τα εκεί. Η Μεγάλη Πρέσπα είναι 10 μ. χαμηλότερα από τη Μικρή Πρέσπα.

  • Στο Ελληνικό τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας, το μοναδικό χωριό που βρίσκεται κοντά στη λίμνη είναι, οι Ψαράδες, και είναι ανακηρυγμένος παραδοσιακός οικισμός. Δίπλα στον οικισμό, βρίσκεται και το Ασκηταριό της Παναγιάς Ελεούσας, το οποίο Χτίστηκε το 1373, και είναι προσβάσιμο μόνο με βάρκα.
  • Στο αλβανικό τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας, βρίσκονται τα χωριά Λέσκα, Πούστετς, Ντιέλλας, Γκλομποτσάνη, Ντόλνα Γκορίτσα και Καλλαμάς, και το νησί Μάλιγκραντ, το οποίο βρίσκεται κοντά στο «τριεθνές Μεγάλης Πρέσπας», στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας και Βόρειας Μακεδονίας.
  • Τέλος, στο τμήμα της Μεγάλης Πρέσπας, στην Βόρεια Μακεδονία, βρίσκονται τα χωριά Κόντσκο, Στένιε, Οτέσεβο, Ποκρβένικ, Κουρμπίνοβο, Πρέτορ, Σλίβνιτσα, Κρανιά Πελαγονίας, Στρούμποβο, Νάκολετς και Κάτω Δουπένι, και το νησί Γκόλεμ Γκραντ, το οποίο είναι το μεγαλύτερο νησί στην χώρα, με έκταση 0.18 τ.χλμ., και επίσης το μόνο που βρίσκεται σε φυσική λίμνη στην γειτονική χώρα και το οποίο επίσης βρίσκεται, δίπλα στο «τριεθνές Μεγάλης Πρέσπας», στα σύνορα Ελλάδας – Αλβανίας και Βόρειας     

Η λίμνη Βόλβη (παλιό όνομα Μπεσίκ), βρίσκεται στον Νομό Θεσσαλονίκης ανατολικά από την πόλη της Θεσσαλονίκης σε απόσταση 35 χλμ. και 8 χλμ. δυτικά από την θάλασσα του Στρυμονικού κόλπου, στη λεκάνη της Μυγδονίας, στον Δήμο Βόλβης. Αποτελεί τη δεύτερη μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας μετά την Τριχωνίδα και είναι διατεταγμένη σε σειρά με την λίμνη Κορώνεια σε απόσταση 11,5 χλμ. από αυτήν. Μαζί οι δυο λίμνες σύμφωνα με τη συνθήκη Ραμσάρ αποτελούν υγρότοπο διεθνούς σημασίας με την ονομασία «Λίμνες Κορώνεια – Βόλβη». Από τη βόρεια πλευρά της διέρχεται η Εγνατία οδός (ενώ η παλιά εθνική οδός διέτρεχε την νότια πλευρά της), και στα ανατολικά της ο Ρήχειος ποταμός, ο οποίος λειτουργεί και ως υπερχείληση της λίμνης δια μέσω των στενών της Ρεντίνας προς τον Στρυμωνικό κόλπο. Η λίμνη Βόλβη έχει σχήμα επίμηκες με διεύθυνση από ανατολή προς δύση ή και το αντίστροφο. Το μέσο μήκος της είναι 19,5 χλμ. και το μέσο πλάτος της 3,4 χλμ. Η επιφάνεια της λίμνης, για μέση στάθμη 37 μέτρα, έχει έκταση 70,8 τετ. χλμ. αντιστοιχώντας σε συνολικό μήκος οχθογραμμής 54,4 χλμ. Στοιχείο που την καθιστά τη μεγαλύτερη λίμνη της Μακεδονίας και τη δεύτερη μεγαλύτερη της Ελλάδας με μέγιστο βάθος 36-37 μέτρα.

Σύμφωνα με τη μυθολογική παράδοση, η Βόλβη ήταν Νύμφη, κόρη του Ωκεανού και της Τηθύος, που ζούσε στα νερά της λίμνης, την οποία και προστάτευε[1]. Σύμφωνα με τον Αθήναιο, απέκτησε με τον Ηρακλή έναν γιό, τον Όλυνθο. Από αυτήν την Νύμφη πήρε το όνομά της η λίμνη Βόλβη , η οποία αναφέρεται από το Στράβωνα[2]. Ο Ξενοφών την αναφέρει με το όνομα Βολυκή. Ο Αισχύλος στην τραγωδία Πέρσαι αναφέρει τη λίμνη Βόλβη στην περιγραφή της πορείας που ακολούθησαν οι ηττημένοι Πέρσες: « ἔς τε Μακεδόνων χώραν ἀφικόμεσθ᾽, ἐπ᾽ Ἀξιοῦ πόρον, Βόλβης θ᾽ ἕλειον δόνακα, Πάγγαιόν τ᾽ ὄρος » ( «φτάσαμε στη Μακεδονία, στον Αξιό, και στους βάλτους και τις καλαμιές της Βόλβης και στο Παγγαίο όρος»).

Λίμνη Βόλβη πανόραμα (cropped).jpg

Ο Έβρος, γνωστός και ως Μαρίτσα, (βουλγαρικά: Марица – Μαρίτσατουρκικά: Meriç – Μερίτς) είναι ο δεύτερος σε μέγεθος ποταμός της ΝΑ Ευρώπης (μετά τον Δούναβη), και ο κυριότερος ποταμός της Βαλκανικής Χερσονήσου, με συνολικό μήκος περίπου 530 χλμ.

Κατά τη μυθολογία, ο Έβρος ήταν γιος του Αίμου και της Ροδόπης και λατρεύτηκε από τους παρέβριους Θράκες ως θεός, όπως μαρτυρεί αναθηματική επιγραφή των αυτοκρατορικών χρόνων. Σύμφωνα με άλλη μυθολογική παράδοση, ο ποταμός παλιότερα ονομαζόταν Ρόμβος και αργότερα μετονομάστηκε Έβρος, από τον γιο του Κάσσανδρου, μυθικού βασιλιά της Θράκης, που είχε πνιγεί σε αυτόν. Στην αρχαιότητα ο ποταμός άσκησε μεγάλες επιδράσεις στην πολιτική, οικονομική, κοινωνική και πολιτισμική ζωή των Θρακών. Πρώτα απ’ όλα πρόσφερε ένα φυσικό παραποτάμιο (χερσαίο) δρόμο, που συνέδεε το Αιγαίο με τη θρακική ενδοχώρα, αλλά κι έναν υδάτινο δρόμο, καθώς ήταν ναυσίπορος, τουλάχιστον στον κάτω ρου του, δηλαδή από τις εκβολές του ως το σημερινό Διδυμότειχο. Έπειτα, η κοιλάδα του υπήρξε πεδίο έντονης οικιστικής δραστηριότητας και ήταν η πιο αστικοποιημένη περιοχή της Θράκης. Εκτός από τους πολυάριθμους οικισμούς που είχαν ακμάσει κατά μήκος του ποταμού, στις όχθες του είχε χτιστεί η αρχαία πρωτεύουσα των Οδρυσών, η Ουσκουδάμα (κατοπινή Αδριανούπολη), και αργότερα η διοικητική πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας Θράκης, η Φιλιππούπολη, όπως επίσης η Τραϊανούπολη και η Πλωτινούπολη.[1]

Maritsa.jpg

Ο Αξιός ή Βαρδάρης (σλαβομακεδονικάВардар ‎) είναι ο μεγαλύτερος ποταμός που διασχίζει τη Μακεδονία και ο δεύτερος μεγαλύτερος των Βαλκανίων (μετά τον Έβρο), με μήκος 380 χλμ., από τα οποία μόνο τα 76 είναι σε ελληνικό έδαφος. Το πλάτος του κυμαίνεται από 50 – 600 μ. και το βάθος του φτάνει τα 4 μ. Πηγάζει από το όρος Σκάρδος (Σαρ), στα σύνορα ΑλβανίαςΚοσσυφοπεδίου, διασχίζει την κοιλάδα των Σκοπίων, μπαίνει στο ελληνικό έδαφος, διασχίζει τη Μακεδονία και χύνεται στο Θερμαϊκό Κόλπο.

Στους αρχαίους χρόνους ονομαζόταν Άξιος ή Αξειός και Ναξειός. Η λέξη Αξιός έχει μακεδονική ρίζα από το αξός που σημαίνει δάσος ή ύλη και πραγματικά οι όχθες του Αξιού είναι δασώδεις.

Ο Αισχύλος στην τραγωδία Πέρσαι αναφέρει τη λίμνη Βόλβη στην περιγραφή της πορείας που ακολούθησαν οι ηττημένοι Πέρσες: « ἔς τε Μακεδόνων χώραν ἀφικόμεσθ᾽, ἐπ᾽ Ἀξιοῦ πόρον, Βόλβης θ᾽ ἕλειον δόνακα, Πάγγαιόν τ᾽ ὄρος » ( «φτάσαμε στη Μακεδονία, στον Αξιό, και στους βάλτους και τις καλαμιές της Βόλβης και στο Παγγαίο όρος»).

Το όνομα Βαρδάρης είναι μεσαιωνικό και εμφανίζεται κατά το 10ο αιώνα. Προέρχεται από τη τουρανική φυλή των Ούγγρων Τούρκων, που μετά από επιδρομές, κατά τον 7ο αιώνα, συνθηκολόγησε με τον αυτοκράτορα του Βυζαντίου (Ανατολικής Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας) και έτσι εγκαταστάθηκε στην κοιλάδα του Αξιού καλλιεργώντας εδάφη που της παραχωρήθηκαν. Οι πληθυσμοί αυτοί, αργότερα έδωσαν το όνομα «Βαρδάρης» στον ποταμό Αξιό και οι ίδιοι ονομάστηκαν αργότερα Βαρδαριώτες. Αφομοιώθηκαν γρήγορα από τους ντόπιους Ελληνικούς πληθυσμούς και εξαφανίστηκαν από την ιστορία. Το όνομα Βαρδάρης για τον Αξιό όμως, έμεινε ως και σήμερα.

Ο Αλιάκμονας (καθ. Αλιάκμων) είναι ποταμός στη Δυτική και Κεντρική Μακεδονία. Είναι ο ποταμός με το μεγαλύτερο μήκος εντός της Ελλάδας· οι άλλοι μεγάλοι ποταμοί (ΈβροςΝέστοςΣτρυμόνας και Αξιός) έχουν μικρότερο μήκος εντός Ελληνικού εδάφους.

Το όνομα Αλιάκμων είναι σύνθετο και προέρχεται από το άλς (άλας, θάλασσα) και από το άκμων (αμόνι). Σύμφωνα με την Ελληνική Μυθολογία ο Αλιάκμων ήταν ένας από τους ποτάμιους θεούς, παιδί του Ωκεανού και της Τηθύος, κατά την προσφιλή αλληγορική ιδεο-ανθρωπόμορφη αντίληψη των αρχαίων Ελλήνων επί των γεωλογικών ανακατατάξεων μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα.

Μια άλλη εκδοχή είναι και αυτή. Το όνομα βγαίνει από τις δύο λέξεις Αλιά (αλιεία) άκμο(ω)ν(ας) (ακμαζει). Δηλαδή η αλιεία ακμαζει.

Μια αρχαία παράδοση λέει ότι όσα πρόβατα έπιναν νερό από τον Αλιάκμονα άλλαζαν χρώμα και γίνονταν λευκά. Η παράδοση αυτή επιβεβαιώνεται από μια καταγραφή του Λατίνου συγγραφέα Πλίνιου (23-79 μ.Χ.), που μεταφρασμένη από τα λατινικά, λέει: “Ωσαύτως εν Μακεδονία, όσοι θέλουσι να έχωσι πρόβατα λευκά άγουσιν εις τον Αλιάκμονα, όσοι δε μέλανα εις τον Αξιόν”.

Οι Τούρκοι τον έλεγαν Ιντζέ-καρά (ψηλός και μαύρος) και οι Σλάβοι Μπίστριτσα (Бистрица, γοργοπόταμος).

Ο Ταΰγετος έχει ύψος 2.405[1][2] μέτρα και ονομάζεται Προφήτης Ηλίας ή Αγιολιάς, από το ομώνυμο εκκλησάκι που κτίσθηκε κοντά στην κορυφή του, ενώ στα αρχαία χρόνια ονομαζόταν Ταλετός[3].

Η ονομασία Ταΰγετος, όπως μαρτυρά ο Παυσανίας, έχει μυθολογικές ρίζες. Προέρχεται από την Ταϋγέτη, μία από τις Ατλαντίδες, η οποία, γεμάτη ντροπή από το αθέλητο ζευγάρωμά της με τον Δία, έβαλε τέλος στη ζωή της πέφτοντας σε γκρεμό του βουνού. Ο Όμηρος αποκαλεί τον Ταΰγετο “περιμήκειον“, λόγω του μεγάλου μήκους της οροσειράς, ενώ ο Ησύχιος ο Αλεξανδρεύς θεωρεί ότι το όνομά του προέρχεται από τη λέξη “ταΰς”, η οποία σημαίνει “μέγας” ή “πολύς”. Ο Βιργίλιος τον αναφέρει ως Ταΰγετα, ενώ κατά τη βυζαντινή περίοδο λεγόταν και Πενταδάκτυλος[4], λόγω των πέντε κορυφών του κεντρικού συγκροτήματος.

Κατά την περίοδο της Φραγκοκρατίας επικράτησε η ονομασία Ζυγός του Μελιγού, από το σλαβικό φύλο των Μελιγγών οι οποίοι, μαζί με τους επίσης σλαβόφωνους Εζερίτες, κατοικούσαν εκεί[5]. Στα χρόνια της Επανάστασης του 1821, η οροσειρά λεγόταν “Αγιολιάς ο μακρυνός”, από το μεγάλο μήκος της οροσειράς, μέχρι τελικά που ξαναπήρε το αρχαίο όνομα, Ταΰγετος. Από τους Έλληνες ναυτικούς που λαμβάνουν την κορυφή του σε διοπτεύσεις ονομάζεται “βουνό της Μάνης”.

Μεγαλοπρεπής και επιβλητικός, “όρος υψηλόν τε και όρθιον” κατά τον Στράβωνα, ο Ταΰγετος είναι ένα από τα μεγαλύτερα βουνά της Ελλάδας, με μήκος 115 χλμ. περίπου, μέγιστο πλάτος 30 χιλιόμετρα και έκταση 2.500 τετραγωνικά χιλιόμετρα. Είναι ψηλότερος από όλα τα βουνά της Πελοποννήσου (2.405 μ.) και γι’ αυτό του έχει δοθεί ο χαρακτηρισμός “τρούλος του Μοριά”. Το υψόμετρο της κορυφής του αναφέρεται και ως 2.407 μ.

Η Πάρνηθα (παλαιότερα Πάρνης) είναι βουνό της Αττικής, βόρεια των Αθήνων, με συνολική έκταση 300 περίπου τετραγωνικά χιλιόμετρα και ψηλότερη κορυφή την Καραβόλα (1.413 m). Καλύπτεται από πεύκα στα χαμηλότερα και από έλατα στα υψηλότερα σημεία της. Η Πάρνηθα έχει ανακηρυχθεί περιοχή ιδιαίτερου φυσικού κάλλους και ένα σημαντικό της τμήμα απαρτίζει τον ομώνυμο Εθνικό Δρυμό, ο οποίος ιδρύθηκε το 1961. Έχει ενταχθεί στο δίκτυο Natura 2000,[1] αποτελεί σημαντική περιοχή για τα πουλιά (SPA) και έχει ανακηρυχθεί τοπίο ιδιαίτερου φυσικού κάλλους (25638/1269 απ. Υπ. Γεωργίας), ενώ μετά την πυρκαγιά του 2007 καθορίστηκαν περιοχές προστασίας με Προεδρικό Διάταγμα[1].

Ταυτόχρονα όμως, η Πάρνηθα αποτελεί βάση στρατιωτικών εγκαταστάσεων στις δύο υψηλότερες κορυφές της. Σε μία από τις κορυφές του βουνού, το Μαυροβούνι, έχει χτιστεί το Καζίνο της Πάρνηθος (Μοντ Παρνές), στο οποίο μπορεί να φτάσει κανείς είτε με αυτοκίνητο είτε με τελεφερίκ. Στην περιοχή λειτουργούν τα ορειβατικά καταφύγια Μπάφι και Φλαμπούρι.

Parnitha some snow 3 Feby 2010.jpg,

Ο Όλυμπος είναι το ψηλότερο βουνό της Ελλάδας, γνωστό παγκοσμίως κυρίως για το μυθολογικό του πλαίσιο, καθώς στην κορυφή του (Μύτικας, υψόμετρο 2.918 μέτρα) κατοικούσαν οι Δώδεκα «Ολύμπιοι» Θεοί σύμφωνα με τη θρησκεία των αρχαίων Ελλήνων. Είναι επίσης το δεύτερο σε ύψος βουνό στα Βαλκάνια με πρώτη τη Ρίλα στη Βουλγαρία για ελάχιστα μέτρα διαφορά.[1][2] Ο συμπαγής ορεινός του όγκος βρίσκεται στα όρια[3] της Θεσσαλίας με τη Μακεδονία, μια σειρά από ψηλές κορυφές που αυλακώνουν βαθιές χαράδρες, γύρω από τις οποίες εκτείνεται μια περιοχή ιδιαίτερης βιοποικιλότητας. Για την προστασία της περιοχής, ανακηρύχθηκε το 1938 ως ο πρώτος Εθνικός Δρυμός της Ελλάδας, ενώ αργότερα το ελληνικό υπουργείο Πολιτισμού ανακήρυξε τον Όλυμπο ως αρχαιολογικό και ιστορικό τόπο λόγω των διάσπαρτων μνημείων του[4].