ΤΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΤΟΥ ΚΑΚΟΥ: ΟΙ ΑΘΛΙΟΙ ΤΟΥ ΒΙΚΤΩΡΟΣ ΟΥΓΚΩ

0

Συγγραφέας: 7ο ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΕΡΚΥΡΑΣ | Κατηγορία ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ | , στις 12-07-2018

Εργασία μαθητών Γεωργίου Προβατά και Αλέξανδρου Λίκα
Τάξης: Γ3

Οι Άθλιοι Βίκτωρος Ουγκώ

Ο Συγγραφέας

Ο Βίκτωρ Ουγκώ ήταν Γάλλος μυθιστοριογράφος, ποιητής και δραματουργός, εκπρόσωπος του κινήματος του γαλλικού ρομαντισμού.
Γεννήθηκε στις 25 Φεβρουαρίου 1802 στην πόλη Μπεζανσόν της ανατολικής Γαλλίας και ήταν ο νεότερος γιος του Ιωσήφ Ουγκώ και της Σοφί Τρεμπισέ.
Από πολύ νωρίς ξεκίνησε να γράφει ποιήματα και να μεταφράζει κλασσικούς Λατίνους ποιητές όπως ο Βιργίλιος. Η πρώιμη φιλοδοξία του τον έσπρωξε να γράψει σε ηλικία μόλις 14 ετών σε μία εφημερίδα της εποχής: «Je veux être Chateaubriand ou rien» (Επιθυμώ να γίνω ή Σατωβριάνδος ή τίποτα). Στα 1817 βραβεύτηκε από τη Γαλλική Ακαδημία για κάποιο ποίημά του και το 1819 βραβεύτηκε από τα Ανθεστήρια της Τουλούζης
Το 1823 κάνει το λογοτεχνικό του ντεμπούτο με το μυθιστόρημα Χαν της Ισλανδίας (Han d’Islande), το οποίο κυκλοφόρησε με ψευδώνυμο σε τέσσερις μικρούς τόμους.
Ωντας Φιλέλληνας, ο Ουγκώ εξέδωσε τα Ανατολίτικα, ένα από τα πιο αξιόλογα έργα του, εμπνευσμένο από την Ελληνική Επανάσταση του 1821.
Η πραξικοπηματική κατάλυση της δημοκρατίας από τον Ναπολέοντα Γ΄ το 1851 και η ανάδειξή του σε Αυτοκράτορα κάνει τον Ουγκώ να αλλάξει τις φιλοβοναπαρτικές του αντιλήψεις και να στραφεί με μένος εναντίον του. Η επικείμενη δίωξή του, μετά από αυτό, τον αναγκάζει να διαφύγει στις Βρυξέλλες μεταμφιεσμένος σε εργάτη. Έτσι εγκαινίασε τη μακρά περίοδο αυτοεξορίας του, που θα διαρκέσει περίπου 20 χρόνια.
Στο τζερσει της Βρετανίας συγγράφει την ποιητική συλλογή Ο Θρύλος των Αιώνων (La Légende des Siècles, 1859) και ολοκληρώνει το αριστούργημά του Οι Άθλιοι (Les Misérables, 1862).

Haute Neuville,Τζέρσει Αγγλία

Στις 30 Ιανουαρίου 1876 ο Βίκτωρ Ουγκώ ονομάζεται ισόβιος Γερουσιαστής από τη Γαλλική Δημοκρατία. Την τελευταία αυτή πολιτική περίοδο της ζωής του γίνεται το είδωλο της ριζοσπαστικής αριστεράς. Ο ίδιος είναι πλέον οπαδός ενός ουτοπικού σοσιαλισμού πιστεύοντας στην κοινωνική συμφιλίωση και την ειρηνική επίλυση των κοινωνικών προβλημάτων.
Πέθανε στις 22 Μαΐου 1885 σε ηλικία 83 ετών έχοντας λάβει εν ζωή σπάνια δόξα για πνευματικό δημιουργό. Στη Γαλλία κηρύχθηκε εθνικό πένθος και μία νύχτα η σορός του έμεινε με τιμητική φρουρά κάτω από την Αψίδα του Θριάμβου.

Περίληψη

Η ιστορία του έργου διαδραματίζεται στην Γαλλία μετά την γαλλική επανάσταση. Πρωταγωνιστής της ο Γιάννης Αγιάννης. Όταν ήταν νέος, η οικογένειά του και αυτός πεινούσαν και γι’ αυτό μια μέρα καθώς περνούσε έξω από έναν φούρνο, έσπασε το τζάμι και άρπαξε ένα καρβέλι ψωμί. Γι’ αυτό το παράπτωμα κατέληξε να παραμείνει στη φυλακή για δεκαεννέα χρόνια. Αφού εξέτισε την ποινή του, έπρεπε να πάει στην πόλη Ντιζόν για να καταγραφεί. Καθώς πήγαινε, σταμάτησε για να ξεκουραστεί σε μια πόλη, το Βιγκό, στην οποία επίσκοπος ήταν ο κύριος Μυριήλ, που βοηθούσε όλους όσους είχαν ανάγκη. Ο ήρωας της ιστορίας μας ζήτησε από τον επίσκοπο να τον φιλοξενήσει μόνο για ένα βράδυ. Ο επίσκοπος όμως κατάφερε να τον πείσει να μείνει και να δουλέψει στο Βιγκό. Υποσχέθηκε μάλιστα στον επίσκοπο Μυριήλ να γίνει άλλος άνθρωπος και τήρησε την υπόσχεσή του. Μετά από χρόνια ο Γιάννης Αγιάννης, αφού είχε αποκτήσει μεγάλη περιουσία, εκλέχτηκε δήμαρχος του Βιγκό, ως κύριος Μαγδαληνής πλέον και έκανε εξαίρετη δουλειά. Μια μέρα έφτασε στην πόλη με μετάθεση ως επιθεωρητής ο Ιαβέρης, που ήταν αφοσιωμένος στους νόμους και στις αρχές της εποχής εκείνης και είχε υπάρξει φύλακας στην φυλακή που εξέτισε την ποινή του ο Γιάννης Αγιάννης. Ο επιθεωρητής αναγνώρισε τον ήρωα, τον οποίο καταζητούσαν γιατί δεν είχε παρουσιαστεί ποτέ στην Ντιζόν και αποφάσισε να τον αποκαλύψει και να τον πιάσει. Μετά από πολλές προσπάθειες δεν κατάφερε κάτι. Ώσπου μια μέρα έπιασαν κάποιον που έκλεβε μήλα για να ξεγελάσει την πείνα και λόγω της κλοπής αυτής νόμιζαν πως ήταν ο Γιάννης Αγιάννης. Κατά τη διάρκεια της δίκης ο Γιάννης Αγιάννης αποκάλυψε την πραγματική του ταυτότητα. Φυλακίστηκε πάλι αλλά κατάφερε γρήγορα να αποδράσει. Έπειτα ξεκίνησε το κυνηγητό. Ο ήρωάς μας είχε υποσχεθεί σε μια εργάτρια, η όποια πέθανε, να προσέχει την μονάκριβή της κόρη, την Τιτίκα, την οποία φρόντιζε μια οικογένεια έξω από το Βιγκό. Αφού πήρε την Τιτίκα από την οικογένεια αυτή, πήγαν στο Παρίσι. Εκεί έμειναν σε ένα μοναστήρι. Όταν η Τιτίκα έγινε δεκαεννέα χρονών, έφυγαν από το μοναστήρι και βρήκαν ένα δικό τους σπίτι. Η Τιτίκα γνώρισε ένα αγόρι, τον Μάριο, τον οποίο ερωτεύτηκε. Αρχικά ο Γιάννης Αγιάννης δεν ενέκρινε το Μάριο. Τελικά όμως τον αποδέχτηκε. Ο Μάριος συμμετείχε σε μια φοιτητική οργάνωσης υπέρ της δημοκρατίας και τον παρακολουθούσε η αστυνομία. Έτσι ο Ιαβέρης εντόπισε ξανά τον Γιάννη Αγιάννη, που υποχρεώθηκε να μετακομίσει σε άλλη περιοχή του Παρισιού. Κατά την κηδεία του στρατηγού Λαμάρκ, που ήταν θερμός υποστηρικτής της δημοκρατίας, ξέσπασαν ταραχές που πνίγηκαν στο αίμα. Κατά την διάρκεια της των ταραχών ο Ιαβέρης αιχμαλωτίστηκε και οι επαναστάτες ήθελαν να τον εκτελέσουν. Ο Γιάννης Αγιάννης, που είχε πάει εκεί λόγω του Μάριου, προσφέρθηκε να εκτελέσει ο ίδιος τον Ιαβέρη. Όμως αντί να τον εκτελέσει, τον άφησε να ζήσει και τον ελευθέρωσε. Ο ήρωάς μας για να σώσει το Μάριο βρέθηκε αντιμέτωπος με τον Ιαβέρη, με τον οποίο συμφώνησε να πάρει τη θέση του Μάριου. Αφού άφησε το Μάριο στο παλιό σπίτι του, που βρίσκονταν η Τιτίκα με την υπηρέτρια του, γύρισε στον Ιαβέρη, τηρώντας την συμφωνία τους. Ο Ιαβέρης όμως του έβγαλε τις χειροπέδες και αφού τον ρώτησε γιατί τον ελευθέρωσε, έβαλε τις χειροπέδες στον εαυτό του και αυτοκτόνησε πέφτοντας στον Σηκουάνα. Ο Γιάννης Αγιάννης μένει για πάντα ελεύθερος. Σύντομα ο Μάριος και η Τιτίκα παντρεύονται. Ο Γιάννης χάνει τη θέληση του για τη ζωή, καθώς η Τιτίκα δεν τον χρειάζεται πλέον. Ο Μάριος, πεπεισμένος ότι ο Γιάννης είναι χαρακτήρας χαμηλού ηθικού αναστήματος, απομακρύνει την Τιτίκα από αυτόν. Μαθαίνει, ωστόσο πολύ αργά, για τις καλές πράξεις του και σπεύδουν με την Τιτίκα στο σπίτι του, όπου βρίσκεται ετοιμοθάνατος. Ο Γιάννης αποκαλύπτει το παρελθόν του στο ζευγάρι και στις τελευταίες του στιγμές ανακαλύπτει τελικά την ευτυχία με τη θετή του κόρη και τον γαμπρό του στο πλευρό του. Τους εκφράζει την αγάπη του και πεθαίνει.

Δομή

Οι Άθλιοι περιλαμβάνουν μία σειρά ιστοριών, συνδετικός άξονας των οποίων είναι αυτή του πρώην καταδίκου Γιάννη Αγιάννη,ο οποίος γίνεται μία δύναμη του καλού πάνω στη γη, χωρίς όμως να μπορεί να ξεφύγει από το παρελθόν του. Το μυθιστόρημα απαρτίζεται από πέντε μέρη, το καθένα από τα οποία χωρίζεται σε βιβλία, τα οποία με τη σειρά τους χωρίζονται σε κεφάλαια. Κάθε κεφάλαιο είναι σχετικά μικρό, συνήθως απαρτίζεται από μερικές σελίδες. Ωστόσο το βιβλίο στο σύνολο του είναι αρκετά μεγάλο για τα συνήθη δεδομένα, καθώς ξεπερνά τις χίλιες διακόσιες σελίδες στις πλήρεις εκδόσεις του. Στα πλαίσια της κεντρικής ιστορίας, ο Ουγκώ γεμίζει αρκετές σελίδες με τις σκέψεις του σχετικά με τη θρησκεία, την πολιτική και την κοινωνία, περιλαμβάνοντας τρεις εκτεταμένες παρεκβάσεις: μία συζήτηση για τις θρησκευτικές αρχές, μια άλλη για την αργκό, καθώς και τη γνωστή επική εξιστόρηση της μάχης του Βατερλώ.

Απεικόνιση του Γιάννη Αγιάννη

Απήχηση του έργου

Η απήχηση του έργου σαφώς ήταν και είναι πολύ μεγάλη, καθώς το μυθιστόρημα αυτό είναι ένα από τα περισσότερα διαβασμένα βιβλία, έχει μεταφραστεί σε πολλές γλώσσες, είναι ένα από τα πιο γνωστά βιβλία του δεκάτου ένατου αιώνα και θεωρείται το «κοινωνικό ευαγγέλιο», λόγω των ιδεών, αρχών και μηνυμάτων που περιέχει που φυσικά μας θυμίζουν τις αλήθειες, τις αρχές και τα διδάγματα του χριστιανισμού. Τη μεγάλη απήχηση του έργου μαρτυρά και το πλήθος των θεατρικών παραστάσεων που έχουν ανεβεί και των κινηματογραφικών ταινιών που έχουν προβληθεί με θέμα τους Άθλιους και η εισπρακτική τους επιτυχία.

Εντύπωση για το βιβλίο

Το βιβλίο καταδεικνύει τα κοινωνικά προβλήματα της εποχής που γράφτηκε το μυθιστόρημα. Παρουσιάζει τις αντιλήψεις των περισσοτέρων ανθρώπων τα χρόνια εκείνα και προβάλλει την αντίθεση των δυο ηρώων, όπου ο ένας, Γιάννης Αγιάννης, συμπεριφέρεται ως άνθρωπος μπροστά από την εποχή του, ακολουθώντας τα διδάγματα του χριστιανισμού και του ανθρωπισμού ενώ ο δεύτερος, Ιαβέρης, είναι απορροφημένος στις αρχές/τύπους της εποχής εκείνης. Η τήρηση της υπόσχεσης του κεντρικού ήρωα στην εργάτρια όσον αφορά την κόρη της, μας φανερώνει τον τον ακέραιο αλλά και ανθρωπιστικό χαρακτήρα του ηρώα μας ενώ η πράξη του να σώσει τον αγαπημένο της Τιτίκας, βάζοντας σε κίνδυνο την ίδια του τη ζωή, δείχνει τη μεγάλη αγάπη του για την Τιτίκα και την αυτοθυσία του για χάρη ενός αγαπημένου προσώπου. Μεγαλύτερη εντύπωση πάντως μου έκανε ότι ο Γιάννης Αγιάννης συνεχώς συγχωρούσε τους πάντες για τα πάντα, κυρίως όμως με τον Ιαβέρη, παρά όσα του είχε κάνει.

Μορφές του κακού μέσα από τους λογοτεχνικούς ήρωες
Οι πιο απλές μορφές κακού που βρίσκουμε στο μυθιστόρημα είναι η κλοπή, τα ψέματα και η αχαριστία του Γιάννη Αγιάννη, ανεξάρτητα για πιο λόγο έγιναν.
Η προκατάληψη και η απόρριψη που δείχνουν οι πανδοχείς στον Αγιάννη, ως πρώην κατάδικο.
Η μανία του Ιαβέρη να πιάσει τον Γιάννη Αγιάννη και η σκληρότητα προς του άλλους ανθρώπους φαίνεται σε ολόκληρο το μυθιστόρημα. Δεν δείχνει κανένα έλεος και δε μπορεί καν να δεχτεί το έλεος που του έδειξε ο Αγιάννης.
Η πονηριά, η εκμετάλλευση και η βαναυσότητα της οικογένειας των Θερναδιέρων που κρατούσε την Τιτίκα, καταλήγοντας να γίνουν ληστές.

Εκδίκηση –Συγχώρεση
Την εκδίκηση δεν την παρατηρούμε τόσο έντονα όπως την συγχώρεση.
Η συγχώρεση φαίνεται κυρίως στο πρόσωπο του Γιάννη Αγιάννη, καθώς μέσα στο μυθιστόρημα έχει συγχωρέσει τον Ιαβέρη, που τον καταδιώκει διαρκώς, συγχωρεί και το Μάριο που τον είχε παρεξηγήσει.
Πρώτα βέβαια τη βλέπουμε στο πρόσωπο του επισκόπου Μυριήλ, ο οποίος συγχωρώντας τον Γιάννη Αγιάννη αν και τον έκλεψε παρά τη φιλοξενία που του προσέφερε, κατάφερε να τον ωθήσει στη μεταμόρφωσή του.
Ο άνθρωπος μαθαίνοντας να συγχωρεί, καταφέρνει να ακλουθεί τα διδάγματα του χριστιανισμού, να γίνεται καλύτερος και να πλησιάζει το Θεό.

Ενοχές – Τύψεις – Συνείδηση
Ενοχές, τύψεις και έλεγχο από τη συνείδησή του, αναγνωρίζουμε στον Αγιάννη όταν παρότι έκλεψε τον επίσκοπο Μυριήλ, αυτός τον έσωσε και του άλλαξε τη ζωή. Στον Αγιάννη λειτούργησαν ευεργετικά και τον οδήγησαν κάθε φορά να γίνεται καλύτερος άνθρωπος.
Τις ένοχες, τις τύψεις και την συνείδηση, τα βλέπουμε όλα μαζί κατά την τελευταία συνάντηση του Γιάννη Αγιάννη με τον Ιαβέρη. Ο Ιαβέρης όμως, παγιδευμένος μέσα στον τρόπο ζωής του δε μπορεί να ξεπεράσει τον εαυτό του και τελικά αυτοκτόνησε.

Το κακό μέσα από το μυθιστόρημα

Το κακό μέσα από το μυθιστόρημα φαίνεται ισχυρό και αγγίζει όλους τους ανθρώπους σε όλες τις κοινωνικές τάξεις αλλά στο τέλος υπερτερεί το καλό και το νικά. Ο συγγραφέας προσπαθεί και πετυχαίνει να μας δείξει πως μπορούν οι άνθρωποι και γενικά η κοινωνία να αλλάξουν και να γίνουν καλύτεροι.

Τσεζάρε Μπεκαρία
(Cesare Bonesana, Marchese di Beccaria, Μιλάνο 1738 – 1794)
Ιταλός εγκληματολόγος και οικονομολόγος. Φοίτησε στο Ιησουίτικο Κολέγιο της Πάρμα και αργότερα σπούδασε νομικά στο πανεπιστήμιο της Παβία, από το οποίο αποφοίτησε το 1758. Η επαφή του με τα έργα του Διαφωτισμού επηρέασε σημαντικά την πνευματική διαμόρφωσή του, καθώς και η επαφή του με τους αδελφούς Πιέτρο και Αλεσάντρο Βέρι, στο σπίτι των οποίων, στο Μιλάνο, ανέπτυσσαν συζητήσεις για φιλοσοφικά, πολιτικά και κοινωνικά ζητήματα.
Το έργο που του εξασφάλισε παγκόσμια φήμη στον Τζ. Μπεκαρία ήταν το Περί των εγκλημάτων και των ποινών (Dei Delitti e delle Pene), το οποίο δημοσιεύτηκε στο Λιβόρνο το 1764. Από τότε επανεκδόθηκε πολλές φορές, ενώ στη συνέχεια μεταφράστηκε σε περισσότερες από 20 γλώσσες (στα ελληνικά το μετέφρασε ο Αδαμάντιος Κοραής το 1802).
Με αυτό το έργο ο Μπεκαρία άσκησε κριτική στο ποινικό σύστημα της εποχής του, ενώ παράλληλα πρότεινε συγκεκριμένες λύσεις για τη βελτίωση του συστήματος. Βασιζόμενος στη θεωρία του Κοινωνικού Συμβολαίου, που εκλαμβάνει την κοινωνία ως αφηρημένη οντότητα, η οποία δημιουργήθηκε συμβατικά από τα άτομα με σκοπό να εξασφαλίσει τις ελευθερίες τους, υποστήριξε ότι η ποινή δεν αποτελεί την εξωτερίκευση της κυρωτικής εξουσίας του κράτους, αλλά είναι ανάγκη κοινωνικής άμυνας. Σύμφωνα με αυτή την αρχή, η ποινή του θανάτου έρχεται σε αντίθεση προς τη συμβατική φύση της κοινωνίας, η οποία, μολονότι νομιμοποιείται να περιορίζει ορισμένες ατομικές ελευθερίες για χάρη του κοινωνικού οφέλους, δεν διατηρεί το δικαίωμα να αφαιρεί ανθρώπινες ζωές. Ο Μπεκαρία λοιπόν καταδίκασε τη θανατική ποινή, βασισμένος σε δύο επιχειρήματα: α) επειδή το κράτος δεν έχει το δικαίωμα να αφαιρεί ζωές και β) επειδή η θανατική ποινή δεν είναι ούτε χρήσιμη ούτε αναγκαία μορφή τιμωρίας.
Χαρακτήρισε ως σκληρά και αυθαίρετα τα δικαστικά συστήματα της εποχής και, ειδικότερα, στράφηκε ενάντια στα βασανιστήρια (που εφαρμόζονταν για την εξασφάλιση της ομολογίας του κατηγορούμενου), στην ανώνυμη και μυστική καταγγελία, στις δίκες κεκλεισμένων των θυρών (υποστήριξε την ανάγκη της δημόσιας δίκης, ως αναφαίρετου δικαιώματος της υπεράσπισης), καθώς και ενάντια στην προφυλάκιση, η οποία, σύμφωνα με τον ίδιο, θα έπρεπε να έχει τον χαρακτήρα απλής κράτησης του κατηγορούμενου και όχι πραγματικής ποινής.
Ο Μπεκαρία υποστήριξε ότι:
1. Σκοπός της ποινής δεν είναι η εκδίκηση αλλά ο σωφρονισμός εκείνου που διέπραξε το αδίκημα και ο παραδειγματισμός των άλλων. Άρα σωστό είναι να επιλέγεται όχι η πιο εξοντωτική ποινή αλλά αυτή που θα έχει το διαρκέστερο αποτέλεσμα στη σκέψη και στη βούληση του δράστη και των άλλων.
2. Η δικαιοσύνη θα πρέπει να ενεργεί άμεσα, σύντομα, γιατί όσο πιο σύντομα έρθει η ποινή τόσο πιο άμεσος θα είναι ο συνειρμός των δυο (αδικήματος-ποινής) στη σκέψη όλων, ώστε να αποφεύγονται αξιόποινες πράξεις.
3. Το αδίκημα αποτρέπεται πιο αποτελεσματικά όταν υπάρχει η βεβαιότητα κάποιας ποινής παρά όταν επισείεται η αυστηρότητα αβέβαιης τιμωρίας. Η βεβαιότητα μιας μικρής ποινής ενεργεί αποτρεπτικά πιο πολύ από μια μεγάλη ποινή όταν αυτή θεωρείται μόνο πιθανή.
Το έργο του Μπεκαρία είχε ευρύτατη απήχηση και προκάλεσε τους επαίνους του Ντιντερό, του Μπιφόν, του Βολτέρου και αναμόρφωσε το ποινικό σύστημα προς όφελος του πολίτη. Η Αικατερίνη της Ρωσίας προχώρησε σε ορισμένες τροποποιήσεις του ποινικού δικαίου και της ποινικής δικονομίας, σύμφωνα με τις ιδέες που διατύπωσε ο Μπεκαρία. Στην Ιταλία του αποδόθηκαν ανάλογα αξιώματα και τιμές: το 1768 ονομάστηκε καθηγητής των Αυλικών Σχολών του Μιλάνου, όπου ίδρυσε την πρώτη έδρα πολιτικής οικονομίας, ενώ το 1791, ως επιστέγασμα των σχετικών μελετών του, ονομάστηκε μέλος της επιτροπής αναθεώρησης της πολιτικής και ποινικής δικονομίας.

Τα σχόλια είναι κλειστά.