Ν.ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

Δημοσιευμένο στις 20 Νοεμβρίου 2014 Κατηγορία: από ΜΑΡΙΑ ΡΟΥΣΟΥΛΗ

 

 

ΟΔΗΓΟΣ  Ν. ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ

Η Ιστορία του Νομού Καστοριάς

 

Στοιχεία για κατοίκηση στην περιοχή ανιχνεύονται ήδη από τη νεολιθική εποχή.

Η πόλη αποτέλεσε ένα σημαντικό κόμβο στη Δυτική Μακεδονία μέσα στο πέρασμα των αιώνων.
Η στρατηγική της θέση έπαιξε καθοριστικό ρόλο στην πολιτιστική και την οικονομική της ανάπτυξη και αποτέλεσε ένα από τα σημαντικότερα οικονομικά και πολιτιστικά κέντρα της Μακεδονίας σε διαφορετικές χρονικές περιόδους.

 

Προϊστορία

Το  Απολιθωμένο Δάσος

Κοντά στο χωριό Νόστιμο (στη νοτιοδυτική πλευρά του νομού) υπάρχει το Απολιθωμένο Δάσος, τη μελέτη και ανάδειξη του οποίου έχει αναλάβει ο καθηγητής Παλαιοντολογίας και Παλαιοβοτανικής Ευάγγελος Βελιτζέλος.

Πριν από 15-20 εκατομμύρια χρόνια, οι προσχώσεις των ποταμών σχημάτισαν ένα τεράστιο δέλτα, στο οποίο δημιουργήθηκε ένα άγριο υποτροπικό δάσος με οξιές, καστανιές, βελανιδιές και φοίνικες.
Η λάβα και η ηφαιστειακή στάχτη που σκέπασαν, σε κάποια φάση, το δάσος συνετέλεσαν στην απολίθωση.

Τα ευρήματα είναι εντυπωσιακά.

Κορμοί μήκους 5-10 μέτρων και διαμέτρου 50-80 εκατοστών, στους οποίους διακρίνεται ο φλοιός και οι δακτύλιοι και ανάμεσά τους οι μοναδικοί απολιθωμένοι φοίνικες που έχουν βρεθεί στην ηπειρωτική Ελλάδα.

Η ανασκαφή έφερε επίσης στο φως θαλάσσια απολιθώματα όπως κοχύλια, σαλιγκάρια, αστερίες, μύδια, καθώς και το δόντι ενός τεράστιου καρχαρία. Στο μικρό Μουσείο Απολιθωμένου Δάσους που βρίσκεται στο Νόστιμο, θα θαυμάσετε τα μοναδικά αυτά ευρήματα.(τηλ.24670 84588,84566).

Παραλίμνιος οικισμός

Ο προϊστορικός οικισμός του Δισπηλιού είναι ένας από τους αρχαιότερους λιμναίους οικισμούς που ανακαλύφθηκαν στην Ευρώπη και μας δίνει μια πλήρη εικόνα ενός πρώιμου πολιτισμού με θαυμαστά επιτεύγματα.

Η πρώιμη φάση του χρονολογείται γύρω στο 5500π.Χ. Η ανακάλυψη του χώρου έγινε τυχαία, το 1932, από τον καθηγητή πανεπιστημίου Α. Κεραμόπουλο, ενώ οι συστηματικές ανασκαφές ξεκίνησαν το 1992 από τον καθηγητή Προϊστορικής Αρχαιολογίας Γ.Χουρμουζιάδη.
Οι κάτοικοι έμεναν σε καλύβες που έχτιζαν μέσα στη λίμνη , πάνω σε πασσαλόπηκτες πλατφόρμες. Οργάνωναν και χρησιμοποιούσαν το χώρο με τρόπο αξιοθαύμαστο. Τα 3.000 άτομα που ζούσαν εδώ ψάρευαν, κυνηγούσαν, καλλιεργούσαν τη γη, έτρεφαν κατοικίδια ζώα, κατασκεύαζαν εργαλεία και σκεύη, γνώριζαν τη γραφή και τη μουσική.

Αρχαιολογικά ευρήματα

Τα ευρήματα των ανασκαφικών ερευνών του λιμναίου οικισμού του Δισπηλιού,ο οποίος φαίνεται ότι έδρασε ως κεντρικός οικισμός στα πλαίσια των διαβαλκανικών μετακινήσεων, χωρίζονται σε τρεις κατηγορίες : α) Ευρήματα κινητά (εργαλεία και σκεύη), β) Ευρήματα αρχιτεκτονικά (πασσαλότρυπες και άλλα δομικά υλικά) και γ) Ευρήματα περιβαλλοντολογικά (καρποί, κόκαλα και άλλα παρόμοια μικροευρήματα).

   Ανάμεσα στα σημαντικά ευρήματα του Δισπηλιού περιλαμβάνονται μια ξύλινη ενεπίγραφη πινακίδα, μια βάρκα από μονοκόμματο ξύλο και φλογέρες από κόκαλο πουλιού από τις αρχαιότερες στην Ευρώπη. Δίπλα στο χώρο της ανασκαφής έχει διαμορφωθεί το Οικομουσείο, μια πιστή αναπαράσταση μέρους του λιμναίου οικισμού, σύμφωνα με τη σύγχρονη μουσειολογική αντίληψη. Η ανασύνθεση του προϊστορικού οικισμού, μυεί με τον πιο αποτελεσματικό τρόπο, τον επισκέπτη στη ζωή των ανθρώπων της νεολιθικής εποχής.

Νεολιθικός οικισμός Αυγής

Ένα άλλο χωριό γεωργοκτηνοτρόφων της 6ης και 5ης χιλιετίας ερευνάται στην αγροτική και λοφώδη περιοχή της Αυγής, 7 χλμ νότια από το Άργος Ορεστικό. Η αρχαιολογική έρευνα της θέσης άρχισε το 2002 και πραγματοποιείται από τη ΙΖ΄ Εφορεία Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων – ΥΠΠΟ με υπεύθυνη και επικεφαλής πολυμελούς επιστημονικής ομάδας την αρχαιολόγο Δρα Γεωργία Στρατούλη.
Ο νεολιθικός οικισμός της Αυγής ιδρύθηκε πριν από 7500 χρόνια (~5650 π.Χ.). Στη διάρκεια των περίπου 1000 χρόνων ζωής του αναπτύχθηκε σε επιφάνεια 50-60 στρεμμάτων και περιβαλλόταν από τάφρους.
Στο τοπίο της θέσης (υψόμετρο 740 μ.), που ήταν πλούσιο σε υδρορέμματα, κυριαρχούσαν δάση από βελανιδιές και μαύρη πεύκη και ακόμη υγρόφιλη βλάστηση (π.χ. ιτιές, φτελιές). Το περιβάλλον ευνοούσε την καλλιέργεια δημητριακών και οσπρίων, όπως σιτάρι, λαθούρι, φακή, καθώς και τη βοσκή οικοδίαιτων. Ακόμη, τη συλλογή καρπών και φρούτων (π.χ. σύκα, βατόμουρα, κράνα), το κυνήγι και το ψάρεμα, αλλά και την προμήθεια πρώτων υλών για δόμηση (οικήματα, φούρνοι) και κατασκευή εργαλείων και σκευών (π.χ. μυλόλιθοι, πελέκεις, αγγεία).

Οι ανασκαφές στην Αυγή, που μέχρι τον Οκτώβριο του 2008 πραγματοποιούνταν σε έκταση 2000 τ.μ. , φέρνουν στο φως ενδιαφέροντα στοιχεία για την οικιστική οργάνωση και τις τεχνικές δόμησης, την αγροτική παραγωγή, την επεξεργασία και αποθήκευση των γεωργικών προϊόντων, την προετοιμασία και παρασκευή των τροφών, τον εργαλειακό εξοπλισμό, την κόσμηση καθώς και στοιχεία της ταφικής πρακτικής και ιδεολογίας της νεολιθικής κοινωνίας.

Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε στην ιστοσελίδα του ερευνητικού προγράμματος Νεολιθικού Οικισμού Αυγής:    http://www.neolithicavgi.gr

Ρωμαϊκή Εποχή

Ο Ρωμαίος ιστορικός Τίτος Λίβιος αναφέρει ότι στη θέση που είναι σήμερα η Καστοριά, υπήρχε τον 5ο αιώνα π.Χ. πόλη με το όνομα Κήλητρον, ενώ τον 6ο π.Χ. αιώνα ο Προκόπιος ο Καισαρεύς αναφέρει ότι υπάρχει λίμνη Καστοριά στη Μακεδονία.
Η ευρύτερη περιοχή ταυτίζεται με την αρχαία Ορεστίδα, όπου κατοικούσαν Ορέστες «Μακεδνοί», όπως αποκαλούνται από τον Ηρόδοτο. Η Ορεστίδα, παρά τα ελάχιστα ευρήματα που σώζονται, φαίνεται να είναι ένα σημαντικό αστικό κέντρο που συμμετείχε ενεργά στις εξελίξεις και τις αισθητικές αναζητήσεις της εποχής. Ένα σημαντικό επιτύμβιο ανάγλυφο που βρέθηκε στο χωριό Πεντάβρυσο, καθώς και άλλες πρόσφατες ανακαλύψεις της κλασικής αρχαιότητας (επιτάφιες επιγραφές, περικεφαλαία, εργαστήριο κεραμικής επιβεβαιώνουν ότι έχουμε ακόμη πολλά να μάθουμε για την περίοδο αυτή.

Το ανάγλυφο από το χωριό Πεντάβρυσο απεικονίζει το γαλήνιο πρόσωπο μιας γυναίκας και είναι από τα καλύτερα κλασικά έργα που έχουν ανακαλυφθεί στη Μακεδονία.
Στους Ρωμαϊκούς χρόνους, κέντρο της περιοχής ήταν η πόλη Διοκλητιανούπολη, που ήταν κτισμένη στην περιοχή όπου βρίσκεται σήμερα το Άργος Ορεστικό. Το όνομα της πόλης, η οποία ιδρύθηκε από τον αυτοκράτορα Διοκλητιανό (284-305μ.Χ.), λεηλατήθηκε από τους Γότθους ή τους Οστρογότθους στο τέλος του 4ου αιώνα μ.Χ.
Το μήκος των τειχών ξεπερνούσε τα 2.700 μέτρα, ενώ η πόλη καταλάμβανε χώρο 400.000 τ.μ. Εντός των τειχών έχουν ανασκαφεί μια παλαιοχριστιανική βασιλική και δύο σπίτια, ενώ εκτός των τειχών έχουν βρεθεί δύο παλαιοχριστιανικές βασιλικές και κάποιες σποραδικές ταφές. Η περιοχή περνάει στα χέρια των Ρωμαίων το 197 π.Χ., κάτω από το καθεστώς μιας ιδιότυπης τοπικής αυτονομίας.

Βυζαντινή Εποχή

Κατά την περίοδο που το Ρωμαϊκό κράτος χωρίστηκε (396 μ.Χ.), η περιοχή αποτέλεσε τμήμα του Ανατολικού Ρωμαϊκού κράτους και αργότερα της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας. Εξαιτίας της στρατηγικής της θέσης η πόλη πέρασε πολλές περιπέτειες και αποτέλεσε, την εποχή αυτή, μήλο της έριδος για πολλούς.
Το 550 μ.Χ. ο Ιουστινιανός τη μετονόμασε σε Ιουστινιανούπολη, και τη μετέτρεψε σε ισχυρό φρούριο, περιτειχίζοντάς την με διπλό κάστρο, υπολείμματα του οποίου σώζονται μέχρι σήμερα. Από το 927 μέχρι το 969 μ.Χ. ήταν υπό την κατοχή των Βουλγάρων, που εκδιώχθηκαν από τους Πετσενέγγους με προτροπή των βυζαντινών. Το 990 μ.Χ. ο τσάρος των βουλγάρων, Σαμουήλ, κατά την επιδρομή του στον ελλαδικό χώρο κατέλαβε και την Καστοριά.
Όταν απελευθερώθηκε το 1018 από τον Βασίλειο Β΄ τον Βουλγαροκτόνο, η πόλη έγινε ορμητήριο για τις επόμενες στρατιωτικές επιχειρήσεις του αυτοκράτορα. Από το 1082 μέχρι την άλωση της Κωνσταντινούπολης καταλήφθηκε από τους Φράγκους, το 1204, καταλαμβάνεται από Νορμανδούς, Αλβανούς, Σταυροφόρους, Σέρβους και τέλος Τούρκους. Η κατάληψη της Καστοριάς από τους Τούρκους έγινε το 1385 και διήρκεσε, πέντε αιώνες, έως το 1912.

Τουρκοκρατία

Κατά τη διάρκεια της τουρκοκρατίας, η περιοχή κατάφερε να διατηρήσει την εθνική συνείδηση και τη θρησκευτική πίστη και εξελίχθηκε σε ένα από τα πιο σημαντικά εμπορικά και πνευματικά κέντρα των Βαλκανίων.
Αποτέλεσε επίσης, πόλο ενίσχυσης των προεπαναστατικών κινημάτων που προετοίμασαν το έδαφος για την επανάσταση του 1821 και τα απελευθερωτικά κινήματα του 19ου αιώνα. Η θέση των κατακτημένων Καστοριανών βελτιώθηκε αισθητά, μετά το 1528, όταν η περιοχή έγινε «χάσι», δηλαδή ιδιοκτησία του Σουλτάνου.
Στην πόλη δραστηριοποιούνταν πολλοί βιοτέχνες σαμαράδες, χρυσοχόοι, ράφτες και ξακουστοί γουναράδες. Από τον 17ο αιώνα οι γουναράδες εμπορεύονται έξω από τα σύνορα της οθωμανικής αυτοκρατορίας αποκτώντας πλούτο και κύρος.
Η άνθηση των τεχνών και των γραμμάτων την περίοδο αυτή είναι αξιοσημείωτη. Τα εξαιρετικά δείγματα αρχιτεκτονικής και ζωγραφικής που σώζονται συνδέονται με αυτή την εποχή.

Μακεδονικός Αγώνας

Η Καστοριά ήταν η περιοχή από όπου πυροδοτήθηκε ο απελευθερωτικός Μακεδονικός Αγώνας (1904-1908). Η αντιστασιακή δράση εναντίον των Βουλγάρων οργανώθηκε εδώ, με πρωτεργάτη τον Παύλο Μελά που με το θάνατό του το 1904, πυροδότησε τις εξελίξεις, ευαισθητοποιώντας όλους τους Έλληνες.
Στο χωριό Μελάς βρίσκεται το σπίτι που σκοτώθηκε ο Μακεδονομάχος και λειτουργεί ως μουσείο με ενθύμια του Μακεδονικού Αγώνα. Στον ιερό ναό Ταξιαρχών, στην Καστοριά, βρίσκεται ο τάφος του Παύλου Μελά και της γυναίκας του Ναταλίας.
Μια ακόμη λαμπρή προσωπικότητα της περιόδου είναι ο μητροπολίτης Γερμανός Καραβαγγέλης, ο οποίος έκανε το παν για να ενισχύσει το θρησκευτικό φρόνημα και οδήγησε τους Μακεδονομάχους σε νικηφόρες μάχες εναντίον των κομιτατζήδων.
Η ημέρα της απελευθέρωσης από τους Τούρκους, Σέρβους και Βούλγαρους ήρθε την 11η Νοεμβρίου 1912, όταν ο επίλαρχος Ιωάννης Άρτης μπήκε νικητής στην πόλη.

Νεότεροι Χρόνοι

Οι κάτοικοι της περιοχής έδωσαν το παρόν τόσο στους Βαλκανικούς (1912-1913), όσο και στον Α΄(1914-1918) και Β΄ (1940-1945) Παγκόσμιο Πόλεμο.
Στη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου (1946-1949) βρέθηκε και πάλι στο κέντρο των εξελίξεων, αφού στα βουνά που την περιβάλλουν έλαβαν χώρα μερικές από τις πιο αποτρόπαιες σελίδες της ελληνικής ιστορίας.

Κατά τον Εμφύλιο Πόλεμο (1946-1949), μεγάλο μέρος των μαχών έλαβε χώρα στη Δυτική Μακεδονία και την Καστοριά. Εκεί, το πεδίο –μεγάλοι ορεινοί όγκοι– αλλά και η γειτνίαση με τα κομμουνιστικά κράτη της Γιουγκοσλαβίας και της Αλβανίας δημιουργούσαν συνθήκες ευνοϊκές για τον Δημοκρατικό Στρατό Ελλάδας (ΔΣΕ). Για τον κυβερνητικό Εθνικό Στρατό (ΕΣ) ήταν πολύ δύσκολο να εγκλωβίσει και να καταστρέψει τις δυνάμεις του ΔΣΕ, οι οποίες μπορούσαν να αμυνθούν σε ευνοϊκό έδαφος και στην ανάγκη να αποχωρήσουν πέρα από τα σύνορα και να επανέλθουν σύντομα. Το αποτέλεσμα ήταν ένας εξαιρετικά σκληρός και παρατεταμένος αγώνας, που επέφερε τεράστιες υλικές καταστροφές και ανθρώπινες απώλειες. Παράλληλα, οδήγησε σε μετακίνηση μέρους των τοπικών πληθυσμών, τόσο εξαιτίας των ίδιων των συγκρούσεων, όσο και λόγω της απόφασης του επίσημου κράτους να τους απομακρύνει, προκειμένου να περιορίσει τις δυνατότητες του Δημοκρατικού Στρατού Ελλάδας για ανεφοδιασμό και στρατολόγηση. Η πληθυσμική αιμορραγία της περιοχής τερματίστηκε με το τέλος του πολέμου. Το πρόγραμμα που εφαρμόστηκε από το τέλος του 1948 για την επιστροφή των προσφύγων στις εστίες τους βελτίωσε σε κάποιο βαθμό την κατάσταση. Ωστόσο, η ανάκαμψη δεν ήταν πλήρης: η περιοχή δεν ανέκαμψε ποτέ πλήρως από τις δημογραφικές επιπτώσεις της τρομερής αυτής αναταραχής.

 

 

 

 

 

 

 




Αφήστε μια απάντηση