Το Σεντούκι της Ιστορίας: Ο Καποδίστριας και οι Υδραίοι

KAPODISTRIAS YDRAIOI

 

Τα λεφτά, τα λεφτά, τα εκατομμύρια….Οι τρεις πλούσιοι Ναυτικοί Νήσοι (Ύδρα, Σπέτσες και Ψαρά) είχαν δώσει πολλά λεφτά για τον Αγώνα και πολιτικές αποφάσεις της Β και Γ Εθνοσυνέλευσης είχαν πράγματι αναγνωρίσει ότι έπρεπε να τους καταβληθούν αποζημιώσεις «ως χρέος κοινόν του έθνους».

Ο Κυβερνήτης δεν έφερε επί της αρχής αντίρρηση σε αυτό. Το 1829 συνέστησε «εξεταστική των λογαριασμών των ναυτικών Επιτροπή», η οποία προσδιόρισε την «ποσότητα» της αποζημίωσης των τριών νήσων για τα απολεσθέντα πλοία τους σε 2.000.000 δίστηλα (ισπανικά τάλληρα), κατανεμημένα ως εξής:

Ύδρα 1.000.000

Σπέτσες 557.000

Ψαρά 443.000

Στην πράξη όμως, όπως αποκαλύπτουν οι επιστολές του, ο καημένος ο Καποδίστριας βρισκόταν σε «απορία» και αντικειμενικά δεν είχε «πού να τα εύρη». Γι αυτό αναζητούσε απεγνωσμένα νέο εξωτερικό δάνειο στο Λονδίνο, ύψους 60.000.000 γαλλικών φράγκων, το οποίο όμως δεν του δόθηκε.

Τελικά, το 1830, ύστερα από μακρόσυρτες διαπραγματεύσεις, ο Καποδίστριας πρόσφερε στις τρεις ναυτικές νήσους 50.000 δίστηλα, για να επισκευάσουν τα πλοία τους ή να κατασκευάσουν άλλα μικρότερης χωρητικότητας. Από αυτά οι Υδραίοι θα καρπώνονταν περίπου τα μισά (24.500 δίστηλα).

Η τελική προσφορά του Καποδίστρια ήταν μόλις 2,5% των αρχικών απαιτήσεών τους σε χρήμα, δεν ικανοποίησε τους Υδραίους, οι οποίοι δήλωσαν ότι θα αντιτάξουν «βίαν εις την βίαν» της κυβέρνησης και κάηκε το πελεκούδι.

Βάλτε και τους Μανιάτες που ήθελαν οι τοπικοί φόροι στο Λιμένι να μένουν σε αυτούς όπως τόσους αιώνες επί Τουρκοκρατίας και να μην πηγαίνουν στο κεντρικό Δημόσιο Ταμείο.

Και όλοι ζητούσαν χρήματα από τον άνθρωπο που όχι μόνοι δεν ελάμβανε μισθό αλλά έβαλε και από την περιουσία του για να φτιαχτεί δημόσιο Ταμείο και πίεσε και τους ξένους φίλους του να κάνουν το ίδιο.

Η πρώτη τράπεζα στην Ελλάδα, η Εθνική Χρηματιστική Τράπεζα (2 Φεβρουαρίου 1828), το αποθεματικό κεφάλαιο της σχηματίστηκε από χίλια αυστριακά τάλληρα που έδωσε ο Καποδίστριας και 5.000 ελβετικά φράγκα που εισέφερε ο προσωπικός φίλος του τραπεζίτης Εϋνάρδος με σκοπό την έκδοση εθνικού νομίσματος, του αργυρού «φοίνικος» το πρώτο εθνικό νόμισμα του νεοσύστατου ελληνικού κράτους που συμβόλιζε την εθνική αναγέννηση της Ελλάδας «μέσα από τις στάχτες» της και την πολιτική ανεξαρτησία της χώρας.

Και όλοι ζητούσαν χρήματα από τον άνθρωπο που ζούσε στην Τσαρική Αυλή μέσα στο χαβιάρι και τα αυγά Φαμπερζέ και τα άφησε όλα να έρθει στην Ελλάδα.

Στην πρώτη περιοδεία του μετά την άφιξή του, ο λαός που είχε συγκεντρωθεί ζητωκραύγαζε όχι μόλις είδε τον Καποδίστρια ντυμένο απλά και κάτισχνο από την ταλαιπωρία αλλά τον ταχυδρομικό διανομέα ονόματι Καρδαρά που ήταν ντυμένος με βελούδινη, χρυσοκέντητη στολή. Ο Κολοκοτρώνης δεν άντεξε και του μίλησε «Και τι θέλεις να κάμνω Θεοδωράκη;» «Η εξοχότης σου να ενδυθεί την κυβερνητική του στολή», έτσι ο Καποδίστριας οδηγήθηκε σε ένα κοντινό χάνι και φόρεσε τη δεύτερη στολή του που ήταν χειρότερη από την πρώτη!

Πώς θα φτιάξεις Κράτος; Ο Κυβερνήτης εναντιώθηκε με σφοδρότητα εναντίον του τοπικισμού επιθυμώντας κράτος υπεράνω μικροσυμφερόντων. Η απέχθεια του για τους προκρίτους δηλωμένη, γράφει στον Επίσκοπο Ιγνάτιο ότι και σε άλλες χώρες κλέβουν το κράτος αλλά πουθενά αλλού τόσο κοντά σε αυτά τα «ανθρωπάρια» δεν ζουν οικογένειες άστεγες και πεινασμένες μέσα στην αθλιότητα.

“Στοχασθείτε, δεσπότη μου, ότι αι άθλιαι αυταί οικογένειαι πάσχουσιν εξ αιτίας των κλεπτιστάτων αρχόντων, υπουργών τε και καπιτάνων”.

Για τον ακέραιο χαρακτήρα του, ο Γκαίτε γράφει «Ο Καποδίστριας πίστευε ότι θα μπορούσε να κάνει όλους τους ανθρώπους τόσο τίμιους όσο τίμιος ήταν και ο ίδιος» προσθέτει όμως προφητικά «Θα σας αποκαλύψω ένα μυστικό, που θα φανερωθεί αργά ή γρήγορα. Ο Καποδίστριας δεν θα κυβερνά πολύν καιρό ακόμα την Ελλάδα.

Η αφιλοκέρδεια, η αυτοθυσία και ο αγνός πατριωτισμός τού έδιναν το αίσθημα της νομιμότητας σε ό,τι έπραττε, όμως το ηθικό του πλεονέκτημα δεν αρκούσε.

“Το πείραμα Καποδίστρια απέτυχε γιατί οι Έλληνες θέλουν να έχουν κράτος αρκεί να είναι το δικό τους!”

 

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση