«Η κληρονομιά του ρατσισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας ως θεμελιώδης συμβολή στην επιβολή του εθνικοσοσιαλισμού» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων

«Η κληρονομιά του ρατσισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας ως θεμελιώδης συμβολή στην επιβολή του εθνικοσοσιαλισμού» Αμαλία Κ. Ηλιάδη, φιλόλογος-ιστορικός, (Μεταπτυχιακό Δίπλωμα Βυζαντινής Ιστορίας απ΄ το Α.Π.Θ.), Δ/ντρια 5ου ΓΕΛ Τρικάλων


Ο ιταλός ιστορικός Έντσο Τραβέρσο προτάσσει την κληρονομιά του ρατσισμού, του ιμπεριαλισμού και της αποικιοκρατίας ως θεμελιώδη συμβολή στην επιβολή του εθνικοσοσιαλισμού.
Ποια είναι η γενεαλογία της ναζιστικής βίας; Πέρα από την πράξη και την πρακτική, στόχος του ιταλού ιστορικού Έντσο Τραβέρσο, καθηγητή στο αμερικανικό Πανεπιστήμιο Κορνέλ, στο βιβλίο του που μόλις κυκλοφόρησε στα ελληνικά είναι να ανιχνεύσει το ιδεολογικό υπόστρωμα από το οποίο άντλησε ο εθνικοσοσιαλισμός τις έννοιες εκείνες που κατέστησαν δυνατό το Άουσβιτς. Κρίσεις όπως αυτές του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου ή του 1929 αποδεικνύονται μήτρες ρήξεων, τομών, αναβίωσης ή ανασυνδυασμών πολιτικών και ιδεολογικών στοιχείων. Τα πρόσφατα συμπτώματα της ανόδου των άκρων στην Ευρώπη καθιστούν θεμιτή και απαραίτητη τη σύγκριση του σήμερα με τις «σκοτεινές» δεκαετίες του 20ού αιώνα.
Το ολοκαύτωμα υπενθυμίζει ακριβώς τη σημασία των φαινομένων της βραχείας διάρκειας σε συνδυασμό με εκείνα της μακράς, όπως τονίζεται στην εισαγωγή του βιβλίου. Στη μεταπολεμική εποχή, κατά τον Ψυχρό Πόλεμο, η ιστοριογραφία βρισκόταν μεθοδολογικά υπό την επικυριαρχία της δομιστικής προσέγγισης όπως αυτή είχε προέλθει από τον Φερνάν Μπροντέλ και τη Σχολή των Annales – μια Ιστορία στη μακρά προοπτική της, αν μπορούμε να τη χαρακτηρίσουμε έτσι. Ήταν το προϊόν των ιδιοτήτων ενός κόσμου ο οποίος υπό την επιρροή του Ψυχρού Πολέμου έμοιαζε σταθερός και ακίνητος. Μετά την πτώση του υπαρκτού σοσιαλισμού οι ιστορικοί ανακάλυψαν ξανά τη σημασία (και την αυτονομία) του γεγονότος ως έννοιας με αμείωτες ιστορικές ιδιότητες.
Αξίζει να μελετηθούν οι ευρωπαϊκές ρίζες του ναζιστικού φαινομένου, αφού ο εθνικοσοσιαλισμός υπήρξε προϊόν και αποτέλεσμα της γερμανικής ιστορίας. Για μεγάλο χρονικό διάστημα ιστορικοί και κοινωνικοί επιστήμονες εστίαζαν στις ιδιαιτερότητές του ως παραδείγματος μιας γερμανικής εξαίρεσης – του λεγόμενου “Sonderweg”, του “ιδιαίτερου δρόμου” της γερμανικής νεωτερικότητας. Και με αντίστοιχο τρόπο τον παρουσίαζαν ως κάτι που πήγαζε αποκλειστικά και μόνο από τη Γερμανία. Οφείλουμε όμως να δούμε τον ναζισμό και ως παράγωγο της ευρωπαϊκής ιστορίας στο σύνολό της. Όχι να παραβλέψουμε τις γερμανικές πηγές του, ασφαλώς, αλλά να τον εντάξουμε με διαλεκτικό τρόπο στο πλαίσιο της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Ο στόχος του έργου αυτού δεν είναι να αποκαλύψει τα «αίτια» του εθνικοσοσιαλισμού, αλλά μάλλον τις «ρίζες», δηλαδή στοιχεία που γίνονται ουσιώδη συστατικά ενός ιστορικού φαινομένου μόνο αφού έχουν συμπυκνωθεί και αποκρυσταλλωθεί εντός του. Ο ναζισμός, ανεξάρτητα από τις συγκυρίες που τον ευνόησαν, στηρίχθηκε κυρίως σ’ ένα υπόβαθρο από διάχυτες πρακτικές, νοοτροπίες και ιδεολογίες- τυπικές για τη φιλελεύθερη τάξη πραγμάτων του μακρού 19ου αιώνα. Ένας στοχασμός πάντα επίκαιρος, αφού τίποτα δεν αποκλείει, πράγματι, άλλες συνθέσεις, το ίδιο αν όχι περισσότερο καταστροφικές, να μπορέσουν να αποκρυσταλλωθούν στο μέλλον.
Πολλοί σύγχρονοι πολιτικοί στοχαστές έχουν αιχμαλωτιστεί από την πεποίθηση ότι καθήκον τους είναι να αναπτύξουν μια ιδεώδη θεωρία των δικαιωμάτων ή της δικαιοσύνης, για να καθοδηγεί και να κρίνει τις πολιτικές πράξεις. Όμως, στο Φιλοσοφία και πραγματική πολιτική, ο Raymond Geuss υποστηρίζει πως οι φιλόσοφοι πρέπει πρώτα να προσπαθούν να κατανοήσουν γιατί τα πολιτικά δρώντα υποκείμενα συμπεριφέρονται με συγκεκριμένους τρόπους. Η πολιτική δεν είναι σε καμία περίπτωση εφαρμοσμένη ηθική, αλλά μια δεξιότητα που δίνει στους ανθρώπους τη δυνατότητα να επιβιώνουν και να πραγματοποιούν τους στόχους τους. Ο Geuss σκιαγραφεί μια ιστορικά προσανατολισμένη, ρεαλιστική πολιτική φιλοσοφία και συγχρόνως ασκεί κριτική στις φιλελεύθερες πολιτικές θεωρίες που έχουν βασιστεί στις αφηρημένες αντιλήψεις των δικαιωμάτων και της δικαιοσύνης. Το βιβλίο ασκεί δριμεία κριτική στους καθιερωμένους τρόπους σκέψης και αποτελεί μια προκλητική έκκληση για αλλαγή.
Από την «Ευρώπη» λοιπόν άντλησαν οι ναζί, γιατί δεν μπορούμε να κατανοήσουμε τη γέννηση του εθνικοσοσιαλισμού στη Γερμανία μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο χωρίς να λάβουμε υπόψη μας τη μακρά πορεία του ευρωπαϊκού εθνικισμού και του ευρωπαϊκού ρατσισμού. Οι τελευταίες αυτές έννοιες απέκτησαν μετά τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο ιδιαίτερα προβληματικές διαστάσεις ακριβώς επειδή η Γερμανία, το ισχυρότερο κράτος της Κεντρικής Ευρώπης στις αρχές του 20ού αιώνα, δεν διέθετε τις υπερπόντιες εδαφικές κτήσεις της Γαλλίας, της Μεγάλης Βρετανίας ή μικρών ευρωπαίων χωρών όπως το Βέλγιο. Ως αποτέλεσμα, οι γερμανικές ιμπεριαλιστικές και αποικιοκρατικές διεκδικήσεις προβλήθηκαν μετά το 1918 στην Ανατολική Ευρώπη αντί της Αφρικής ή της Ασίας. Από την άποψη αυτή οι απαρχές του εθνικοσοσιαλισμού είναι ευρωπαϊκές. Αν διαβάσουμε μάλιστα με συστηματικό τρόπο τα έργα της ναζιστικής γραμματείας, θα αντιληφθούμε ότι και οι ίδιοι οι ναζί είχαν συνείδηση μιας τέτοιας ευρωπαϊκής κληρονομιάς.
Το Ολοκαύτωμα ήταν ένα από τα πιθανά μέλλοντα της Ευρώπης του 20ού αιώνα, όχι η απόλυτη άρνησή της. Πρέπει να είμαστε ξεκάθαροι σε αυτό το σημείο για να αποφύγουμε οποιεσδήποτε δημαγωγικές ερμηνείες. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε όμως ότι ο ευρωπαϊκός μας πολιτισμός είναι ίδιος με εκείνον εντός του οποίου ο ναζισμός διέπραξε το Ολοκαύτωμα στη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Το Ολοκαύτωμα δεν ήταν η απόλυτη αντίθεση του ευρωπαϊκού πολιτισμού, ήταν μία από τις πολλές πιθανές εκβάσεις του. Και αυτό δεν αποτελεί ανακάλυψη ενός ιστορικού, αποτελεί τεκμηρίωση πολλών διαφορετικών σχολών σκέψης. Αυτό φυσικά δεν σημαίνει ότι ο ναζισμός και το Άουσβιτς ήταν αναπόφευκτο προϊόν του πολιτισμού μας αλλά ούτε και ότι είμαστε ασφαλείς σήμερα από ένα παρόμοιο μέλλον.
Αναμφισβήτητα, η σημερινή κρίση επιδρά στο ιδεολογικό υπόβαθρο της Ευρώπης. Η κρίση του 1929 συνέβαλε στην έλευση του φασισμού στη Γερμανία. Έτσι ο φασισμός από αποκλειστικά ιταλικό κίνημα και φαινόμενο αποβαίνει ένα από τα μείζονα πολιτικά παραδείγματα της ηπείρου. Παρόμοιες διαλυτικές συνέπειες θα μπορούσε να έχει και η τρέχουσα οικονομική κρίση. Δεν μιλάμε φυσικά για μια μηχανική επανάληψη της Ιστορίας αλλά για μια συγκρίσιμη πολιτική-ανθρωπολογική μεταμόρφωση της κοινωνίας και της δημοκρατίας μας. Πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ιστορία δεν επαναλαμβάνεται αλλά μεταβάλλεται. Και αυτό είναι αναπόφευκτο.
Αναλύοντας λεπτές και πολύπλοκες έννοιες, όπως οι παραπάνω, η στάση του ιστορικού απέναντι στο ευρύ κοινό οφείλει να είναι υπεύθυνη: Η συμβολή του ιστορικού συνίσταται στη συγκρότηση μιας υπεύθυνης ιστορικής συνείδησης, στην παραγωγή μιας κριτικής ερμηνείας του παρελθόντος. Προσωπικά τάσσομαι υπέρ της πολιτικής ταύτισης του ιστορικού. Δεν πείστηκα ποτέ από την άποψη περί επιστημονικής ουδετερότητας της ιστοριογραφίας, της υποτιθέμενης ουδετερότητας της επιστήμης συνολικά. Τη θεωρώ ψευδαίσθηση. Ο ιστορικός βέβαια οφείλει να συνειδητοποιεί τα στοιχεία που μπορούν να τον επηρεάσουν, να αναγνωρίζει τη θέση υπό την οποία εργάζεται και ομιλεί.
(Δακτυλογράφηση: Βάσω Κ. Ηλιάδη)

Αφήστε μια απάντηση