↑ Επιστροφή σε Πρόγραμμα ¨ΜΕΛΙΝΑ¨

Πρώτη μέρα στο σχολείο…

Αν δε βαφτώ εγώ, αν δε βαφτείς εσύ...
Είμαι ένα μικρό πρωτάκι.
Περίμενα πώς και πώς τη μέρα που θα άνοιγαν τα σχολεία. Ήθελα κι εγώ να έχω μια κανονική τάξη, ένα κανονικό – αληθινό – θρανίο, να μπορώ να ακουμπάω την καινούργια μου τσάντα, την κασετίνα, τα μολύβια και τα βιβλία με τα τετράδια.
Επιτέλους θα λεγόμουν κανονικός μαθητής και θα μάθαινα γράμματα. Βέβαια και στο νηπιαγωγείο είχαμε μάθει αρκετά, αλλά όσο να ‘ναι, αλλιώς είναι στο δημοτικό. Είσαι πια μαθητής. Δεν είσαι με τα μικρά του νηπιαγωγείου. Έπειτα εδώ ξέρω ότι έχει πολλές τάξεις και πολλά παιδιά, που βγαίνουν όλοι μαζί διάλειμμα μόλις χτυπήσει το κουδούνι. Ξέρω βέβαια ότι θέλει και να διαβάζεις και να γράφεις κάθε μέρα και στο σχολείο και στο σπίτι. Δε με πειράζει καθόλου. Έτσι κι αλλιώς θα μπορέσω επιτέλους να διαβάζω και τα γράμματα στα ξένα «μίκυ μάους» στην τηλεόραση.
Κι ενώ σκεφτόμουν όλα αυτά το βράδυ μετά τον αγιασμό, καμάρωνα γιατί στις γραμμές που κάναμε όταν ήρθε ο παπάς και χτύπησε το κουδούνι, μας καλωσόριζαν όλοι. Μόνο κάτι με προβλημάτισε πολύ: όλες οι τάξεις ήταν χωρισμένες και είχαν δίπλα τους το δάσκαλο ή τη δασκάλα τους. Σε μας δίπλα – που θα ήμασταν δύο τμήματα, όπως είπε κι εκείνος ο κύριος με το μουστάκι που ύστερα έμαθα ότι τον λένε διευθυντή – ήρθαν δύο δάσκαλοι ή μάλλον καλύτερα ένας δάσκαλος και μια δασκάλα. Δεν κατάλαβα μέχρι που φύγαμε ποιον από τους δύο θα είχα εγώ. Άσε που αυτοί, και οι δυο, όλους μας μιλούσαν, όλους μας χάιδευαν τα κεφάλια – και μ’ είχε χτενίσει η μαμά τόσο ωραία – και μάλιστα δεν έμοιαζαν με πολύ κανονικούς δασκάλους: η δασκάλα είχε πολύ κοντά μαλλιά σχεδόν σαν τα δικά μου και ο δάσκαλος πάλι είχε πολύ μακριά μαλλιά και τα έπιανε κοτσίδα σαν την ξαδέρφη μου που πάει στο λύκειο.
Τέλος πάντων μ’ αυτά και μ’ αυτά με πήρε ο ύπνος.
Πάμε στον κύκλο με μπαλόνια...
Κάτσε να σε βάψω...
Όμως τα βάσανά μου δεν σταμάτησαν εδώ. Την άλλη μέρα κάναμε πάλι γραμμές, μετά προσευχή, μας καλημέρισε ο κύριος με το μουστάκι και τότε, λέει κάτι που δεν μου άρεσε καθόλου: «οι μαθητές της πρώτης τάξης δεν θα περάσουν μέσα αλλά θα κάτσουν με τους δασκάλους τους στην αυλή». Και σαν μην έφτανε αυτό είχα και τη μαμά να με κοιτάζει από τα κάγκελα του σχολείου να δει τι κάνω. Ευτυχώς όταν η κυρία πήγε να φέρει από το γραφείο κάτι πράγματα που δεν μας είπε για έκπληξη, ο κύριος πήγε προς τα κάγκελα και έδιωξε όλες τις μαμάδες.
...και τα μπαλόνια ψηλά...
Τότε ήρθαν προς το μέρος μας και οι δυο δάσκαλοι με κάτι χρωματιστά μπαλόνια που ήταν πιασμένα με χρωματιστές κορδέλες και κάτι κουτάκια με μπογιές και κραγιόν. Δεν καταλάβαινα τίποτα. Πονούσε και ώμος μου από την τσάντα που είχε μέσα όλα τα βιβλία που μας έδωσαν στον αγιασμό και όλα όσα είχα αγοράσει από το βιβλιοπωλείο με τη μαμά και περίμενα πώς και πώς να τα χρησιμοποιήσω. Αυτοί όμως – οι δάσκαλοι ντε – αντί να μας βάλουν σε τάξη, μας είπαν να βγάλουμε τις τσάντες από τους ώμους και να πιαστούμε χέρι – χέρι κάνοντας έναν κύκλο για να παίξουμε.
Τι ήταν όλα αυτά δεν καταλάβαινα. Εγώ περίμενα πότε θα τελειώσει η χρονιά στα νήπια να πάω σχολείο ν’ αρχίσω να γράφω και να διαβάζω. Κι αυτοί έχουν όρεξη για παιχνίδια. Άμα ήθελα παιχνίδια καθόμουν και στο σπίτι μου.
Τέλος πάντων αν είναι για παιχνίδι ποτέ δε λέω όχι. Όμως να μας πουν ότι όποιος θέλει τον βάψουν κλόουν να έρθει κοντά τους δεν το περίμενα. Μάλλον δεν περίμεναν κι αυτοί ότι θα θέλουν μόνο δυο τρεις. Και ξαφνικά έβλεπα και δεν πίστευα στα μάτια μου: ο δάσκαλος έβαφε την δασκάλα και η δασκάλα το δάσκαλο. Ήταν πάρα πολύ αστείο. Όλοι γελούσαν μαζί τους κι αυτούς δεν τους πείραζε καθόλου. Σιγά σιγά συνηθίσαμε όλοι στην ιδέα ότι θα ήταν πιο ωραία να ήμαστε κι εμείς βαμμένοι κι έτσι γίναμε όλοι κλόουν. Δε λέω πολύ πλάκα είχε και μάλιστα μέσα από τα παιχνίδια που κάναμε γνώρισα και κάνα δυο φίλους που ακόμα κάνουμε παρέα.
Πάμε να χωριστούμε σε τμήματα...
Πέρασαν έτσι δυο ώρες και μετά κάναμε διάλειμμα από «το παιχνίδι» για να παίξουμε και να φάμε. Την άλλη ώρα πίστευα ότι θα μπαίναμε στην τάξη. Όμως εμείς δεν μπήκαμε σε μία τάξη αλλά τις πήραμε όλες με τη σειρά και τις ξεσηκώσαμε με τα παιχνίδια μας. Γνωριστήκαμε με όλους τους μαθητές και τους δασκάλους του σχολείου, καθώς και με τους χώρους του κτιρίου. Διάλειμμα πάλι. Τώρα οι μεγάλοι μάς πρόσεχαν στην αυλή όπως τους είπαν οι δάσκαλοι και βοηθούσαν αν κάτι θέλαμε.
...και τα τμήματα γίνονται τρενάκια
Κάποιοι πείθονται εύκολα...
Την επόμενη ώρα που θα ήταν και η τελευταία – όπως μας είπαν για να μην κουραστούμε απότομα, τι να κουραστούμε εμείς όλη μέρα παίζαμε – νομίζαμε ότι θα πάει ο καθένας στην τάξη του. Εσύ είσαι που το λες; είχαμε συνηθίσει πια. Μας πήγαν όλους μαζί σε μια μεγάλη αίθουσα πάλι χωρίς τσάντες. Εκεί διαπιστώσαμε ότι οι δάσκαλοι ήξεραν τα ονόματά μας – τα είχαν μάλιστα γραμμένα σε κάτι καρτελάκια όπως στα τηλεπαιχνίδια – και χωρίς να το καταλάβουμε γίναμε δύο μεγάλα τρενάκια, ένα πίσω από κάθε δάσκαλο. Αυτά τα τρενάκια είναι τελικά και οι τάξεις που είμαστε χωρισμένοι μέχρι σήμερα και αυτούς τους δασκάλους έχουμε συνέχεια. Πότε τον έναν και πότε την άλλη.
...και κάποιοι θέλουν το χρόνο τους...
Τώρα που τα σκέφτομαι μετά από τόσα χρόνια μάλλον μου άρεσε που δεν μπήκαμε κατευθείαν σε τάξη – μη νομίσετε ότι μπήκαμε τη δεύτερη μέρα, μια βδομάδα σχεδόν οι άλλοι έκαναν μάθημα κι εμείς παίζαμε.
Και θυμάμαι ότι δεν είχε αρέσει μόνο σε μένα αλλά σε όλους, ακόμη και σ’ αυτούς που έκλαιγαν και δεν ήθελαν.

……………Για την αντιγραφή ο δάσκαλος

……………………………………………………..B.X.

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων