Ο τίτλος παραπέμπει ίσως όλους μας και πιότερο τούς με γκρίζους κροτάφους στην αλησμόνητη επιτυχία του Μάνου Χατζιδάκι και δεν θάλεγα ότι απέχουν οι μνήμες από το θέμα που καιρό τώρα τριβελίζει το μυαλό και την καρδιά μου και «ουκ εα με καθεύδειν».
Σε τούτον τον τόπο μάθαμε, γιατί έτσι ίσως κάποιοι το θέλησαν, να θωρακίζουμε το εγώ μας με μεμψιμοιρίες και μικρότητες, να περιχαρακώνουμε το χώρο μας με «υψηλά τριγύρω τείχη» της μισαλοδοξίας και της «απύθμενης μετριότητας του είναι». Μάθαμε, κι η ιστορία σε τούτο εμφανέστατα καταδεικνύει πόσο ευκολοπροσάρμοστο ζώο είναι ο άνθρωπος, να κρίνουμε με βάση το κακό κι όχι το καλό, με προμετωπίδα την άρνηση κι όχι τη θέση, με γνώμονα την οπισθοδρόμηση κι όχι την πρόοδο. Μεγάλος μας δάσκαλος σε τούτη τη βιωματική μάθηση η τηλεόραση. Η τηλεόραση που από ένα τεράστιο εργαλείο κοινωνικής μορφοποίησης με επίκεντρο τον άνθρωπο κατέστη ένας μύλος ομογενοποίησης της σκέψης, ένα προκρούστειο κρεβάτι τεμαχισμού του διαφορετικού. Πού να βρεθεί χώρος να ξεπηδήσει το «άλλο»; Πού να βρεθεί έδαφος να καλλιεργηθεί ο «σπόρος»; Και οι καιροί που ζούμε έχουν τόση μα τόση ανάγκη από «άλλα» κι από «σπόρους»…
Μπορεί και να πλάτιασα για λίγο μα ήθελα να καταδείξω πως μέσα στη μεγάλη καταχνιά που σερβίρεται καθημερινά από Μ.Μ.Ε ξεπηδούν και άνθρωποι ανεπηρέαστοι από το καρκίνωμα της απομόνωσης, του εαυτουλισμού και της ευνοιοκρατίας. Άνθρωποι που υπερβάλλουν εαυτούς, που πιστοί στο καθήκον – όπως από την κοινή συνείδηση ορίζεται- προσφέρουν άδολα κι ανανταπόδοτα από όποιο μετερίζι κι αν τους έχει τοποθετήσει η ζωή τους πάντα περισσότερα από όσα πρέπει, πάντα καλύτερα από όσο μπορούν.
Ένας τέτοιος άνθρωπος του οποίου «προΐσταμαι» είναι κι ο κυρ’ Αντώνης. Αντώνιος Γκόγκας. Φύλακας Δημοτικού Σχολείου. Νομίζω πως ο τίτλος της εργασιακής του σχέσης τον αδικεί κατάφωρα. Δεν είναι φύλακας αλλά Άγγελος Φύλακας. Παντεπόπτης και πολύπραγος.
Αντώνη, η βρύση τρέχει. Αντώνη, κάηκαν οι λάμπες. Αντώνη, να βάψουμε τις αίθουσες. Αντώνη, τα παιδιά για το λεωφορείο. Αντώνη, Αντώνη, Αντώνη…
Κι ο Αντώνης, ο κυρ’ Αντώνης είναι πάντα παρών. Με ένα πλατύ χαμόγελο να ζωγραφίζει το χαρακωμένο του πρόσωπο, που το κάνει ακόμα γλυκότερο κι με ένα παντοτινό ναι στα χείλη του.
Αβίαστα, αγόγγυστα, εκούσια κι ανανταπόδοτα.
Κυρ Αντώνη, μακάρι όλοι εμείς οι σπουδαγμένοι αλλά κι οι περιλάλητοι ανώτεροί μας – πόσο στ’ αλήθεια επίκαιρος είναι ο Κοσμάς ο Αιτωλός!- νάχαμε την ανάκαρά σου, τη δύναμη της ψυχής σου και τη διάθεση της ανιδιοτελούς σου προσφοράς! Τότε δεν θα είμαστε έτοιμοι να πούμε πως τούτος ο κόσμος πιστοποιεί το έτυμο της λέξης του;
Κυρ Αντώνη, βλέποντάς σε πότε με τη μπατανόβουρτσα και πότε με το μυστρί, πότε με τη σκάλα και πότε με τον κασμά να ’ξερες πόσο σε θαυμάζω! Και πόσο συνάμα λυπάμαι που τέτοια παραδείγματα ανθρώπων δεν έλαχε να δροσίσουν τα χείλη τους στη βρύση της αναγνώρισης. Κάτι πολύ ασήμαντο για τους δότες και σημαντικό για τους λήπτες. Κρίμα! Όμως, κυρ Αντώνη, τούτο διόλου δεν σε πτοεί, αφού πρέπει να «γνωρίζεις» – κι ίσως ενδόμυχα να συμβαίνει- πως ζεις και συ στη χώρα της θεοποίησης και ηρωοποίησης του Αγνώστου («τω αγνώστω θεώ», «τω αγνώστω στρατιώτη») κι ένας τέτοιος λαμπρός «άγνωστος» είσαι κι εσύ.
Κυρ Αντώνη, καλέ μου φίλε και συνοδοιπόρε, εγώ ο διευθυντής σου ευχαριστώ την αγαθή τύχη που συναντηθήκαμε που συνεργαζόμαστε και που συμπορευόμαστε. Και σου ζητώ κι εγώ μια χάρη όπως προ πολλών πολλών χρόνων είχε ζητήσει κι ο τύραννος των Συρακουσών Διονύσιος από τον Δάμονα και τον Φιντία: “αν μπορείς να με έχεις φίλο σου!”
Αποστόλου Γιάννης
Πρόσφατα σχόλια