Β’ Τάξη

ΤΑ ΜΠΑΛΟΝΙΑ ΤΗΣ ΦΙΛΙΑΣ (1a)

Η Β΄ τάξη συναντά το Σαγκάλ.

Μια φορά κι έναν καιρό ήταν ένας πράσινος βιολιστής γίγαντας που είχε κάνει σπίτι του τα σύννεφα. Ανέβηκε στα σύννεφα για να μπορούν όλοι να ακούνε τις ωραίες μελωδίες του βιολιού του, χωρίς να κινδυνεύουν οι μεγάλοι και τα παιδιά από το πάτημά του.

Κάπου αλλού ήταν ένα πράσινο γαϊδούρι που είχε χάσει τους γονείς του και ζούσε μόνο του.Για καλή του τύχη όμως το βρήκε ένα αντρόγυνο και το πήρε μαζί του στο σπίτι του. Το είχε κοντά του μέχρι που μια μέρα ήρθαν τρεις άνθρωποι του τσίρκου και το αγόρασαν. Το αγόρασαν γιατί το χρώμα του , τόσο παράξενο για γαϊδούρια, θα έρχονταν να το δουν πολλοί στο τσίρκο τους. Το αντρόγυνο με μεγάλο πόνο και λύπη το πούλησε γιατί ήταν πολύ φτωχό.

Περπάτησαν τέσσερις μέρες άνθρωποι και γάιδαρος. Πέρασαν ποτάμια, γέφυρες, βουνά, χωράφια, χωριά και κάποτε έφτασαν στο τσίρκο τους. Το γαϊδουράκι το οδήγησαν και  το έκλεισαν σ’ ένα κλουβί. Δίπλα  υπήρχαν και άλλα ζώα σε κλουβιά:λιοντάρια, ελέφαντες, μαϊμούδες, καμηλοπαρδάλεις, ζέβρες, τίγρεις.

Πέρασε η νύχτα και την επόμενη μέρα δύο χορεύτριες του τσίρκου, η Μερλία και η Έλενα ξεκίνησαν τις πρόβες και το χορευτικό τους σόου . Τα κορίτσια έκαναν ένα επικίνδυνο χορευτικό πάνω σε άλογο.

-Μερλία , Έλενα  ελάτε στα κλουβιά να δείτε τι μας έφεραν χτες βράδυ, είπε ο άνθρωπος –παρουσιαστής του τσίρκου.

– Ερχόμαστε  σε λίγο , είπαν τα κορίτσια.

Τελείωσαν την πρόβα τους  και χαρούμενες που  κατάφεραν να  πετύχουν το νούμερό τους, γελώντας πήγαν  στο χώρο που κρατούσαν φυλακισμένα τα ζώα.

-Ουάου  , τι παράξενο γαϊδουράκι είναι αυτό!Μα γιατί είναι τόσο θλιμμένο; Δες τα μάτια του , μου φαίνονται γεμάτα δάκρυα!

-Είμαι θλιμμένο γιατί δύο φορές έχασα  αυτούς που αγαπούσα. Και σαν να μην έφτανε αυτή η συμφορά , με έβαλαν σε ένα κλουβί, δεν ξέρω για ποιο λόγο, είπε το πράσινο γαϊδουράκι.

– Μιλάς σαν άνθρωπος! Είσαι μαγικό!Δεν έχω ξαναδεί κάτι τέτοιο άλλη φορά στη ζωή μου, είπε η πιο ψύχραιμη Μερλία γιατί η Έλενα είχε μείνει άλαλη.

-Μπορείτε να ανοίξετε το κλουβί για να φύγω και να πάω πίσω στους χωρικούς που με φρόντιζαν;

-Μα , κι εμείς εδώ θα σε αγαπάμε και θα σε έχουμε σαν δικό μας!

-Ναι, αλλά εγώ είδα ότι τα άλλα ζώα που είναι στα κλουβιά δεν τα αγαπάτε απλά τα έχετε μόνο για τις παραστάσεις . Εμένα γιατί να με προσέχετε; Σας παρακαλώ βοηθήστε με να φύγω και θα σας θυμάμαι για πάντα με ευγνωμοσύνη

– Καλά λοιπόν , θα σε βοηθήσουμε. Το βράδυ μετά την παράσταση θα έρθουμε , είπε η  Μερλία. Η Έλενα ακόμη δεν είχε συνέλθει από το ξαφνιασμα!

Η ώρα περνούσε πάρα πολύ αργά. Το πράσινο γαϊδουράκι άκουγε τα χειροκροτήματα των θεατών και περίμενε.

Όταν η παράσταση τέλειωσε και έκλεισαν όλα τα φώτα, η Μερλία και η Έλενα, περπατώντας στις μύτες των ποδιών και με μεγάλη προσοχή, βρήκαν τα κλειδιά και άνοιξαν ττο κλουβί.

-Σας ευχαριστώ πολύ, είπε το γαϊδουράκι που ελεύθερο έτρεχε  όσο πιο γρήγορα μπορούσε.

Το ξημέρωμα έφτασε σε μια πολιτεία όπου ακούγονταν απαό παντού όμορφες μελωδίες. Σταμάτησε και κοίταξε γύρω του για να δει και να καταλάβει από πού έρχονταν οι νότες της μουσικής.

Εντωμεταξύ ο βιολιστής –γίγαντας ζήτησε από τα σύννεφα να χαμηλώσουν για να μιλήσει στον επισκέπτη , που τι παράξενο, είχε το ίδιο χρώμα μ’ αυτόν.

-Πράσινε φίλε μου, από πού έρχεσαι και πού πας;

– Τι τεράστιος πού είσαι; Γιατί είσαι πάνω στα σύννεφα;

– Έλα μαζί μου πάνω στα σύννεφα να πούμε τις ιστορίες μας!

Τους πήρε σχεδόν όλη την ημέρα να μιλάνε.’

-Καλέ μου φίλε , θα σε βοηθήσω να βρεις τους ανθρώπους που αγαπάς, είπε ο βιολιστής.

– Δηλαδή πώς θα με βοηθήσεις, ρώτησε ο γαϊδαράκος.

-Θα φωνάξω τον φίλο μου τον άνεμο και θα του ζητήσω να φυσήξει όσο πιο δυνατά μπορεί ώστε να ταξιδέψουμε με τα σύννεφα και να φτάσουμε στην πολιτεία που ζουν οι αγαπημένοι σου, τον καθησύχασε ο γίγαντας.

Το είπε ο βιολιστής και έγινε.

Το άλογο βρήκε το σπίτι του ,ευχαρίστησε τον φίλο του βιολιστή γίγαντα και έζησαν καλά.

Αφήστε μια απάντηση