25η Μαρτίου 1821
.jpg)
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΛΟΓΟ ΤΟΥ ΚΟΛΟΚΟΤΡΩΝΗ
«Ο κόσμος μας έλεγε τρελούς. Ημείς, αν δεν είμεθα τρελοί, δεν εκάναμεν την Επανάστασιν, διατί ηθέλαμεν συλλογισθεί πρώτον δια πολεμοφόδια, καβαλαρία μας, πυροβολικό μας, πυριτοθήκες μας, τα μαγαζιά μας, ηθέλαμεν λογαριάσει την δύναμην την εδική μας, την τούρκικη δύναμη. Τώρα όπου ενικήσαμεν, οπού ετελειώσαμεν με καλά τον πόλεμό μας, μακαριζόμεθα, επαινόμεθα. Αν δεν ευτυχούσαμεν, ηθέλαμεν τρώγει κατάρες, αναθέματα».
ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΑΠΟΜΝΗΜΟΝΕΥΜΑΤΑ ΣΤΡΑΤΗΓΟΥ ΜΑΚΡΥΓΙΑΝΝΗ
«Πατρίς, να μακαρίζεις γενικώς όλους τους Έλληνες, ότι θυσιάστηκαν για σένα, να σαναστήσουνε, να ξαναειπωθείς άλλη μια φορά ελεύθερη πατρίδα, που ήσουνα χαμένη και σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών. Όλους αυτούς να τους μακαρίζεις…..» (Β΄ 67-68).
Οι μέρες που γιορτάζουμε το 1821, σημαδεύουν το ξεκίνημα ενός αγώνα που καμιά λογική δεν μπορούσε να τον προβλέψει ως νικηφόρο.
Σκοπός μοναδικός: το υπέρτατο αγαθό της ζωής: η Ελευθερία! Κι ένα ολόκληρο έθνος αποφάσισε να μετρηθεί με τους τυράννους, πληρώνοντας όποιο τίμημα απαιτούσε ένα τέτοιο αγαθό! Τις μέρες που γιορτάζουμε το 1821, αναλογιζόμαστε την ιστορική μας μοίρα μέσα στον κόσμο, που την έχουν σημαδέψει πράξεις, που ορίζουν την ιστορία του ανθρώπινου πολιτισμού. Η μνήμη αυτών των πράξεων αποτελεί την ιστορία, ως γνώση και συνείδηση.
«Chiudi nella tua anima la Greci, ti sentirai fremer per entro ogni genere di grandezza, e sarai felice»: ο εν λόγω στοχασμός είναι από τους πιο γνωστούς που έγραψε ο Διονύσιος Σολωμός, που σημαίνει: «Κλείσε στην ψυχή σου την Ελλάδα, θα αισθανθείς μέσα σου να λαχταρίζει κάθε είδος μεγαλείου και θα είσαι ευτυχισμένος».
ήρωες του 1821
Τιμούμε ως ήρωες όλους τους ανθρώπους που αγωνίστηκαν για την ελευθερία. Ιδιαίτερη μνεία σε όσους οι ιστορικοί δεν κατέγραψαν το όνομά τους.
Τα περισσότερα σκίτσα ανήκουν στην συγγραφέα Δέσποινα Δαμιανίδου-εκδόσεις “ΑΠΟΛΥΤΡΩΣΙΣ” http://www.apolytrosis.gr/index.php/83-genika/138-mikroi-dimiourgoi
ΠΟΙΗΜΑΤΑ ΓΙΑ ΤΗΝ 25η ΜΑΡΤΙΟΥ 1821:
Παπάς και Δάσκαλος
Όποιος ανοίγει ένα σχολειό, μια φυλακή γκρεμίζει…
Και ‘μεις της μαύρης της σκλαβιάς τη σιδερένια πόρτα
μοχθήσαμε ν’ ανοίξουμε διάπλατα στον ήλιο,
με της σοφίας τη δύναμη, με του μυαλού τη λάμψη.
Ο πιο μεγάλος κίνδυνος που πέρασε η φυλή μας
δεν είν’ του Τούρκου το σπαθί, η φτώχια, το χαράτσι.
Ήταν ο φόβος του Ραγιά, μην πάει και λησμονήσει
τη γλώσσα, τη θρησκεία του, την ακριβή Πατρίδα.
Η τυραννία την ψυχή πάει πρώτα να σκλαβώσει,
γιατί αν κερδίσει την ψυχή, τα πάντα είναι δικά της.
Και την ψυχή του γένους μας ελληνική όπως πάντα
ο δάσκαλος την κράτησε τα μαύρα ‘κείνα χρόνια.
*
Η Νίκη (Κωστής Παλαμάς)
Εδώ στο Ελληνικό το χώμα, το στοιχειωμένο και ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα απ’ τον αρχαίο τον καιρό,
στο χώμα τούτο πάντα ανθούνε κι έχουν αθάνατη ζωή
και μας θαμπώνουν, μας μεθούνε νεράιδες, ήρωες, θεοί.
Εδώ στο Ελληνικό το χώμα, το στοιχειωμένο κι ιερό,
που το ίδιο χώμα μένει ακόμα απ’ τον αρχαίο τον καιρό,
Είδα τη Νίκη τη μεγάλη, τη Νίκη τη παντοτινή,
την είδα εμπρός μου να προβάλλει με φορεσιά ολοφωτεινή.
*
Ελεύθεροι πολιορκημένοι (Διονύσιος Σολωμός)
(απόσπασμα από το Β’ σχεδίασμα)
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·
λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;
οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε
κι οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.
Και μες τη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,
κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.
Και μες της λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα
έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα.
Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο
το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κ’ εκείνο.
Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,
η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι
Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:
όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
*
Εμπρός!
(Κωστής Παλαμάς)
Εμπρός! Ολόρθοι, ατρόμαχτοι.
Μαυρίλα. Αστροπελέκι.
Μα το σπαθί γοργάστραψε,
και νά! η βροντή τουφέκι!
Στον Πίντο απ’ τον Ταΰγετο,
και στα Μπαλκάνια, ως πέρα,
μια η φλόγα, μια η φοβέρα,
κι ένας ο νους. Εμπρός!
Εμπρός, αδέρφια, ατράνταχτοι!
Κι αν πέφτει αστροπελέκι,
να! το σπαθί γοργάστραψε,
βρόντησε το τουφέκι.
Κρήτη, ο Μωριάς, η Ρούμελη,
εμπρός! η Ελλάδα λάμπει,
αχολογάν οι κάμποι,
καίνε οι καρδιές. Εμπρός!
Από το Αναγνωστικό της Γ’ τάξης του Δημοτικού, ΟΕΣΒ, 1955
(Οργανισμός Εκδόσεων Σχολικών Βιβλίων)
*
Ο Δήμος και το καριοφύλι του
(Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)
Εγέρασα, μωρέ παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης
τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τωρ’ αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα, σταλαματιά δε μένει.
Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο
να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,
και στρώσε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.
Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δένδρο θα φυτρώσει!
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.
Να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλικαριά μου.
Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα να μου παίρνουν,
να πλέουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.
Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδριά μου.
Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.
Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.
Σταθήτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’ εδώ σιμά μου,
τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.
Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί τη ράχη,
Ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξιο μου καριοφύλι.
Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξει ο βράχος
θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν
και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,
θα ξεψυχήσει θα σβηστεί θα ρίξει τα φτερά του,
για να μη πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει
και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει ο Πίνδος
και λιώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.
Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη
και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω
θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.
Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νά ‘τανε ζαρκάδι,
ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια
ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.
Στην τρίτη και την ύστερη, τ’ άξο το καριοφύλι
βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,
φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,
πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.
Άκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες στο βαθύ τον ύπνο,
τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…
«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».
Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη
με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται
αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβήωνται, πάνε.
*
Ο βράχος και το κύμα
(Βαλαωρίτης Αριστοτέλης)
«Μέριασε, βράχε, να διαβώ!» το κύμα ανδρειωμένο
λέγει στην πέτρα του γιαλού θολό, μελανιασμένο.
«Μέριασε! μες τα στήθη μου, που ‘σαν νεκρά και κρύα
μαύρος βοριάς εφώλιασε και μαύρη τρικυμία.
Αφρούς δεν έχω γι’ άρματα, κούφια βοή γι’ αντάρα,
έχω ποτάμι αίματα, με θέριεψε η κατάρα
του κόσμου, που βαρέθηκε, του κόσμου που ‘πε τώρα:
«Βράχε, θα πέσεις, έφτασεν η φοβερή σου η ώρα!»
Όταν ερχόμουνα σιγά, δειλό, παραδαρμένο,
και σούγλυφα και σούπλενα τα πόδια δουλωμένo,
περήφανα μ’ εκοίταζες και φώναζες του κόσμου,
να δει την καταφρόνεση που πάθαινε ο αφρός μου.
Κι αντίς εγώ κρυφά κρυφά, εκεί που σ’ εφιλούσα,
μέρα και νύχτα σ’ έσκαφτα τη σάρκα σου εδαγκούσα
και την πληγή που σ’ άνοιγα, το λάκκο πούθε κάμω,
με φύκη τον επλάκωνα, τον έκρυβα στον άμμο
Σκύψε να ιδείς τη ρίζα σου στης θάλασσας τα βύθη,
τα θέμελά σου τα ‘φαγα, σ’ έκαμα κουφολίθι
Μέριασε, βράχε, να διαβώ! Του δούλου το ποδάρι
θα σε πατήσει στο λαιμό…Εξύπνησα λιοντάρι…»
Ο βράχος εκοιμότουνε. Στην καταχνιά κρυμμένος,
αναίσθητος σου φαίνεται, νεκρός, σαβανωμένος.
Του φώτιζαν το μέτωπο, σχισμένο από ρυτίδες,
του φεγγαριού, που ‘ταν χλωμό, μισόσβηστες αχτίδες.
Ολόγυρα του ονείρατα, κατάρες ανεμίζουν
και στον ανεμοστρόβιλο φαντάσματα αρμενίζουν,
καθώς ανεμοδέρνουνε και φτεροθορυβούνε
τη δυσωδία του νεκρού τα όρνια αν μυριστούνε.
Το μούγκρισμα του κύματος, την άσπλαχνη φοβέρα,
χίλιες φορές την άκουσεν ο βράχος στον αθέρα
ν’ αντιβοά τρομαχτικά χωρίς καν να ξυπνήσει,
και σήμερα ανατρίχιασε, λες θα λιγοψυχήσει.
«Κύμα, τι θέλεις από με και τι με φοβερίζεις;
Ποιος είσαι συ κι ετόλμησες, αντί να με δροσίζεις,
αντί με το τραγούδι σου τον ύπνο μου να ευφραίνεις,
και με τα κρύα σου νερά τη φτέρνα μου να πλένεις,
εμπρός μου στέκεις φοβερό, μ’ αφρούς στεφανωμένο;
Όποιος κι αν είσαι μάθε το, εύκολα δεν πεθαίνω!»
«Βράχε, με λένε Εκδίκηση. Μ’ επότισεν ο χρόνος
χολή και καταφρόνεση. Μ’ ανάθρεψεν ο πόνος.
Ήμουνα δάκρυ μια φορά και τώρα κοίταξέ με,
έγινα θάλασσα πλατιά, πέσε, προσκύνησέ με.
Εδώ μέσα στα σπλάχνα μου, βλέπεις, δεν έχω φύκη,
σέρνω ένα σύγνεφο ψυχές, ερμιά και καταδίκη,
ξύπνησε τώρα, σε ζητούν του άδη μου τ’ αχνάρια…
Μ’ έκαμες ξυλοκρέβατο… Με φόρτωσες κουφάρια…
Σε ξένους μ’ έριξες γιαλούς… Το ψυχομάχημά μου
το περιγέλασαν πολλοί και τα πατήματά μου
τα φαρμακέψανε κρυφά με την ελεημοσύνη.
Μέριασε βράχε, να διαβώ, επέρασε η γαλήνη,
καταποτήρας είμαι εγώ, ο άσπονδος εχθρός σου,
γίγαντας στέκω εμπρός σου!»
Ο βράχος εβουβάθηκε. Το κύμα στην ορμή του
εκαταπόντησε μεμιάς το κούφιο το κορμί του.
Χάνεται μες την άβυσσο, τρίβεται, σβήεται, λιώνει
σα να ‘ταν από χιόνι
Επάνωθέ του εβόγγιζε για λίγο αγριεμένη
η θάλασσα κι εκλείστηκε. Τώρα δεν απομένει
στον τόπο που ‘ταν το στοιχειό, κανείς παρά το κύμα,
που παίζει γαλανόλευκο επάνω από το μνήμα.
*
του Μάρκου Μπότσαρη
Θρήνος μεγάλος γίνεται μέσα στο Μεσολόγγι
το Μάρκο παν στην εκκλησιά, το Μάρκο παν στον τάφο.
΄ξήντα παπάδες παν μπροστά και δέκα δεσποτάδες
κι από μεριά Σουλιώτισσες τονε μοιρολογάνε.
Κι ο γερο-Νότης κάθονταν στου Μάρκου το κεφάλι
κι όλο του Μάρκου ν’ έλεγε κι όλο του Μάρκου λέει:
«Για σήκω απάνω Μάρκο μου, και μη βαριοκοιμάσαι.»
Κι αν΄ ο Βάλτος επροσκύνησε κι όλο το Ξηρομέρι.
Το Μεσολόγγι απόμεινε, δε θέλ’ να προσκυνήσει.
Στεργιάς το δέρνει ο Κιουταχής κι ο Αράπης του πελάγου.
Κι ο Μάρκος αποκρίθηκε, μ’ όσο κι αν ημπορούσε.
«Δεν μπορώ ο μαύρος να σταθώ, να σηκωθώ, να κάτσω
γιατί έχω βόλι στην καρδιά, στο πρόσωπο σκοτάδι.»
*
του Δράμαλη
Φύσα, μαΐστρο δροσερέ κι αέρα του πελάγου
να πας τα χαιρετίσματα στου Δράμαλη τη μάνα.
Της Ρούμελης οι μπέηδες του Δράμαλη οι αγάδες
στο Δερβενάκι κείτονται στο χώμα ξαπλωμένοι.
Στρώμα ’χουνε τη μαύρη γης, προσκέφαλα λιθάρια
και γι’ απανωσκεπάσματα του φεγγαριού τη λάμψη.
Κι ένα πουλάκι πέρασε και το συχνορωτάνε:
-Πουλί πώς πάει ο πόλεμος το κλέφτικο ντουφέκι;
-Μπροστά πάει ο Νικηταράς, πίσω ο Κολοκοτρώνης
και παραπίσω οι Έλληνες με τα σπαθιά στα χέρια.
Γράμματα πάνε κι έρχονται στων μπέηδων τα σπίτια.
Κλαίνε τ’ αχούρια γι’ άλογα και τα τζαμιά για Τούρκους
κλαίνε μανούλες για παιδιά, γυναίκες για τους άντρες.
*
Το Κρυφό Σχολειό
Στο μικρό εξωκκλησάκι
στην Αγια Παρασκευή
πάει το μικρό παιδάκι
με το φόβο στην ψυχή.
Με προφύλαξη μεγάλη
μην τουρκιά το καταλάβει
τρέχει στο ερημοκλήσι
σαν ο ήλιος πάει να δύσει.
Ο σεβάσμιος παπάς
που ‘ν και δάσκαλος μαζί
τους μιλάει για τα παλιά
για τα χρόνια τα καλά.
*
Της Λευτεριάς τα Σήμαντρα
Τα χρόνια δύσκολα, σκληρά. Βαριά η σκλαβιά και μαύρη.
Κλαίει πικρά η αδούλωτη ελληνική ψυχή.
Μόνο στη σκέψη της κρυφά, μέσα η ελπίδα λάμπει
του Γένους η Ανάσταση πως πάλι θε να ‘ρθεί.
*
της Λένως Μπότσαρη
Όλες οι καπετάνισσες από το Κακοσούλι
όλες την Άρτα πέρασαν, τα Γιάννινα τις πάνε
σκλαβώθηκαν οι αρφανές, σκλαβώθηκαν οι μαύρες
κι η Λένω δεν επέρασε δεν την επήραν σκλάβα.
Μόν’ πήρε δίπλα τα βουνά, δίπλα τα κορφοβούνια,
σέρνει τουφέκι σισανέ κι εγγλέζικα κουμπούρια,
έχει και στη μεσούλα της σπαθί μαλαματένιο.
Πέντε Τούρκοι την κυνηγούν, πέντε τζοχανταραίοι.
«Τούρκοι, για μην παιδεύεστε, μην έρχεστε σιμά μου,
σέρνω φουσέκια στην ποδιά και βόλια στις μπαλάσκες.
-Κόρη, για ρίξε τ’ άρματα, γλίτωσε τη ζωή σου.
-Τι λέτε, μωρ’ παλιότουρκοι και σεις παλιοζαγάρια;
Εγώ είμαι η Λένω Μπότσαρη, η αδερφή του Γιάννη
και ζωντανή δεν πιάνουμαι εις των Τουρκών τα χέρια.»
*
Τα Ευζωνάκια
Στην Αγιά Σοφιά αγνάντια βλέπω τα ευζωνάκια.
Τα ευζωνάκια τα καημένα στους πολέμους μαυρισμένα (2)
κλέφτικο χορό χορεύουν και τ’ αντίπερα αγναντεύουν.
Κι αγναντεύοντας την πόλη τραγουδούν και λένε: (2)
Τούτοι είν’ οι χρυσοί της θόλοι, αχ κατακαημένη πόλη
να η μεγάλη εκκλησιά μας, πάλι θα γενεί δικιά μας.
Στην κυρά τη Δέσποινά μας πες να μη λυπάται
στις εικόνες να μη κλαίνε, τα Ευζωνάκια μας το λένε. (2)
Κι ο παπάς που ‘ναι κλεισμένος μέσα στ’ Άγιο Βήμα
τα Ευζωνάκια δε θ’ αργήσει, να ‘βγει να τα κοινωνήσει
και σε λίγο βγαίνουν τ’ Άγια μέσα σε μυρτιές και βάγια. (2)
*
Στους Νεκρούς
Αθάνατοι νεκροί
υπόσχεση σας δίνουμε
πως αν θα χρειαστεί
αντάξιοι θα γίνουμε.
Η Λευτεριά περήφανη
στον τόπο μας θα μείνει.
Το λέμε να το μάθουνε
όλοι εχθροί και φίλοι.
Σήμερα έχω μια χαρά,
σήμερα έχω μια χαρά!
ήρθε κι εμένα η σειρά
να γίνω τσολιαδάκι.
Για της Πατρίδας τη γιορτή
να η φουστανέλα η λευκή,
το κόκκινο φεσάκι!
Λεβέντικα θα περπατώ
με τι καμάρι θα κρατώ
τη γαλανή σημαία.
Και τα χεράκια θα χτυπώ
για σε που τόσο αγαπώ,
Πατρίδα μου ωραία!
*
Πατρίδα μου
Απ’ όλες τις πατρίδες
εσύ ’σαι η πιο τρανή,
Ελλάδα μου ωραία,
Ελλάδα μου τρανή.
Όσοι κι αν ήρθαν χρόνοι
κι αν πέρασαν εχθροί,
εσύ πάντα θα μένεις
ορθή, πάντα ορθή!
Γιατί έχεις για παιδιά σου
τα πιο λαμπρά παιδιά,
που πολεμούν γενναία
για την Ελευθεριά!
*
Ο Χορός του Ζαλόγγου
Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή, (2)
κι εσύ δύστυχη πατρίδα
έχε γεια παντοτινή. (2)
Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτ’ ανθός στην αμμουδιά, (2)
κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά. (2)
Έχετε γεια βρυσούλες, λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
*
Ο Κλέφτης
Βαριά του κλέφτη η καρδιά.
Βαριά και πικραμένη.
Τα στήθια του σκέτη φωτιά
τα μάτια αστροπελέκι.
Του Τούρκου χρόνια η σκιά
επάνω του βαραίνει.
Δεν την αντέχει άλλο πια
τούτη την καταφρόνια.
Σύντροφος μόνο η πίστη του
και φίλος το ντουφέκι.
Μαύρη η νύχτα στα βουνά
τον πνίγει το σκοτάδι.
Ακόμα και τα ζωντανά
τ’ άγρια τα φοβίζει.
Τ’ αποσταμένο του κορμί
έγειρε στο πλατάνι
να κοιμηθεί μία σταλιά
να πάρει μιαν ανάσα
και τ’ όνειρο της Λευτεριάς
στον ύπνο του να ζήσει.
*
Ο Ήρωας
Μη με βλέπετε μικρό
έχω φλόγα στην καρδιά
κι αγαπώ πολύ πολύ
την Πατρίδα τη γλυκιά.
Ήρωας στα αληθινά
κάποια μέρα θα γενώ
κι αν η Ελλάδα χρειαστεί,
τ’ άρματα θέλω να ζωστώ.
*
Ο Γέρος του Μοριά
Ένα τραγούδι θα σας πω για το Λεβέντη,
τον ασπρομάλλη μας, το Γέρο του Μοριά
και βάλτε, αδέλφια μας, για να στηθεί το γλέντι
τριπολιτσιώτικο κρασί και ψησταριά.
Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί
κι εσείς κοπέλες, γεια σας.
Τη Λευτεριά η Ελλάδα μας
χρωστάει στη λεβεντιά σας.
Τα όμορφα χρόνια, τα παλιά, να ξαναζήσουν
και στου Ταΰγετου την πιο ψηλή κορφή,
κει, των προγόνων οι σκιές χορό να στήσουν
και να τους λέει τ’ αγέρι τούτη τη στροφή:
Γεια και χαρά σας, Μοραΐτες αδελφοί,
που η μάνα αν δε σας γέννα
ούτ’ Άγια Λαύρα θα ‘χαμε
ούτε Εικοσιένα.
*
Κλέφτικη Ζωή
Μαύρη μωρέ πικρή ειν’ η ζωή που κάνουμε (2)
εμείς οι μαύροι κλέφτες, εμείς οι μαύροι κλέφτες. (2)
Όλη μωρέ, όλη μερούλα πόλεμο (2)
όλη μερούλα πόλεμο το βράδι καραούλι (2)
με φό-μωρέ με φόβο τρώμε το ψωμί. (2)
Με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε. (2)
Ποτέ μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε (2)
ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε.
*
Θούριος (του Ρήγα Βελεστινλή)
Ως πότε παλικάρια, να ζούμεν στα στενά
μονάχοι σαν λιοντάρια, στες ράχες, στα βουνά;
Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπομεν κλαδιά,
να φεύγομ΄ απ΄ τον κόσμον, για την πικρή σκλαβιά;
Να χάνομεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο ΄ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά και φυλακή!
Τι σ’ ωφελεί αν ζήσεις και είσαι στη σκλαβιά;
Στοχάσου πως σε ψένουν κάθ΄ ώραν στη φωτιά.
*
Η Μικρή Ελληνοπούλα
Ω! πόσο χάρηκε η παιδική,
η αθώα μου καρδούλα
όταν μια μέρα η μαμά
με είπε Ελληνοπούλα.
Και ποια πατρίδα είν’ αυτή
και ποια μεγάλη χώρα
που ’χει ένα τέτοιο ουρανό
κι ένα καθάριο ήλιο!
*
Η 25η Μαρτίου
Της δόξας λάμπει γαλανό το φώς στη χώρα
γελούν οι κάμποι τραγουδούνε τα νερά.
Γιγάντων ίσκιοι ηρωικοί ξυπνήστε τώρα
Στου λυτρωμού τη χρονογύριστη χαρά.
Το σάλπισμά μας πιο τρανό ας αντιλαλήσει
κι απ’ το γλυκό της Άγιας Λαύρας ορθρινό,
πλατειά είν’ η γη μας και το χώμα όπου κι ανθίσει
μια Λεφτεριά μοσχοβολά στον ουρανό
Κι όλα τα χέρια ας υψωθούν ανδρειωμένα
πο ‘χουν τα σίδερα συντρίψει τα βαριά.
Να στήσουν τρόπαια λαμπρά του εικοσιένα
να θρονιαστή η Ελληνοπούλα η Λευτεριά.
*
Επέσανε τα Γιάννενα
(του Α. Βαλαωρίτη)
Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δίσεχτοι και τρέμει μην το χάσει.
Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι,
κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.
Άγρυπνος ο Αλη-πασάς, ακόμη δε νυστάζει,
κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
και το ΄βαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.
Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού τη φοβερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά, σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο, το μάτι δε γνωρίζει
ποιο τάχα ναν΄ το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο.
*
Ελλάδα
Δε χορταίνω να βλέπω τον ήλιο
που το φώς του σκορπάει στην πλάση,
δε χορταίνω να βλέπω τους κάμπους
τα βουνά τις πλαγιές και τα δάση.
Δε χορταίνω να βλέπω τα δέντρα
τις πηγές τη μικρή μας πλατεία,
δε χορταίνω να ζω ν’ αναπνέω
στην ωραία αυτή Πολιτεία.
Δε χορταίνω να βλέπω ακρογιάλια
και πανώρια νησιά στην αράδα,
δε χορταίνω να βλέπω εσένα
ω! Πατρίδα Ελλάδα, Ελλάδα!
*
Ελλάδα μου
Ελλάδα μου, πατρίδα μου
χώρα μου δοξασμένη
πατρίδα ηρώων και πηγή
ζωής στην οικουμένη
Σε χαιρετούν πατρίδα μου
απ’ άκρη σ΄άκρη όλοι
οι αιώνες που περάσανε
απ΄το ωραίο σου κορμί.
Γιατί είσαι λεβεντογή
των Ακριταίων χώρα
Ελλάδα μου πατρίδα μου
Χώμα Αρχαίο, Ζωή.
*
Εθνική Γιορτή
Γιορτάζει η Πατρίδα
μεγάλη χαρά.
Σιμά η δόξα
μ’ ολάσπρα φτερά.
Γιορτάζει η Πατρίδα
σε κάθε μεριά.
Μυρίζουν οι δάφνες
γελά η Λευτεριά.
Σ’ αυτή τη γιορτή μας
ελάτε παιδιά.
Ψηλά τη σημαία
ψηλά την καρδιά.
*
Διπλή Γιορτή
Διπλή γιορτή διπλή χαρά την αγία τούτη μέρα
απ’ άκρη σ’ άκρη η χώρα μας στα γαλανά ντυμένη
της Λευτεριάς τα σήμαντρα ηχούνε στον αέρα
κι ο Γαβριήλ στην Παναγιά μήνυμα θείο φέρνει.
Είκοσι πέντε του Μαρτίου μέρα ευλογημένη
οι ουρανοί ανοίξανε κι έλαμψε όλη η γη
η Παναγιά γονατιστή ακούει θαμπωμένη
πως απ’ αυτή θα γεννηθεί το θεϊκό Παιδί.
Διπλή γιορτή, διπλή χαρά, πανηγυρίζει η φύση
του λυτρωμού το μήνυμα χαρμόσυνα αντηχεί.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά του σκλάβου έχει αρχίσει
και γιορτινά στολίστηκε ο ουρανός κι η γη.
*
Γλυκοχαράζει η Χαραυγή
Γλυκοχαράζει η χαραυγή
και λάμπ’ ο ουρανός κι η γη.
Φέρνει την ελευθεριά μας
και το τέλος της σκλαβιάς μας. (δις)
Στα Βέρβαινα στα Δολιανά
γεια σου χαρά σου κλεφτουριά.
Στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι
πέφτει αδιάκοπο λεπίδι. (δις)
Κι από του Διάκου το σουβλί
φτιάχνει ο Κανάρης το δαυλί
κι ο Μιαούλης το τιμόνι
πες το κότσυφα κι αηδόνι. (δις)
*
Γιορτή
Σήμερα χαρά μεγάλη
έχω μέσα στην καρδιά,
που γιορτάζει η Πατρίδα
κι η καλή μας Παναγιά.
Όλα τα μικρά παιδάκια
σήμερα έχουμε γιορτή,
ποίημα ή και τραγούδι
το καθένα μας θα πει.
*
Άγια Μέρα Ξημερώνει
Όλη η δόξα όλη η χάρη
άγια μέρα ξημερώνει,
και τη μνήμη σου το Έθνος
χαιρετά γονατιστό.
Και τα στήθη όλο φλόγα
με τον ήλιο σου πυρώνεις,
που χρυσός με περηφάνια
περπατεί στον ουρανό.
Στην Αγία Λαύρα τώρα
που χρυσές ακτίνες ρίχνει,
και του Θείου Ιεράρχη
χαιρετάει τη σκιά.
*
Tα Κλεφτόπουλα
Μάνα μου τα, μάνα μου τα κλεφτόπουλα
Τρώνε και τραγουδάνε, άιντε πίνουν και γλεντάνε. (2)
Μα ένα μικρό μα ένα μικρό κλεφτόπουλο
δεν τρωει, δεν τραγουδάει, βάι δεν πίνει δεν γλεντάει. (2)
Μόν’ τ’ άρματα, μόν’ τ’ άρματά του κοίταζε
του τουφεκιού του λεει “Γειά σου Κίτσο μου λεβέντη”. (2)
Πόσες φορές, πόσες φορές με γλίτωσες
απ’ των εχθρών τα χέρια κι απ’ των Τούρκων τα μαχαίρια. (2).
*
Η 25η Μαρτίου
Πάνω στα κάστρα σα θεά πανώρια η Ελευθερία
κρατά στα χέρια λάβαρο και λάμπει η ματιά
κι εκεί στα εικονίσματα η Παναγιά η Μαρία
το μήνυμα της Γέννησης δέχεται με χαρά.
Στο ιερό μας σύμβολο τη γαλανή Σημαία
της λευτεριάς τα χρώματα σμίγουν αρμονικά
και της αγάπης σήμαντρα ηχούνε στον αιθέρα.
Γιορτάζει η Πατρίδα μας, γιορτάζει η Παναγιά.
Το «Χαίρε Αειπάρθενε» ψαλμός και μελωδία
κι οι παιάνες που ηχούν ύμνος στη Λευτεριά
χαμογελά στην εκκλησιά γλυκά η Παναγία
κι η Ελλάδα ντύθηκε γαλάζια φορεσιά.
*
Η μικρή Ελληνοπούλα
Ω! πόσο χάρηκε η παιδική,
η αθώα μου καρδούλα
όταν μια μέρα η μαμά
με είπε Ελληνοπούλα.
Και ποια πατρίδα είν’ αυτή
και ποια μεγάλη χώρα
που ‘χει ένα τέτοιο ουρανό
κι ένα καθάριο ήλιο!
*
Επέσανε τα Γιάννενα
Επέσανε τα Γιάννενα, σιγά να κοιμηθούνε,
εσβήσανε τα φώτα τους, εκλείσανε τα μάτια.
Η μάνα σφίγγει το παιδί βαθιά στην αγκαλιά της,
γιατί είναι χρόνοι δίσεχτοι και τρέμει μην το χάσει.
Τραγούδι δεν ακούγεται, ψυχή δεν ανασαίνει.
Ο ύπνος είναι θάνατος και μνήμα το κρεβάτι,
κι η χώρα κοιμητήριο κι η νύχτα ρημοκλήσι.
Άγρυπνος ο Αλη-πασάς, ακόμη δε νυστάζει,
κι εις ένα δέρμα λιονταριού βρίσκεται ξαπλωμένος.
Το μέτωπό του είναι βαρύ, θολό, συγνεφιασμένο
και το ΄βαλεν αντίστυλο το χέρι του, μην πέσει.
Χαϊδεύει με τα δάχτυλα τα κάτασπρά του γένια,
που σέρνονται στου λιονταριού τη φοβερή τη χαίτη.
Αγκαλιασμένα τα θεριά, σου φαίνονται πως έχουν
ένα κορμί δικέφαλο , το μάτι δε γνωρίζει
ποιο τάχα ναν΄ το ζωντανό και ποιο το σκοτωμένο.
Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
*
Ελλάδα μου
Ελλάδα μου, πατρίδα μου
χώρα μου δοξασμένη
πατρίδα ηρώων και πηγή
ζωής στην οικουμένη.
Σε χαιρετούν πατρίδα μου
απ΄άκρη σ΄άκρη όλοι
οι αιώνες που περάσανε
απ΄το ωραίο σου κορμί.
Γιατί είσαι λεβεντογή
των Ακριταίων χώρα
Ελλάδα μου πατρίδα μου
Χώμα Αρχαίο, Ζωή.
*
Ελλάδα
Δε χορταίνω να βλέπω τον ήλιο
που το φώς του σκορπάει στην πλάση
δε χορταίνω να βλέπω τους κάμπους
τα βουνά τις πλαγιές και τα δάση.
Δε χορταίνω να βλέπω τα δέντρα
τις πηγές τη μικρή μας πλατεία
δε χορταίνω να ζω ν’ αναπνέω
στην ωραία αυτή Πολιτεία.
Δε χορταίνω να βλέπω ακρογιάλια
και πανώρια νησιά στην αράδα
δε χορταίνω να βλέπω εσένα
ώ Πατρίδα Ελλάδα, Ελλάδα!
*
Εθνική γιορτή
Γιορτάζει η Πατρίδα
μεγάλη χαρά.
Σιμά η δόξα
μ’ ολάσπρα φτερά.
Γιορτάζει η Πατρίδα
σε κάθε μεριά.
Μυρίζουν οι δάφνες
γελά η Λευτεριά.
Σ’ αυτή τη γιορτή μας
ελάτε παιδιά.
Ψηλά τη σημαία
ψηλά την καρδιά.
*
Διπλή γιορτή
Διπλή γιορτή διπλή χαρά την αγία τούτη μέρα
απ’ άκρη σ’ άκρη η χώρα μας στα γαλανά ντυμένη
της Λευτεριάς τα σήμαντρα ηχούνε στον αέρα
κι ο Γαβριήλ στην Παναγιά μήνυμα θείο φέρνει.
Είκοσι πέντε του Μαρτίου μέρα ευλογημένη
οι ουρανοί ανοίξανε κι έλαμψε όλη η γη
η Παναγιά γονατιστή ακούει θαμπωμένη
πως απ’ αυτή θα γεννηθεί το θεϊκό Παιδί.
Διπλή γιορτή, διπλή χαρά, πανηγυρίζει η φύση
του λυτρωμού το μήνυμα χαρμόσυνα αντηχεί.
Ο αγώνας για τη Λευτεριά του σκλάβου έχει αρχίσει
και γιορτινά στολίστηκε ο ουρανός κι η γη.
*
Γλυκοχαράζει χαραυγή
Γλυκοχαράζει η χαραυγή
και λάμπ’ ο ουρανός κι η γη.
Φέρνει την ελευθεριά μας
και το τέλος της σκλαβιάς μας.(δις)
Στα Βέρβαινα στα Δολιανά
γεια σου χαρά σου κλεφτουριά.
Στο Βαλτέτσι στο Λεβίδι
πέφτει αδιάκοπο λεπίδι (δις)
Κι από του Διάκου το σουβλί
φτιάχνει ο Κανάρης το δαυλί
κι ο Μιαούλης το τιμόνι
πες το κότσυφα κι αηδόνι(δις)
* * * * * * * * * * * * * * *
τραγούδια για την 25η Μαρτίου:
Πηγή:https://filologikogymn.wordpress.com
Σαράντα παλικάρια
Μουσική-Στίχοι: Παραδοσιακό
Ερμηνείες: Ειρήνη Παππά, Στέλιος Καζαντζίδης, Βασίλης Λέκκας, Λάκης Χαλκιάς-Βασιλική Λαβίνα
Σαράντα παλικάρια
από τη Λε- μωρ’ απ’ τη Λεβαδιά
πάνε για να πατήσουνε
την Τροπο-, μωρ’ την Τροπολιτσά.
Στο δρόμο που πηγαίνανε γέροντα,
μωρ’ γέροντ’ απαντούν.
-Ώρα καλή σου γέρο
-Καλώς τα τα, καλώς τα τα παιδιά.
-Πού πάτε παλικάρια
πού πάτε βρε, πού πάτε βρε παιδιά.
-Πάμε για να πατήσουμε
την Τροπο-, μωρ’ την Τροπολιτσά.
*
Τσάμικος
Μουσική: Μάνος Χατζιδάκις, Ποίηση: Νίκος Γκάτσος, Ερμηνεία: Μανώλης Μητσιάς
(από το Cd «Αθανασία», 1976)
Στα κακοτράχαλα τα βουνά
με το σουράβλι και το ζουρνά
πάνω στην πέτρα την αγιασμένη
χορεύουν τώρα τρεις αντρειωμένοι.
Ο Νικηφόρος κι ο Διγενής
κι ο γιος της Άννας της Κομνηνής.
Δική τους είναι μια φλούδα γης
μα εσύ Χριστέ μου τους ευλογείς
για να γλυτώσουν αυτή τη φλούδα
απ’ το τσακάλι και την αρκούδα.
Δες πώς χορεύει ο Νικηταράς
κι αηδόνι γίνεται ο ταμπουράς.
Από την Ήπειρο στο Μοριά
κι απ’ το σκοτάδι στη λευτεριά
το πανηγύρι κρατάει χρόνια
στα μαρμαρένια του χάρου αλώνια.
Κριτής κι αφέντης είν’ ο Θεός
και δραγουμάνος του ο λαός.
*
Ο Ήλιος εβασίλεψε
Μουσική: Χρήστος Λεοντής, Στίχοι: Γιάννης Μακρυγιάννης
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης (από το Cd «Παραστάσεις», 1976)
Άλλη ερμηνεία: Χρήστος Σίκκης, Χορωδία (από το Cd «Καντάτα ελευθερίας», 1999)
Ο ήλιος εβασίλεψε Έλληνά μου,
βασίλεψε και το φεγγάρι εχάθη,
κι ο καθαρός Αυγερινός
που πάει κοντά την Πούλια,
τα τέσσερα κουβέντιαζαν
και κρυφοκουβεντιάζουν.
Γυρίζει ο ήλιος και τους λέει,
γυρίζει και τους κραίνει:
«Εψές όπου βασίλεψα
πίσου από μια ραχούλα,
ακ’σα γυναίκεια κλάματα
κι αντρών τα μοιριολόγια,
γι’ αυτά τα ‘ρωικά κορμιά
στον κάμπο ξαπλωμένα
και μες στο αίμα το πολύ
είν’ όλα βουτημένα.
Για την Πατρίδα πήγανε
στον Άδη τα καημένα».
*
Όλα τα έθνη πολεμούν
Μουσική: Χρήστος Λεοντής, Ποίηση: Ρήγας Φεραίος, Ερμηνεία: Χρήστος Σίκκης
(από το Cd «Καντάτα ελευθερίας», 1999)
Όλα τα έθνη πολεμούν
και στους τυράννους τους ορμούν,
εκδίκηση γυρεύουν
και τους εξολοθρεύουν.
Και τρέχουν για την δόξα
με χαρά στη φωτιά!
Έτσι κι εμείς, ω αδελφοί,
να σηκωθούμε με ορμή,
εκδίκηση ζητούντες,
τυράννους απολούντες,
για την Ελευθερία,
με χαρά, βρε παιδιά!
Ως πότ’ εμείς υπομονή,
και να μη βγάζουμε φωνή;
σα να ‘μαστε δεμένοι,
ζούμε τυραννισμένοι,
και καταφρονημένοι,
στη φωτιά, βρε παιδιά!
Όλα τα έθνη το θωρούν
και πάλι ευθύς το απορούν,
πώς τέτοια παλληκάρια,
που ‘να σαν τα λιοντάρια
να ζουν στην τυραννία
στη φωτιά, βρε παιδιά!
Λοιπόν, τινάξετε για μια,
την τυραννία και σκλαβιά!
Παράδειγμά μας είναι
των προπατόρων μνήμαι
καθώς εκείνοι ζούσαν
στη φωτιά, βρε παιδιά.
Τα παλικάρια τα καλά
ποτέ δε στέκουν σφαλιστά
αλλά με την ανδρεία
τινάζουν τυραννία
και ζουν μ’ ελευθερία
στο ντουνιά βρε παιδιά.
Αυτούς που βλέπετε αντικρύ
Είναι κονιάρηδες χοντροί
κι εσείς βρε παλικάρια
είστε σαν τα λιοντάρια
χτυπάτε τους τυράννους.
Με χαρά στη φωτιά!
*
Περήφανοι όλοι
Μουσική: Olympians, Στίχοι: Παραδοσιακό δημοτικό
Ήταν μαζεμένοι όλοι μια βραδιά
και στο τζάκι έκαιγε η φωτιά
μες τα μάτια τους φαινόταν καθαρά
πως γι αυτούς τα χρόνια ήταν σκληρά.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά
πολεμούσαν για τη λευτεριά.
Όλοι τους καπεταναίοι κι αρχηγοί
ήταν κλέφτες και αρματολοί
ποτέ τους δεν σκεφτόταν φόβος τι θα πει
και το βόλι ας έπεφτε βροχή.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά
πολεμούσαν για τη λευτεριά
και τώρα μιλούσαν πάλι για τα παλιά
καθισμένοι γύρω απ’ τη φωτιά.
Πάνω που μιλούσαν για παλικαριές
κι είχαν δυναμώσει οι φωνές
θυμήθηκαν τα αδέρφια τους που χάθηκαν
πολεμώντας και πικράθηκαν.
Περήφανοι όλοι με γενναία καρδιά
πολεμούσαν για τη λευτεριά
Γι αυτό πολεμήσανε και φτιάξαν παιδιά
για να ζήσουν μες τη λευτεριά.
Και βγήκαν λεβέντες με γενναία καρδιά
σαν τους πατεράδες τους κι αυτά
και πάνω σ΄ αυτή τη σκέψη ήσυχοι πια
κοιμηθήκαν για παντοτινά.
*
Γκιουλ μπαξέ (ένα παλικάρι 20 χρονών)
Μουσική-Στίχοι: παραδοσιακό
Ένα παλληκάρι είκοσι χρονώ
τ’ άρματα του δώσαν’ για τον πόλεμο.
Πόλεμο δεν βρήκε πίσω γύρισε
στα μισά του δρόμου νεροδίψασε.
Έσκυψε να πιει νερό στο Γκιουλ Μπαξέ
κι εκεί μία σφαίρα τόνε λάβωσε.
Σύρε πες στην μάνα μ’ την μπαμπόγρια
και στην αδερφή μου την καλόγρια
Θέλει ας βάλει μαύρα θέλει ας παντρευτεί
μένα με σκοτώσανε στο Γιουλ Μπαξέ.
*
Μητέρα μεγαλόψυχη
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Ποίηση: Διονύσιος Σολωμός, Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης
(από το Cd «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», 1977)
Μητέρα, μεγαλόψυχη στον πόνο και στη δόξα
κι αν στο κρυφό μυστήριο ζουν πάντα τα παιδιά σου
με λογισμό και μ’ όνειρο, τι χάρη έχουν τα μάτια,
τα μάτια τούτα να σε ιδούν μες το πανέρμο δάσος,
που ξάφνου σου τριγύρισε τ’ αθάνατα ποδάρια.
Κοίτα, με φύλλα της Λαμπρής, με φύλλα των Βαϊώνε!
Το θεϊκό σου πάτημα δεν άκουσα, δεν είδα,
ατάραχη σαν ουρανός μ’ όλα τα κάλλη πώχει,
που μέρη τόσα φαίνονται και μέρη ‘ναι κρυμμένα.
Αλλά, Θεά, δεν ημπορώ ν’ ακούσω τη φωνή σου
κι ευθύς εγώ του Ελληνικού κόσμου να τη χαρίσω;
Δόξα ‘χ’ η μαύρη πέτρα του και το ξερό χορτάρι.
*
Άκρα του τάφου σιωπή
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Ποίηση: Διονύσιος Σολωμός
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης, Ηλίας Κλωναρίδης
(από το Cd «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», 1977)
Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει.
Λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί κι η μάνα το ζηλεύει.
Τα μάτια η πείνα εμαύρισε στα μάτια η μάνα μνέει
στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα και κλαίει.
«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω ‘γώ στο χέρι;
Οπού συ μου ‘γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».
*
Πειρασμός (Ξανθός Απρίλης)
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Ποίηση: Διονύσιος Σολωμός
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης, Απαγγελία: Ειρήνη Παπά
(από το Cd «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», 1977)
Αφηγηματικό μέρος
Η ωραιότης της φύσης που τους περιτριγυρίζει,αυξαίνει εις τους εχθρούς την ανυπομονησία να πάρουν την χαριτωμένη γη,και εις τους πολιορκημένους τον πόνο ότι θα τη χάσουν.Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι.Με χίλιες βρύσες χύνεται,με χίλιες γλώσσες κρένει.Όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.
Τραγούδι
Έστησε ο έρωτας χορό με τον ξανθόν Απρίλη
Κ’ η φύσις ηύρε την καλή και τη γλυκειά της ώρα
Και μες τη σκιά,που φούντωνε και κλει δροσιές και μόσχους
Ανάκουστος κηλαϊδησμός και λιποθυμισμένος
Νερά καθάρια και γλυκά,νερά χαριτωμένα
Χύνονται μες την άβυσσο τη μοσχοβολισμένη
Και παίρνουνε το μόσχο της κι αφήνουν τη δροσιά τους
Κι ούλα στον ήλιο δείχνοντας τα πλούτια της πηγής τους
Τρέχουν εδώ,τρέχουν εκεί και κάνουν σαν αηδόνια
Εξ’ αναβρύζει κι η ζωή σ’ γη.σ’ουρανό ,σε κύμα
Αλλά στης λίμνης το νερό,π’ανίκητο ‘ναι κι άσπρο
Ακίνητ’ όπου κι αν ιδής,και κάτασπρ’ ως τον πάτο
Με μικρόν ίσκιον άγνωρον έπαιξ’η πεταλούδα
Πούχ’ ευωδίσει τσ’ύπνους της μέσα στον άγριο κρίνο
Αλαφροΐσκιωτε καλέ,για πες απόψε τι ‘δες
Νύχτα γιομάτη θαύματα,νύχτα σπαρμένη μάγια
Χωρίς ποσώς γης,ουρανός και θάλασσα να πνένε
Ουδ’όσο καν’ η μέλισσα κοντά στο λουλουδάκι
Γύρου σε κάτι ατάραχο,π’ασπρίζει μες τη λίμνη
Μονάχο ανακατώθηκε το στρογγυλό φεγγάρι
Κι όμορφη βγαίνει κορασιά ντυμένη με το φως του
*
Το χάραμα (επήρα)
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
Ερμηνεία: Ειρήνη Παππά, Χορωδία Πρέβεζας
(από το Cd «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι», 1977)
Το χάραμα επήρα του ήλιου το δρόμο,
κρεμώντας τη λύρα τη δίκαιη στον ώμο
κι απ’ όπου χαράζει έως όπου βυθά,
τα μάτια μου δεν είδαν
τόπον ενδοξότερον από τούτο το αλωνάκι.
Παράμερα στέκει ο άντρας και κλαίει
αργά το τουφέκι σηκώνει και λέει:
“Σε τούτο το χέρι τι κάνεις εσύ;
Ο εχθρός μου το ξέρει πως μου είσαι βαρύ”.
Της μάνας ω λαύρα! Τα τέκνα τριγύρου
φθαρμένα και μαύρα, σαν ίσκιους ονείρου.
Λαλεί το πουλάκι στου πόνου τη γη
και βρίσκει σπειράκι και μάνα φθονεί.
Γρικούν να ταράζει του εχθρού τον αέρα
μιαν άλλη, που μοιάζει τ’ αντίλαλου πέρα
και ξάφνου πετιέται με τρόμου λαλιά
πολύ ώρα γρικιέται κι ο κόσμος βροντά.
Αμέριμνον όντας τ’ αράπη το στόμα
σφυρίζει, περνώντας στου Μάρκου το χώμα.
Διαβαίνει κι’ αγάλι ξαπλώνετ’ εκεί,
που εβγήκ’ η μεγάλη του Μπάιρον ψυχή.
Προβαίνει και κράζει
τα έθνη σκιασμένα.
Και ω πείνα και φρίκη!
Δεν σκούζει σκυλί!
Και η μέρα προβαίνει,
τα νέφια συντρίβει.
Να, η νύχτα που βγαίνει
κι αστέρι δεν κρύβει.
*
Ο Θούριος του Ρήγα
Μουσική: Χρήστος Λεοντής, Στίχοι: Ρήγας Φερραίος
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης
(από το Cd «Παραστάσεις», 1976)
Ως πότε παλικάρια, θα ζούμε στα στενά,
μονάχοι σα λιοντάρια, στες ράχες στα βουνά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.
Σπηλιές να κατοικούμε, να βλέπουμε κλαδιά,
να φεύγωμ’ απ’ τον κόσμο, για την πικρή σκλαβιά;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.
Να χάνωμεν αδέλφια, πατρίδα και γονείς,
τους φίλους, τα παιδιά μας, κι όλους τους συγγενείς;
Κάλλιο είναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,
παρά σαράντα χρόνους, σκλαβιά και φυλακή.
*
Να ‘τανε το 21’
Μουσική: Σταύρος Κουγιουμτζής, Στίχοι: Σώτια Τσώτου, Ερμηνεία: Γιώργος Νταλάρας
(από το Cd «Να ‘τανε το 21»)
Μου ξανάρχονται ένα-ένα χρόνια δοξασμένα
να ‘τανε το 21 να ‘ρθει μια στιγμή
Να περνάω καβαλάρης στο πλατύ τ’ αλώνι
και με τον Κολοκοτρώνη να ‘πινα κρασί
Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα
και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά
και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα
μια ομορφούλα αγκαλιά.
Μου ξανάρχονται ένα-ένα χρόνια δοξασμένα
να ‘τανε το 21 να ‘ρθει μια βραδιά.
Πρώτος το χορό να σέρνω στου Μοριά τις στράτες
και ξοπίσω μου Μανιάτες και οι Ψαριανοί
Κι όταν λαβωμένος γέρνω κάτω απ’ τους μπαξέδες
να με ραίνουν μενεξέδες χέρια κι ουρανοί
Να πολεμάω τις μέρες στα κάστρα
και το σπαθί μου να πιάνει φωτιά
και να κρατάω τις νύχτες με τ’ άστρα
μια ομορφούλα αγκαλιά.
Μου ξανάρχονται ένα-ένα χρόνια δοξασμένα
να ‘τανε το 21 να ‘ρθει μια βραδιά.
*
Είσαι το φλάμπουρο
Ερμηνεία: Σπύρος Λάμπρου
(από το Cd «Τα κλέφτικα»)
Είσαι το φλάμπουρο πού ‘χει μεράκι του
την έγνοια της Ελευθεριάς.
Σ’ έχει ο Κολοκοτρώνης μπαϊράκι του
κι ο καπετάνιος Ζαχαριάς.
Άσπρη-γαλάζια, σωστή ξαστεριά,
σαν τ’ ουρανού το χρώμα,
ξέρεις -στ’ αλήθεια- να κάνεις θεριά
και τους δειλούς ακόμα.
Τι πατριώτες και τι πατριώτισσες
θύματα πέσανε σωρό.
Για μια σημαία σύραν οι Σουλιώτισσες
τον τελευταίο τους χορό.
Δέσπω Σουλιώτισσα που αντιστάθηκες
στις μαύρες σκέψεις του Αλή,
για μια σημαία, τότε, ανατινάχθηκες
κι ούτε το σκέφτηκες πολύ.
*
Πόλεμος
Μουσική: Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος , Στίχοι: Ράνια Ζούκα
Ερμηνεία: Αλκιβιάδης Κωνσταντόπουλος, Σταμάτης Μεσημέρης, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Χρήστος Θηβαίος, Βασίλης Καζούλης, Μίλτος Πασχαλίδης, Φίλιππος Πλιάτσικας, Διονύσης Τσακνής, παιδιά Παιδικού χωριού SOS Βάρης
Πέρα απ’ τις φλόγες της Τροίας
ο θρήνος της Εκάβης βαραίνει τη νύχτα
σπαράζουν οι γυναίκες
στα κορμιά των νεκρών.
Το φεγγάρι αφουγκράζεται
ο πόλεμος δεν έμεινε στης Τροίας τα κάστρα
μια τεράστια κλεψύδρα,
μας φυλακίζει.
Μετράμε τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια
με μια λαχτάρα να σταματήσουμε
το χρόνο που αδυσώπητος κυλάει ακόμα
και προσπαθούμε να τον φυλακίσουμε.
Σκαλί σκαλί ανεβαίνουμε
τη γκρίζα φυλακή του τρόμου
η Τροία ήταν μόνο ένα πρόσχημα
ήταν μονάχα η αρχή.
Αυτός ο πόλεμος δεν έχει τέρμα
είναι αμέτρητες οι Τροίες του κόσμου μας
και πάντα οι άνθρωποι σαν κτήνη
θα διψάνε για αίμα.
Μετράμε τις ώρες, τις μέρες, τα χρόνια
με μια λαχτάρα να σταματήσουμε
το χρόνο που αδυσώπητος κυλάει ακόμα
και προσπαθούμε να τον φυλακίσουμε.
*
Η θέληση μου βράχος
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός, Ερμηνεία: Λάκης Χαλκιάς
(από το Cd «Οι ελεύθεροι πολιορκημένοι»)
Πάλι μου ξίπασε τ’ αυτί γλυκιάς φωνής αγέρας.
Κι έπλασε τ’ άστρο της νυχτός και τ’ άστρο της ημέρας.
Του πόνου εστρέψαν οι πηγές από το σωθικό μου,
έστρωσ’ ο νους κι ανέβηκα πάλι στον εαυτό μου.
Ήταν με σένα τρεις χαρές στην πίκρα φυτρωμένες,
όμως για μένα στη χαρά τρεις πίκρες ριζωμένες.
Χιλιάδες ήχοι αμέτρητοι, πολύ βαθιά στη χτίση
η Ανατολή τ’ αρχίναγε κι ετέλειωνέ το η Δύση.
Έστρωσ’, εδέχθ’ η θάλασσα άντρες ριψοκινδύνους
κι εδέχθηκε στα βάθη της τον ουρανό κι εκείνους.
Κι όπου η βουλή τους συφορά κι όπου το πόδι χάρος.
Η δύναμή σου πέλαγο κι η θέλησή μου βράχος.
*
Φίλοι κι αδέρφια
Μουσική: Σταύρος Ξαρχάκος, Στίχοι: Ιάκωβος Καμπανέλλης
Ερμηνεία: Νίκος Ξυλούρης
(από το Cd «Το μεγάλο μας τσίρκο», 1974)
Φίλοι κι αδέλφια, μανάδες, γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά και σεργιανούνε στα στενά
φίλοι κι αδέλφια, μανάδες, γέροι και παιδιά.
Γράφουν σημάδια, μηνύματα στο βασιλιά
σα δε φωνάξεις έβγα να το γράψεις
να μην σ’ ακούσουν τα σκυλιά βγάλε φωνή χωρίς μιλιά
σημάδια και μηνύματα στο βασιλιά.
Ήταν στρατιώτες, καπεταναίοι και λαϊκοί,
όρκο σταυρώσαν πάνω στο σπαθί τους
η λευτεριά να μην χαθεί, όρκο σταυρώσαν στο σπαθί
καπεταναίοι, στρατιώτες, λαϊκοί.
Κι όπου φοβάται φωνή ν’ ακούει απ’ το λαό
σ’ έρημο τόπο ζει και βασιλεύει,
κάστρο φυλάει ερημικό, έχει το φόβο φυλαχτό
όπου φωνή φοβάται ν’ ακούει απ’ το λαό.
Γη παιδεμένη με σίδερο και με φωτιά,
για κοίτα ποιον σου φέρανε καημένη
να σ’ αφεντεύει από ψηλά, τα κρίματά σου είναι πολλά,
γη που το σίδερο παιδέψαν κι η φωτιά.
Καίει το φυτίλι, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά,
κάνουν βουλή συντακτική και γράφουν
το θέλημά τους στα χαρτιά κι η κοσμοθάλασσα πλατιά,
κάνουν βουλή, ξεθηκαρώνουν τα σπαθιά.
Τρεις του Σεπτέμβρη μανάδες, γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
τι φέρνουνε στον βασιλιά, βαθιά γραμμένο στα χαρτιά
τρεις του Σεπτέμβρη μανάδες, γέροι και παιδιά
Τρεις του Σεπτέμβρη μανάδες, γέροι και παιδιά
στα παραθύρια βγείτε και θωρείτε
ποιοι περπατούν στα σκοτεινά και σεργιανούνε στα στενά,
τρεις του Σεπτέμβρη μάνες, γέροι και παιδιά.
*
Ο χορός του Ζαλόγγου
Μουσική-Στίχοι: Παραδοσιακό
Έχε γεια καημένε κόσμε
έχε γεια γλυκιά ζωή.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Στη στεριά δε ζει το ψάρι
ούτε ανθός στην αμμουδιά.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
κι εσείς Σουλιωτοπούλες.
Κι οι Σουλιώτισσες δε ζούνε
δίχως την ελευθεριά.
Έχετε γεια βρυσούλες
λόγγοι βουνά ραχούλες
έχετε γεια βρυσούλες
*
Μάνα μου τα κλεφτόπουλα
Μάνα μου, τα- μάνα μου, τα κλεφτόπουλα
Τρώνε και τραγουδάνε, άιντε, πίνουν και γλεντάνε
Μα ένα μικρό, μα ένα μικρό κλεφτόπουλο
Δεν τρώει, δεν τραγουδάει βάι δεν πίνει, δεν γλεντάει
Μόν’ τ’ άρματα, μον’ τ’ άρματα του κοίταζε
Του ντουφεκιού του λέει «γεια σου, Κίτσο μου λεβέντη.
Πόσες φορές, πολλές φορές με γλίτωσες
απ’ των εχθρών τα χέρια κι απ’ των Τούρκων τα μαχαίρια.
Και τώρα με, και τώρα παράτησες
σαν καλαμιά στον κάμπο, βάι δε ξέρω τι να κάνω.
*
Κλέφτικη ζωή (δημοτικό τραγούδι)
Μαύρη μωρέ μαύρη ειν’ η ζωή που κάνουμε
εμείς οι μαύροι κλέφτες, εμείς οι μαύροι κλέφτες.
Όλη μωρέ, όλη μερούλα πόλεμο
όλη μερούλα πόλεμο το βράδυ καραούλι.
Με φό- μωρέ με φόβο τρώμε το ψωμί
με φόβο τρώμε το ψωμί, με φόβο περπατάμε.
Ποτέ μωρέ, ποτέ μας δεν αλλάζουμε
ποτέ μας δεν αλλάζουμε και δεν ασπροφορούμε.
*
Παιδιά της Σαμαρίνας
Μουσική-Στίχοι: Παραδοσιακό
Ερμηνείες: Ηλίας Κλωναρίδης, Γ. Νταλάρας, Λάκης Χαλκιάς, Χαρούλα Αλεξίου
Εσείς μωρέ παιδιά κλεφτόπουλα
παιδιά της Σαμαρίνας
μωρέ παιδιά καημένα
παιδιά της Σαμαρίνας
κι ας είστε λερωμένα.
Αν πάτε πάνω μωρέ στα βουνά
κατά τη Σαμαρίνα
μωρέ παιδιά καημένα
κατά τη Σαμαρίνα
κι ας είστε λερωμένα.
Τουφέκια μωρέ να μη ρίξετε
τραγούδια να μη πείτε
μωρέ παιδιά καημένα
τραγούδια να μη πείτε
κι ας είστε λερωμένα.
Κι αν σας ρωτήσει μωρ’ η μάνα μου
κι η δόλια η αδερφή μου
μωρέ παιδιά καημένα
κι η δόλια η αδερφή μου
κι ας είστε λερωμένα.
Μη πείτε πως μωρέ εχάθηκα
πως είμαι σκοτωμένος
μωρέ παιδιά καημένα
πως είμαι σκοτωμένος
κι ας είστε λερωμένα.
Πείτε τους μωρέ πως παντρεύτηκα
τη μαύρη γη πως πήρα
μωρέ παιδιά καημένα
τη μαύρη γη πως πήρα
κι ας είστε λερωμένα.
*
Όλη δόξα, όλη χάρη (δημοτικό τραγούδι)
Όλη η δόξα, όλη η χάρη άγια μέρα ξημερώνει
και τη μνήμη σου το έθνος χαιρετά γονατιστό.
Και τα στήθη όλο φλόγα με τον ήλιο σου πληρώνεις,
που χρυσός με περηφάνια περπατεί στον ουρανό.
Στην Αγία Λαύρα πρώτα τις χρυσές ακτίνες χύνει
που λεβέντες πρωτανάψαν του πολέμου τη φωτιά.
Ομορφιά και δόξα χύνει όπου γης αιματωμένη
απ᾿ το τιμημένο αίμα των παιδιών της κλεφτουριάς.
Τ άγιο χώμα χαιρετάει και περήφανα διαβαίνει
απὸ τα Ψαρά στο Σούλι και στο Χάνι της Γραβιάς.
Απ’ τη Ρούμελη κι εκείθε απ’ την Κλείσοβα περνάει
και στο Μεσολόγγι μέσα χύνει το χρυσό του φως.
Την αιματωμένη γη του χαιρετάει κι ευλογάει,
όπου τόσοι σε μια νύχτα έπεσαν ηρωικώς.
*
Έξοδος-Δρόμο να σκίσουν τα σπαθιά
Μουσική: Γιάννης Μαρκόπουλος, Στίχοι: Διονύσιος Σολωμός
Ερμηνεία: Λάκης Χαλκιάς
Είν’ έτοιμα στην άσπονδη πλημμύρα των αρμάτων
δρόμο να σχίσουν τα σπαθιά κι ελεύθεροι να μείνουν
εκείθε με τους αδελφούς, εδώθε με το χάρο.
*
Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα
Βαστάτε Τούρκοι τ’ άλογα
λίγο να ξανασάνω
να χαιρετίσω τα βουνά
και τις κοντοραχούλες
ν’ αφήσω διάτα στα παιδιά
*
Ο γέρος του Μοριά
Μουσική: Θ. Σακελλαρίδης, Στίχοι: Μίμης Τραϊφόρος
Ερμηνεία: Σοφία Βέμπο
Ένα τραγούδι θα σας πω για τον λεβέντη,
τον ασπρομάλλη μου το γέρο τον Μοριά
και βάλτε αδέρφια μου για να στηθεί το γλέντι
Τριπολιτσιώτικο κρασί και ψησταριά.
Στήσε χορό ξενητεμένε Μοραΐτη,
απόψε ας παίξουνε λαγούτα και βιολιά
και πες πως γύρισες στο πατρικό σου σπίτι
και πως σε πήρανε οι γέροι σου αγκαλιά.
Γειά και χαρά σας Μοραΐτες αδερφοί
και σεις κοπέλες γειά σας,
τη λευτεριά η Ελλάδα μας
χρωστάει στη λεβεντιά σας.
Τώρα που αίμα αδερφικό το χώμα ιδρώνει
κι η Ελλάδα πνίγει την Ελλάδα στα βουνά,
έβγα απ’ τον τάφο Θοδωρή Κολοκοτρώνη
κι αδέρφια κάνε όλους τους Έλληνες ξανά.
Τα όμορφα χρόνια τα παλιά να ξαναζήσουν
και στου Ταΰγετου την πιο ψηλή κορφή,
των πρόγονών μας οι σκιές χορό να στήσουν
και να τους λέει τ’ αγέρι ετούτη τη στροφή.
Γειά και χαρά σας Μοραΐτες αδερφοί
και σεις κοπέλες γειά σας,
τη λευτεριά η Ελλάδα μας
χρωστάει στη λεβεντιά σας.
Γειά και χαρά σας Μοραΐτες αδερφοί,
που η μάνα αν δεν σας γέννα,
ούτ’ ʼγια Λαύρα θα ‘χαμε, ουτέ Εικοσιένα.
*
Κολοκοτρώνης
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης, Στίχοι: Δημήτρης Ιατρόπουλος,
Ερμηνεία: Λάκης Παππάς
(από το Cd «Οι αγωνιστές της λευτεριάς»)
Σαν πέθανε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης
ήρθεν ο Ρήγας ο Φεραίος ο Βελεστινλής,
ο Ανδρούτσος, ο Μιαούλης κι ο Γαζής
Ο Πλαπούτας, ο Κανάρης κι ο Αδαμάντιος ο Κοραής.
Σαν πέθανε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης
ήρθεν ο Διάκος κι ο Πετρόμπεης Μαυρομιχάλης
Ο Μακρυγιάννης κι ο Παπαφλέσσας
Ο Γκούρας κι ο Υψηλάντης
και ο Γεώργιος Καραϊσκάκης.
Και κινήσαν μοιρολόι αντρειωμένο
σιγανάψαν τα καντήλια στη γωνιά,
τα παράθυρα ασφαλίσαν κόντρα στον καραβοριά
κι αργοσύραν του θανάτου το χορό.
Σαν πέθανε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης
ήρθαν όλοι οι Μποτσαραίοι κι ο Τζαβέλλας
τα βουνά και τα ποτάμια
όλα τα κορίτσια κι όλα τα πουλιά.
Σαν πέθανε ο Θοδωρής Κολοκοτρώνης
*
Ανδρούτσος
Μουσική: Νίκος Μαμαγκάκης, Στίχοι: Δημήτρης Ιατρόπουλος,
Ερμηνεία: Μαρία Δουράκη
(από το Cd «Οι αγωνιστές της λευτεριάς»)
Χρυσαητέ καμαρωτέ στα αίματα λουσμένε
Αντρούτσε μου αδερφωτέ και αδερφοσκοτωμένε
παίξε του ονείρου το σπαθί μες της Γραβιάς το χάνι
κι η άγια μέρα που θα ‘ρθει όπου και να ‘ναι φτάνει.
Στήσε γιορτή, στήσε χορό, στου χάρου το λιβάδι
ψηλά το ποντομάχαιρο ν’ αστράψει το σκοτάδι.
Νυχτοπούλι της Αθήνας,
σταυραητέ της Σαμαρίνας
και της ερημιάς
της Αράχωβας αηδόνι
Αλεξανδρειανό παγώνι
μαύρο πετροχελιδόνι της Μονεμβασιάς.
Αντρούτσε ακρίτα μου ακριβέ, αητέ μαλαματένιε
*
Ο γέρο Δήμος (ηχογράφηση 1923)
Μουσική: Παύλος Καρρέρ, Ποίηση: Αριστοτέλης Βαλαωρίτης
Ερμηνεία: Κώστας Πετρόπουλος
Εγέρασα μωρές παιδιά, πενήντα χρόνια κλέφτης,
τον ύπνο δεν εχόρτασα και τώρα αποσταμένος
θέλω να πάω να κοιμηθώ, εστέρεψε η καρδιά μου.
Βρύση το αίμα το ‘χυσα σταλαματιά δε μένει.
Ποιος ξέρει από το μνήμα μου τι δέντρο θα φυτρώσει.
Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω,
θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε,
να πλένουν τις λαβωματιές το Δήμο να σχωρνάνε.
Ο γερο-Δήμος πέθανε, ο γερο-Δήμος πάει.
*
Λευτεριά
Μουσική: Νάσος Παναγιώτου, Στίχοι: Νίκος Καζαντζάκης, Ερμηνεία: Αντώνης Καλογιάννης
Πηδά η φωτιά κι οι σούβλες έτοιμες
κι αυτός ολόρθος στέκει
πεθαίνει αρνούμενος το θάνατο
και λευτεριά φωνάζει
Ελευτεριά για σένα χάνομαι
μα θα ‘ρθουν πίσω μου άλλοι
στρατοί οι γιοι μου και τ’ αγγόνια μου
και θα σ’ ελευθερώσουν
Μην κλαις κυρά κι εγώ θα αναστηθώ
και θα σ’ αρπάξω πάλε
θα σπω τις αλυσίδες της σκλαβιάς
θα καταλυώ τα κάστρα
Στη γη είμαστε κι αλίμονο στης γης
αν ξοφληθεί η γενιά μας
στρατοί οι γιοι μου και τα εγγόνια μου
και θα σ’ ελευθερώσουν.
Δραστηριότητες που μπορώ να κάνω για την 25η Μαρτίου:
-
Ζωγραφίζω έναν ήρωα της επανάστασης του 1821
-
Γράφω ένα κείμενο με γεγονότα της καθημερινής ζωής των ανθρώπων ή των ηρώων της εποχής, όπως τα φαντάζομαι και τα διαβάζω σε μια φίλη ή σε έναν φίλο μου και τα συζητούμε
-
Γράφω 15 επίθετα που μου έρχονται στο νου όταν ακούω για την επανάσταση του 1821
-
Γράφω ένα ποίημα για την επανάσταση του 1821 από ένα θέμα που με ενδιαφέρει ή μου έκανε εντύπωση , με ομοιοκαταληξία
-
Γράφω ένα ποίημα για την επανάσταση του 1821 από ένα θέμα που με ενδιαφέρει ή μου έκανε εντύπωση , με ελεύθερο στίχο
-
Φτιάχνω σταυρόλεξο ή κρυπτόλεξο με ονόματα ηρώων της επανάστασης του 1821
-
Φτιάχνω σταυρόλεξο ή κρυπτόλεξο με λέξεις που συνδέονται με την επανάσταση του 1821
-
Απαγγέλω δυνατά ένα ποίημα από τα παραπάνω
-
Τραγουδώ ένα τραγούδι που σχετίζεται με την επανάσταση του 1821
-
Κάνω μια κατασκευή που εμπνέομαι από την επανάσταση του 1821
Ήθη, έθιμα, παραδόσεις:
Προς τιμή της διπλής εορτής της 25ης Μαρτίου, εκτός από τις παρελάσεις και τις εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται ανά τη χώρα, κυρίως στα ελληνικά νησιά, όπου υπάρχει εκκλησία αφιερωμένη στην Ευαγγελίστρια, υπάρχουν ξεχωριστά έθιμα, που ίσως δεν είναι τόσο γνωστά.
Η λαμπαδηφορία στη Σκιάθο
Τα τελευταία χρόνια αναβιώνουν τα έθιμα «εωθινό» και «λαμπαδηφορία» από τον δήμο της Σκιάθου. Το “εωθινό” σημαίνει το εορταστικό ξύπνημα του νησιού και γινόταν ανήμερα της 25ης Μαρτίου στις 5.00 το πρωί με τη συμμετοχή των μαθητών της ΣΤ΄ τάξης του τότε δημοτικού σχολείου. Ψέλνονταν τα ίδια εμβατήρια με αυτά του εθίμου της λαμπαδηφορίας («Ολη δόξα όλη χάρη» και «Της δόξας λάμπει γαλανό το φως στη χώρα»), καθώς και ύμνοι της Εκκλησίας προς τιμήν της απελευθέρωσης του γένους.
Στις 8.00 το βράδυ γινόταν η “λαμπαδηφορία”. Μαθητές και ενήλικες ξεχύνονταν στους δρόμους του νησιού με λαμπάδες και κεριά, ψάλλοντας τα δύο εμβατήρια («Ολη δόξα όλη χάρη» και «Της δόξας λάμπει γαλανό το φως στη χώρα»). Πρόκειται για ένα έθιμο που πηγάζει από τα χρόνια της Τουρκοκρατίας και συνδυάζει την ανάσταση του Χριστού με την ανάσταση του γένους, παραλληλίζοντας το άγιο φως με το φως της ελευθερίας.
Η Βαγγελίστρα
Ιδιαίτερη αναφορά, επίσης, γι’ αυτή την ημέρα συναντάμε σε πολλά ιστορικά κείμενα για το πανηγύρι στο χωριό Φαρακλάτα της Κεφαλονιάς προς τιμή της Βαγγελίστρας. Την προηγούμενη μέρα οι άνθρωποι πήγαιναν στην εκκλησία και σ’ ένα πανέρι τοποθετούσαν τέσσερα μικρά ψωμιά, έναν μεγάλο άρτο, ένα μπουκάλι λάδι και ένα μπουκάλι κρασί, για να εκκλησιαστούν. Μετά το τέλος της θείας λειτουργίας έπαιρναν πίσω τον μεγάλο άρτο, τον οποίο έκοβαν σε κομμάτια και τον μοίραζαν στους πιστούς, αφήνοντας το ψωμί, το λάδι και το κρασί στον ναό.
Όταν ολοκληρωνόταν ο εσπερινός, πραγματοποιούταν ολονυχτία, όπου οι κάτοικοι του χωριού «βαρούσαν τουφεκιές» ή έφερναν μπαρούτι από τον Μοριά και έριχναν πυροτεχνήματα. Στο κελί της εκκλησίας και όπου αλλού υπήρχε κόσμος μοιραζόταν φαγητό. Κάποιοι μάλιστα μαγείρευαν αλιάδα, το τυπικό φαγητό της ημέρας, μπακαλεόπιτα και κοφισόπιτα, ειδικά φτιαγμένες για το πανηγύρι που στηνόταν αμέσως μετά.
Το ξημέρωμα έβγαζαν λιτανεία την εικόνα της Βαγγελίστρας σε όλο το χωριό με τη συνοδεία της Φιλαρμονικής του Αργοστολίου, ενώ τα τελευταία χρόνια η λιτανεία πραγματοποιείται το απόγευμα της 25ης Μαρτίου.
Αξίζει, επίσης, να αναφέρουμε ότι τη συγκεκριμένη μέρα απαγορεύεται οι Κεφαλονίτες να βάλουν στο σπίτι τους λουλούδια ή χόρτα, διότι τον επόμενο χρόνο θα βρουν μέσα του φίδι, σύμφωνα πάντα με τη λαϊκή παράδοση.
Καλάβρυτα
Στα Καλάβρυτα , γίνεται αναπαράσταση της ορκωμοσίας των αγωνιστών και η κήρυξη της Επανάστασης. Ακολουθεί παρουσίαση εθνικών παραδοσιακών χορών. Στις 24 του μήνα ο ηγούμενος της μονής συνηθίζεται να παραδίδει το λάβαρο της επανάστασης και ένα στεφάνι δάφνης στον πρώτο δαφνοδρόμο, για να μεταφερθούν στην Πάτρα προς στέψη του ανδριάντα Παλαιών Πατρών Γερμανός και στις 25 να επιστραφούν.
Γιατί τρώμε μπακαλιάρο ανήμερα του Ευαγγελισμού:
Την 25η Μαρτίου, ανήμερα της διπλής εορτής, του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου και της επετείου της Εθνικής Εορτής, καταλύεται η νηστεία της Σαρακοστής. Το έθιμο μάλιστα θέλει στο οικογενειακό τραπέζι την 25η Μαρτίου να προσφέρεται μπακαλιάρος συνοδεία σκορδαλιάς.
Να πούμε εδώ ότι, η Μεγάλη Τεσσαρακοστή είναι η παλαιότερη και πιο αυστηρή περίοδος νηστείας για την ορθόδοξη εκκλησία. Στην έναρξη της καθιέρωσης της, τον 4ο αιώνα μ.Χ., προβλεπόταν μάλιστα ξηροφαγία, με τους πιστούς να τρώνε μόνο μια φορά την ημέρα κι αυτή μετά τις 3 το μεσημέρι.
Μέσα στην περίοδο της Τεσσαρακοστής η νηστεία καταλύεται, διαφοροποιείται δηλαδή, τρεις φορές, δίνοντας μια ευκαιρία στους πιστούς για ενδυνάμωση μιας και η νηστεία αυτή είναι η πιο αυστηρή.
Η πρώτη από αυτές τις εξαιρέσεις είναι ανήμερα της εορτής του Ευαγγελισμού της Θεοτόκου, μια χαρμόσυνη εορτή μέσα στην περίοδο του πένθους της Σαρακοστής. Ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου είναι εορτή αφιερωμένη στην Παναγία και ως εκ τούτου ιδιαίτερα σημαντική και καταλύονται το ψάρι, το έλαιο και ο οίνος.
Η εξήγηση για τη γευστική αυτή συνήθεια του μπακαλιάρου-σκορδαλιά ανήμερα του εορτασμού της 25ης Μαρτίου, έχει να κάνει κυρίως με την αδυναμία των κατοίκων της ενδοχώρας να προμηθεύονται άμεσα και οικονομικά φρέσκο ψάρι. Παρά το ότι ο μπακαλιάρος δεν είναι ένα «ελληνικό» ψάρι, καθώς απαντάται κυρίως στις ακτές του βορειοανατολικού Ατλαντικού, το γεγονός ότι γίνεται παστός τον καθιστά ένα τρόφιμο φθηνό κι εύκολο στη συντήρηση.
Ο μπακαλιάρος έφτασε στο ελληνικό τραπέζι περί τον 15ο αιώνα και καθιερώθηκε άμεσα ως το εθνικό φαγητό της 25ης Μαρτίου, καθώς με εξαίρεση τα νησιά μας, το φρέσκο ψάρι αποτελούσε πολυτέλεια για τους φτωχούς κατοίκους της ηπειρωτικής Ελλάδας. Έτσι, ο παστός μπακαλιάρος, που δεν χρειαζόταν ιδιαίτερη συντήρηση, αποτέλεσε την εύκολη και φθηνή συνάμα λύση, έθιμο που κρατά μέχρι τις μέρες μας.
Χρόνια Πολλά!!!