Τα παιδιά ζωγραφίζουν τους μύθους του Αισώπου που διαβάσαμε, σας σε πίνακες ζωγραφικής με διάφορες τεχνικές
Τις παρουσιαζουμε όλες μαζί σε μία έκθεση με τη βοήθεια του artsteps
Τα παιδιά ζωγραφίζουν τους μύθους του Αισώπου που διαβάσαμε, σας σε πίνακες ζωγραφικής με διάφορες τεχνικές
Τις παρουσιαζουμε όλες μαζί σε μία έκθεση με τη βοήθεια του artsteps
Ο Μύθος

Μια φορά κι έναν καιρό, μέσα στο δάσος ζούσε ένα λιοντάρι, περήφανο και δυνατό. Κάθε φορά που έβγαινε από τη σπηλιά του και βρυχόταν, όλα τα ζώα του δάσους, σαν άκουγαν το δυνατό μουγκρητό του, φοβούνταν και έφευγαν μακριά. Το λιοντάρι ήταν ο βασιλιάς των ζώων του δάσους και μπροστά στη δύναμη του όλα τα ζώα, μικρά και μεγάλα, υποχωρούσαν. Η πονηρή αλεπού, ο γρήγορος λαγός, το ελάφι με τα δυνατά του κέρατα, η αεικίνητη λεοπάρδαλη, ο τεράστιος ελέφαντας, ο δυνατός ρινόκερος, ακόμα και η άγρια αρκούδα, όλα τα ζώα τρόμαζαν όταν άκουγαν το δυνατό βρυχηθμό του λιονταριού και αντίκριζαν τα πελώρια και κοφτερά δόντια του. Όποιο ζώο είχε τολμήσει να τα βάλει με το λιοντάρι, είχε φύγει νικημένο.
Μια μέρα, το λιοντάρι κοιμόταν ήσυχο στη σπηλιά του. Είχε φάει αποβραδίς μια ολόκληρη κατσίκα και είχε βυθιστεί στον ύπνο για να χωνέψει. Εκεί που απολάμβανε τον ύπνο του, ένιωσε κάτι να γαργαλάει την ουρά του. Το λιοντάρι άνοιξε τα μάτια του αγριεμένο και με μια κίνηση, γράπωσε με τα νύχια του τον εισβολέα που είχε χαλάσει την ησυχία του. Και τι να δει; Ένα μικρό γκρι ποντικάκι! Το λιοντάρι δεν πίστευε στα μάτια του.
– «Ποιος είσαι εσύ μικρέ και ανόητε ποντικέ που τολμάς να μπαίνεις στη σπηλιά μου και να με ξυπνάς; Εμένα, το παντοδύναμο λιοντάρι, τον βασιλιά των ζώων;» φώναξε το λιοντάρι, έτοιμο να κάνει μια μπουκιά το μικρό ποντικάκι.
– «Μη με φας βασιλιά μου», τον ικέτεψε τρομαγμένο το ποντικάκι. «Δεν ήθελα να σε ενοχλήσω. Έψαχνα μόνο κάτι να φάω γιατί είμαι πεινασμένο. Μη μου κάνεις κακό, κι εγώ, κάποια μέρα, θα σου ανταποδώσω αυτή τη χάρη».
Το λιοντάρι γέλασε ειρωνικά. Τι θα μπορούσε να κάνει αυτό το μικρό και ασήμαντο ποντικάκι για το παντοδύναμο λιοντάρι, τον κυρίαρχο του δάσους… Το άφησε όμως να φύγει χωρίς να το πειράξει, λέγοντας του:
– «Θα σε αφήσω να φύγεις μικρό ποντικάκι, παρόλο που εσύ δεν θα μπορούσες ποτέ να κάνεις κάτι για μένα».
Μία μέρα, το λιοντάρι, εκεί που τριγυρνούσε πεινασμένο στο δάσος ψάχνοντας για τροφή, άκουσε ένα κατσίκι να βελάζει. Τρέχει βιαστικά προς το μέρος του και καθώς πηδάει για να το αρπάξει με τα κοφτερά του νύχια, πέφτει μέσα σε ένα λάκκο που ήταν σκεπασμένος με φύλλα. Πίσω από τα δέντρα ξεπρόβαλλαν κυνηγοί, που είχαν σκάψει το λάκκο για να το παγιδέψουν, έπιασαν το λιοντάρι και το έδεσαν με χοντρά σχοινιά για να μην μπορεί να κουνηθεί.
Οι κυνηγοί έφυγαν για να πάνε στο χωριό να φέρουν βοήθεια για να κουβαλήσουν το λιοντάρι, που ήταν πολύ μεγάλο και βαρύ. Το λιοντάρι έμεινε εκεί, μόνο και αβοήθητο, χωρίς να μπορεί να κουνήσει ούτε τα πόδια ούτε τον κορμό του, που ήταν δεμένα σφιχτά.
Μετά από λίγη ώρα, έτυχε να περνάει από εκεί το μικρό ποντίκι και άκουσε τα βογκητά του λιονταριού. Πλησίασε κοντά του, είδε το λιοντάρι παγιδευμένο στα σχοινιά και τότε του είπε:
– «Κάποτε μου χάρισες τη ζωή μου. Τώρα θα σου ξεπληρώσω την καλοσύνη σου και θα σε ελευθερώσω».
– «Εσύ θα με ελευθερώσεις; Πώς είναι δυνατόν;» ρώτησε το λιοντάρι.
– «Τώρα θα δεις», του απάντησε ο μικρός ποντικός και βάλθηκε μονομιάς να ροκανίζει τα χοντρά σχοινιά με τα κοφτερά του δόντια.
Το ποντίκι ροκάνιζε ακούραστα, χωρίς να σταματά λεπτό, και μετά από μερικές ώρες σκληρής δουλειάς, κατάφερε να κόψει τα σχοινιά που έδεναν τα πόδια του λιονταριού και να το ελευθερώσει. Το λιοντάρι δεν πίστευε στα μάτια του!
– «Σε ευχαριστώ πολύ», του ψέλλισε συγκινημένο. Το ποντίκι του αποκρίθηκε με ταπεινότητα:
– «Σου είχα υποσχεθεί πως θα σου ανταποδώσω την καλοσύνη που μου έδειξες και κράτησα την υπόσχεσή μου. Τότε γέλασες μαζί μου, γιατί δεν πίστευες πως εγώ, ένα μικρό και ασήμαντο ποντίκι, θα μπορούσα ποτέ να βοηθήσω εσένα, τον βασιλιά των ζώων. Πρέπει να ξέρεις όμως, πως και οι πιο αδύναμοι μπορούν κάποτε να βοηθήσουν αυτούς που είναι δυνατότεροί τους. Και εγώ δεν ξέχασα ποτέ αυτό που έκανες για μένα».
Από τότε, οι δυο τους έγιναν αχώριστοι φίλοι.
Σήμερα δραματοποιήσαμε τους μύθους του Αισώπου που ασχοληθήκαμε τις προηγούμενες μέρες. Με τη δραματοποίηση τα παιδιά μαθαίνουν να ελέγχουν το σώμα τους και να οξύνουν τις αισθήσεις τους. Ταυτόχρονα καλλιεργούν τη φαντασία και την παρατηρητικότητά τους, αλλά και αναπτύσσουν το λόγο τους, ψυχαγωγούνται, καλλιεργούν τη φαντασία τους, την κοινωνικότητά τους και διευρύνουν το συναισθηματικό τους κόσμο.
Τα παιδιά ζωγραφίζουν τους μύθους του Αισώπου και τα φτιάχνουμε ψηφιακά παζλ
Αφού οργανώσαμε την βιβλιοθήκη μας. Ξεκινήσαμε την δανειστική Βιβλιοθηκη
Οι στόχοι της δανειστικής βιβλιοθήκης είναι :
Τι πετυχαίνουμε μέσα από το δανεισμό;
Διαβάσαμε το βιβλίο Χαριστική Βιβλιοθήκη
και μιλήσαμε για τους κανόνες της δανειστικής Βιβλιοθήκης
Μαζί με το βιβλίο τα παιδιά παίρνουν και ένα φύλλο κριτικής για το βιβλίο που διαβάσανε
Με αφορμή την παγκόσμια ημέρα αποταμίευσης διαβάσαμε το παραμυθι ο Τζίτζικας και ο μέρμηγκας και έτσι συνεχίζουμε τους μύθους του Αισώπου
Ο μύθος
Κάποτε ήταν ένα τζιτζίκι και ένα μυρμήγκι. Το τζιτζίκι είχε φτιάξει την φωλιά του στα κλαδιά ενός δέντρου ενώ το μυρμήγκι στις ρίζες του.
Ήταν καλοκαίρι και μόλις ανέτειλε ο ήλιος, το μυρμήγκι ξεκινούσε την εργασία του. Έβγαινε από την φωλιά του και έψαχνε να βρει διάφορους σπόρους. Όταν έβρισκε κάποιον, τον φορτωνόταν στην πλάτη και τον μετάφερε στην φωλιά του όπου τον αποθήκευε. Μερικές φορές οι σπόροι ήταν τόσο μεγάλοι που έπρεπε να τους κομματιάσει πριν τους μεταφέρει και αυτό σήμαινε διπλάσιο κόπο για το μυρμήγκι. Εργαζόταν από την ανατολή μέχρι την δύση του ηλίου.
Από την άλλη μεριά το τζιτζίκι, ξυπνούσε αφού είχε σχεδόν μεσημεριάσει. Έβγαινε από την φωλιά του και αφού έτρωγε κάτι πρόχειρα, έπιανε το τραγούδι που μερικές φορές το συνέχιζε ακόμα και μετά τα μεσάνυκτα. Εκτός από το να τρώει και να τραγουδάει δεν έκανε τίποτα άλλο όλη μέρα. Τι όλη μέρα δηλαδή, την μισή μέρα αφού όπως είπαμε ξυπνούσε το μεσημεράκι.
Έτσι περνούσαν οι μέρες η μία μετά την άλλη και ήρθε ο καιρός που έφυγε το καλοκαίρι και έδωσε την θέση του στο φθινόπωρο. Ο ουρανός συννέφιασε, ψιλή βροχή άρχισε να πέφτει και τα φύλλα τον δέντρων ένα ένα ξεράθηκαν και έπεσαν στην γη.
Το μυρμήγκι έχοντας αρκετές προμήθειες για να περάσει μέχρι την άνοιξη, καθόταν και απολάμβανε τον ήχο που έκαναν οι σταγόνες της βροχής καθώς έπεφταν πάνω στα ξερά φύλλα. Από την άλλη μεριά, το τζιτζίκι έψαχνε απεγνωσμένα να βρει κάτι να φάει αλλά δεν υπήρχε τίποτα αφού όλα τα φύλλα, όπως είπαμε, είχαν ξεραθεί. Μην αντέχοντας άλλο την πείνα, πήγε στον γείτονα του, το μυρμήγκι, και του είπε:
– Καλέ μου γείτονα, σε παρακαλώ, δώσε μου κάτι να φάω γιατί όλα τα φύλλα έχουν ξεραθεί και δεν υπάρχει τροφή πουθενά.
– Καλά, όλο το καλοκαίρι τι έκανες;
…ρώτησε το μυρμήγκι.
– Α! Το καλοκαίρι δεν πρόλαβα να μαζέψω τροφές γιατί είχα πολύ κέφι και τραγούδαγα όλη μέρα.
– Ε! Ας το σκεφτόσουνα αυτό τότε.
…είπε το μυρμήγκι και γύρισε να δει κάτι αργοπορημένα πουλιά που πετούσαν προς το νότο.
Παρακολουθήσαμε και το βίντεο
Βάλαμε τις εικόνες στη σειρά ώστε να πούμε την ιστορία σωστά
Το φτιάξαμε και ψηφιακό παιχνίδι με το word wall
Φτιάξαμε και ψηφιακά το παζλ
Αφού είδαμε το παραμύθι ” Its ok to be different”. Αυτό είναι ένα βιβλίο με ένα ιδιαίτερο μήνυμα γραμμένο από τον Todd Parr. To “Είναι εντάξει να είμαστε διαφορετικοί” γιορτάζει όλες αυτές τις διαφορετικές ιδιότητες που έχουμε ως άτομα που μας κάνουν μοναδικούς. Ας γιορτάσουμε ποιοι είμαστε και τι μας κάνει διαφορετικούς
Τα παιδιά συνέχισαν το παραμύθι με δικές τους προτάσεις “είναι εντάξει να….” , στη συνέχεια εικονογράφησαν τις προτάσσεις τους και τις μαγνητοφωνήσαμε. Ετσι δημιουργήθηκε το παρακάτω βίντεο