«Ο κανόνας ως μέρος της βυζαντινής υμνογραφίας» της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (διετές μεταπτυχιακό δίπλωμα βυζαντινής ιστορίας από το Α.Π.Θ)

«Ο κανόνας ως μέρος της βυζαντινής υμνογραφίας» της Αμαλίας Κ. Ηλιάδη, φιλολόγου-ιστορικού, Δ/ντριας 5ου ΓΕΛ Τρικάλων (διετές μεταπτυχιακό δίπλωμα βυζαντινής ιστορίας από το Α.Π.Θ)
30 June 2022 Αντιγραφή
– Η λέξη κανών (με συνήθεις σημασίες όπως «γραφίδα, εργαλείο χάραξης», ως φορολογικός ή νομοθετικός όρος, ως μοναστικό επιτίμιο) για την υμνογραφία ίσως σήμαινε αρχικά το μουσικό πρότυπο και ήταν σε χρήση παράλληλα με τους όρους ποίημα, ύμνος, θρήνος, μέλος, μέλισμα ύμνος, μελωδία).
– Όπως το κοντάκιο, πιθανόν είχε ανατολική καταγωγή (σχέση με τις μονές της Παλαιστίνης ή τη Δαμασκό) και καθιερώθηκε στις μονές του Αγίου Σάββα (Παλαιστίνη), Στουδίου (Κων/πολη), Αγίου Βασιλείου στην Κρυπτοφέρρη-Grotta Ferrata (κοντά στην Ρώμη).
– Ως ευρετές του πιθανολογούνται ο πατριάρχης Κων/πόλεως Γερμανός Α΄ (634-733) ή ο Ανδρέας Κρήτης (660-740).
– Αρχικά ίσως συνόδευε την εκφώνηση-μουσική εκτέλεση των εννέα βιβλικών ωδών στην ακολουθία του όρθρου. Ίσως επικράτησε περισσότερο ως μουσική και λιγότερο ως ποιητική δημιουργία, ενώ αποτέλεσε στο εξής το κυρίαρχο υμνογραφικό κείμενο στην ακολουθία του όρθρου.
– Περιλαμβάνει ένα σύστημα τροπαρίων (στροφών) χωρισμένων σε εννέα ομάδες (ωδές), αντίστοιχα με τις βιβλικές, με πρώτο της κάθε ομάδας τον ειρμό (το στιχουργικό και μουσικό πρότυπο). Συνήθως απουσιάζει η β΄ ωδή, ενώ κάποιες φορές περιέχει ακροστιχίδα (σχηματιζόμενη από τα πρώτα γράμματα των τροπαρίων).
– Θέματα των κανόνων στο ημερολογιακό έτος αποτελούν οι δεσποτικές, οι θεομητορικές γιορτές, οι γιορτές των αγίων και ειδικές περιστάσεις εορτασμών.
Η θεματική των πρώτων τροπαρίων των εννέα ωδών (κυρίως από την Παλαιά και από την Καινή Διαθήκη).
Το πρώτο τροπάριο της κάθε ωδής ονομάζεται ειρμός (ως μουσικό πρότυπο που συνδέει με τα υπόλοιπα της ίδιας ωδής) και έχει τα ακόλουθα βιβλικά θέματα από την α΄ (πρώτη) έως την θ΄ (ένατη) ωδή:
– α΄. Η ωδή του Μωυσή μετά τη διάβαση της Ερυθράς Θάλασσας (Έξοδος, 15.1-19).
– β΄. Η ωδή επίσης του Μωυσή, όταν παρέδιδε τις πλάκες του νόμου στους Ισραηλίτες (Δευτερονόμιο, 32.1-43).
– γ΄. Η προσευχή της προφήτιδας Άννας, όταν γέννησε τον Σαμουήλ (Βασιλειών Α΄, 2.1-10).
– δ΄. Η προσευχή του προφήτη Αββακούμ (Αββακούμ, 3.1-19).
– ε΄. Το όραμα και η προσευχή του προφήτη Ησαΐα (Ησαΐας, 26.1-21).
– στ΄. Η προσευχή του προφήτη Ιωνά στην κοιλιά του κήτους (Ιωνάς, 2.3-10).
– ζ΄. Η προσευχή των Τριών Παίδων, όταν τους έριξαν μέσα στην κάμινο του πυρός (Δανιήλ, 3.26-45).
– η΄. Ο ύμνος (ευχαριστία) των Τριών Παίδων για τη διάσωσή τους από την κάμινο του πυρός (Δανιήλ, 3.52-90).
– θ΄. Η προσευχή της Θεοτόκου μετά τον Ευαγγελισμό κατά τη συνάντησή της με την Ελισάβετ, τη μητέρα του Προδρόμου (Ευαγγέλιο Λουκά, 1.47-55).
Οι πιο γνωστοί κανονογράφοι υπήρξαν:
– Η πολύ σημαντική τριάδα, Κοσμάς ο Μελωδός (περ. 674/76-752/54), Ιωάννης ο Δαμασκηνός (περ. 679/80-749/50), Ανδρέας Κρήτης (περ. 660-740)
– Επίσης σημαντικοί υπήρξαν οι Γερμανός Α΄ (περ. 634-733), τα αδέλφια Θεόδωρος (759-826) και Ιωσήφ Θεσσαλονίκης (762-832) οι Στουδίτες, Ιωσήφ ο Υμνογράφος (816-886), τα αδέλφια Θεοφάνης (περ. 778-845) και Θεόδωρος οι Γραπτοί, η εξέχουσα γυναίκα υμνογράφος Κασία ή Κασιανή (περ. 810-865), και πολλοί, λιγότερο γνωστοί, όπως ο Μάρκος Υδρούντος, ο Ανατόλιος, ο Γεώργιος Νικομηδείας κ.ά.
Ανδρέας Κρήτης:
– Γεννημένος στη Δαμασκό, διετέλεσε αρχιεπίσκοπος Γορτύνης στην Κρήτη από το 692.
– Συγγραφέας πλήθους ομιλιών, ποιημάτων, και λατρευτικών ύμνων (κανόνων).
– Περίφημο έργο του υπήρξε ο Μέγας Κανών, έργο συντριβής και μετανοίας που ψάλλεται την Τετάρτη της Ε΄ εβδομάδας της Σαρακοστής
(ο πιο εκτενής σωζόμενος κανόνας με περίπου 250 τροπάρια).
– Ως χαρακτηριστικό της ποίησής του χρησιμοποιούσε πάντα στους κανόνες του και τη β΄ ωδή.
H υμνογραφική ορολογία και η σχέση της με τις ακολουθίες, δηλ. τις λατρευτικές ενότητες που περιέχουν τα αντίστοιχα υμνογραφικά κείμενα που ψάλλονται κατά τη διάρκεια μίας μέρας και νύκτας καθόλη τη διάρκεια του εορτολογίου του κάθε ημερολογιακού έτους:
– Οι ακολουθίες είναι το μεσονυκτικό, ο όρθρος, οι ώρες (Α΄, Γ΄, ΣΤ΄, Θ΄), ο εσπερινός, το απόδειπνο. Περιέχουν τροπάρια, όπως το αυτόμελο-α (μουσικό πρότυπο), το προσόμοιο-α (ακολουθεί τη μουσική άλλου τροπαρίου), το ιδιόμελο-α (έχει δική του μουσική εκτέλεση, χωρίς να αποτελεί πρότυπο), το δοξαστικό-α, το θεοτοκίο-α, το σταυροθεοτοκίο-α, το μαρτυρικό-α, το απολυτίκιο-α, την υπακοή, τα στιχηρά, τα εξαποστειλάρια, τα αντίφωνα, τους αναβαθμούς, τις καταβασίες, τα καθίσματα, τα μεγαλυνάρια, τα ευλογητάρια …
Η απάντηση στους «σκοτεινούς αιώνες» τα νέα «χριστιανικά» είδη, σύμφωνα με τον δικό μας συμβατικό διαχωρισμό σήμερα;
– Η αγιολογία και η υμνογραφία;
– Η ασκητική γραμματεία και η δογματική γραμματεία που θεμελίωσαν τη χριστιανική παράλληλα με τη θύραθεν σοφία;
– Ταυτόχρονα αποτελούν την πρώιμη φάση της βυζαντινής γραμματείας και λογοτεχνίας που συμβάλλει ακριβώς στην εδραίωση του χριστιανισμού στη Νέα Ρώμη.
Οι χριστιανοί συγγραφείς συνεχίζουν τα είδη παλαιότερων περιόδων αλλά και νέα σε ένα νέο χριστιανικό ρωμαϊκό περιβάλλον, με ανάλογα γνωρίσματα σε κάθε περίπτωση.
Βιβλιοθήκης του Βατικανού, που το 1600 εξέδωσε την Εκκλησιαστική του Ιστορία με τίτλο «Annales Ecclesiastici».
2. Πατήρ Pagi, μορφωμένος Φραγκισκανός Μοναχός που αναθεώρησε την Εκκλησιαστική Ιστορία του Baronius.
3. Μ.Le Nain de Tillemont, Γάλλος ιερέας του β’ μισού του 17ου αιώνα, ο οποίος έγραψε το μνημειώδες έργο «Αναμνήσεις για την ανασύνθεση και υποστήριξη της Εκκλησιαστικής Ιστορίας των έξι πρώτων αιώνων». Το έργο αυτό εμφανίστηκε μετά τον θάνατό του το 1698 και φτάνει μόλις στην εποχή των Μαρτύρων (τόμος V), πράγμα που σημαίνει ότι το φιλόδοξο έργο του M.Le Nain de Tillemont έμεινε ανολοκλήρωτο.
4. Ορθολογιστές κριτικοί όπως οι : Robertson, Drews, Smith, Couchoud κ.ά.
5. Ο λόγιος Πάπας Βενέδικτος XIV, κατά κόσμον Prosper Lambertini, φίλος του Βολταίρου, που αναθεώρησε και αναμόρφωσε το Μαρτυρολόγιο.
6. Ο Ιησουΐτης και Βολλανδιστής πατέρας Hippolyte Delehaye. Οι Βολλανδιστές γενικά είναι οι Ιησουΐτες «σύντροφοι» και διάδοχοι του Bollandus, ο οποίος το 17ο αιώνα συνέστησε μια πολύτομη συλλογή των «Πράξεων των Αγίων».
Η σπουδή των βίων των μαρτύρων και των αγίων και η εξιχνίαση της διαδικασίας κατασκευής τους αποκαλείται σήμερα Επιστήμη της Αγιογραφίας ή Αγιολογίας. Εμπεριέχει τις εργασίες εκατοντάδων σημαντικών λόγιων των τελευταίων εκατό χρόνων, εκ των οποίων μόνο μια μικρή μειοψηφία υπήρξαν ρασιοναλιστές. Κορυφαίοι Καθολικοί λόγιοι όπως ο Μgr. Duchesne, σπουδαίοι προτεστάντες λόγιοι, όπως ο Harnack και πολλοί άλλοι, λιγότερο γνωστοί αλλά όχι λιγότερο αφοσιωμένοι ερευνητές, συνεργάστηκαν στην έρευνα των μαρτυρίων και των βίων των αγίων των παλαιοχριστιανικών χρόνων.
Το αποτέλεσμα είναι φανερό στο έργο του Dr. Albert Ehrhard: ‘Die altchristliche Literature’. O Ehrhard είναι καθολικός, όμως συνοψίζει, συμπυκνώνει και τελικά επικυρώνει το έργο των προηγούμενων κριτικών. Μας παραδίδει τους συγγραφείς και τους τίτλους περισσότερων των χιλίων βιβλίων και δοκιμίων που πραγματεύονται κριτικά το ζήτημα της εγκυρότητας των μαρτυρολογίων.
Ο Neumann, για παράδειγμα, μας πληροφορεί πως έχει κάνει μια ειδική μελέτη όλων των θρύλων και των μύθων των μαρτύρων επί Κομμόδου αυτοκράτορος και διαπίστωσε ότι σχεδόν όλοι τους, εκτός από δύο ή τρεις, είναι φαλκιδευμένοι.
Περαιτέρω, μελέτησε εξονυχιστικά την ιστορία της Αγίας Felicitas και των επτά υιών της και κατέδειξε ότι, στην περίπτωση αυτή, δύο τελείως διαφορετικές εκδοχές του θρύλου έχουν συγχωνευτεί, έτσι ώστε η Αγία να αποκτά πραγματικά τους επτά υιούς της κατά την περίοδο του Μεσαίωνα.
Ο Delehaye, ένας Ιησουΐτης μελετητής προέβη σε μια ειδική μελέτη των μαρτύρων της Ρωμαϊκής Εκκλησίας και διαπίστωσε ότι όλες οι «Πράξεις» τους – συμπεριλαμβανομένων και των πολύτιμων αφηγήσεων για την Αγία Αγνή και την Αγία Καικιλία – είναι μεταγενέστερα συμπιλήματα τα οποία δεν μαρτυρούν αναφορές σε προγενέστερες πηγές.
Ο Duchesne μελέτησε ιδιαίτερα τα Μαρτυρολόγια που αναφέρονται σε γαλλικής καταγωγής αγίους. Ο Εhrhard μελέτησε τους Έλληνες μάρτυρες και ο καθηγητής von Gebhardt ξόδεψε σχεδόν μια ζωή στη μελέτη των «Πράξεων του Παύλου και της Θέκλας» και όπως παρατηρεί ο πατέρας Delehaye, «το αποτέλεσμα μας δείχνει τη μοιραία πορεία μέσα στο χρόνο των αγιογραφικών κειμένων, τα οποία παλιότερα είχαν υπερτιμηθεί ως θρησκευτικές και ιστορικές πηγές.
Ο καθηγητής Usener και άλλοι λόγιοι κατέδειξαν ότι παγανιστικές θεότητες μεταμορφώθηκαν, μετασχηματιζόμενες στα βασικά τους στοιχεία σε χριστιανούς μάρτυρες.
‘Aλλοι μελετητές ασχολήθηκαν ιδιαίτερα με την κατηγορία των αγιοποιημένων ηθοποιών που, ως ειδωλολάτρες, αρνήθηκαν να παρωδήσουν τους χριστιανούς στη σκηνή, εξαγοράζοντας έτσι την προηγούμενη άτακτη και αμαρτωλή ζωή τους με το μαρτύριο.
Σ’ αυτή την κατηγορία, η τυπολογία της οποίας αποδείχτηκε ιδιαίτερα δημοφιλής, αποτελώντας τη βάση για πολλούς βίους μαρτύρων, εντάσσονται τα μαρτύρια των Αγίων: Γενεσίου, Γελασίνου, Αρδαλίωνος, Πορφυρίου, Φιλήμωνος και άλλων.
Πρέπει ν’ αναφερθεί πως στο χώρο των Ιησουϊτών λόγιων ο μορφωμένος ταυτίζεται με το Βολλανδιστή. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να είναι μέλος της μόνιμης επιτροπής ή της Εταιρείας-Κοινωνίας των Βολλανδιστών μελετητών, που απ’ το 17ο αιώνα, υπό την εποπτεία, επιστασία και καθοδήγηση του πατρός Βοlland, συγκέντρωσε αγιολογικά κείμενα, δημιουργώντας την πιο μνημειώδη συλλογή Μαρτυρολογίων και βίων Αγίων που υπήρξε ποτέ. Έως την εποχή της Γαλλικής Επανάστασης οι Βολλανδιστές είχαν εκδόσει 53 τεράστιους τόμους που περιείχαν τους βίους 25.000 Αγίων και μαρτύρων.
Για τον τρόπο κατασκευής και δημιουργίας των πρώιμων αγιολογικών κειμένων οι Ιησουΐτες μελετητές διαπίστωσαν πως ισχύουν οι συνήθεις διαδικασίες, οι οποίες, στο πέρασμα του χρόνου, καταλήγουν στη σύνθετη παραγωγή τέτοιων κειμένων.
Η αρχική συγγραφική εκδοχή ενός βίου-αγιολογικού κειμένου τροποποιείται μέσα στους αιώνες γιατί οι αντιγραφείς του είναι συνήθως απρόσεκτοι ή καταγράφουν τις παρατηρήσεις τους στο περιθώριο του κειμένου ή αντίθετα αισθάνονται ότι αυτό είναι ένα έργο τέτοιας ευσέβειας και ιερότητας που είναι αδύνατον ν’ αγγίξουν, έστω και λίγο, τροποποιώντας την, την αρχική του αφήγηση.
Μ’ αυτό τον τρόπο τα κείμενα των βίων σώζονται σε αρκετά διαφορετικές εκδοχές σ’ Ανατολή και Δύση και οι μεγάλοι συγγραφείς βίων και μαρτυρολογίων του 5ου, 6ου και 7ου αιώνα προσπάθησαν να συγχωνεύσουν αυτές τις διαφορετικές εκδοχές και να εισαγάγουν στο τελικό τους κείμενο και την παραμικρή λεπτομέρεια που τυχόν έβρισκαν ν’ αναφέρεται στις πηγές τους.
[Ενδεικτική βιβλιογραφία:]
1. Thomas Head, The Cult of the Saints and their Relics. Hunter College and the Graduate Center CUNY.http://orb.rhodes.edu/encyclop/religion/hagiography/cult.htm (7/3/2000).
2. Joseph Mc Cabe, The Story of Religious Controversy. http://www.infidels.org/library/historic…be/religious_controversy/chapter_15html (17/5/2000).
3.Beck, Hans-Georg, Kirche und Theologische Literatur im Byzantinischen Reich (Munich, 1959).
4. Leroy Julien, Le cursus canonique chez S. Thιodore Studite, EphL 68, 1954, 5-19.
5. Rezac Giovanni, Le diverse forme di unione fra i monasteri orientali, OCA 153, 1958, 99-135
Η Αμαλία Κ.Ηλιάδη είναι φιλόλογος- ιστορικός, με ΜΑ Βυζαντινής Ιστορίας.
Για επικοινωνία μαζί της απευθυνθείτε στο email: ailiadi@sch.gr
Θεός και Θρησκεία:τ.2 Απρίλιος 1999/ τ.5 1999/ τ. 7 1999.