Όμιλος Λογοτεχνίας

Κάτω από: ‘ΑΝΤΑΠΟΚΡΙΣΕΙΣ’

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Παναγιώτη Χοροζίδη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Σοφία Ιωάννου

«Η αδράνεια του μυαλού είναι χειρότερη απ αυτή του σώματος: το αγύμναστο μυαλό είναι αρρώστια, μαυρίλα στην ψυχή, σκουριά στο πνεύμα, ανάθεμα και κόλαση· ο Γαληνός θεωρεί πως είναι η μεγαλύτερη πληγή για την ψυχή. Όπως ο βούρκος θρέφει ένα σωρό σκουλήκια και ελεεινά ζωύφια (αν τα νερά δεν τρέξουν βρωμάνε· σαπίζει ώς και το νερό, όπως και ο αέρας αν δε φυσά συνέχεια), έτσι κι ο ακαμάτης γεμίζει με κακές και αχρείες σκέψεις, κολλάει κι η ψυχή. Στην πολιτεία που δεν έχει κάποιον κοινό εχθρό, πιο πιθανό είναι να πέσουν ο ένας πάνω στον άλλον λυσσασμένα, και να ξεσπάσει εμφύλιος. Μα και το σώμα μας όταν νωθρεύει και δε ξέρει πώς να δοθεί, αδυνατίζει και ρημάζεται από έγνοιες, λύπες, φόβους απατηλούς, διαψεύσεις και υποψίες· κόβει και τρώει τα ίδια του τα σωθικά, μην ησυχάζοντας ποτέ. Το λέω απερίφραστα: αυτός που μένει άπραγος γυναίκα ή άντρας ή στα ψηλά ή στα χαμηλά , κι ας έχει όσα πλούτη θέλει, τους πιο ισχυρούς ανθρώπινους δεσμούς και τύχη και ευτυχία, όλου του κόσμου τα καλά που μια καρδιά μπορεί να ευχηθεί και να ποθήσει, την κάθε ευχαρίστηση, όσο απρακτεί, δε θα χει καμιά ικανοποίηση ποτέ, θα υποφέρει στο κορμί και στο μυαλό, θα νιώθει όλο κούραση, αηδία, ενόχληση και σιχασιά, θα κλαίει, θα ξεφυσάει θα βαραίνεται, θα τον πειράζει ο κόσμος όλος, το κάθε πράγμα, και δε θα θέλει άλλο τη ζωή ή θα ζητά να τον γελάσει κάποιο όνειρο.»

Το απόσπασμα που διαβάσατε παραπάνω, προέρχεται από το μνημειώδες έργο του Robert Burton «Ανατομίας της Μελαγχολίας». Το γνωρίσαμε μέσα από τη σύσταση του μεταφραστή του, φιλολόγου, καθηγητή στη Μέση Εκπαίδευση, Παναγιώτη Χοροζίδη, όταν τον συναντήσαμε στο σχολείο μας, στην τελευταία συνάντηση του θεματικού κύκλου για το «Συμβόλαιο Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία».

2013.03.02-HorozidisΟ Παναγιώτης Χοροζίδης διευκρίνισε εξ αρχής ότι, «παρά την άνεση του επαγγέλματος» με το κοινό,  αυτή ήταν η πρώτη δημόσια εμφάνιση όπου κλήθηκε και ανταποκρίθηκε. Προτίμησε να αρχίσει «από την προσωπική εμπειρία», αλλά προέβη σε αρκετές κρίσεις γενικότερου κύρους. Αν και με ομολογημένο δισταγμό: μνημόνευσε μια ταινία για τον Χεμινγουέι και τη ζωή του με τη Μάρθα Γκέλχορν, όπου ο συγγραφέας συνάγει από την εμπειρία του στον Ισπανικό Εμφύλιο Πόλεμο πως «Οι συγγραφείς δεν πρέπει να μιλούν», και προσέθεσε: «Πόσω μάλλον οι μεταφραστές…» Εξέφρασε, ακόμη, την αμηχανία τους για τον όρο «συμβόλαιο» στον τίτλο του θεματικού κύκλου μας. Αλλ’ αποφάσισε να το δει, στην περίπτωσή του, από τη σκοπιά της «συμβολής» αξιόλογων μεταφράσεων.

Έφερε δυο παραδείγματα σχετικά. Το πρώτο από αγαπημένο του κείμενο: τον «Αγαμέμνονα» του Αισχύλου. Εκεί, η Κλυταιμνήστρα δέχεται μαζί με τον σύζυγό της την Κασσάνδρα – «χελιδόνος δίκην / ἀγνῶτα φωνὴν βάρβαρον κεκτημένη». Για τους Έλληνες, που άκουγαν τον ήχο ακατάληπτα, εισάγεται ο διερμηνέας. Για να κάνει καταληπτό το ακατάληπτο. Δεύτερο παράδειγμα: οι ερμηνείες των χρησμών. Ο ρόλος των ερμηνευτών τους ήταν πολιτισμικός. Έθεταν ως προϋποθέσεις για την οικείωση του ξένου την άρση των προκαταλήψεων και τη γεφύρωση των αντιθέσεων. Άρα είχαν υψηλό προορισμό – όχι επάγγελμα.

Τα δυο αυτά παραδείγματα, σύμφωνα με τον κ. Χόροζίδη, οριοθετούν αρχετυπικά το έργο της μετάφρασης. Ο ίδιος τάσσεται με την πλευρά του Τ.Σ. Έλιοτ, θεωρώντας ότι οι μεταφραστές είναι «εμπειροτέχνες (practitioners)». Βεβαίως, η μετάφραση είναι, συμπλήρωσε, «απείρως ασκητική, μοναχική δουλειά, μέσα σ’ ένα εργαστήρι με τα διαθέσιμα στον καθέναν εργαλεία».

Ξεκαθάρισε ότι δεν σπούδασε τη μετάφραση (εννοώντας σε κάποιο από τα σήμερα διαθέσιμα ακαδημαϊκά τμήματα), αλλά και πως πιστεύει ότι «χίλιες θεωρίες δεν μπορούν να γεννήσουν μια καλή μετάφραση».

Χαρακτήρισε τον μεταφραστή «συγγραφέα εκ του παραλλήλου», αλλά θέτοντας ως όρο απαράβατο «να μην ανταγωνίζεται τον συγγραφέα» – με τα λόγια του Σάμιουελ Τζόνσον: «να μην εξέχει του συγγραφέα». Αλλά παραδέχτηκε ότι και κάτι τέτοιο μπορεί να γίνει αποδεκτό, σε μεγάλα λογοτεχνικά αναστήματα. Τον ενδιαφέρουν και αυτές οι περιπτώσεις, είπε, αλλά δεν τις θεωρεί κανόνα. Στη συνείδησή του παραμένει τέχνη, «μαστορική», η μετάφραση – γι’ αυτό και ισχύουν οι αλληγορίες της «μαγειρείο», «κουζίνα» κλπ.

Στην ερώτηση πώς γεννιέται ο μεταφραστής, περιορίστηκε να παρουσιάσει τη δική του περίπτωση. Είκοσι επτά ετών, κατά τη διάρκεια ενός μεταπτυχιακού Erasmus στὸ Freie Universität του Βερολίνου, μελετώντας την αρχαία τραγωδία, ένιωσε πολύ μεγάλη αποθάρρυνση και αποξένωση μέσα στα πελώρια σπουδαστήρια του ταρασσόμενου τότε από πολιτικές κινητοποιήσεις πανεπιστημίου. «Εμένα με ενδιέφερε η σπουδή της ανάγνωσης και της γλώσσας. Πάθος μου ήταν να θησαυρίζω. Και νομίζω ότι ο μεταφραστής γεννιέται από τις αναγνώσεις. Κι έτσι έφτασα στα κείμενα, μέσα σ’ ένα κλίμα παιδικής αφέλειας, παρορμητισμού.» Διέκοψε τις σπουδές, λοιπόν, και στράφηκε στα διαβάσματα που τον έφεραν, μεταξύ άλλων, και στην «Ανατομία της Μελαγχολίας».

Κόπος επτά ετών η μετάφραση του Ρόμπερτ Μπέρτον. Η αρχή έγινε συστηματικότερα από το 2004. «Η υποδοχή και ο πλούτος του έργου με αποζημίωσαν.» Παρά ταύτα, η μοναχική του πορεία συνεχίστηκε: «Μακριά και από τον πνευματικό κόσμο, για να θαυμάζω και να απορρίπτω απροκατάληπτα.»

Επανήλθε στη γένεση του μεταφραστή. Παρατήρησε πως, σε κάθε περίπτωση, είναι θεράπων δύο γλωσσών, αλλά ξεκινά από μία εκ των δύο. Ή βρίσκει ένα αμετάφραστο κείμενο που τον συναρπάζει και αισθάνεται την ανάγκη να το μοιραστεί ή βρίσκει ένα μεταφρασμένο κείμενο που δεν τον ικανοποιεί και επιθυμεί να το δώσει «καλύτερα». Από τη μια μεριά, κίνητρο είναι η ξένη γλώσσα· από την άλλη, η μητρική.

Υπάρχει και μια άλλη διχοτομία: μεταφραστές που τείνουν περισσότερο να υπηρετήσουν «πιστά» το πρωτότυπο κι άλλοι που επιδιώκουν να μην «παραβιάσουν» καθόλου τη γλώσσα όπου μεταφράζουν. Στην πρώτη περίπτωση σέβονται περισσότερο το κείμενο, στη δεύτερη το κοινό. Μπορεί να βρει κανείς ανάμεσά τους μεγάλη ποικιλία συνδυασμών. Ρυθμιστικοί παράγοντες είναι οι αρετές καθενός ως πνευματικού ανθρώπου, οι δυσκολίες των έργων, ο ρόλος που αντιλαμβάνονται ότι επιτελούν και τους αναγνωρίζεται.

Θύμισε ότι ο Έζρα Πάουντ έκρινε ότι οι πολλές μεταφράσεις εμφανίζονται σε εποχές μεγάλης λογοτεχνικής ακμής. Π.χ. στον Διαφωτισμό πανευρωπαϊκά ή στη δική μας Κρητική Λογοτεχνία (με τα πρότυπα και τις αναπλάσεις από δυτικές πηγές).

Έκανε κατόπιν μια σύντομη ιστορική αναδρομή. Οι παλαιότερες μεταφράσεις δεν ήταν «πιστές». Κυριαρχούσε σ’ αυτές ο ανταγωνισμός των προτύπων και ανήκαν στην κατηγορία της emulatio (που απέδωσε πολύ εύστοχα και ως «ζήλωση»). Υπήρξαν κι έτσι, όμως, γέφυρες γλωσσών, λαών, κοινωνικών περιβαλλόντων. Σήμερα κυριαρχούν δυο αντιλήψεις: η μετάφραση «verbum pro verbo» («λέξη προς λέξη») και η μετάφραση «ad sensum» («κατά το αίσθημα») – που μετακινεί την προσοχή από τις λέξεις σε μεγαλύτερες ενότητες λόγου, φράσεις, περιόδους, παραγράφους κλπ. Ο Οράτιος και ο Κικέρωνας είχαν ήδη ταχθεί υπέρ της δεύτερης. Νεότεροι, εντούτοις, θεωρητικοί υποστηρίζουν ότι ορθό είναι η «ξενότητα» των μεταφραζόμενων έργων να μην αποκρύπτεται (θεωρία του «ξενισμού»). Ο ίδιος δεν φάνηκε να ασπάζεται μια τέτοια άποψη.

Σταθήκαμε, όχι πολύ, στη σημασία που έχει για την επικοινωνία με την παγκόσμια λογοτεχνική παραγωγή η μετάφραση. Στο ρόλο των εκδοτικών επιλογών που επωμίζονται οι μεταφραστές, τουλάχιστον στην ελληνική πραγματικότητα. Παρατηρήθηκε ότι, προκειμένου για τη μετάφραση, οι υποχρεώσεις του δημιουργού απέναντι στο κοινό είναι μηδενικές, αλλά ο μεταφραστής αναλαμβάνει ρυθμιστικό ρόλο.

Συζητώντας, περάσαμε στο έργο του Μπέρτον, και ο καλεσμένος μας έδωσε ορισμένες εισαγωγικές πληροφορίες. Ότι έχει θεωρηθεί από μυθιστόρημα έως κέντρωνας (βιβλίο καμωμένο από βιβλία). Έχει πράγματι έναν «ήρωα»: τον Μελαγχολικό. Ειδολογικά θα μπορούσε επίσης να χαρακτηριστεί τραγικωμωδία – γι’ αυτό και τα δυο πρότυπα που προβάλλει, ο «γελασίνους» Δημόκριτος (με τον οποίο ταυτίζεται ο συγγραφέας) και ο «κλαυσίνους» Ηράκλειτος. Κατά τη νεότερη κριτική, πάντως, πρόκειται για «μεγάλου σχήματος σατιρογράφημα». Ένα πρωτεϊκό και δύσκολα κατατάξιμο έργο που λειτουργεί στον αναγνώστη εθιστικά – ως ναρκωτικό. Προϊόν εργασιοθεραπείας (ως ξόρκι) και χρηστικός οδηγός (προς συμπάσχοντες) για τον συγγραφέα του. Όπως μας είπε ο κ. Χοροζίδης: «Διαβάζοντάς το, ξεχνιέται κανείς. Αλλά μπορεί να λειτουργήσει και φαρμακευτικά: μια γουλιά την ημέρα. Έχει πράγματι μια γενική συνταγή στο τέλος για την καταπολέμηση της κατάθλιψης: μη μένεις μόνος και μη μένεις άπραγος.»

Αναφέρθηκε στη συνέχεια και στη διαδικασία της μεταφραστικής δουλειάς του. Στην ανάγκη των πολλών διασταυρώσεων για να εξακριβώσει τις παραπομπές. Στα λάθη που ενετόπισε σε άλλες μεταφράσεις του έργου. Στην αφοσίωσή του στο κείμενο με διαρκείς επαναναγνώσεις. «Τα λεξικά δεν φτάνουν. Η μετάφραση γίνεται με το αφτί. Με την ανάγνωση, που είναι πάθος υποκριτικής. Αίτημα είναι να σφηνωθεί στην ψυχή του αναγνώστη ανεμπόδιστα.» Σχετικά μ’ αυτό ανέφερε το παραδοξολόγημα του Χόρχε Λούις Μπόρχες: «Το πρωτότυπο δεν είναι πιστό στη μετάφραση.»

Σχολίασε την ιδιόρρυθμη θέση του μεταφραστή ως medium – ως διάμεσου. Απαλείφεται η προσωπικότητά του. «Υπηρετεί το ύφος γιατί κομίζει μια γλώσσα.»

Έγινε μια μικρή αναδρομή στις προηγούμενες μεταφραστικές του προσπάθειες. Αν και δεν ήταν πολύ εξομολογητικός (στη συζήτηση φάνηκε να έχει στο ενεργητικό του, όπως ήταν φυσικό, κι άλλα ανέκδοτα γραπτά), είπε ότι η πρώτη του μεταφραστική προσπάθεια ήταν γύρω στα δέκα με έντεκα, με το έργο της Λούσιλ Φλέτσερ (Lucille Fletcher, 1912-2000) «Συγνώμην, Λάθος Αριθμός» («Sorry, Wrong Number», 1944), όπου η ηρωίδα δέχεται τηλεφωνήματα από τον δολοφόνο της.

Ρωτήθηκε αν, ξεκινώντας, ήξερε πως θα βρει εκδότη. Απάντησε ότι αποτελούσε ένα «δόλωμα» ο τίτλος: «ανήκει σε βιβλία από εκείνα που δεν βάζεις στο ράφι». Από την άλλη, εξέφρασε την υποψία ότι μπορεί και να μην το δεχόταν αλογόκριτα και χωρίς πατρονεία ένας μεγάλος εκδότης. Ο ίδιος κινήθηκε μόνος και χωρίς ανασχέσεις. Τα κριτήριά του ήταν ενδολογοτεχνικά.

Έγινε λόγος για τον Λώρενς Στερν. Για την εντύπωση «λογοκλοπής» του απέναντι στον Μπέρτον. «Τα καταφέρνει μια χαρά ο Στερν», προσέθεσε· «προάγει την ουσιώδη αξίωση: το λίκνισμα, την περίσπαση – να είναι ψυχωφελής η ανάγνωση.» «Παρηγοριά», όπως την αντιλαμβάνεται ο Αλέν ντε Μποτόν.

Διαβάστηκε απόσπασμα σχετικά με τη «Φυσική Ομορφιά» από τις κάρτες που είχαν διανεμηθεί. Επισημάνθηκε ότι θυμίζει το «Πορτρέτο του Ντόριαν Γκρέι» του Όσκαρ Γουάιλντ. «Έχει το ιοβόλο στοιχείο που ταράζει: την ηθική διάσταση που μας αποδεικνύει ανομία.» Σχολιάστηκε η αμφίθυμη στάση του Μπέρτον απέναντι σε τέτοια κρίσιμα ζητήματα.

Σχετικά με τον όγκο η επόμενη παρατήρηση: Συνδέεται με το αίσθημα της προφορικότητας. «Δεν έχει τις δεσμεύσεις του καθιερωμένου γραπτού λόγου αυτό το έργο. Ίσως γιατί η αγγλική γλώσσα δεν είχε αρχίσει να παγιώνεται. Το έργο έχει και λατινική εκδοχή. Ο ίδιος ο Μπέρτον προτιμούσε να γράφει λατινικά. Αν και με λατινικά κάλυψε στο αγγλικό πρωτότυπο τα πιο πιπεράτα σημεία.»

Ξαναγυρίσαμε στη μετάφραση γενικά. Άλλη δυσκολία τα πραγματολογικά – μείζον ζήτημα στο συγκεκριμένο έργο με τις άπειρες παραπομπές και τα χιλιάδες παραθέματα. «Το πρώτο που χάνεται στη μετάφραση», είπε ο Π. Χοροζίδης (με τα λόγια της Β. Γουλφ), «είναι το χιούμορ.»

«Και πώς το μεταφέρει ο μεταφραστής;»

«Αν είναι …χιουμορώδης.»

Ακολούθησε μια εξομολόγηση: «Τα παλιά αγγλικά ήταν για μένα κίνητρο μάθησης.» Εξέφρασε την υπόληψή του στις «μεταφραστικές ιδιοτροπίες» των Επτανησίων. Έγιναν διάφορα σχόλια για τους πειρασμούς της επικοινωνίας με τα κλασικά έργα και την ευγνωμοσύνη απέναντί τους.

Επανήλθαμε στα συστατικά στοιχεία του έργου. Ειδικότερα στη μίμηση των ιατρικών εγχειριδίων. Ο Π. Χοροζίδης σχολίασε τη δομή αναφερόμενος στα έξι «μη φυσικά στοιχεία» που εξέταζαν οι παλιοί γιατροί: τον αέρα, τη διατροφή, την επίσχεση, την κένωση, την άσκηση και τα πάθη του ασθενούς. Σχετικά με το τελευταίο και η ζήλεια. Διαβάστηκε το σχετικό απόσπασμα από τις διανεμημένες κάρτες.

Ο τρόπος διαπραγμάτευσης του θέματος στον Μπέρτον αποτέλεσε ένα τελευταίο αντικείμενο διαλόγου. Η εξέταση γίνεται κατά τα controversia των ρητορικών λόγων, είπε με λίγα λόγια ο Π. Χοροζίδης, αναζητώντας τη μεσότητα. «Γι’ αυτό και λίγα μέσα σ’ αυτό το έργο είναι δικά του κομμάτια. Τα πιο πολλά αποτελούν σύνθεση της σοφίας του κόσμου.»

Η συνάντηση μας με τον Π. Χοροζίδη μας αποκάλυψε έναν εξαιρετικά σεμνό άνθρωπο, έναν προσηλωμένο εργάτη της γλώσσας που με τρόπο ασκητικό σμιλεύει τις ψηφίδες της τέχνης του. Η γλυκύτητα του λόγου του και η ευγένεια του χαρακτήρα του εντυπώθηκαν στην μνήμη όλων.

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΑΚΟΜΗ:

Νίκος Αυγερινός, «Η μετάφραση βιβλίου δεν μοριοδοτείται», Αυγή 26.2.2013 url: http://archive.avgi.gr/ArticleActionshow.action?articleID=754853. … και ΕΔΩ σε Pdf

Δείτε ακόμη τη σχετική δημοσίευση στο Ποντίκι της 21.2.2013.

 

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Μαρκόπουλο στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 13 Φεβρουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Μυρτώ Χαρβαλιά

Τη μουλιασμένη αυτή Τετάρτη επισκέφτηκε το σχολείο μας ο Γιώργος Μαρκόπουλος. Παρά την καταρρακτώδη βροχή, κατέφθασε κεφάτος· η πλειοψηφία, ωστόσο, των μελών του προγράμματος δεν είχαν καταφέρει να εμφανιστούν. Η πρόταση της αναβολής δεν ακούστηκε καλά στα αφτιά μας. Ήρθε, δεν άξιζε τουλάχιστον να τον δούμε;

Χωρίς να φέρει αντιρρήσεις ο ποιητής ήρθε στη Βιβλιοθήκη συνοδευόμενος από ορισμένους καθηγητές και χαιρέτισε κάθε παιδί με ένα φιλί στην κορυφή του κεφαλιού. Ολοκληρώνοντας τον ασυνήθιστο χαιρετισμό του, πρόσθεσε:

«Το φιλί στα μαλλιά είναι ευχή.»

Αφού πρώτα έκανε γενικές ερωτήσεις σχετικά με το σχολείο (προέκυψε ασυνήθης γενική ικανοποίηση από τα σχετικά βιώματα), μας ρώτησε ποιοι είναι οι ποιητές που διαβάζουμε ή θαυμάζουμε περισσότερο. Ακούστηκαν διαφορετικές απόψεις, μεταξύ των οποίων και ο Καρυωτάκης. Ανέφερε την πληροφορία που είχε πρόσφατα διαβάσει σε εφημερίδα, ότι σήμερα, και με προβάδισμα πολύ μεγάλο έναντι άλλων, πιο δημοφιλής ποιητής μεταξύ των νέων φέρεται ο Κώστας Καρυωτάκης.

«Πολύ λογικό, για τις μέρες που ζούμε…» , παρατηρήθηκε.

Και:

«Εάν δεν είχαμε αυτόν “αρχηγό” σε μια τέτοια εποχή, ποιόν θα είχαμε;» (γέλια).

Η συζήτηση προχώρησε, συνειρμικά σχεδόν, στη μουσική. Το αγαπημένο του είδος;

«Όλα τα είδη! Αλλά στο καθένα ό,τι καλύτερο.»

Στη συνέχεια, με πολλή ευχαρίστηση πήρε την ανθολογία του «Ποιήματα που αγαπήσαμε» και μας διάβασε στη σειρά κάποια ποιήματα, ποιητών της δικής μας προτιμήσεως:

Το «Ιερεύς του Σεραπίου» του Καβάφη, πρώτα-πρώτα.

«Βρίσκω απότομο το τέλος του», είπε. «Αλλά εγώ το συμπαθώ για τους πρώτους του στίχους με τη βαθιά τους ανθρωπιά.»

Έπειτα, τη «Μπαλάντα στους Άδοξους Ποιητές των Αιώνων» του Καρυωτάκη.

Έπειτα, τους «Τρεις Εραστές» και τη «Λησμονημένη» του Σαχτούρη.

«Κακώς έχει παραμεριστεί, καθώς παρατηρώ, από τις προτιμήσεις των νεότερων η Λησμονημένη”», σχολίασε ολοκληρώνοντας την ανάγνωση. «Δε λέω πως είναι κατώτερα αυτά που ακούγονται περισσότερο σήμερα από τα ποιήματα του Σαχτούρη, αλλά η συλλογή αυτή, με τον ρεαλισμό της, είναι θαυμάσια.»

Κι έκλεισε την εκπληκτική του ανάγνωση με το «Χαμηλοφώνως» του Δημήτρη Παπαδίτσα –τον οποίο εγκωμίασε με μεγάλη θέρμη–, που αποτέλεσε ουσιαστικά μια μικρή αφιέρωση σε όλους όσοι παρευρίσκονταν.

Πρέπει να σημειωθεί ότι ο τρόπος που διαβάζει ποίηση ο κ. Μαρκόπουλος είναι καθηλωτικός. Αυτό ώθησε μάλιστα μιαν από τις ευαίσθητες του προγράμματος να του ζητήσει να διαβάσει τη δική του «Μπάντα», που είχε μοιραστεί σε κάρτες. Όταν, όμως, σχολιάσαμε ενθουσιασμένοι το ταλέντο του αυτό να διαβάζει, εκείνος έσπευσε να αποκρούσει τη φιλοφρόνηση:

«Το λέτε από συμπάθεια. Στη ζωή κέρδισα λόγω συμπαθείας.»

«Να διαβάζετε ποιητές», μας παρότρυνε όταν σοβαρέψαμε (γιατί ακολούθησε νέο κύμα ευθυμίας), «και ιδίως Έλληνες.»

Ανέφερε διάφορα ονόματα, μεταξύ των οποίων και του Σολωμού. Εκεί στάθηκε, κι έσπευσε να εξηγήσει την προτίμησή του για εκείνον:

«Ο Σολωμός είναι μια βρυσούλα που τρέχει αδιάκοπα.»

Ομολόγησε πως αναγνωρίζει και τον Κάλβο, αλλά δεν τον νιώθει το ίδιο οικείο.

«Ακόμα και η ποίηση μετά το 2000, ενώ οι εποχές πάνε κατά διαόλου, είναι καλή.»

«Τι διαφορά βλέπετε ως προς το παρελθόν;» τον ρωτήσαμε.

«Περίμενα ότι η τεχνοκρατικότητα θα δρούσε αρνητικά.»

Παραδέχτηκε ότι η γενιά του βρήκε πολύ γόνιμο κλίμα για γράψιμο.

Ρωτήθηκε:

«Η Γενιά του ’70 αντιμετώπισε πρόβλημα υποδοχής;»

«Όχι. “Είχε αστέρι”, όπως λέμε. Φιλονεϊσμό βρήκαμε, ιδίως από ολόκληρη την Α΄ Μεταπολεμική Γενιά, αλλά και από μερικούς παλιότερους. Ο Ελύτης, ο Εμπειρίκος φέρθηκαν προστατευτικά προς ορισμένους από τους νεότερους. Κι ο Σεφέρης λίγο, όσο πρόλαβε. Μεγάλωσαν όμως· ήταν ήδη μεγάλοι οι εκπρόσωποι της Γενιάς του Τριάντα όταν εμφανιστήκαμε εμείς. Η Β΄ Μεταπολεμική Γενιά, πάλι, κόπηκε στη μέση από τη δικτατορία. Ήταν άλλωστε σχετικά νέοι τότε κι αυτοί.»

«Κι από πλευράς αναγνωστικού κοινού;»

«Και το κοινό μάς αγκάλιασε. Η γραφή μας ήταν πιο εξωστρεφής και είχαμε κοινά ενδιαφέροντα: μας ένωνε η επαναστατικότητα. Διαβάζαμε μπίτνινγκς (Φερλινγκέτι, Γκίνσμπεργκ, Κέρουακ), βλέπαμε στο σινεμά Γκοντάρ, Μπέργκμαν, ιταλικό νεορεαλισμό (είχα δει τα πάντα), ακούγαμε μουσική αμφισβήτησης, διαμαρτυρίας… (Ακούστε, εσείς οι νεότεροι, τον Tim Buckley…) Ο Γαλλικός Μάης, ο Τσε ήταν κοινής αποδοχής σύμβολα.»

«Και σε σχέση με τους μετέπειτα;»

«Ήταν μια ευχάριστη συνέχεια. Το καλό δεν χάνεται ποτέ στον κόσμο. Έτσι, κι ο κόσμος δεν σταμάτησε στη γενιά μας.»

Πάνω σ’ αυτό εκδήλωσε την αντιπάθειά του προς όσους δείχνουν μισονεϊσμό:

«Καμιά φορά στο τρένο μερικοί ηλικιωμένοι διαμαρτύρονται φωναχτά εναντίον των νέων και μου ρίχνουν και καμιά ματιά για να αποσπάσουν τη συγκατάθεσή μου, επειδή με βλέπουν κι εμένα συνομήλικό τους. Ρίχνω τότε εγώ κάτω τη μουράκλα μου και τους χαλάω κάθε διάθεση. Έχω κι αυτό τον ορισμό για τη λέξη “φασίστας”: Φασίστας είναι εκείνος που νομίζει ότι ο κόσμος σταματάει με τη γενιά του.»

Έπειτα ο νους του έτρεξε στο βίωμα της νεότητας, που δύσκολα ξεπερνιέται. Θυμήθηκε τους στίχους ενός τραγουδιού του Σαρλ Αζναβούρ που του είχε γνωρίσει ο επιστήθιος φίλος του Γιάννης Βαρβέρης. Περιέγραφε τις ζοφερές συνθήκες που είχε ζήσει η γενιά του, αλλά κάθε τόσο αντιπαρέθετε τη διαπίστωση: «Υπήρχε η νεότητα!» Βέβαια, το τραγούδι δεν το έλεγε έτσι· όντας γραμμένο στα γαλλικά, ο φίλος του μπόρεσε και έδωσε μια πιο ποιητική ερμηνεία. Όπως έμαθε μετά από λίγο καιρό από έναν νεαρό σερβιτόρο, κανονικά χρησιμοποιούνταν μια πιο κοινή έκφραση: «Ήμασταν εικοσάρηδες.» Ο ευαίσθητος φίλος, όμως, είχε αποδώσει έτσι, επί της ουσίας, τον στίχο.

«Έτσι είναι ο καλός στίχος», αναλογίστηκε· «πέφτει σαν το διφραγκάκι στο τζουκ-μποξ.»

Έπειτα, ζητήθηκε να διαβάσει την επιλογή από το «Μετά των αγίων» («Κρυφός Κυνηγός», 2010), που είχε επίσης μοιραστεί με τις κάρτες μεταξύ μας.

«Αυτά δεν είναι ποιήματά μου», πρόλαβε, πριν ξεκινήσει. «Είναι ποιήματα που έγραψε η ζωή κι εγώ τα αποτύπωσα.»

Μετὰ τῶν ἁγίων

— Τὸ παιδὶ ποὺ σοῦ ἀναγγέλλει τὴ ζημιὰ τραγουδώντας, γιὰ νὰ ἁπαλύνει ἔτσι τὸ μέγεθος καὶ τὴ σημασία της.

— Τὸ κορίτσι ποὺ κάθε βράδυ, γυρνώντας κάπως ἀργοπορημένο ἀπὸ τὸν ἐραστή του, τοὺς ἔβρισκε ὅλους νὰ κοιμοῦνται στὸ σπίτι, ἐπίτηδες, γιὰ νὰ ἐπιτείνουν τὶς ἐνοχές του. […]

— Τὰ ἀμάλλιαγα πουλάκια ποὺ πέφτουν ἀπὸ τὴ φωλιὰ καί, καθὼς τὰ πιάνεις στὰ χέρια, σοῦ ἀφήνουν μιὰ αἴσθηση σὰν νὰ κλείνεις μάτια νε κροῦ. […]

— Ὁ ληστὴς ποὺ σκοτώνει τὴ γριὰ μετανιώνει καὶ ἀφήνει ὡς ἐκ τούτου τὰ λεφτὰ στὴν ψωμιέρα, ὥστε ἔτσι γιὰ ἄλλη μιὰ φορὰ σὲ ὅλο της τὸ μεγαλεῖο ἡ ματαιότητα αὐτοῦ τοῦ κόσμου νὰ λάμψει. […]

— Ἡ πυροσβεστικὴ ποὺ βλέποντάς την τὰ παιδιὰ θαυμάζουν τὸ νίκελ, τὸ καμπανάκι, τὸ ὑπέροχο κόκκινο καὶ τὸ μυαλό τους μᾶλλον ποτὲ δὲν πάει στὴ μαυρίλα τῆς πυρκαγιᾶς.

— Οἱ πρόχειροι σταυροὶ στὴ νότια πτέρυγα τῶν ἐξ ἐπανεκταφῆς θαμμένων τοῦ κοιμητηρίου, στοιβαγμένοι ὅλοι μαζὶ μετὰ τὸ νυχτερινὸ μπουρίνι, ἔτσι ποὺ νὰ μὴν μπορεῖς πιὰ νὰ διακρίνεις ποιός εἶναι ὁ τάφος τοῦ δικοῦ σου ἀνθρώπου. […]

— Τὸ πρῶτο φιλὶ παιδιοῦ στὸν πατέρα του ποὺ δὲν τὸ θυμᾶται καὶ ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς ποὺ θὰ τὸν θυμᾶται γιὰ πάντα. […]

— Τὸ κοριτσάκι στὴν τηλεόραση πού, ἐνῶ βομβαρδίστηκαν, συνετρίβησαν ὅλα, αὐτὸ ἀσταμάτητα ἔκλαιγε ζητώντας τὴν κούκλα του. […]

— Ὁ γιὸς τοῦ πρὶν ἀπὸ τρεῖς μέρες πεθαμένου πατέρα, ἂν καὶ διαλυμένος σχεδὸν ἀπ’ τὸ πένθος, νερὸ νὰ ρίχνει μὲ τὸ λάστιχο στὸν μόλις ἀνεγερθέντα

καινούργιο ὄροφο τοῦ σπιτιοῦ τους, γιὰ νὰ πήξει τὸ τσιμέντο. […]

— Τὸ παιδὶ ποὺ τὸ ἀγαπάει κρυφὰ ὁ πατέρας του γιατὶ τὸ ἔκανε μὲ γυναίκα ἄλλη. […]

— Παιδάκια ποὺ παίζουν στὸ δωμάτιό τους κλοτσώντας τὴν μπάλα σιγά, πολὺ σιγά, γιατὶ ἡ μαμά τους τοὺς εἶπε πὼς οἱ δίπλα ἔχουνε πένθος. […]

— Ποδήλατο μικροῦ ποὺ μεγάλωσε, στὴν πίσω μάντρα, στ’ ἄχρηστα, ἀφημένο. […]

— Μάτια γυναίκας ποὺ κλείνουν, γιὰ νὰ σοῦ δείξουν ὅτι ἦρθε ἡ ὥρα νὰ τὰ φιλήσεις. […]

— Δυὸ παιδάκια, παραμονὴ Χριστουγέννων, ποὺ λένε τὰ κάλαντα στὸν τάφο τοῦ πατέρα τους. […]

— Ἡ μακρινὴ τρυφερότητα τοῦ ἀποχαιρετιστήριου φιλιοῦ γονιῶν, ποὺ περίμεναν νὰ μεγαλώσουν τὰ παιδιά τους γιὰ νὰ χωρίσουν. […]

— Τὰ κοριτσάκια ἐκεῖνα στὴ φωτογραφία τοῦ 1948, ποὺ τὰ μισὰ ἦσαν μὲ τὰ μαλλάκια τους κανονικὰ καὶ τὰ ἄλλα μισὰ κουρεμένα μὲ τὴν ψιλή, γιὰ νὰ δηλώνεται ἔτσι ὅτι ἦσαν ὀρφανά.

— Ὁ πανύψηλος ἐκεῖνος ἄντρας μὲ τὰ γένια, ντυμένος μαχητὴς τοῦ ΕΛΑΣ κατὰ τὰ χρόνια τῆς μεταπολίτευσης, ποὺ ἀντὶ γιὰ ὅπλο κρατοῦσε στὰ χέρια του ἕνα καδρόνι πουλώντας λαχεῖα. […]

— Καὶ ἡ στερνὴ στιγμὴ τῆς ζωῆς μας, τέλος, ποὺ καθὼς θὰ φεύγουμε ἔχοντας ἀφήσει, ἂν καὶ δίπλα μας, πολὺ μακριὰ φίλους καὶ συγγενεῖς, ἀπὸ τὰ βουνὰ ἢ ἀπὸ τὴ θάλασσα πέρα, κάποιος θὰ προβάλλει, ποὺ ὅμως δὲν θὰ προφτάσουμε, δὲν θὰ προφτάσουμε νὰ δοῦμε ποιός εἶναι.

Μετά την ανάγνωση, σχολίασε:

«Οι πράξεις αυτές είναι έργα ποιητικών ανθρώπων. Υπάρχει ο ποιητικός άνθρωπος και ο ποιητής. Ο ένας βιώνει την ποίηση και ο άλλος την εκφράζει. Γνωρίζω χιλιάδες ποιητικούς ανθρώπους. Οι παλιότεροι που θυμάμαι ήταν οι παραγιοί στα πρόβατα που πήγαιναν ψαλτάκια στα ξωκλήσια. Τα πειράζαμε εμείς, τους πετάγαμε διάφορα. Αυτά δεν σταματούσαν. (Τα λέω αυτά εγώ που δεν έχω στενή σχέση με τη θρησκεία, αλλά έχω με τα θρησκευτικά κείμενα. Μεγάλο σεβασμό!) Και μετά, τα ψαλτάκια ονειρεύονταν την ίδια μέρα της επόμενης χρονιάς.

»Κι άλλο παράδειγμα: Στη Λευκωσία μετά την Εισβολή, έχω χάσει το ξενοδοχείο μου. Μετά από πολύ περπάτημα κάτω από τον ήλιο, μπαίνω σ’ ένα φτωχομάγαζο, ένα ραφτάδικο, και ρωτάω. “Κάτσε”, μου λέει η γυναίκα και χάνεται πίσω από έναν μπερντέ (δεν είχε τίποτ’ άλλο, παρά μόνο ένα τραπεζάκι με ένα ψυγειάκι πάνω). Κάθισα ανήσυχος. Πηγαίνει και μου φέρνει μια πορτοκαλάδα και μου λέει: “Πιες πρώτα την πορτοκαλάδα να συνέλθεις και μετά θα σου πω πού είναι το ξενοδοχείο σου”…

»Όλοι έχουμε μέσα μας έναν ποιητή.»

Ο κ. Γιώργος Μαρκόπουλος, αναχωρώντας, μας υποσχέθηκε ότι θα είναι πρόθυμος για μια δεύτερη συνάντηση με ολόκληρη τη Λογοτεχνική Συντροφιά, όταν ανοίξει ο καιρός.

Όπως και κάθε επισκέπτης των λογοτεχνικών συναντήσεων (πρέπει να ομολογήσουμε αυτή την καλή τύχη), έτσι και ο κ. Μαρκόπουλος άφησε μιαν άλλη αίσθηση, μια δική του, διαφορετική μυρωδιά στον αέρα. Μου θυμίζει φρούτα ξερά, ρόδι, λιβάνι και μπαχάρι – ένα κόκκινο εύθυμο χρώμα να γεμίζει τη Βιβλιοθήκη.

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Κοζία στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Ιωάννα Αλεξοπούλου

Μετὰ τὸ πέρας τῶν μαθημάτων τὴν Τετάρτη 6 Φεβρουαρίου, παρ’ ὅλη τὴν κούραση τῆς ἡμέρας, μπήκαμε στὴν ὄμορφη βιβλιοθήκη τοῦ σχολείου μας, καί, ἕτοιμοι νὰ συγκεντρώσουμε ὅλη τὴν προσοχή μας, τὰ μάτια καὶ τὰ ἀφτιά μας στὸν καλεσμένο μας, τακτοποιηθήκαμε ἥσυχα στὶς θέσεις μας. Ὁ κ. Γιῶργος Κοζίας, περιμένοντας τοὺς καθυστερημένους, ξεκίνησε τὴ συνάντηση μὲ ἐρωτήσεις πρὸς τοὺς παρευρισκόμενους γιὰ τὶς ἀναγνωστικές μας προτιμήσεις. Πρῶτοι ἦρθαν οἱ Ρῶσοι πεζογράφοι. Συμφώνησε πὼς «ὕστερα ἀπὸ τὸν “Δὸν Κιχώτη” αὐτοὶ ὑπερέχουν. Καί, μετά, οἱ Γάλλοι τοῦ 19ου αἰώνα, μὲ μικρὲς διαφορές…» Ἐπισημάνθηκαν οἱ δυσκολίες τοῦ νὰ διαβάζει κανεὶς λογοτεχνία ἔχοντας νὰ ἀντιμετωπίσει τὶς Πανελλήνιες Ἐξετάσεις. (Ὁ χρόνος δὲν εἶναι ποτὲ ἀρκετός, καὶ στοιχηματίζω ὅτι, καὶ 48 ὧρες τὴν ἡμέρα νὰ εἴχαμε, δὲ θὰ μᾶς ἀρκοῦσαν. Ὡστόσο, πιστεύω ὅτι πάντα μπορεῖ κανεὶς νὰ βρεῖ χρόνο γιὰ ἕνα βιβλίο. Κι αὐτὸ ἀξίζει τὸν κόπο: Ὅταν τελειώνουμε ἕνα βιβλίο, δὲν εἴμαστε οἱ ἴδιοι· κάτι μέσα μας ἔχει ἀλλάξει.) Προστέθηκαν κι ἄλλες πρόσφατες ἀναγνώσεις τῶν μελῶν τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς. Ὁ «Γλάρος Ἰωνάθαν» τοῦ Richard Bach, ὁ Leo Buscaglia.

«Ἐμεῖς, στὸν καιρό μας, διαβάζαμε τὸ “Ἄκου, Ἀνθρωπάκο”», σχολίασε ὁ κ. Κοζίας.

Ἕνα ἀπ’ τὰ μέλη τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς ἀποκαλύφθηκε ὅτι μόλις τὸ διάβαζε…

»Ἴδιο κίνητρο καὶ τότε καὶ τώρα: ἡ ἀναζήτηση τῆς ταυτότητας», παρατήρησε.

Στὸ μεταξύ, οἱ προσελεύσεις στὴ Βιβλιοθήκη ὁλοκληρώθηκαν καὶ ὁ προσκεκλημένος μας προέβη σὲ μιὰ σύντομη αὐτοπαρουσίαση. Πέρασε τὰ παιδικά του χρόνια στὴν Πάτρα ὅπου ζεῖ μέχρι καὶ σήμερα. Κατάγεται ἀπὸ μεσοαστικὴ οἰκογένεια καὶ ὁ πατέρας του ἦταν ὁ πρῶτος ποὺ τὸν καθοδήγησε στὶς νεανικές του ἀναζητήσεις. Ἀρχικὰ εἶχε πάθος γιὰ τὴ ζωγραφική, ὥσπου νὰ ἔρθει στὰ δεκατέσσερά του χρόνια τὸ γράψιμο νὰ τὴν ἀντικαταστήσει. (Ἔτσι φαίνεται ὁ καλλιτέχνης. Ἔχει ἕνα μικρόβιο μέσα του ποὺ τὸν τρώει καὶ τὸν παρακινεῖ νὰ ἀσχοληθεῖ μὲ πολλὰ πράγματα, ὥσπου νὰ καταλήξει σὲ αὐτὸ ποὺ τὸν γεμίζει περισσότερο – ἐπὶ τοῦ προκειμένου, στὴν ποίηση.) Ἀναφέρθηκε στὴν τυπογραφία καὶ στὴ γοητεία ἀπὸ τὶς ἄλλες τέχνες. Στὶς πρῶτες δημοσιεύσεις του στὸν Πειραιά (ποὺ δὲν τὶς καταγράφει πιὰ στὸ βιογραφικό του), κι ἔπειτα στὸ «Δέντρο» καὶ στὴν «Εὐθύνη» – καὶ ποτὲ πιὰ ἔκτοτε (ὅλες οἱ ὑπόλοιπες εἶναι ἀναδημοσιεύσεις ἀπὸ τὰ βιβλία του).

«Ἡ τέχνη εἶναι πολυτέλεια τῆς ζωῆς», εἶπε κάποια στιγμή. «Κι ἐντούτοις, τὴ θεωρῶ σημαντικὸ πράγμα γιὰ τὴ ζωή.» Θύμισε ὅτι ἡ τέχνη εἶχε πάντοτε σχέση μὲ τὴν ἐξουσία, ἀκόμα καὶ

μετὰ τὴ δημοκρατικοποίηση τῶν δυτικῶν κοινωνιῶν. «Πολλὲς φορὲς δὲν ἴσχυε αὐτό», παρατηρήθηκε ἀπὸ μέλος τῆς συντροφιᾶς, μὲ παράδειγμα τοὺς ζωγράφους ποὺ πέθαναν φτωχοί. Συμφώνησε. «Ὑπῆρχε πάντα μιὰ μεγάλη τέχνη ποὺ δὲν προβαλλόταν.» Ἔφερε παράδειγμα τὶς ἀφρικανικὲς μάσκες ποὺ ἀνακάλυψε ὁ Picasso καὶ ἡ γενιά του. «Ἡ τέχνη ὅμως ἦταν γενικὰ στὰ χέρια τῶν λίγων, μὲ τὴν ἐξαίρεση τῆς δημοτικῆς δημιουργίας, ποὺ εἶναι πηγὴ κάθε ἔντεχνης.» Καὶ ἀνέτρεξε στὸν τρόπο ποὺ καὶ ὁ ἴδιος τὴν ἐμβολίασε στὴν ποίησή του («Κεφάλι ποῦ ’ναι τὸ κορμί / Κορμὶ ποῦ ’ναι τὰ χέρια;»). «Ἀπὸ κεῖ ἀρδευόμαστε ὅλοι», κατέληξε, παραπέμποντας στὸ παράδειγμα καὶ στὶς ὑποθῆκες τοῦ Ε.Χ. Γονατᾶ καὶ τοῦ Σπύρου Τσακνιᾶ, ποὺ γνώρισε στὶς ἐκδόσεις Στιγμή: «Ὑπάρχει μιὰ συνέχεια σ’ ὅλα αὐτά.».

Ἔπειτα, ἀπὸ τὶς κάρτες ποὺ εἶχαν διανεμηθεῖ, διάβασε τὴν «Ὡραία Ἄμπελο» (ἀπὸ τὸν «41ο Παράλληλο» τοῦ 2012). Καὶ σχολίασε: «“Ἄμπελος”, ἀπὸ τὸ δημοτικὸ τραγούδι. Ἐμμονὴ σὲ σπαραγμένες, τρελὲς εἰκόνες.» Συνέχισε: «Τίποτα δὲν πάει μπροστὰ ἂν δὲν πάρουμε στοιχεῖα ἀπὸ τὰ πίσω. Ἔτσι ἔκαναν κι ὁ Ἐγγονόπουλος κι ὁ Ἐμπειρῖκος καὶ ὁ Καβάφης – ποὺ ἐκ πρώτης ὄψεως μοιάζει σὰν νὰ μὴν κοίταξε ποτὲ γύρω του καὶ πίσω, κι ὅμως εἶναι γεμάτος ἀπὸ μνῆμες τοῦ δημοτικοῦ τραγουδιοῦ.» Διάβασε ἕνα ποίημά του ἀκόμη πιὸ χαρακτηριστικὸ γιὰ τὴ συνομιλία του μὲ τὸ δημοτικὸ τραγούδι, το «Ρόδο μου Κόκκινο» (ἀπὸ τὸν «Κόσμο Χωρὶς Ταξιδιῶτες» τοῦ 2007). «Στὸ παιχνίδι αὐτὸ μπαίνει βεβαίως καὶ ἡ ἔντεχνη παράδοση.» Ὡς παράδειγμα τέτοιου εἴδους διακειμενικότητας ἔφερε τὴν «Ἐξιλέωση (παρωδία)» (ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή):

Ἡ γυναίκα γεννάει ἕνα αὐγό.

Οἱ μαιευτῆρες τὸ τοποθετοῦν σὲ θερμοκοιτίδα.

Παροτρύνουν τὴ μητέρα νὰ καθίσει πάνω του.

Ἐρωτεύεται τὸ αὐγό.

Τοῦ δίνει ὄνομα. Τὸ ταΐζει. Τὸ στολίζει.

Μένει ἀπαράλλαχτο.

Δὲν ἔχει μέλη γιὰ νὰ κινηθεῖ.

Οὔτε φωνὴ γιὰ νὰ κλάψει.

Ἡ γυναίκα ἀπ’ τὴ στενοχώρια της καίγεται

στὸν πυρετό. Τέλος ἀποθνήσκει.

Στὴν κηδεία τὸ αὐγὸ τρέχει γύρω

ἀπὸ τὸ φέρετρό της. Εὐτυχισμένο.

Ἄδειο!

Μᾶς πληροφόρησε ὅτι σὲ αὐτὸ τὸ ποιήμα ἔχουν ἰδιαίτερη ἀδυναμία οἱ γυναῖκες καὶ ὅτι ἀφετηρία του ἦταν τὸ διάβασμα ἑνὸς βιβλίου κάποιου νέγρου συγγραφέα, ποὺ δὲν θυμόταν πιά (πρόκειται ὅμως γιὰ τὸ «Σβήσιμο» τοῦ Πέρσιβαλ Ἔβερετ). Ἐκεῖ προτεινόταν ἡ ἀρχὴ αὐτῆς τῆς ἱστορίας ὡς ἰδέα γιὰ διήγημα. Βεβαίως, ἡ ἐξέλιξη εἶναι τελείως διαφορετικὴ στὸ ποίημα. Ἔγινε μιὰ ἀναδημοσίευση τῶν πρώτων στίχων τοῦ ποιήματος ἀπὸ τὴ Λώρη Κέζα χωρὶς τὸν ὑπότιτλο. Ἴσως γι’ αὐτό, ἡ μεταφράστρια ἐκείνου τοῦ βιβλίου (ἡ Χίλντα Παπαδημητρίου) τὸν κατηγόρησε γιὰ «λογοκλοπή». Καὶ χωρὶς τὴν εἰδοποίηση τοῦ ὑποτίτλου, δὲν θὰ εἶχε δίκιο – ἀλλά, βέβαια, δὲν εἶχε σφαιρικὴ ἀντίληψη τοῦ κειμένου. Συμφωνήσαμε ὅλοι ὅτι ἡ δημιουργικὴ ἀξιοποίηση μιᾶς ἰδέας παράγει νέο ἔργο. Κατόπιν, συζητήθηκε τὸ θέμα τοῦ ποιήματος καὶ ἀπὸ τὸ ἀκροατήριο διατυπώθηκαν ἑρμηνεῖες διαφορετικὲς ἀπὸ τὶς δικές του. Τὶς δέχτηκε μὲ εὐχαρίστηση.

Στὴ συνέχεια στράφηκε σὲ ἄλλα ποιητικὰ ζητήματα. Ἐπιδίωξή του, εἶπε ὁ κ. Κοζίας, εἶναι ἡ συντομία. «Ὄχι ἐπικὰ ποιήματα. Δὲν ταιριάζουν στὸν καιρό μας. Μιὰ ἔκλαμψη! Τὸ ποίημα πρέπει νὰ σὲ πιάνει ἀπὸ τὸ λαιμό.» «Ἑπομένως, κάπου λαμβάνετε ὑπόψη σας τὸν ἀναγνώστη», παρατηρήθηκε, κι ἔτσι γυρίσαμε πάλι στὸν θεματικό μας κύκλο «Τὸ Συμβόλαιο μεταξὺ Πομποῦ καὶ Δέκτη στὴ Λογοτεχνία».

«Ναί», ἀπάντησε ἀπερίφραστα. Καὶ συνέχισε μὲ ἄλλες δύο δεσμεύσεις του: «Πορεία μὲ ἀρχή, μέση καὶ τέλος, καὶ ἔξοδος μὲ ἔκπληξη, ἀλλὰ ὄχι μὲ σαφήνεια.»

«Γιατί ὄχι μεγάλες συνθέσεις;» ἔπεσε ἡ ἐρώτηση.

«Διότι βασίζονται σὲ μεγάλα ὁράματα. Τὰ μεγάλα ὁράματα γίνονται μὲ τὸ χρόνο μηδέν.»

Ἐπανῆλθε ἀρκετὲς φορὲς στὴν ἀξίωσή του γιὰ κυριαρχία τῶν εἰκόνων στὸ ποίημα:

«Γράφοντας, ἔχω συγκεκριμένες ἰδέες. Ἱστορίες. Ἔχω μιὰ σταθερὴ παράσταση τοῦ κόσμου, τρελοῦ, σπαραγμένου, ἀλλόκοτου.»

Ἕνα ἄλλο σημεῖο τῆς αὐτοπαρουσίασής του: «Μοῦ ἄρεσαν οἱ μεταμορφώσεις. Ἰδίως γυναικῶν. Ἦταν φίλες αὐτὲς ποὺ σκεπτόμουν. Τὸ ἔχω παρατηρήσει, ἀλλὰ δὲν τὸ ἔχω ἐξηγήσει.»

Ἐρώτηση: «Αὐτὲς οἱ γυναικεῖες φιγοῦρες μεταμορφώνονται σὲ ἀγαθὰ ὄντα;»

«Ναί, συνήθως. Ἢ ἀκατανόητα.»

Ἔφερε ὡς παράδειγμα τὸν «Πόθο» (ἀπὸ τὸν «41ο Παράλληλο» ἐπίσης). Πηγή του, ἡ «Ἱστορία ἑνὸς Αἰχμαλώτου» τοῦ Στρατῆ Δούκα. Συνδυάζεται μὲ τὴν ἁπλὴ ἰδέα νὰ κατανικᾶ κανεὶς τὴ μελαγχολία του μὲ τὸ νὰ ντύνεται καὶ νὰ βγαίνει ἀπὸ τὸ σπίτι του. Συζητήθηκε ἡ σχέση ἔρωτα καὶ πόθου. Τόνισε ὅτι ἐδῶ ἐπιθυμοῦσε νὰ ἐκμηδενίσει τὴν ἀπόσταση ἀνάμεσά τους ἢ καὶ νὰ ἀντιστρέψει τὴ μεταξύ τους ἀξιακὴ σχέση. Σὲ συνάρτηση μὲ τὸ θέμα, διάβασε ἄλλο ἕνα ἐρωτικὸ ποίημα, τὸ «Μαγικὸ Δέρμα» (ἀπὸ τὴν ἴδια συλλογή), σχολιάζοντας τὴν εἰκονοπλασία του: «Θέλω νὰ εἶναι ἄναρχες οἱ εἰκόνες», εἶπε. «Νιώθω κι ἐπιθυμῶ νὰ εἶμαι ἕνας “τρελὸς ποιητής”. Πρέπει πνευματικὰ νὰ παραμείνω ἔφηβος.»

Μὲ τὴν εὐκαιρία, διάβασε τὸ «Θηριοτροφεῖο» καὶ μνημόνευσε τὸν Ἀρθοῦρο Ρεμπό – «τὸν ποιητὴ τῆς νεότητας!» Καὶ συμπλήρωσε, σχολιάζοντας τὸ ποίημα: «Κάτι σκοτώνουμε γιὰ νὰ ἐνηλικιωθοῦμε. Συνήθως γονεῖς. Κάποιος ποὺ δὲν τὸ ἔκανε ἔγκαιρα κατέστρεψε τὴ χώρα…»

Ἔπειτα διάβασε τὸ «Φρέαρ τῆς Βαβέλ» (ἀπὸ τὸ «Πεδίον Ρίψεων» τοῦ 2001). Πιστοποίησε ὡς πηγὴ ἔμπνευσής του τὸ «Παλάτι τοῦ Ἅδη» στὸν Ἀχέροντα, ποὺ ἔχει ἐπισκεφθεῖ πολλὲς φορές. Ἄλλα διάβασματά του στὴ συντροφιά μας: ἡ «Ἀγριοτριανταφυλλιά» (μὲ πραγματικὸ κίνητρό του ἕνα ἐξαίρετο πλάσμα ποὺ πέρασε τρία νεανικά του χρόνια ἀπὸ πολὺ σκληρὰ ναρκωτικά) καὶ οἱ «Ἀρραβωνιασμένες» (μὲ θέμα τὴν Πούλια καὶ τὸν Αὐγερινό). Τέλος, οἱ «Μαριονέτες Α.Ε. (Κωμειδύλλιο)» ποὺ προέκυψαν ἀπὸ μιὰ σχεδὸν ἐνστικτώδη ἀντίδρασή του στὸν κομφορμισμὸ τῆς γύρω του ζωῆς. Ἀνέγνωσε κι ἕνα ἀπόσπασμα ἀπὸ τὸ σχετικὸ σχόλιο τοῦ Βαγγέλη Χατζηβασιλείου. Στὴ «μπυραρία τῶν καταθλιπτικῶν» μᾶς ἐνημέρωσε ὅτι ἔκλεισε μιὰ καταγγελία του γιὰ τὶς καταχρήσεις, ἀναγνωρίζοντας: «Κακὰ τὰ ψέματα: ἡ τέχνη εἶναι καὶ γιατρειά.»

Ρωτήθηκε ἂν ἀποτελοῦσε συνειδητή του ἐπιλογὴ ὁ ὑπερρεαλισμὸς ποὺ διαποτίζει τὰ κείμενά του.«Συμπάθεια πιὸ πολὺ γιὰ τὸ παράλογο ἢ τὸ ὑπέρλογο στοιχεῖο. Ἀλλά, βέβαια, ἡ ποιητικὴ τῆς ἀνατροπῆς τοῦ ὑπερρεαλισμοῦ διατηρεῖ τὴν ἐπικαιρότητά της.»

Ἀναπόλησε τὴν ἐφηβεία του, ποὺ κύλησε μὲ διαβάσματα μοντερνιστῶν. Ὅταν γνωρίστηκε μὲ τὴν Ἕλλη Ἀλεξίου, ἄκουσε μὲ ἔκπληξη τὴν κρίση της γιὰ τὰ πρῶτα του γραπτά: «Ταλαντοῦχος, ἀλλὰ τοῦ λείπει ἡ γνωριμία μὲ τοὺς κλασικούς.»

«Ἔκανα τότε παύση. Καὶ ξαναγύρισα μετὰ ἀπὸ καιρὸ σ’ αὐτὰ ποὺ προτιμοῦσα.»

Σ’ αὐτὸ τὸν ὁδήγησαν βαθύτερες ἐπιλογές: «Δὲν θέλω ἡ ποίηση νὰ φιλοσοφεῖ καὶ νὰ δίνει λύσεις. Δὲν συμπαθῶ, ἐπίσης, τὴν ἰσχυρὴ παρουσία τοῦ λυρικοῦ Ἐγώ – μοῦ τὸ ἔχουν ἐπισημάνει καὶ οἱ κριτικοί. Βρίσκω, μάλιστα, πολλὴ αὐτοαναφορικότητα στὴ σύγχρονη πεζογραφία. Μπορεῖ γι’ αὐτὸ νὰ φταῖνε οἱ γυναῖκες…». Ἐξήγησε τί ἐννοοῦσε μὲ τοῦτο τὸ τελευταῖο, ἐξιστορώντας μιὰ συνάντηση τοῦ Αἰμίλιου Καλιακάτσου, ἐκδότη τῆς Στιγμῆς, μὲ τὸν Θανάση Καστανιώτη. «Δὲν πᾶνε καλὰ τὰ πράγματα, ἀκόμα καὶ μὲ τὴν πεζογραφία», ἐκμυστηρεύεται ὁ Καστανιώτης. Καὶ ὁ Καλιακάτσος: «Μὰ σὲ ὅποια γυναίκα περνοῦσε ἀπ’ ἔξω τῆς λέγατε νὰ μπεῖ μέσα…». Ἔγιναν κάποια σχόλια, ὄχι καὶ πολὺ αἰχμηρά, γιὰ τὸ πνεῦμα τῆς στιχομυθίας.

Ἐπαναφορὰ στὶς προτιμήσεις τῆς ποιητικῆς του: «Τὸ ὀνειρικὸ στοιχεῖο, π.χ., δὲν ἔχει ἀνάγκη νὰ φιλοσοφεῖ ἢ νὰ κάνει τὸ γιατρό.»

Ἐκτὸς ἀπὸ τὸν Σολωμὸ καὶ τὸν Καβάφη, ἀναγνώρισε τὶς ὀφειλές του στὸν Μίλτο Σαχτούρη καὶ στὸν Ἀντρέι Ταρκόφσκι (πού, κατὰ τὸν Ἴνγκμαρ Μπέργκμαν, «ἔκανε τὸ ὄνειρο Τέχνη»). Προέβη σὲ μιὰ σύντομη ἀναδρομὴ σὲ κορυφαίους ὑποστηρικτὲς τοῦ ὀνείρου, ὅπως ὁ Ἀκίρα Κουροσάβα, ὁ Πέδρο Καλντερόν, ὁ Ζερὰρ ντὲ Νερβάλ – καὶ θυμήθηκε τὴν περίφημη φράση ἀπὸ τὴ «Ρωμαϊκὴ Ἀγορά» (ἕνα πολιτικὸ ὄνειρο): «δικό μας τὸ ἐμπόρευμα, δική σας ἡ τιμή». «Ἂν ἔτσι εἶχε ἀπαντήσει τὸ πολιτικό μας προσωπικό», ἀπόσωσε, «μπορεῖ καὶ νὰ εἴχαμε σωθεῖ.»

Ἡ τελευταία νύξη ἔφερε τὴν παρατήρηση: «Δὲν φαίνεται νὰ ἀντανακλᾶ τὴ δημόσια δράση σας ἡ ποιητικὴ ποὺ μᾶς ἐκθέτετε.»

«Ἔτσι ἀντιλαμβάνομαι τὴν πολιτική», ἦταν ἡ ἀπάντησή του.

Σύντομα ἡ συζήτηση ἔφτασε στὴν ἐπικαιρότητα. «Κακῶς αὐτὸ τὸ ἀποκαλοῦμε “κρίση” – εἶναι “καταστροφή”. Ὁπωσδήποτε χρειάζεται νὰ φερθοῦμε μὲ ἀξιοπρέπεια καὶ νὰ ἔχουμε ἀλληλεγγύη (“δεῖξις ἀγάπης”)… Ἂς ξεκαθαρίσουμε τί θέλουμε σὲ ἐπίπεδο προσωπικῆς ζωῆς: δαπανηρὰ πράγματα ἢ χαρὲς τῆς ζωῆς; Ὅλα χρειάζονται, ἀλλὰ πρέπει νὰ ποῦμε τί θέλουμε νὰ κάνουμε. Κανεὶς δὲν λέει, δὲ μιλάει ἀνοιχτά. Πανεπιστημιακὸς δάσκαλος μοῦ ἔλεγε τὶς προάλλες: “Ὑπομονή!” Τί ὑπομονή; Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ πράγματα τώρα, ὄχι στὸ μέλλον.» Καὶ μνημόνευσε

τὸ παροιμιῶδες: «Τὸ δάκρυ πήζει, γίνεται νησί!»

«Γιὰ νὰ εἴμαστε ἀκριβεῖς, θέλετε ν’ ἀλλάξει ὁ κόσμος ἢ νὰ πάει λίγο πρὸς τὸ “καλύτερο”;»

«Ἀνατροπή! Αὐτὸ θέλω.»

«Μόνο ποὺ δὲν ἀρκοῦν τὰ λόγια.»

«Ὄχι, δὲν ἀρκοῦν. Θέλω κι ἐγὼ νὰ τὸ ζήσω.»

Τὸ κλείσιμο ἔγινε σὲ αἰσιόδοξο κλίμα, μὲ ἀναφορὲς στὶς ἀπροσδόκητες κοινωνικὲς ἐπαναστάσεις καὶ στὴ σημασία τῶν τεχνολογικῶν ἀλλαγῶν. Πρὶν ἀποχωρήσει ὁ κ. Κοζίας ὑπέγραψε βιβλία του ποὺ χάρισε στὴ Βιβλιοθήκη μας.

Τὰ ποιήματά του, γεμάτα ἀπὸ γλαφυρὲς περιγραφές, γεμάτα εἰκόνες. Μοῦ θύμισε τὸ εἶδος τῶν ἀνθρώπων ποὺ ἀρέσουν στὸν Leo Buscaglia, αὐτοὺς ποὺ ζοῦν τὴν κάθε στιγμή, ποὺ εἶναι ἐρωτευμένοι μὲ μιὰν ἰδέα ἢ μὲ ἕνα λουλούδι, ποὺ δὲ φτάνουν στὴ στιγμὴ τοῦ θανάτου γιὰ νὰ συνειδητοποιήσουν πὼς δὲν ἔχουν ζήσει. Διέκρινα μιὰ ἰδιαίτερη ἀγάπη πρὸς τὴ φύση καὶ ἰδιαίτερα πρὸς τὰ ἄνθη τὰ ὁποῖα ἀναφέρονται σὲ πολλὰ ἀπὸ τὰ ποιήματά του. Αὐτὸ ποὺ προσωπικὰ μοῦ ἄρεσε στὸν ποιητὴ αὐτὸν ἦταν τὸ ὅτι ἦταν ἀληθινὸς καὶ ὄχι «δῆθεν». Δυστυχῶς, σήμερα συναντᾶμε πολλοὺς δῆθεν-ἀνθρώπους καὶ αὐτὸς δὲν ἦταν ἕνας ἀπὸ τὴν κατηγορία τους. Τῶν δῆθεν «κουλτουριάρηδων», γιὰ τὸ θεαθῆναι, τῶν δῆθεν ταπεινῶν. Ἔχουμε ἀνάγκη ἀπὸ ἀνθρώπους πραγματικούς, ἀληθινούς, ποὺ νὰ σὲ κοιτᾶν στὰ μάτια. Ἀνθρώπους μὲ ὅλα τὰ ἐλαττώματα καὶ τὶς ἰδιοτροπίες τους. Στὸ κάτω-κάτω, ἄνθρωποι δὲν εἴμαστε;

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Αράγη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: ο Άγγελος Αθανασόπουλος

Στο ξεκίνημα της συνάντησης μας με τον κ. Αράγη, την Τετάρτη 23 Ιανουαρίου 2013, ο καλεσμένος μας αναφέρθηκε σύντομα στο έργο της κριτικής και στη δική του διαδρομή ως κριτικού.

«Το διάβασμα ευνοείται όταν κανείς είναι απερίσπαστος. Το διάβασμα δεν είναι ένας τρόπος να διασκεδάζουμε, να περνάει η ώρα ή να μας παίρνει ο ύπνος. Είναι άθλημα και μας θέλει διαθέσιμους σωματικά και ψυχικά. Όταν έτυχε να διαβάσω ένα βιβλίο χωρίς καλές προϋποθέσεις και αργότερα να το ξαναδιαβάσω, είδα πόσο λίγο το είχα αφομοιώσει την πρώτη φορά. Είτε θέατρο πηγαίνουμε είτε μουσική ακούμε είτε διαβάζουμε, χρειάζεται να είμαστε, αν είναι δυνατόν, απόλυτα διαθέσιμοι. Όχι κουρασμένοι σωματικά, όχι περισπασμένοι ψυχικά.» Έτσι όρισε την αφετηρία της κριτικής του ενασχόλησης και στάθηκε ιδιαίτερα διαφωτιστικός ως προς τις συνθήκες που πρέπει να επικρατούν όταν διαβάζουμε, για να μπορέσουμε να κατανοήσουμε πληρέστερα το περιεχόμενο κάθε κειμένου. Μια υπόδειξη πολύ πρακτική, κυρίως προς νέους αναγνώστες, σαν εμένα, που δεχτήκαμε από τη συνάντηση αυτή ερεθίσματα, τα οποία όχι μόνο αύξησαν τη δίψα μας για τη λογοτεχνία, αλλά και μας ξεδιάλυναν το τοπίο, ώστε να έχουμε μια πιο καθαρή και σαφή εικόνα για το βιβλίο και τη σχέση μας με αυτό.

Αναφερόμενος, έπειτα, στον ρόλο του κριτικού ως αναγνώστη, είπε:

«Κάποιος γράφει και δημοσιεύει ένα βιβλίο. Και κάποιος άλλος αναλαμβάνει να το κρίνει. Ο δεύτερος δεν κάνει άλλο από το να βγάζει από τη μέση τα προσχηματικά στοιχεία ή, αλλιώς, να ξεχωρίζει τη φύρα, για να φανεί ό,τι γνήσιο υπάρχει ή δεν υπάρχει. Κάνει δηλαδή ένα ξεγύμνωμα, όπως κάνουμε όλοι καθημερινά. Όταν π.χ. μπαίνει στην τάξη ένας νέος καθηγητής, οι μαθητές, αυτόματα και χωρίς να το σκεφτούν, αρχίζουν να τον “ξεντύνουν”, να τον ψυχολογούν και να προσπαθούν να εισχωρήσουν στην προσωπικότητά του. Και είναι καλύτερα η ειλικρίνεια χωρίς λεοντή. Η κριτική δεν κάνει κάτι περισσότερο. Οφείλει μόνο να είναι ανιδιοτελής. Μόνο βαθιά μέσα μας είμαστε, όμως, ανιδιοτελείς – κάτω από την επιφάνεια ένας δικηγόρος μέσα μας υπερασπίζει συμφέροντα…»

Η ιδέα του ξεγυμνώματος από τους άλλους ίσως να μας δημιουργεί φόβο, σαν έρχεται η στιγμή να φανερώσουμε κάτι που έχουμε γράψει οι ίδιοι, αλλά μήπως είναι και μια αναπόφευκτη δοκιμασία; Μια δοκιμασία όπου θέλουμε να εμπλέξουμε και τον αναγνώστη, σαν σε μια αναζήτηση για τον θησαυρό;

Ερώτηση από τον περίγυρο πάνω στην παραπάνω άποψη του κ. Αράγη: «Άρα δεν διαβάζουμε αυθόρμητα;»

«Διαβάζουμε ολόκληροι, δηλαδή με τις γνώσεις και με την καλλιέργειά μας. Φυσικά, απέναντι σε ό,τι διαβάζουμε δεν είμαστε προαποφασισμένα ευκολόπιστοι. Και, από μια πλευρά, δεν πρέπει να είμαστε. Πέρα από ό,τι μας λέει ένα κείμενο στο ρητό επίπεδο, έχει σημασία να προσέξουμε τι μας λέει ανάμεσα από τις σειρές του. Ό,τι μετράει περισσότερο για την αυθεντικότητα ενός κειμένου είναι αυτό που εξάγεται ανάμεσα από τις σειρές…» (Υπενθύμισε ότι ο Μποντλέρ είχε τονίσει αυτή την ικανότητα στον αναγνώστη, αποκαλώντας τον «υποκριτή» και «όμοιό του αδελφό», στο εισαγωγικό ποίημα των «Ανθέων του Κακού».) Παρατήρησε πως αυτό προσφέρει στην ανάδειξη των αξιών. «Ευτυχώς, ο λόγος είναι δημοκρατικός», προσέθεσε, «κι επιτρέπει “στων ιδεών την πόλι” να μπουν μόνο οι άξιοι.»

Άλλη ερώτηση: «Ένας αλλοτριωμένος άνθρωπος μπορεί να είναι ειλικρινής;»

«Ασφαλώς, με τη διαφορά ότι εκφράζει ανεπίγνωστα την αλλοτρίωσή του με ειλικρίνεια. Πρέπει να βρει τον εαυτό του. Πέρα από τη λεοντή.»

«Αιχμαλωτιζόμαστε από τέτοιους ανθρώπους;»

«Όχι, εφόσον διακρίνουμε τον βαθμό της αλλοτρίωσής τους.»

«Πώς μπορούμε να ανακαλύψουμε τον εαυτό μας, που είναι συχνά σκοτεινός;»

«Μόνο με προσωπική έρευνα. Με μελέτη και παρατήρηση.»

«Υπήρξε οποιοσδήποτε που να τα κατάφερε να βρει έτσι τον εαυτό του;»

«Το να βρει κανείς τον εαυτό του αποτελεί ύψιστη προσωπική κατάκτηση. Δεν είναι κάτι εύκολο, γιατί είναι ένα ψάξιμο στα σκοτεινά χωρίς πυξίδα. Δεν πιστεύω να υπήρξε έστω κι ένας άνθρωπος που να γνώρισε απόλυτα το σκοτεινό βάθος του. Όμως ενεργεί κανείς σύμφωνα με τις δυνατότητές του. Να αναφέρω κάποιον από την αρχαιότητα; Ο Ηράκλειτος. Όταν διαβάζω τους στοχασμούς του, το νιώθω ότι είναι ειλικρινής, ότι είναι ο εαυτός του.»

Έπειτα το πεδίο σχετικών αναφορών διευρύνθηκε. «Μιλώντας για μένα, πολύ με βοήθησαν τα μυθιστορήματα της εφηβείας, αυτά που ανήκουν στο λεγόμενο μυθιστόρημα μαθητείας ή διαμόρφωσης και που παρουσιάζουν τα στάδια αυτογνωσίας του πρωταγωνιστή.» Ανέφερε παραδείγματα από την ξένη λογοτεχνία: το «Πορτρέτο του Καλλιτέχνη» του Τζέιμς Τζόις, τον «Μεγάλο/Υπέροχο Μολν» του Αλέν Φουρνιέ, τα «Χρόνια Μαθητείας του Βίλχελμ Μάιστερ» του Γιόχαν Βόλφγκανγκ φον Γκέτε, τον «Νεαρό Τέρλες» του Ρόμπερτ Μούζιλ. Αλλά και από τη νεοελληνική λογοτεχνία: τον «Λεωνή» του Γιώργου Θεοτοκά, τον «Αυτοτιμωρούμενο» του Γιάννη Μπεράτη, την «Τειχομαχία» του Θ.Δ. Φραγκόπουλου κ.ά.

«Η λογοτεχνία δεν έχει σχέση με την ηθική, αλλά με τη συγκεκριμένη γνώση που

μπορεί να προσφέρει», παρατήρησε. Ίσως γι’ αυτό δεν μας κάνει «καλύτερους ανθρώπους» η αισθητική καλλιέργεια. «Μας διαφωτίζει σχέσεις που έχουμε από παιδιά. Εξαρτάται μόνο από μας πόσο βαθιά θέλουμε να πάμε. Βεβαίως, παίζεται ένα σκληρό παιχνίδι στην κοινωνία: η απογύμνωση μπορεί να κατακρεουργήσει….»

Μια νέα ερώτηση επαναφέρει τη συνάρτηση λογοτεχνίας-ηθικής: «Δηλαδή η λογοτεχνία δεν

συμβάλλει στη εφαρμογή κανόνων ή δεν διαμορφώνει κανόνες;»

«Ως προς το άτομο, ναι. Η ηθική της εντολή είναι “ακεραιότητα”. Εννοούσα νωρίτερα την κοινωνική ηθική. Βαθιά αποστολή της λογοτεχνίας είναι να μας οδηγήσει στον αυθεντικό εαυτό μας.»

Τίθεται ως ζήτημα, στη συνέχεια, η ποδηγέτηση από τη λογοτεχνία στα στερεότυπα των κοινωνιών.

«Αν ένας νέος γνωρίσει κείμενα μεγάλα και βαθιά, θα ελευθερωθεί – ή θα φυλακιστεί. Είναι δίκοπο μαχαίρι. Λύση; Να διαβάζουμε αυτούς που μας αρέσουν. Μπορεί να πλανηθεί κανείς με τα διαβάσματά του, αλλά ο χρόνος διορθώνει.»

Αναρωτιέται εύλογα κανείς, εντούτοις, μπορεί ένας άνθρωπος να χάσει τον προορισμό του ή να χαθεί κατά τη διάρκεια της περιπλάνησής του εξερευνώντας τις πιο σκοτεινές γωνιές του εαυτού του μέσα από διαβάσματα; Διαδραματίζουν τόσο βαρυσήμαντο ρόλο τα βιβλία στην πορεία της ζωής μας, ώστε να πρέπει να προσέχουμε μ’ αυτά;

Τις απορίες προλαβαίνει η συνέχιση της συζήτησης για την κρίση ταυτότητας μέσα από τα λογοτεχνικά διαβάσματα.

«Λίγο-πολύ, όλοι περνάμε κάποια κρίση ταυτότητας και χωρίς τη λογοτεχνία.»

Ανέφερε την περίπτωση του Νεαρού Τέρλες που οι αμφιβολίες του τον ωθούν να κάψει τα ποιήματα που έγραφε. «Αποτέλεσμα, η καθήλωση. Πρώτη λύση: να είναι κανείς δύσπιστος. Χωράει πολλή αυτενέργεια η ζωή. Κι έπειτα, η δημιουργία δεν είναι μόνο στην υψηλή τέχνη. Ένας μαραγκός ζει μεγάλες ικανοποιήσεις από το έργο του, αν το κάνει καλά. Η δημιουργία είναι μόνιμη αγωνία όλων των ανθρώπων.» Μνημόνευσε τον ισχυρισμό των υπερρεαλιστών ότι «όλοι είμαστε ποιητές».

Στροφή στα χρόνια της δικής του διαμόρφωσης.

«Ήμουν μαζεμένος. Βλέπω γύρω μας αυτή τη βιβλιοθήκη, καλά ενημερωμένη…»

Παρέμβαση από το ακροατήριο: «Ίσως το πλήθος τόσων βιβλίων να μη λειτουργεί ενθαρρυντικά. Σε κάνει να νιώθεις ότι όλα έχουν ειπωθεί. Καλύτερα να μην τα είχαμε… Να ζούσαμε στην άγνοιά τους.»

«Όσο και να διαβάσεις, όμως, κάτι μένει που δεν βρίσκεις. Τίποτα πιο πρωτότυπο και μοναδικό από τον εαυτό μας, που είναι από τη φύση του πρωτότυπος. Αν τον βρεις, νιώθεις πως κάτι έχεις να πεις. Και κάτι έχεις. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με τον εαυτό μας όλοι μας είμαστε ξεχωριστοί. Δεν υπάρχουν δυο όμοιοι άνθρωποι στον κόσμο. Από την άποψη αυτή, ό,τι δυσκολίες είχε, ας πούμε, ένας αρχαίος ποιητής, λίγο-πολύ τις ίδιες έχει κι ένας σημερινός ποιητής. Δεν βρίσκεται σε μειονεκτική θέση ο σύγχρονος. Όσο θα υπάρχουν άνθρωποι, θα υπάρχει και πρωτοτυπία.»

Γίνεται λόγος για την ευρύτερη ιδεολογική ανομοιογένεια και την ανεπάρκεια απέναντι στα καθιερωμένα έργα: «Αυτοί ξέρουν!»

«Δεν ξέρουν», είναι η απάντησή του. «Οι εξουσίες επιδιώκουν να νομίζουμε ότι ξέρουν…»

Επιμονή της συζήτησης πάνω στο βαρύ φορτίο του παρελθόντος.

«Δεν είναι απαραίτητο να αναμασάμε κοινοτοπίες», επισημαίνει. «Αν δεν μπορούμε να φτιάξουμε κάτι καινούργιο, μπορούμε ωστόσο να μεταποιήσουμε. Θα είναι το ίδιο αξιόλογο.»

Ερώτηση από την ομήγυρη, με αρκετή τόλμη, ομολογουμένως: «Γίνατε κριτικός από κλίση ή από δημιουργική αδυναμία;»

«Σιγά-σιγά ξεκαθάρισα αυτή την επιλογή και σε έκταση χρόνων, από τα δεκαεφτά μου ξεκινώντας. Κάποια στιγμή αναγνώρισα τι μου πήγαινε: το ελεύθερο δοκίμιο. Η φύση μου το καθόρισε.»

Γυρνάμε στο έργο του κριτικού με την ερώτηση: «Τι δεσμεύσεις παρουσιάζει η επίκαιρη κριτική;»

«Όσο είναι ζωντανός κανείς, δεν είναι “καλός”. Οι δοσοληψίες θολώνουν την κρίση και φέρνουν εμπόδια στην άσκηση της κριτικής. Τελικά, για τους συγχρόνους μας μένει κριτής μόνον ο χρόνος.»

Σχολίασε τη συμπεριφορά των συγχρόνων επανερχόμενος στις αρχές της γνωριμίας με τον βαθύτερο εαυτό μας και της κατανίκησης κάθε αλλοτρίωσης.

Μόλις είπε αυτά, ακούστηκε η παρατήρηση από τη συντροφιά: «Αποφεύγετε τη λέξη “ταλέντο”.»

«Τη λέω καμιά φορά. Έχει γίνει κατάχρηση. Ο όρος “ταλέντο” είναι ένας αφορισμός. Θ’ αποτελούσε τίτλο ογκώδους πραγματείας το τι σημαίνει. Προφανώς “ικανότητα”. Αλλά έχουμε κληρονομήσει πολλές προκαταλήψεις σχετικά με αυτό.»

Αναφέρθηκε στην ανεκδοτολογική υποδοχή του Ντοστογιέφσκι από τον Νεκράσοφ. Έπειτα προσέθεσε:

«Φανταστείτε τους δοκιμαστές κρασιών. Μπορούν και διακρίνουν ιδιότητες των κρασιών με κριτήρια που δεν είμαστε σε θέση ακόμα να τα σταθμίσουμε ακριβώς. Είναι παράλογο! Ισχύει ωστόσο και για την κριτική.»

Μέσω του ταλέντου, επανερχόμαστε στο θέμα της δημιουργικότητας. Ανέτρεξε στους συμμαθητές του:

«Ακόμα και οι χειρότεροι αναδείχτηκαν πολύ άξιοι αλλού αργότερα.» (Έφερε παραδείγματα.) «Η δωρεά μπορεί να κατευθυνθεί παντού.»

Εν συνεχεία, επικεντρώθηκε η προσοχή μας στην ουσία της λογοτεχνίας. Για να τη χαρακτηρίσει θύμισε ένα επίθετο που συμπαθούσε ο Ζήσιμος Λορεντζάτος: «απερινόητη». Η προσέγγισή της,

είπε, προϋποθέτει τρία επίπεδα (ή βαθμίδες):

— Το ιστορικό: ποιος ο άνθρωπος, ποια η εποχή του κλπ.

— Το τεχνικό: σε ποια σχολή ανήκε, πώς έγραψε…

— Το αξιολογικό (εκτός λογικής – όπως θα προέκυπτε από μια καλή ανάγνωση).

Στα Γιάννενα η συντροφιά του, διηγήθηκε, σε μια λογοτεχνική βραδιά είχε κάνει ένα πείραμα: Τρεις φίλοι διάβασαν τρία ποιήματα με τέσσερις διαφορετικούς τρόπους. Πρώτα ουδέτερα, χωρίς κανένα χρωματισμό. Έπειτα τα ίδια ποιήματα κι οι τρεις με ρητορική έμφαση ή με στόμφο. Μετά με έντονη συναισθηματική χροιά. Και τέλος ελεύθερα, όπως το ένιωθε ο καθένας. Ήταν διδακτικό από την άποψη ότι φάνηκε πόσο δύσκολη, αλλά και διαφορετική, ήταν η ελεύθερη προσωπική ανάγνωση που δεν ακολουθούσε καμία από τις σχηματοποιημένες προηγούμενες αναγνώσεις. Όπως ηχεί μέσα μας λοιπόν. Η εσωτερική φωνή της ποίησης είναι μια φωνή σιγανή, υποβλητική, σε όλα τα κείμενα.»

«Μπορεί να διδαχτεί;» ρωτήθηκε.

«Μόνο αρνητικά. Αν είναι σχολείο μάλιστα, δεν μπορεί.»

Αναπόφευκτη η επόμενη ερώτηση:

«Μπορεί κάποιος να χαλιναγωγήσει τη δική του φωνή προκειμένου να βγει κάτι πιο εμπορικό;»

«Ναι. Διαβάζοντας διαδοχικά ποιητές ή πεζογράφους, τη νιώθουμε αυτή την εξασθένηση της εσωτερικής φωνής, όταν οι συγγραφείς αποβλέπουν στην εμπορικότητα.»

Αναφέρθηκαν διάφορες περιπτώσεις δημιουργών.

«Ο Σαμαράκης, π.χ., επεδίωξε μια τέτοια χαλιναγώγηση.»

Επεσήμανε επιτήδευση στον Γιώργο Χειμωνά: «Ανέβαινε στον άμβωνα κι έβγαζε λόγο.» Αλλά ξεχώρισε κάποια πρώιμα γραπτά του.

Σχολιάστηκε παρενθετικά η διαφορά ανάγνωσης-απαγγελίας. Καταδικάστηκε, με την ευκαιρία, η απαγγελία Καβάφη από την πολύ αξιόλογη Έλλη Λαμπέτη.

Η συζήτηση πήγε στο ζήτημα της αξιολογίας ως κύριας μέριμνας της κριτικής – και όχι της θεωρητικής μεσολάβησης ανάμεσα στα κείμενα και το κοινό.

«Σταδιοδρομούν οι “ξεκλειδωτές”…» (αναφορά στό βιβλίο τοῦ Τζέρεμι Χόθορν Ξεκλειδώνοντας τό Κείμενο). «Θα τη δεχόμουν τη θεωρία, αν δεν μπορούσε να εφαρμοστεί παρά μόνο στη λογοτεχνία, και όχι σε οποιοδήποτε κείμενο, λογοτεχνικό ή όχι.» Η ευκολία της διάδοσής της τον έκανε πολύ σκεπτικό. «Κι έπειτα, δεν μπορεί να συνεισφέρει στην αξιολογία.»

Εξέφρασε τη δυσαρέσκειά του από την εφαρμογή της θεωρίας σε «προϊόντα που έτειναν να γίνουν λογοτεχνικά, αλλά δεν έγιναν». Αναγνώρισε ότι η καλύτερη προσπάθεια έγινε από τους φορμαλιστές και από την αγγλοσαξονική Νέα Κριτική. Έκανε λόγο και για ένα δοκίμιο του Tζ. Κ. Ράνσομ που λέει πολύ ωραία τι δεν είναι κριτική, αλλά στο τέλος δεν λέει τι είναι – σα να συμφωνεί, έτσι, με τον Ρολάν Μπαρτ που ομολόγησε ότι, «για την ώρα, δεν μπορούμε να συγκροτήσουμε επιστήμη της λογοτεχνίας».

«Δηλαδή είστε πιο κοντά στην ερμηνεία;» τον ρωτήσαμε.

«Ασφαλώς», απάντησε μονολεκτικά και απερίφραστα.

Άλλη ερώτηση: «Τελικά, είναι χρήσιμη η κριτική;»

«Ναι. Είναι πρακτικό ζήτημα. Τα βιβλία που παράγονται είναι πολλά και ο μέσος αναγνώστης νιώθει απληροφόρητος. Κανένας κριτικός δεν διαβάζει, βέβαια, όλα τα βιβλία. Μπορεί, όμως, να πάει σ’ ένα βιβλιοπωλείο και να δει. Και μπορεί από ελάχιστο δείγμα να ξεχωρίσει και να σταθεί προσεχτικότερα… Έπειτα, τι θα ήταν για μας ο Σολωμός, ο Καβάφης, χωρίς την κριτική;»

Εξέφρασε πάλι τη δυσαρέσκειά του με τις μικρότητες των ζώντων:

«Νέοι που γίνονται δεκτοί θερμά, αν συναντήσουν επιφύλαξη στο τέταρτο βιβλίο τους, αλλάζουν στάση. Ακόμα και σε επιστημονικά συνέδρια παρατηρείται σιωπή ως προς τους ζώντες… Η δημόσια εικόνα μάς κάνει διστακτικούς στις κρίσεις μας. Στα σεμινάρια χωρίς κοινό, ναί. Μου έτυχε κάποτε σε ένα νησί να λάβω μέρος σε τέτοια συνάντηση και εκεί ακούστηκαν καθαρές και κοινής αποδοχής εκτιμήσεις.»

Η συνάντηση έκλεισε όχι επειδή είχε εξαντληθεί το ενδιαφέρον της, αλλά γιατί η ώρα είχε παράσει.

Ο λόγος του κ. Αράγη ήταν προσεγμένος και συμπυκνωμένος. Φανέρωνε ότι έχει αναφερθεί σε τέτοια ζητήματα αρκετές φορές και ότι ήταν εγκρατής γνώστης των θεμάτων που συζητήθηκαν – ότι «ζούσε» μ’ αυτά.

Πριν αποχωρήσει χάρισε βιβλία του, και μάλιστα δυσεύρετα πια (εκτός εμπορίου), στη Βιβλιοθήκη του σχολείου.

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιώργο Γώτη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 16 Ιανουαρίου 2013 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: ο Γιάννης Πουλόπουλος

Με την αρχή του καινούριου χρόνου ξεκίνησε και ο Όμιλος της Λογοτεχνίας, και στην πρώτη αυτή Συνάντηση είχαμε την τιμή να συνομιλήσουμε με τον ποιητή Γιώργο Γώτη. Η συζήτηση άρχισε να κυλάει με το δικό του έναυσμα, το οποίο περιλάμβανε την περιγραφή των εγκύκλιων σπουδών του στην επαρχία, τις δυσκολίες που επέφερε η Δικτατορία, τις εξαιρέσεις που υπήρχαν ανάμεσα στους καθηγητές του και τη μύηση, χάρη σε αυτούς, πολλών συνομηλίκων του στη λογοτεχνία. Θίγοντας το θέμα με το οποίο ασχολούνται η φετινές Λογοτεχνικές Συναντήσεις (το «Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»), παρουσίασε τρία παραδείγματα – τρεις διαφορετικές ιστορίες.

Η πρώτη ιστορία ήταν από τον Δάντη, ο οποίος στην αρχή της «Θείας Κωμωδίας» παρουσιάζεται από τον Βιργίλιο στους μεγάλους ποιητές του κλασικού παρελθόντος, με επικεφαλής τον Όμηρο. Αυτοί τον υποδέχονται, στην προνομιακή τους θέση στη Κόλαση (ως παγανιστές), ως έκτο στη συντροφιά τους και συνομιλούν μαζί του. Αλλά, όπως το σχολίασε ο κ. Γώτης: «Δεν μας λέει τι είπαν. Ωραίο μυστήριο – πειρασμός…» Αυτή η φανταστική συνάντηση, κατά τον ίδιο, είναι μια ιστορία για τον τρόπο ένταξης των ανθρώπων (των καλλιτεχνών) στον πολιτισμό, με τα πιο υψηλά μέτρα, και για την τύχη να γίνουν αποδεκτοί από το καθιερωμένο σύστημα αξιών.

Η δεύτερη ιστορία που μας αφηγήθηκε ήταν η εκμυστήρευση του Γουίλιαμ Γουέρντσγουερθ σε έναν φίλο του, για τον φόβο του ότι ένας κατακλυσμός θα σαρώσει τα πάντα. Όπως μας διηγήθηκε ο κ. Γώτης, ο μεγάλος Άγγλος ρομαντικός είδε σε όνειρο ότι είχε αποκοιμηθεί σε μια σπηλιά διαβάζοντας τον «Δον Κιχώτη» και ονειρεύτηκε ότι βρισκόταν σε μια έρημο, όπου του εμφανίστηκε ένας βεδουίνος, ο οποίος κράταγε στα χέρια του, μεταξύ άλλων, και τα «Στοιχεία» (τη Γεωμετρία) του Ευκλείδη. Αυτός του είπε πως η αποστολή του ήταν «να σώσει τις επιστήμες και τις τέχνες». Αργότερα ο Γουέρντσγουερθ έκρινε πως αυτός ήταν ο Δον Κιχώτης, και η ιστορία του μας υποδεικνύει την αποστολή και το χρέος των ανθρώπων στη δημιουργία.

Η τρίτη και τελευταία ιστορία που μας εξιστόρησε ο κ. Γώτης ήταν το όνειρο του Ρωμανού Μελωδού όταν ήταν διάκονος. Κατ’ αυτόν, του παρουσιάστηκε η Παναγία να του δίνει ένα μεγάλο βιβλίο για να το φάει. Εκείνος έπραξε όπως του υπέδειξε και μετά από λίγο άρχισε να συνθέτει ύμνους. Αυτή η ιστορία είναι μια αλληγορία για την έμπνευση και το ξεκίνημα του καθενός στο δρόμο της δημιουργίας.

Μετά από αυτές τις χαρακτηριστικές ιστορίες, μας δικαιολογήθηκε πως «Δεν χρειάζεται να είναι όλοι οι δρόμοι ίδιοι, ο καθένας διαφέρει από του άλλου», και πως η λογοτεχνία πάντοτε έθετε ερωτήματα που παράλλαζαν κατά εποχές. Με αυτά τα ερωτήματα μπορούσε και μπορεί να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους, είτε αυτοί είναι παραλήπτες είτε αποστολείς. Τα κείμενα επηρεάζονται από κείμενα και οι αναγνώστες επηρεάζονται από τα διαβάσματά τους, είπε λίγο αργότερα. Στην ίδια διάσταση, βρήκε την ευκαιρία να παρατηρήσει ότι ειδικά η ποίηση «είναι όλη ζήτημα χρόνου: η αιωνιότητα σε λίγες γραμμές». Υπάρχουν συγκεκριμένες στιγμές και πρόσωπα στο χρόνο, στα οποία επιστρέφουμε και, έχοντας κάτι στο νου, το προβάλλουμε στη γραμμή του. Μόνο η παλινδρόμηση στο χρόνο μάς δίνει τα κλειδιά για να επικοινωνήσουμε, και μέσα από το γράψιμο στοχεύουμε στο να υλοποιήσουμε αυτή τη διπλή κίνηση, και να αντέξει. Η διαδικασία με την οποία γίνεται αυτό παραλλάσσει κάθε εποχή και το κυρίαρχο ύφος κάθε εποχής συνδέει το έργο με τη στιγμή σύλληψης και τους υλικούς όρους της δημιουργίας.

Μετά από μια σύντομη παύση, η συζήτηση συνεχίστηκε, αλλά αυτή τη φορά με λίγο διαφορετική πορεία. Η συνεχής τροφοδότηση της λογοτεχνίας, παρατήρησε ο προσκεκλημένος μας, επιτυγχάνεται με την ανάγκη του ατόμου να υπάρξει ένας τρόπος έκφρασης, τον οποίο θα εξατομικεύσει. Ο τρόπος αυτός (το σύνολο των κανόνων του) είναι μέσα στον ορίζοντα της εποχής του. Θεμέλιο της επικοινωνίας κοινού και δημιουργών είναι η αρέσκεια βάσει κανόνων. Οι κανόνες διευκολύνουν την πρόσληψη. Κινήματα και τεχνοτροπίες κυριάρχησαν, έφυγαν κι επανήλθαν: δύσκολα, επομένως, μπορεί να ξεκαθαριστεί ο ορίζοντας στο εσωτερικό μιας εποχής. «Σίγουρα θα υπάρχουν μερικά έργα τα οποία θα σας αρέσουν περισσότερο από άλλα. Διαβάζουμε πολλά, αλλά λίγα είναι αυτά που μας ξεκουράζουν και αποτελούν το καταφύγιό μας: αγαπημένοι συγγραφείς ή, καλύτερα, αγαπημένα κομμάτια.» Αυτό είναι και κάτι το οποίο, όπως μας τόνισε, το υποστήριζε και μέσα από δική του, προσωπική εμπειρία.

«Μπορεί να υπάρξει αριστεία στους ποιητές;» ρωτήθηκε.

Κατ’ αυτόν, υπάρχει, και όπως είπε: «Μεγάλος ποιητής είναι αυτός που φτιάχνει έναν κόσμο συνολικά και απαντά σφαιρικά σε ζητήματα της εποχής του.» Ίσως οι χαρακτηρισμοί να είναι προκαταλήψεις των ηλικιωμένων (βάσει της αποθησαυρισμένης πείρας τους), όμως οι νέοι τους ελέγχουν και ή τους επιβεβαιώνουν ή τους απορρίπτουν. Κάποιοι χαρακτηρισμοί επιβεβαιώνονται συστηματικά και συνεπώς υπάρχει μεγαλύτερη σιγουριά ως προς το κύρος τους.

Πάνω σε αυτό το θέμα, διάβασε τον «Ποιητή» του («Χρονογραφία», 2007), από τις κάρτες που κυκλοφορούσαν ανάμεσά μας, και αναφέρθηκε στο ανεκδοτολογικό υπόβαθρο του ποιήματος. Λίγο μετά από το αυθόρμητο γέλιο που προκάλεσε το κείμενο (όχι απαλλαγμένο και από μια δόση πικρίας), αναφερθήκαμε στους ποιητές που αδικήθηκαν, λόγω του ότι η εικόνα τους παρουσιάστηκε αμαυρωμένη στη λαϊκή κουλτούρα, θυσιασμένη πάνω στον βωμό του παρεξηγημένου μοντερνισμού. Από τα πρώτα παραδείγματα ήταν ο «Σκοταδόψυχος» του ελληνικού κινηματογράφου, και ακολούθησαν άλλα πολλά.

Το ποίημα, όμως, παρατηρήθηκε ότι δεν είναι από τα χαρακτηριστικά του κ. Γώτη. Προκειμένου λοιπόν να πάρουμε μια γεύση από την αντιπροσωπευτική γραφή και θεματολογία του, μας διάβασε τη «Θολή Παρασκευή» από το ίδιο βιβλίο.

Έχοντας ήδη παρασυρθεί από το σύνηθες ρεύμα που μας συνεπαίρνει σε παρόμοιες συναντήσεις, ξαναγυρίσαμε στο καθόλου λιγότερο ενδιαφέρον θέμα που μας απασχολεί αυτή τη χρονιά (το «Συμβόλαιο Πομπού-Δέκτη»), για να ακούσουμε από τον καλεσμένο μας ότι ο δημιουργός δεν χρειάζεται να κάνει υποχρεωτικά υποχωρήσεις στο «κοινό γούστο» ή τη «μέση αντίληψη», επειδή υπάρχει για τους περισσότερους δίοδος μέσα από τη σκοτεινότητα, χάρη στη συμβολοποίηση μερικών βασικών, καθοριστικών θεμάτων.

Μετά από ερώτηση κάποιου παρευρισκόμενου για το πώς δουλεύει ο ίδιος, ήμασταν αρκετά τυχεροί που βρισκόμασταν εκεί για να μάθουμε την απάντηση: Ο τρόπος είναι απλός, είπε· κάθε φορά που τελειώνει ένα έργο, το διαβάζει δυνατά ο ίδιος, έτσι ώστε να σιγουρευτεί ότι τον αγγίζει και ότι είναι ολοκληρωμένο και, εφόσον υπάρχουν οι προαναφερθείσες «προδιαγραφές», τότε το ιαβάζει και σε μερικούς κοντινούς του φίλους, ανθρώπους που εμπιστεύεται. Έχει πολλά πετάξει. Δεν τα κρατά (ρωτήθηκε επίμονα γι’ αυτό) επειδή είναι επικίνδυνος πειρασμός.

«Είστε σκληρός δηλαδή;» ρωτήθηκε.

«Λιγάκι… Όχι πολύ.»

Υιοθετεί κριτικά, μας είπε, τις γνώμες όσων εμπιστεύεται. Ανάμεσα σ’ αυτούς και ο εκδότης του Αιμίλιος Καλιακάτσος. «Σχολαστικός μέχρι σημείου που μερικές φορές δεν αντέχεις, αλλά ποτέ παρεμβατικός» σχολίασε, εγκωμιάζοντας τη συγκρότησή του.

Αναφερόμενος στα κριτήριά του, είπε ότι τα πράγματα που κάποιος θα πρέπει να προσέχει περισσότερο είναι: «Ρυθμός σωστός, νόημα πλήρες, λέξεις έκπληξη. Για να δοκιμάσεις το δικό σου έργο, αρκεί να το συγκρίνεις με το πρότυπο των μαστόρων της τέχνης.»

Λίγο αργότερα μας ρώτησε αν διαβάζουμε ποίηση και με ποιο κίνητρο και κριτήριο. Αφού ακούστηκαν μερικές αξιόλογες απαντήσεις, στάθηκε σε μία:

«Κάτι που αναζητάς.»

«Πόσο παλιό; Ένα δημοτικό τραγούδι συγκινεί όσο ένα σύγχρονο;»

Συμφωνήθηκε πως αυτό που αγγίζει είναι το νόημα, μιας και ο ρυθμός είναι απαρασάλευτη αξία.

«Εσάς τι σας κίνησε να γράψετε;» τον ρώτησε στη συνέχεια άλλο μέλος της Λογοτεχνικής Συντροφιάς.

«Το διάβασμα», απάντησε εκείνος, και αναφέρθηκε στη δανειστική δημοτική βιβλιοθήκη της ιδιαίτερης πατρίδας του (δωρεά του Ε.Π. Παπανούτσου) και στον συναγωνισμό που είχε αναπτυχθεί μεταξύ των συνομηλίκων του για το ποιος έχει διαβάσει τα περισσότερα βιβλία. Επίσης, μας ομολόγησε πως από την αρχή, πριν ακόμα ξεκινήσει να γράφει, ένιωθε πως με μεγαλύτερη χαρά θα έγραφε ένα ποίημα από οτιδήποτε άλλο.

Η επόμενη ερώτησε που του έγινε ήταν για το αν έχει καμιά ιδιαίτερη προτίμηση από τα ποιήματα.

«Ω ναι! Έχω!»

«Όχι από διαφορετικών ποιητών. Από τα δικά σας.»

«Ναι, κι εγώ για τα δικά μου λέω… Σε ποιον ποιητή εξάλλου δεν του αρέσουν τα δικά του ποιήματα!»

Ακολούθησαν γέλια και μετά μας διάβασε το «Άννα Καρένινα» (πάλι από τη «Χρονογραφία»), το οποίο ένιωθε να έχει παραδειγματικό χαρακτήρα.

Το ξεκίνημά του στη ποίηση, προσέθεσε στη συνέχεια, είχε γίνει γράφοντας ομοιοκατάληκτα και ελευθερόστιχα ποιήματα και, παρότι είχε γράψει αρκετά από το πρώτο είδος (μας διάβασε δυο απ’ αυτά, που περιλαμβάνονται στην «Κρυμμένη Εικόνα» του 1999), δίστασε να τα δώσει στη δημοσιότητα, λόγω του πληθωρισμού που είχε δημιουργηθεί εκείνη την εποχή από παρόμοια ποιήματα. Κατά τη δεκαετία του 1980, βρισκόταν μέσα σ’ ένα πέλαγος από προβληματισμούς σχετικά με τη ρίμα. Σε αυτή τη γενιά είχε προσφέρει αρκετά στελέχη η σχολή του, η Οδοντιατρική Αθηνών.

Με αφορμή τη ρίμα, μιλήσαμε και για την τέχνη της ραπ και τη μορφή της. Αναφερόμενοι στο ρητό πως «οι νέοι καιροί απαιτούν και νέα μέσα», ζητήθηκε η άποψή του πάνω σε αυτή την παράδοση, πλέον, και τον ρωτήσαμε ποια είναι η στάση του απέναντί της. Μας απάντησε ως εξής:

«Η άποψή μου είναι πολύ καλή. Σημασία έχει η βαθύτητα και η ειλικρίνεια.» Προφανώς, αφού και αυτή η τέχνη δεν θα πρέπει να χρησιμοποιείται για εκτόνωση, αλλά για έκφραση. Ίσως ο κ. Γώτης έδινε μια συμβουλή στους τραγουδοποιούς της ραπ.

Άλλο μέλος της Λογοτεχνικής Συντροφιάς (με καλή μνήμη…) θυμήθηκε ότι ο φίλος του προσκεκλημένου μας κ. Κοροπούλης είχε αναφέρει, την προηγούμενη χρονιά, πως η ραπ «αντιμετωπίζει το χάος με τάξη», καθώς μάλλον τα θέματα και ο τρόπος ανάπτυξής τους συγκρούονται με την «παραδοσιακή» στιχουργική της. Αφού κόπασε το νέο ξέσπασμα γέλιου που ακολούθησε την παρατήρηση, ο κ. Γώτης, συμπλήρωσε: «Μπορεί να λειτουργήσει και αμφίδρομα. Το μήνυμα ευνοείται και με αντίστροφη φορά.» Αν και εγώ πιστεύω πως κάποιος εκπρόσωπος της ραπ, για να το καταφέρει αυτό, θα πρέπει να έχει απλώς και την κατάλληλη ικανότητα, την ειδική ικανότητα που χρειάζεται και γι’ αυτό το είδος μουσικής.

Μετά από αυτή τη συζήτηση, μιλήσαμε για τη δυσκολία και τη σκοτεινότητα του λόγου σήμερα και για τη γοητεία της κρυπτικότητας. Μας επεσήμανε όμως πως, έτσι κι αλλιώς, τα ποιήματα είναι βραδυφλεγή, και έφερε για παράδειγμα τον ρυθμό ανάγνωσης μικρών σε έκταση βιβλίων, όπως είναι και οι ποιητικές συλλογές. Κατά την άποψή μου, αν ο ποιητής είναι «καλός», τότε δεν έχει και τόση σημασία η έκταση της ποιητικής του συλλογής, καθώς είναι σαν μια σταγόνα πολύ δυνατού και όμορφου αρώματος: δεν σε ενδιαφέρει η ποσότητα· μονάχα η μυρωδιά του.

Σχόλια έγιναν και για την προθετικότητα:

«Είναι ίσως και ματαιοπονία να την αναζητούμε», παρατήρησε ο καλεσμένος μας. «Μερικές φορές έχει ξεχάσει κι ο ίδιος ο ποιητής τι τον κίνησε να γράψει κάτι.»

Η συνάντηση έκλεισε μόνο και μόνο επειδή είχε παράσει η ώρα. Ο κ. Γώτης είχε την ευγένεια να προσφέρει στη Βιβλιοθήκη του σχολείου μας αντίτυπα των βιβλίων του.

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Γιάννη Πατίλη στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 19 Δεκεμβρίου 2012 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Νεφέλη-Ειρήνη Αγγελιδάκη.

Την τελευταία Τετάρτη του 2012, στις 19 Δεκεμβρίου, είχαμε την τιμή να υποδεχτούμε στη συντροφιά μας τον Γιάννη Πατίλη, ποιητή, δοκιμιογράφο, εκδότη του περιοδικού «Πλανόδιον». Ο κ. Πατίλης ήταν πολύ ανοιχτός μαζί μας. Απάντησε σε όλες τις ερωτήσεις πρόθυμα, από την αρχή της συνάντησης, εξασφαλίζοντας, έτσι, τη συμμετοχή μας στη συζήτηση που ακολούθησε.

Ένα από τα πρώτα σημεία που τέθηκαν σε συζήτηση ήταν η μελαγχολική ιδέα ότι με το διαδίκτυο κατά κάποιον τρόπο αποχαιρετούμε τα βιβλία, που ίσως καταλήξουν μελλοντικά να είναι ένα «προστατευόμενο είδος». Εντούτοις ο κ. Πατίλης είναι ένας λάτρης του διαδικτύου, κι αυτό φαίνεται από το ιστολόγιό του με τις «Ιστορίες Μπονζάι». Τόνισε άλλωστε πόσο οι κανόνες καλαισθησίας και δημοσιογραφικής δεοντολογίας δεν έπαψαν να ισχύουν στον κυβερνοχώρο, παρά την ακαλαισθησία και την ανευθυνότητα που βλέπουμε ακόμα εκεί να επικρατούν.

Θίξαμε, κυρίως, το θέμα περί ωραιότητας ενός ποιήματος, αλλά και περί του δημιουργού του. Πώς κρίνεται, αλήθεια, ότι ένα ποίημα είναι «καλό»; Καταλήξαμε, λοιπόν, στο γεγονός ότι για να κρίνει κανείς ένα ποίημα είναι αναγκαίο να κατέχει σε βάθος το θέμα του, να μπορεί να αντιληφθεί τα πραγματολογικά του στοιχεία (δηλαδή να μην του λείπει η εμπειρία σχετικά με ό,τι αναφέρει), και να διαθέτει την απαραίτητη καλλιέργεια για την πρόσληψη της αισθητικής του.

Τα λογοτεχνικά έργα, παρατήρησε ο καλεσμένος μας, γίνονται δυσπρόσιτα λόγω της μεταφορικότητάς τους, που καθιστά απαραίτητες τις πνευματικές και κοινωνικοπολιτικές εμπειρίες. Απέναντι στα καλλιτεχνικά επιτεύγματα, ωστόσο, οφείλουμε να έχουμε την τόλμη να λέμε αν μας αρέσουν ή όχι και γιατί. Αυτό είναι ένα μέτρο της επικοινωνίας μαζί τους.

Όπως ήταν φυσικό, ο καλεσμένος μας απήγγειλε κάποια από τα ποιήματά του, που έκαναν εντύπωση στο κοινό. Τα περισσότερα είχαν διανεμηθεί σε κάρτες και φωτοαντίγραφα μεταξύ των παρόντων. Η απαγγελία του ήταν ιδιαίτερη. Τον έκανε ιδανικό αναγνώστη για αυτά, εφόσον αποκτούσαν άλλη διάσταση.

Σχολίασε, π.χ., το [21] από το «Ζεστό Μεσημέρι» και άνοιξε το θέμα της φθοράς και του βιώματός της. Ή, κατόπιν, την «Πορεία» από τα «Κέρματα» και την τύχη της χώρας που προχωρούσε τότε προς την ΕΟΚ.

Με την ευκαιρία του «Calibri» από την «Αποδρομή του Αλκοόλ» αναφέρθηκε στην αισθητική της τυπογραφίας και στον τρόπο με τον οποίο την αξιοποίησε για το μήνυμά του. Αναφερόμενος στο «On air» τόνισε τη σημασία της προσοχής που πρέπει να δοθεί στην ομιλούσα persona. Συζητήθηκε συναφώς και η λειτουργία της περιστασιακότητας στην ποίηση

Λίγο αργότερα μπήκε στη συζήτηση η συνάρτηση ηθικής συνείδησης και καλλιτεχνικής πραγμάτωσης – πώς συμβαίνει ένας «κακός» άνθρωπος να παράγει στην τέχνη «καλά» πράγματα. Ο προσκεκλημένος μας τοποθετήθηκε ρητά: έτσι βγαίνει «αυτό το μαύρο πράγμα».

Όσον αφορά τον δημιουργό, ο εξαγνισμός που προσφέρει η ποίηση κάνει τη συγγραφή της προσιτή σε οποιονδήποτε, ανεξαρτήτως από το αποτέλεσμα. Επέμεινε στον εξαγνιστικό ρόλο της ποίησης. Γι’ αυτό και η σημασία της για την εκπαίδευση είναι σπουδαία. Αφορμή παίρνοντας απ’ αυτό μάς διάβασε και το ποίημα της τελευταίας του συλλογής «Ποια Μέρα γιορτάζουμε την Ποίηση».

Εστιάζοντας στον τρέχοντα θεματικό άξονα των συναντήσεών μας, ο κ. Πατίλης διέκρινε σε τέσσερις κατηγορίες τις στάσεις των δημιουργών απέναντι στο κοινό. Είπε, δηλαδή, ότι ο καλλιτέχνης μπορεί να λάβει υπόψη του είτε το ευρύ κοινό είτε τα ατομικά του κριτήρια (ό,τι χειρότερο, κατά την κοινή εκτίμηση) είτε τους δασκάλους του (επικίνδυνο αυτό) είτε το στενότερο κοινό (που είναι μάλλον το καλύτερο). Αποδέχτηκε ότι το μεγάλο κοινό δεν διέφερε ποτέ και παρατήρησε ότι στην καλλιέργειά του διαδραμάτισε σημαίνοντα ρόλο η ομοιογένεια και ο τρόπος που την αξιοποίησε το εκάστοτε κατεστημένο (π.χ. η εκκλησία).

Τέλος, αναφερθήκαμε στο θέμα της «καταστροφής» της ποίησης από τη φιλολογία, η οποία αποτρέπεται όταν η ποίηση υπερβαίνει τον φιλολογισμό. Έφερε ως παράδειγμα τον «Παρθενοπίπη» από την τελευταία του συλλογή – ένα κείμενο με φιλολογικό υπόβαθρο. Η συνάντηση αυτή μαγνητοσκοπήθηκε, κι έτσι αρκετές λεπτομέρειες μιας γραπτής ανταπόκρισης δεν είναι απαραίτητες. Υπάρχει πάντα η ελπίδα αυτό το υλικό να δημοσιοποιηθεί. Ας προσθέσουμε όμως εδώ ότι ο κ. Πατίλης διέθετε και εξαιρετική αίσθηση του χιούμορ, δημιουργώντας με κάθε ευκαιρία μια ευχάριστη ατμόσφαιρα.

Κλείνοντας, θα έλεγα με βεβαιότητα ότι η συνάντηση με τον Γιάννη Πατίλη ήταν η ιδεώδης για το κλείσιμο μιας γεμάτης ημερολογιακής χρονιάς.

Σωτήρης Δημητρίου: «Ένα παιδί από τη …Θεσπρωτία». Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Σωτήρη Δημητρίου στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 12 Δεκεμβρίου 2012 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία»

Γράφει: η Νάντια Αθανασοπούλου-Αντωνίου.

Ακόμη μια Τετάρτη παραμένω συνεπής στο ραντεβού μου με τη λογοτεχνική συντροφιά του 2ου Πειραματικού Λυκείου Αθηνών. Ο σημερινός καλεσμένος; Κάποιος Σωτήρης Δημητρίου, κάποιος Έλληνας διηγηματογράφος. Υπάρχουν και τέτοιοι; Άγνωστος με βάση τα φτωχά μου αναγνώσματα.

Ως συνήθως, κατέφθασα καθυστερημένη, βρίσκοντας την υπόλοιπη ομάδα να παρακολουθεί την ανάγνωση ενός διηγήματος του κ. Διηγηματογράφου από τον κ. Αρμάο. (Είχα τις αμφιβολίες μου εκείνη τη στιγμή για τον αν λέγεται Δημητρίου ή Σωτηρίου. Άτιμη μνήμη.) Για καλή μου τύχη, όμως, ο προσκεκλημένος μας δεν είχε φανεί ακόμη. Εμφανίστηκε λίγα λεπτά αργότερα.

Ο κ. Δημητρίου, χωρίς να χάσει χρόνο, αναφέρθηκε στο θέμα που έχει τεθεί από την ομάδα πρώτο για φέτος: στη σχέση του πομπού και του δέκτη – συγκεκριμένα, του λογοτέχνη και του αναγνώστη. Για τον ομιλητή, ο αναγνώστης σήμερα, αν και είναι απαιτητικός, δεν απασχολεί τον συγγραφέα κατά τη διάρκεια της γραφής. Αν υπέθετε ότι έχει στον νου του ένα είδος αναγνώστη, αυτό θα ήταν «ένα μόρφωμά του. Θέλω να με ξεπερνά», είπε, «να είναι πάνω από μένα ως προς την ευφυΐα και την αισθαντικότητα.» Ένας ιδεατός αναγνώστης δηλαδή, ο οποίος, όπως εξομολογείται ο καλεσμένος μας, γίνεται μέτοχος των «παιχνιδιών» και των «τρικλοποδιών» του συγγραφέα. Αυτός που «ευχαρίστως θα συμμετάσχει». Πολύ κοντά στον αναγνώστη αυτόν, ο αποκαλούμενος «επαρκής» πραγματικός δεν νιώθει σεβασμό για τον συγγραφέα που τα κάνει όλα «φραγκοδίφραγκα». Άλλωστε, συνέχισε, «η γέφυρα που ρίχνει ο συγγραφέας είναι επικοινωνιακή και ειρηνευτική ανταλλαγή εμπειριών».

Τότε, στην πρώτη παρατήρηση, από το πάντα σε εγρήγορση ακροατήριο, για το βαθμό που ο συγγραφέας υπολογίζει το αναγνωστικό του κοινό, θεωρώντας δεδομένη τη δημοσιοποίηση του έργου του ενόσω το γράφει, απαντά πως, παρόλο που δεν θα έπρεπε να συμβαίνει κάτι τέτοιο, «κανείς δεν γράφει για να κιτρινίσουν οι σελίδες του σε κάποιο συρτάρι», αποκαλύπτοντας παρακάτω ότι τελικά η συγγραφή αποκτά ιδιότητες ψυχοθεραπείας, μέσω της οποίας ο γράφων απαλλάσσεται από ένα βάρος, το οποίο όμως φορτώνεται στον αναγνώστη. Η δήλωση αυτή απέσπασε αρκετά χαμόγελα επιβεβαίωσης, γιατί άλλωστε ποιος αναγνώστης δεν την έχει πάθει έτσι; – να πάει για μαλλί και να βγει κουρεμένος; Βέβαια, προσθέτει πως «κι ο αναγνώστης διαβάζοντας κάνει μια διαφορετική, δική του ψυχοθεραπεία».

Στη συνέχεια ζητήθηκε η γνώμη του για τη σχέση τόπου κι ιστορίας με τη λογοτεχνική δημιουργία, και με την αφορμή αυτή ο κ. Δημητρίου υπογράμμισε ότι ο ίδιος γράφει για πρόσωπα που ζουν σε παραμεθόριες περιοχές και ότι «το αίσθημα της ιστορίας εκεί είναι εντονότερο». Το κοινό ελκύεται από την «μικροϊστορία», από την άγνωστη, κυρίως, ιστορία, προσέθεσε, αλλά κατέστησε σαφές ότι δεν πρόκειται για θέμα εξωτισμού. «Οι άνθρωποι, πάνω στην φλούδα αυτού του πορτοκαλιού, στα εννιά μοιάζουν και σε ένα διαφέρουν.» Το να κινείσαι όμως πέρα από τον κοινό τόπο, συμπληρώνει, εξασφαλίζεται μερικές φορές από την τύχη.

Ο ομιλητής διαχωρίζει τους συγγραφείς σε δυο κατηγορίες: σε όσους γράφουν εκ περιουσίας και σε όσους χρειάζονται την κατάλληλη ιστορική συγκυρία για να δημιουργήσουν. Για να διασαφήσει αυτό που έλεγε, έφερε ως παράδειγμα τον Γιάννη Μπεράτη με το «Πλατύ Ποτάμι»: «Λέγαν γι’ αυτόν πως “έξυσε το δόντι του” κι έγραψε αυτό το βιβλίο. “Ωραία”, απάντησε ο Μπεράτης. “Ας ξύσουν κι αυτοί το δικό τους δόντι”… Δε φτάνει λοιπόν η περιουσία.»

«Τα λέω λίγο μπερδεμένα», μονολόγησε ξαφνικά, «αλλά έτσι είναι κι η ζωή.»

Αμέσως μετά διατυπώθηκε η ερώτηση για το αν και πόσο η επιτυχία επηρεάζει τη γραφή. «Εξαρτάται από την αντίσταση που έχει ο καθένας», απάντησε, διευκρινίζοντας ότι η διατήρηση ενός τρόπου γραφής δεν οφείλεται πάντα στο γεγονός ότι είχε επιτυχία, και παραδεχόμενος στη συνέχεια ότι ο άνθρωπος επαναλαμβάνεται. (Όντως. Και, μάλιστα, καθημερινά. Αναρωτιέμαι πώς να μην αλλάξεις ολόκληρο το εβδομαδιαίο σου πρόγραμμα στο άκουσμα –στη συνειδητοποίηση– αυτής της αλήθειας; Κι όμως, η συνεχής αλλαγή, κι αυτή μια επανάληψη δεν είναι;) «Ο άνθρωπος μπορεί να πει το ίδιο τραγούδι. Ο συγγραφέας, απλώς, με κάθε βιβλίο του προσπαθεί να βαθύνει το τραγούδι του.»

«Εσείς αλλάξατε;» ρώτησε κάποιος, αναφερόμενος στο διαφορετικό ύφος των βιβλίων του.

«Όχι, ο ίδιος είμαι.»

Ο καταπέλτης ερωτήσεων επιμένει και προκαλεί τον κ. Δημητρίου να απαντήσει τώρα αν είναι απαραίτητο να υποφέρει κανείς για να δημιουργήσει. Αρνούμενος ότι ο πόνος είναι «βασιλική οδός» και αποφαινόμενος ότι η άποψη αυτή «είναι ρετσέτα», μας καθιστά κοινωνούς μιας από τις πιο όμορφες αντιφάσεις: «Κανονικά, για τη χαρά της ζωής μπορεί να γράψει μόνο ένας “απελπισιογράφος”.» Δεν διστάζει να πει πως «ο πιο πονεμένος μπορεί να γράψει κάτι άθλιο. Από την άλλη, όμως, το μαργαριτάρι προκύπτει από ασθένεια του στρειδιού. Θέλει λίγο-πολύ το πετραδάκι στο παπούτσι.»

Σε αντιδιαστολή με τα παραπάνω σχολιάστηκε το παράδειγμα του ευκατάστατου Τόμας Μαν. Ο ίδιος, προσθέτοντας μάλιστα αντίστοιχα τον Λέοντα Τολστόι, αποκρίθηκε: «…αυτά στην επιφάνεια πάντοτε. Γιατί μπορεί στα βάθη της ψυχής να ενοχλεί κάτι που δεν φαίνεται. Στο κάτω-κάτω της γραφής, κι οι ευτυχισμένοι έχουν στιγμές μαύρες.» Σιγή. «Ή κάτι λείπει, ή από περίσσευμα», συνόψισε τις προϋποθέσεις της δημιουργίας.

Ύστερα, δεν παρέλειψε να μας περιγράψει το ιδανικό γι’ αυτόν σχολείο, όπως το απεικονίζει κιόλας σ’ ένα από τα τελευταία του βιβλία, στη «Σιωπή του Ξερόχορτου». Κυρίαρχη θέση κατέχουν στο συγκεκριμένο σχολείο η αξία της τεμπελιάς, της αναποφασιστικότητας, της απόκλισης, που η γνωστή σ’ εμάς εκπαίδευση δεν επαινεί, ή μάλλον καταδικάζει. Υποστήριζε μάλιστα την άποψη –με πολύ μεγάλη τόλμη ανάμεσα σε τόσους φιλολόγους– ότι θα έπρεπε ο μαθητής που διακρίνεται περισσότερο για τα παραπάνω προσόντα να βραβεύεται. «Η εκπαίδευση είναι σφαγείο. Είναι μια βαθιά εσωτερική πίεση», σχολίασε, επεκτείνοντας τη σκέψη του και στο συνολικότερο περιβάλλον: «Η τηλεόραση τείνει να μας ψαλιδίσει…» «Μόνο η ιδιαιτερότητα παγιδεύει την αγάπη», κατέληξε, δίνοντας στην αγάπη το νόημα του απόλυτου στόχου και για τη ζωή και για την τέχνη.

Σ’ αυτό το σημείο, αν και καθ’ όλη τη διάρκεια της συζήτησης έδειχνε σχεδόν να αποφεύγει τα βλέμματα του ακροατηρίου, αποφάσισε να μας εξετάσει όλους περιμετρικά παρατηρώντας: «Γλυκά, θλιμμένα πρόσωπα. Υπάρχουν πάντα παιδιά με την πετριά μες στο σχολείο, αλλά χρειάζεται να τους δοθεί χρόνος. Δώστε δυο-τρία χρόνια στη χαζή νεότητα!»

Εξάπτοντας το ενδιαφέρον μας, αναφέρθηκε στη δική του σχολική εμπειρία, αποκαλύπτοντας ότι ήξερε από μικρός πως το μέλλον του ήταν δεμένο με το γράψιμο, όπως επίσης ότι στο μοναδικό μάθημα που τα πήγαινε καλά ήταν η έκθεση. Μάλιστα το διατυμπάνιζε, προκαλώντας το γέλιο των δικών του. Παρ’όλα αυτά, ίσως και γι’ αυτό, του ζήταγαν να βγάζει λόγους. «Έβγαινα πάνω κι έλεγα κάτι ελληνικούρες», θυμάται.

Καθώς άρχισε να περικυκλώνει το ακροατήριο μια αμήχανη σιωπή, μας παρακίνησε να στραφεί η συζήτηση σε πράγματα πιο θερμά, «στα χωράφια της ζωής» – όπου μας είχε προσκαλέσει από την αρχή κιόλας της συνάντησης. Απέναντι στο ανυποχώρητα «βουβό» ακροατήριο μνημόνευσε μια φράση του Νίτσε: «Τίποτε άλλο στη ζωή: ή γέλιο ή σιωπή.»

Η επόμενη ερώτηση ήταν από μας και αφορούσε στη διαδικασία που ακολουθεί κατά τη συγγραφή:

«Πώς συμβαίνει να απεικονίζετε τόσο αποστρογγυλευμένους ήρωες;»

«Είναι επειδή τις ιστορίες τις κρατάω μέσα μου.»

«Είναι τακτική αυτό;»

«Όχι, είναι αποτέλεσμα της ραθυμίας μου.»

Για καλή μας τύχη, η τελευταία αυτή ερώτηση ήταν τόσο επιτυχής, ώστε ο κ. Δημητρίου δε στάθηκε αποκλειστικά στην απάντησή της, αλλά μας αποκάλυψε και μια υπόθεση επικείμενης σύνθεσης. Μια παραμελημένη γυναίκα μονολογεί με ευγένεια στην παραλία. Στην αγορά ακούγεται μια φωνή «Κλέφτης! κλέφτης!» κι ένας Άραβας τρέχει. «Τον εφοδίασα με το ακαταμάχητο χαμόγελο ενός παιδιού από τα φανάρια και τον έστειλα στον χώρο της γυναίκας… Την πλησιάζει και της πιάνει τα πόδια…» Ώς εδώ η εξιστόρηση.. Δυστυχώς ή ευτυχώς, αποφάσισε να μην την ολοκληρώσει, δίνοντάς μας απλώς ένα δείγμα της πρώτης ύλης προσεχούς διηγήματος, αν και ομολόγησε πως τον διασκεδάζει η ιδέα ότι το εξομολογείται, καθώς έχει την αίσθηση πως, άμα κάτι ειπωθεί, είναι σα να χάθηκε. – Άμα γραφεί όμως, παραμένει αιώνιο· έτσι δεν είναι;

Αν και μας είχε φανερώσει ήδη αρκετά, προτίμησε να συνεχίσει να μας περιγράφει τη διαδικασία σύνθεσης που ακολουθεί, αυτή τη φορά στρεφόμενος στον ρόλο που διαδραματίζει ο χρόνος: «Ο χρόνος βοηθάει την αφαίρεση. Κάτι που θα έγραφα φέτος σε 15 σελίδες, σταδιακά θα μειωνόταν. Ο χρόνος τα τακτοποιεί όλα, τα σμιλεύει… Αρκεί να τον αφήνεις να κάνει τη δουλειά του.» Αποδέχτηκε όμως και την παρατήρηση, από το ακροατήριο, ότι ενδεχομένως έτσι να βλάπτεται το αποτέλεσμα. Ο ίδιος δήλωσε, παρ’ όλα αυτά, ότι προτιμά αυτή τη λειτουργία, αναφέροντας με ενθουσιασμό μια κινέζικη παροιμία: «Αυτός που δεν έχει υπομονή δεν πρέπει να περιμένει τίποτα απ’ τη ζωή.» «Ισχύς στα μικρά, παντοδυναμία στα μεγάλα», διευκρίνισε καλύτερα την άποψή του.

Γελώντας μνημόνευσε σχολιαστικά τη ρήση του Μονταίνιου: «Οι μεγάλες έγνοιες βουβαίνονται, οι μικρές πολυλογούν.»

Μας γνωστοποίησε, επίσης, πως πάντα επιστρέφει στα κείμενα του, ανακαλύπτοντας πάντα λάθη προς διόρθωση («πλατειασμούς, πρωθύστερα, συγχύσεις, αντιφάσεις, επαναλήψεις…»), ενώ δε απέφυγε να μας πει ότι εκπλήσσεται με όσους λένε «Δε γυρίζω σε ό,τι έγραψα», επειδή κατά τη γνώμη του οι συγγραφείς είναι νάρκισσοι («Νοιάζονται γι’ αυτό που “βγαίνει έξω”…»), και μάλιστα οι πιο ταπεινόφρονες από αυτούς περισσότερο νάρκισσοι. Δεκτόν. Εξάλλου, πώς θα ήταν δυνατό να «κλειδώνονται» στα σπίτια τους χωρίς να έχουν τη βαθιά πεποίθηση ότι το έργο τους είναι αξιόλογο; – πολλές φορές και παραπάνω από αξιόλογο; Έχω την εντύπωση, όμως, ότι δεν φταίει η συγκεκριμένη ιδιότητα του «συγγραφέα». Μάλλον την ευθύνη την επωμίζεται η ιδιότητα του «ανθρώπου».

Εκεί που φαινόταν η συζήτησή μας έδειχνε να τείνει προς το τέλος της, ο ομιλητής υπέβαλε σχεδόν «απαιτητικά» μια «επικίνδυνη» ερώτηση, ως προϋπόθεση για να παραμείνει, καταλήγοντας ο ίδιος να δώσει τελικά μια τολμηρή απάντηση, αφού έγινε λόγος για κάποιες αρκετά ρηξικέλευθες απόψεις του σχετικά με την οικογένεια, που αναπτύσσονται και στο βιβλίο του «Σαν το Λίγο το Νερό». Ξεκίνησε τη σειρά των συλλογισμών του με τη φράση «Το κακό βρίσκεται στην ιδρυτική πράξη της οικογένειας» και συνεχίζοντας με τις άγνωστες για τα αφτιά μας εκφράσεις «κακοήθης “αγάπη” του σπαραγμού που επικρατεί στην τετραμελή οικογένεια», «παθολογική “αγάπη” της κοινής στέγης», «διαλυτική για κάθε συλλογικότητα διάσταση του πυρηνικού μοντέλου».

Ήταν πολύ ενδιαφέρουσες σ’ αυτό το σημείο οι αντιδράσεις της ομάδας. Ορισμένοι αναρωτιόντουσαν πώς θα υποστηρίξει αυτή την –για τους περισσότερους τουλάχιστον– πρωτάκουστη άποψη, μερικοί κατέβαλλαν τις όλες τις δυνάμεις τους για να μπορέσουν να παρακολουθήσουν τη σκέψη του, ενώ άλλοι φάνηκαν να την απορρίπτουν προκαταβολικά. Χωρίς λοιπόν να μας δώσει αρκετό χρόνο επεξεργασίας του λόγου του, σα να ανυπομονούσε για τη συνέχεια και τις αντιδράσεις μας, τόλμησε να ξεστομίσει μπροστά σε (μεγάλους) εφήβους: «Άσε το δίπολο μητέρας-παιδιού! Καλά λένε πως “όταν πεθαίνουν οι γονείς, αρχίζουν οι διακοπές”! Ούτε γρίπη δεν μπορείς να πάθεις όσο η ζει η μάννα σου…» (Και, σε καίριο σημείο της ανάλυσής του: «Υπάρχει τόση κακεντρέχεια… Ευτυχώς που το ρουθούνι τρεμίζει.») Δίχως παύση εξακολούθησε να υποστηρίζει θαρραλέα ότι δεν αγαπάμε το καλό έξω από το σπίτι μας διότι αμφισβητεί πως αυτό είναι ο ομφαλός της γης. «Από τη στιγμή που γεννιόμαστε ακούμε “Ο Σωτήρης είναι αυτό”, “O Σωτήρης είναι εκείνο”. Πώς να μη ζούμε με την πίστη ότι είμαστε το κέντρο του κόσμου;» Ακόμη κι ευρύτερες ομαδοποιήσεις δεν κλιμακώνουν τα αισθήματα με τρόπο θετικότερο: «Η χαρά και της γειτονιάς και του σογιού είναι ψεύτικη.» Εύκολα παρατηρούσε κανείς ότι οι δειλές εκφράσεις μας πρόδιδαν ένα αίσθημα ενοχικής παραδοχής.

Διακόπτοντας για λίγο τον ειρμό του, προσέθεσε διστακτικά: «Μπορεί, βέβαια, η οικογένεια να είναι και το “λιγότερο κακό”. Δεν ξέρουμε τι θα μας επιφύλασσαν άλλες μορφές οργάνωσης της κοινωνίας, που δεν έχουμε δοκιμάσει…» Γρήγορα πάλι, όμως, επέστρεψε στον τόνο της κριτικής του, παρουσιάζοντας ένα ακόμη επιχείρημα που αναμφίβολα όλοι, συνειδητά ή ασύνειδα, έχουμε διαπιστώσει: «Άσε το άλλο: την ανάγκη να αποδεικνύεις την αξία σου στην οικογένεια. Είναι σα να λέμε διαρκώς στη μάνα μας: “Καλώς έγιναν όλα! Άξιος ο μισθός σου!” Επιτακτικά και επεκτατικά σε όλους πρέπει να αποδεικνύουμε την αξία μας. Τί κουραστικό! Λες και γεννηθήκαμε για να αποδεικνύουμε ότι αξίζουμε.» Τρομαχτική η συνειδητοποίηση σχετικά με το πόσους ανθρώπους μπορεί να έχει γνωρίσει κανείς και να έχει συμπεριφερθεί απέναντί τους με γνώμονα την απόδειξη της αξίας του.

Η ερώτηση από το εντυπωσιασμένο ακροατήριο δεν άργησε να γίνει για το αν ισχύουν όλα τα παραπάνω και στις πολυμελείς οικογένειες. Παραδέχτηκε ότι σ’ αυτή την περίπτωση «τα πολλά παιδιά ελαφραίνουν το βάρος της προσήλωσης, αυτής της μορφής αγάπης που δεν δίνει χώρο, αυτή την ασφυξία από την πολλή αγκαλιά.» Τόνισε πως «τα παιδιά θέλουν λιγότερη σκιά. Ύψιστο καθήκον του γονέα είναι η ανεξαρτησία του γόνου του, η άσκησή του στην ανεξαρτησία από τα μικρά του χρόνια.» Συγκατατέθηκε στην ιδέα ότι μάλλον οι βόρειες οικογένειες αναθρέφουν ορθότερα τα τέκνα τους.

«Μπορεί να κάνω και λάθος», επανέλαβε τη χαρακτηριστική κατακλείδα του, «αλλά όλα τα παιδιά που βρισκόσαστε εδώ δεν θα έπρεπε στο σχολείο να κάνουν παρά μόνο τέτοια μαθήματα, πράγματα που τους αρέσουν.»

«“Μην αρνείσαι τις διασταυρώσεις”, έλεγε ο Νίτσε», πρόσθεσε σχολιάζοντας και τη συνθήκη που τον έφερε στη Λογοτεχνική Συντροφιά μας.

Μιλάγαμε πια για τη χρηστική αξία της προσφερόμενης μάθησης. «Οτιδήποτε πουλιέται έχει μικρή αξία», είπε μεταξύ άλλων επ’ αυτού.

«Καλό είναι που η τέχνη έχει τιμή;» ρώτησε κάποιος από μας.

«Κακό. Εκπόρνευση είναι.»

«Μα πώς θα ζούσε ο δημιουργός χωρίς να αμείβεται για τα έργα του;»

«Στη συνθήκη που περιέγραψα, δεν θα του χρειάζεται. Τώρα πουλάει το άρωμα της ψυχής του.»

Κοντά ήταν και ο ρόλος της γλώσσας, η οικονομική διάσταση που αναδεικνύεται και απ’ αυτήν. Η ανάγκη, επίσης, για μια ζωή χωρίς υπερβολικές εξαρτήσεις από αγαθά – «εννιά στα δέκα από τα οποία είναι άχρηστα και επικίνδυνα», επεσήμανε ο καλεσμένος μας.

Τελευταία κουβέντα για τη φύση, κάτι που γενικότερα απασχολεί τα γραπτά του: «Επεμβαίνουμε σαν κυρίαρχοι στη φύση, ενώ δεν την έχουμε ξεπεράσει πουθενά.»

Παρότι κουρασμένος, όπως ομολόγησε, και ταλαιπωρημένος εκείνη τη μέρα, ο κ. Δημητρίου άντεξε αισίως ένα ολόκληρο δίωρο εντατικής συζήτησης. Μιας συζήτησης που δεν περιορίστηκε απλώς στην ανταλλαγή απόψεων και την πρόσληψη πληροφοριών, αλλά σίγουρα κλόνισε καίριες έννοιες και δημιούργησε αρκετούς προβληματισμούς σχετικά με τη λογοτεχνική δημιουργία, τον ρόλο του σχολείου, τα ιδανικά του ανθρώπου, την οικογένεια. Δυνατό ερέθισμα για όσους από μας δεν γνώριζαν ήδη τον συγγραφέα. Μεγάλη αποζημίωση, φαντάζομαι, γι’ αυτούς που τον γνώριζαν και τον εκτιμούσαν ήδη. Εις το επανιδείν!

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση των Ομίλων Λογοτεχνίας και Κινηματογράφου με τον Δημήτρη Μαυρίκιο στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012, στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία» και στο Πλαίσιο Αναζητήσεων σχετικά με τη Σεναριακή Γραφή

Γράφει: η Κατερίνα Νικολάτου.

Την τελευταία Τετάρτη του Νοεμβρίου, τα μέλη των Ομίλων Λογοτεχνίας και Κινηματογράφου αποφασίσαμε να μοιραστούμε μεταξύ μας τους προβληματισμούς, τις απορίες και τον καλεσμένο μας, τον σκηνοθέτη (κινηματογράφου και θεάτρου) και μεταφραστή Δημήτρη Μαυρίκιο.


Της συνάντησης προηγήθηκε η προβολή της μαγνητοσκόπησης μιας ενδιαφέρουσας θεατρικής παράστασης που είχε σκηνοθετήσει ο ίδιος, με κείμενο σε δική του μετάφραση, πάνω στην οποία έκανε αργότερα κάποιες παρατηρήσεις.

Η συζήτηση ξεκίνησε σε ανάλαφρο κλίμα, με τον κ. Μαυρίκιο να θίγει το θέμα του προφορικού λόγου και τη σημασία του για την επιβίωση του πολιτισμού μας. Επέμεινε στη σοβαρότητα της προφορικής παράδοσης και παρατήρησε ότι ίσως όλα να ήταν χειρότερα στον πολιτισμό χωρίς την προφορικότητα. Τόνισε την ιδιαιτερότητα των διαλόγων στο θέατρο και στον κινηματογράφο.

Παραπέμποντας στον επικαιρικό θόρυβο για τα φωνήεντα (φθόγγους), παρατήρησε ότι η ελληνική γλώσσα έχει πράγματι πέντε, αν και, προσέθεσε αστεϊζόμενος, στις δραματικές σχολές έχει παρατηρήσει ότι έχουν αναπτυχθεί από τους νεαρούς σπουδαστές άλλα δύο ξενικά, ένα /e/ και ένα /ο/ επιπλέον.

Σχετικά με τις περιπέτειες της γραφόμενης ελληνικής, πήρε μια πολύ ανοιχτή θέση: Ο ίδιος γράφει, ανάλογα με τις επικοινωνιακές ανάγκες και το μέσο, και σε πολυτονικό και σε μονοτονικό και σε greeklish, παρότι προβληματισμένος για τις εκπτώσεις της ελληνικής, όπως και για το αδιέξοδο όσων την γράφουν σε συνθήκες παγκόσμιας κυριαρχίας του λατινικού αλφαβήτου. Ανέφερε διάφορα που είχε επισημάνει σε παλαιότερο άρθρο του σχετικά.

Προβλήθηκε η ένσταση ότι μπορεί στην πορεία της ζωντανής γλώσσας να γεννήθηκαν κι άλλα φωνήεντα. «Και το πολυτονικό, εντάξει – ξεπεράστηκε», προσέθεσε ο εταίρος της Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Δεν αρνήθηκε τίποτε απ’ αυτά ο κ. Μαυρίκιος. «Αν αυτή είναι η μοίρα μας», είπε ωστόσο, «εγώ θα συνεχίσω κάποιες από αυτές τις αξίες να τις υπερασπίζομαι.»

Από την πείρα του στο θέατρο και τον κινηματογράφο ξεχώρισε δύο «νόμους» του λόγου στους διαλόγους: Πρώτον, να αποφεύγουμε «γρίφους» (να επιδιώκουμε απλούστερες διατυπώσεις, ευκρίνεια και αμεσότητα), γιατί ο αναγνώστης έχει επαρκή χρόνο αντίληψης (σύλληψης και αφομοίωσης), καθώς και τη δυνατότητα επανάληψης (επιστροφής στα προηγούμενα), αλλά ο θεατής, όπως και ο ακροατής, όχι. Χαρακτηριστικό είναι ένα κατασκευασμένο παράδειγμα λόγου εκτεθειμένου σε διπλή ανάγνωση που έφερε, το οποίο χρειάστηκε να γραφτεί στον πίνακα της βιβλιοθήκης για να το καταλάβουμε: «Λήγει η θεομίσητη προπομπή των δαυλών. Αναμένεις τη στάχτη πια, καημένη γη προδομένων γονιών…» Η πρόταση αυτή μπορεί κάλλιστα να γίνει αντιληπτή και ως: «Λίγοι οι θεομίσητοι προπομποί των δαυλών, αναμμένοι στη στάχτη πια. Καημένοι γιοι προδομένων γονιών…»

Και, δεύτερον, να προσέχουμε την ευφωνία. Ο Μάριος Πλωρίτης του είχε κάνει μιαν απρόσμενη παρατήρηση στην αρχική μετάφραση της «Ανδρομάχης»: είχε πολλά συριστικά. Πράγματι, το διόρθωσε σε επόμενη θεώρηση. Το ίδιο με τα σύμφωνα συμβαίνει και με τα φωνήεντα, που η πρόσληψή τους εξαρτάται από τους χώρους, τους υπερβολικά μεγάλους ή με μέτρια ακουστική. Έδωσε σχετικά παραδείγματα. Με την ευκαιρία, εξέφρασε τη δυσφορία του εξαιτίας της προχειρότητας που έχει διαπιστώσει μερικές φορές να φτάνει ώς τη συσσώρευση ανεξέλεγκτων κακέμφατων στα σκηνικά κείμενα. Τα νέα παραδείγματα που έφερε γέννησαν πολλή ευθυμία.

Έπειτα προέβη σε παρατηρήσεις σχετικά με την οικονομία της στιχουργίας στη μετάφραση. Επεσήμανε ότι η έκταση λέξεων μιας γλώσσας δεν είναι δυνατόν να ρυθμίζει και την έκταση ενός ολόκληρου έργου, και η ελληνική, παρά την εκφραστικότητα και το ιστορικό της βάθος, φαντάζει «φλύαρη» στον μεταφραστή. «Η πιο σίγουρη μονάδα μέτρησης του θεατρικού χρόνου», υπογράμμισε, «είναι η συλλαβή. Δεν μπορεί μια τρίωρη παράσταση στα αγγλικά να γίνεται εξάωρη στα ελληνικά επειδή εκφραζόμαστε περίπου με τις διπλάσιες συλλαβές» – και επιφόρτισε τον μεταφραστή με την υποχρέωση να προσαρμόζει το λόγο της γλώσσας του στην έκταση του έργου.

Κι άλλη ένσταση από το ακροατήριο: «Άλλωστε πολλά χάνονται και από την ίδια τη μετάφραση.» Θα πρέπει εντούτοις, υποστήριξε ο καλεσμένος μας, να αξιώνουμε διαρκώς καλύτερες δουλειές. Θυμήθηκε τον Πιραντέλο που δήλωνε ότι δεν μπορεί το έργο να τελειώνει με την τελεία που βάζει ο συγγραφέας του. Κάθε γενιά πρέπει να καταθέτει τη δική της άποψη πάνω στο ζήτημα της αρτιότερης απόδοσης.

Αυτή η παρατήρηση έδωσε νέα πνοή στην συζήτηση, αφού ο κ. Μαυρίκιος έσπευσε να μας δώσει χαρακτηριστικά παραδείγματα διλημμάτων που αντιμετωπίζει ένας μεταφραστής, ακόμα και από τίτλους έργων που αποδόθηκαν αβασάνιστα και παραπλανητικά στη γλώσσα μας. Χαρακτηριστικό ήταν ένα λογοπαίγνιο που θυμήθηκε από τον «Γυάλινο Κόσμο» του Τενεσί Ουίλιαμς. Σε κάποιο σημείο, η Λώρα, η κεντρική ηρωίδα, εξηγεί πώς ένα αγόρι που κάποτε είχε ερωτευτεί την αποκαλούσε «Μπλε Ρόδο». «When I had that attack of pleurosis», λέει, «he asked me what was the matter when I came back. I told him I had pleurosis. And he thought I said “Blue Roses”. So that’s what he always called me after that…» Ο συνδυασμός «pleurosis» και «Blue Roses» ήταν η αιτία του προβλήματος που είχε να αντιμετωπίσει τόσο αυτός όσο και άλλοι μεταφραστές πριν από αυτόν, των οποίων οι μεταφράσεις δεν ήταν ιδιαίτερα επιτυχημένες και μας προκάλεσαν μέχρι και γέλιο. Για παράδειγμα ο Σπάνιας στη δεκαετία του ’40 κατέφυγε στον συνδυασμό «Χαζό [;] κρύωμα» – «Γαλάζιο Κρίνο», ο Κακογιάννης στη δεκαετία του ’70 δημιούργησε τον συνδυασμό «απλό συναχάκι» – «Μπλε Συννεφάκι», ο Βολανάκης στη δεκαετία του ’80 έγραψε «κρίση άσθμα» – «Γκρίζο Άσμα», ενώ στους ελληνικούς υποτίτλους της ταινίας αποδόθηκε με το ζευγάρι «… αμυγδαλές» – «… αμυγδαλιές» (χωρίς μεγάλη σιγουριά για το επίθετο που προηγείτο). Εντέλει, ο κ. Μαυρίκιος, κάνοντας την πιο επιτυχημένη μετάφραση, βάζει την Λώρα να λέει: «…με ρώτησε τι είχα κι έλειψα από τα μαθήματα. “Έναν πλευρόπονο”, του είπα εγώ… Eκείνος κατάλαβε “ένα μπλε ρόδο”…» (και η μεταφραστική του λύση υιοθετήθηκε σιωπηρά από δύο κατοπινούς μεταφραστές).

Εκεί πάνω, η συζήτηση στράφηκε γύρω από τους τρόπους συγγραφής ενός σεναρίου. Οι συμβουλές και οι απόψεις του κ. Μαυρίκιου πάνω στο συγκεκριμένο ζήτημα ήταν ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες. Οι περισσότεροι, είπε, δηλώνουν πως έχουν μια ιδέα και την υλοποιούν «βλέποντας εικόνες». Θεμέλιο, όμως, ενός σεναρίου είναι η αυτογνωσία του σεναριογράφου: τι ταιριάζει στον καθέναν. Επειδή είναι πολλών ειδών καλλιτέχνες οι σεναριογράφοι. Ο ένας είναι ζωγράφος, ο άλλος λογοτέχνης, ο τρίτος ηθοποιός κ.τ.λ. Ο ζωγράφος θα μπορούσε να ξεκινήσει με σκίτσα, ο ηθοποιός ορμώντας μέσα στο ρόλο κ.ο.κ. Το πιο συνηθισμένο είναι να ξεκινούν γράφοντας την ιστορία σαν μικρό διήγημα, αν και άλλοι θέλουν από την αρχή χωριστά τις σκηνές. Χρήσιμο είναι να γνωρίζεις τους ηθοποιούς – να έχεις μέσα σου την εικόνα τους και τη φωνή τους. Επέμεινε στην ποικιλία σεναριογραφικών τύπων, παρά τις ενστάσεις που προβλήθηκαν. Κάθε σεναριογράφος πρέπει να βρει τον καλλιτέχνη μέσα του, τον ζωγράφο, τον ηθοποιό, τον λογοτέχνη…, και να του επιτρέψει την έκφραση.

Συμφώνησε, επίσης, και με την άποψη ότι η σύνδεση/ταύτιση του κινηματογράφου με το θέατρο στη χώρα μας είχε αρνητικές συνέπειες, επειδή υπήρξαν «κακοαφομοιωμένες οι καταβολές του θεάτρου στην Ελλάδα». Αναφέρθηκε στο «Κραυγές και Ψίθυροι», την ταινία του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν, για να τονίσει ότι ο καλός κινηματογράφος δεν φοβάται να φανερώσει τη σχέση της 7ης Τέχνης με τη μητρική της, το θέατρο. Αυτή η ταινία είναι ένα συναρπαστικό παράδειγμα όπου έχει γίνει τεράστια δουλειά με τους ηθοποιούς σε καθαρά υποκριτικό επίπεδο, όπως στο θέατρο, ειδικότερα για το μέρος των ψιθύρων και των σιωπών. Και πρόκειται για μια ταινία απολύτως «ενηλικιωμένη» απέναντι στο θέατρο, μια ταινία στην οποία έχουν εξελιχθεί απίστευτα οι κινηματογραφικοί κώδικες (π.χ. τα ιστορικής σημασίας «μονοπλάνα»). Σ’ αυτήν έχουμε «πολύ θέατρο χωρίς λόγο»: εκπληκτικη «θεατρική» δουλειά από τον σκηνοθέτη και τους ηθοποιούς για μεγάλες βουβές διάρκειες υποκριτικής έντασης, από τις οποίες απουσιάζουν οι διάλογοι, που ενίοτε προσδίδουν «θεατρικότητα» στον κινηματογράφο.

Στη σωρεία αναφορών που ακολούθησε, ομόφωνο ήταν το εγκώμιο στο «Η Γη τρέμει» («La Terra trema», 1948) του Λουκίνο Βισκόντι. Ὁ κ. Μαυρίκιος εξήρε τη σκηνή του ομαδικού γέλιου με ηθοποιούς χωρίς καμιά προπαιδεία.

Στη συνέχεια, ωστόσο, είπε ότι τον έχει πολύ κερδίσει το θέατρο. Δεν τον ικανοποιεί το γεγονός ότι στο σινεμά ό,τι βλέπεις έχει ήδη διαδραματιστεί. Στο θέατρο, αντίθετα, δεν είναι ασφαλή ποτέ τα νώτα σου – συνυπολογίζοντας και την επίγνωση του θεατή ότι ο ηθοποιός «βγάζει τον εαυτό του» επί σκηνής, την «αλήθεια της στιγμής». Από την άλλη, τόνισε ότι η τέχνη πρέπει σε όλες τις μορφές της να καλλιεργείται με ελευθερία. Απόλυτη ελευθερία, αλλά με σεβασμό στα τεχνικά ζητήματα.

Η συζήτηση εστιάστηκε κατόπιν και στη μαγνητοσκοπημένη παράσταση που είχαμε παρακολουθήσει. Σχολίασε τις προσαρμογές που δοκίμασε, τη θεατρική ομάδα που εμπιστεύτηκε, τέλος τα πρόσωπα που ξεχώρισε στη θητεία του ως σκηνοθέτης.

Συζητώντας, ενημερώθηκε για τις πρωτοβουλίες της θεατρικής ομάδας του σχολείου μας από μέλη της που παρευρίσκονταν στη συνάθροιση και κυρίως από την κ. Λαμπρίνα Μαραγκού. Εξεπλάγη με την επιλογή του Θουκυδίδη για ανέβασμα και έδειξε ευχαρίστηση από την ιδέα του συμπιλήματος από τον Αριστοφάνη.

Σε ερώτηση αν μετάνιωσε που δεν συνέχισε τη σταδιοδρομία του στο εξωτερικό απάντησε με χιούμορ: μέχρι πρότινος θα το σκεφτόταν, είπε, αλλά μια πρόσφατη εμπειρία του κλίματος από τη Γαλλία τον καθησύχασε ότι έκανε καλή επιλογή…

Μια τελευταία κουβέντα για τη δεινή περίσταση που διέρχεται η χώρα έδωσε στον προσκεκλημένο μας τη δυνατότητα ενός καίριου σχολίου: «Θα περάσουν όλα», είπε. «Έναν φόβο έχω: Οι ξένοι δεν ξέρουν το δημογραφικό μας πρόβλημα. Η Ελλάδα δεν έχει αποικιοκρατική σχέση με τους λαούς που την πλημμύρησαν. Δεν τους ήξερε καν… Δεν μοιάζει η περίπτωσή της με την περίπτωση των άλλων δυτικών χωρών. Και αυτό μπορεί να έχει απρόβλεπτες συνέπειες για το μέλλον.»

Οι απόψεις του καλεσμένου μας, που μας αιφνιδίασαν αρκετές φορές, ήταν απολύτως ερεθιστικές –πράγμα που, άλλωστε, είναι το ζητούμενο μιας συζήτησης– κι ως εκτούτου άκρως ενδιαφέρουσες. Ο ίδιος ήταν χωρίς άλλο ένας εύγλωττος ομιλητής με πείρα και γνώση. Ο χρόνος πέρασε γρήγορα, η συζήτηση κύλησε αβίαστα και όλοι φύγαμε σίγουρα με αρκετή τροφή για σκέψη.

Ἀνταπόκριση ἀπὸ τὴ Συνάντηση τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς μὲ τὸν Κωνσταντῖνο Πουλῆ στὴ Βιβλιοθήκη τοῦ Σχολείου τὴν Τετάρτη 21 Νοεμβρίου 2012 στὸ Πλαίσιο τοῦ Θεματικοῦ Κύκλου «Τὸ Συμβόλαιο Μεταξὺ Πομποῦ καὶ Δέκτη στὴ Λογοτεχνία»

Γράφει: η Ιωάννα Αλεξοπούλου

Τὴν Τετάρτη 21 Δεκεμβρίου εἴχαμε τὴν εὐκαιρία νὰ συζητήσουμε στὴ βιβλιοθήκη τοῦ σχολείου μας μὲ τὸν ἠθοποιό, σκηνοθέτη, συγγραφέα καὶ μεταφραστὴ Κωνσταντῖνο Πουλῆ. Ἡ συνάντηση πραγματοποιήθηκε στὸ πλαίσιο τῶν συναντήσεων τοῦ ὁμίλου τῆς Λογοτεχνικῆς Συντροφιᾶς, ποὺ διανύουν φέτος τὸν ἕβδομο χρόνο τους, καὶ ἡ συζήτηση ἐστιάστηκε κυρίως στὸ θέατρο καὶ τὸ κοινό του, στοὺς κοινωνικοὺς ὅρους τῆς ὑπηρέτησής του καὶ βεβαίως στὴ συναφὴ κριτική.

Ἀρχικὰ ὁ κ. Πουλῆς, τοποθετούμενος σχετικὰ μὲ τὸν θεματικὸ κύκλο τοῦ «Συμβολαίου Μεταξὺ Πομποῦ καὶ Δέκτη», ἐπισήμανε τὴ βασικὴ διαφορὰ ἐπικοινωνίας μεταξὺ τῶν δύο αὐτῶν μελῶν στὸ θέατρο: «Τὸ κοινὸ εἶναι παρὸν καὶ κρίνει ἄμεσα», παρατήρησε. Τὸ θέατρο εἶναι ἀπὸ τὶς τέχνες ποὺ δέχονται κατευθεῖαν καὶ συλλογικὰ τὴν ἀντίδραση τοῦ κοινοῦ. Στὴ λογοτεχνία, τὴ μουσικὴ ἢ τὴ ζωγραφικὴ καὶ τὴ γλυπτικὴ δὲ συμβαίνει τὸ ἴδιο, μιᾶς καὶ ὁ ἀναγνώστης –στὴν περίπτωση τοῦ βιβλίου–, ὁ ἀκροατής –στὴν περίπτωση τῶν ἀσμάτων ἢ τῶν ὀρχηστρικῶν κομματιῶν– καὶ ὁ θεατής –στὴν περίπτωση τῆς ζωγραφικῆς ἢ τῆς γλυπτικῆς– ἀπολαμβάνει μόνος του τὴν τέχνη. Σ’ αὐτὸ ἔχει συντελέσει καὶ ἡ ἀνάπτυξη τῆς τεχνολογίας. Στὸ θέατρο τὸ κοινὸ παρακολουθεῖ ἀπευθείας τὰ γεγονότα νὰ διαδραματίζονται μπροστά του μὲ ἀποτέλεσμα καὶ τὸ ἴδιο νὰ ἐπηρεάζει τὸν ἠθοποιό. «Στὴν ἀρχαιότητα τὰ ἔργα ἔπρεπε νὰ ἀρέσουν στὸ κοινὸ γιὰ νὰ ἐπιβληθοῦν. Δὲν ὑπῆρχαν “καταραμένοι καλλιτέχνες” τότε. Αὐτὴ ἡ κατάσταση στηριζόταν θεσμικά. Ὁ Πλάτωνας διαφωνοῦσε μὲ αὐτὸ τὸ καθεστώς, τὴ “θεατροκρατία”. Ὁ Κορνήλιος Καστοριάδης, ποὺ ἀσχολήθηκε βαθιὰ μὲ τὸ ζήτημα, ὑποστηρίζει ὅτι ἦταν ἕνα κοινὸ τὸ ὁποῖο μποροῦσε νὰ ἐκτιμήσει τὴν ποιότητα… Σήμερα ἡ πρωτοπορία ἰσχυρίζεται: “Αὐτὸ ποὺ κάνω δὲν τὸ καταλαβαίνετε.” Ὁ σπουδαῖος Γάλλος ἠθοποιός, σκηνοθέτης, ποιητὴς καὶ θεωρητικὸς τοῦ θεάτρου Ἀντονὲν Ἀρτὸ εἶχε φτάσει νὰ λέει: “Ἅμα ἀρέσει τὸ ἔργο, τὸ κατεβάζω… Πρέπει νὰ μὲ βρίζουν οἱ κριτικοί…”. Ἔχει γενναιότητα αὐτὸ τὸ εἶδος πρωτοπορίας», συνέχισε ὁ καλεσμένος μας καλλιτέχνης. «Σκεφτεῖτε τὴν ἄρνηση στὴ “δόξα τοῦ ἠθοποιοῦ”!

Κανονικά, λοιπόν, εἶναι δύσκολο νὰ πάρεις τὴν ἀπόφαση νὰ εἶσαι “πρωτοπόρος” / “πρωτοποριακός”. Σήμερα, βέβαια, ὑπάρχουν κάτι “πρωτοπόροι” ποὺ χρηματοδοτοῦνται συστηματικὰ ἀπὸ τὴν Πολιτεία καὶ ποὺ βρίσκουν ὅλες τὶς πόρτες ἀνοιχτές… Αὐτὸ φαίνεται καὶ στὰ εἴδη ποὺ θεραπεύουμε: Στὴν ἐπιθεώρηση, λ.χ., ἐκλιπαρεῖς νὰ ἀρέσεις στὸ κοινό. Ὁ Πίτερ Μπρούκ, ἴσως ὁ μεγαλύτερος θεατράνθρωπος τοῦ καιροῦ μας, ἐγκωμιάζει τὸ κοινό, ὅποιο ἐπίπεδο κι ἂν τὸ κατηγοροῦν ὅτι ἔχει. Ἐγκρίνει τὸν σεβασμὸ τοῦ κοινοῦ. Εἶναι μιὰ συνθήκη ἀνάλογη τῆς Δημοκρατίας. Ἡ Δημοκρατία εἶναι ἀναμφίβολα ἄριστο πολίτευμα. Κι ἐντούτοις, οἱ ἄνθρωποι, ὅσο κι ἂν ἀποφασίζουν δημοκρατικά, ἔχουν πολὺ συχνὰ ἄδικο.» Τί θὰ πρότεινε ὁ κ. Πουλῆς; «Ταυτοχρόνως νὰ σεβαστοῦμε τὴ γνώμη τοῦ κοινοῦ (κι ἂς ἀποθεώνει τοὺς τηλεοπτικοὺς ἀστέρες) καὶ νὰ μὴν τοῦ χαριστοῦμε – νὰ διατηρήσουμε τὴν ἰδιαιτερότητα τῆς φωνῆς μας… Ἕνας καλλιτέχνης δὲν ἐπιτρέπεται νὰ γκρινιάζει γιὰ τὴν ἐπιτυχία ἑνὸς ἀτάλαντου συναδέλφου του. Νὰ τὴν καταγγέλλει, ἀλλὰ νὰ μὴ γκρινιάζει.»

Ἀναφέρθηκε στὴν ἐμπειρία του ἀπὸ τὴ συνεργασία μὲ τοὺς «Τσιριτσάντσουλες»: «Ἕνα “ἡρωικὸ σχῆμα”… Αὐτὸς εἶναι ἕνας τρόπος νὰ ἐπικοινωνεῖς μὲ τὸ κοινὸ χωρὶς νὰ τὸ κολακεύεις. Βεβαίως, ὅταν κάνεις “θέατρο δρόμου”, εἰσπράττεις πολλὲς δυσάρεστες ἐμπειρίες», ὁμολόγησε. «Ὁ κόσμος ἀναλογίζεται: “Ἅμα ἦταν καλός, κάπου ἀλλοῦ θὰ βρισκόταν τώρα…” – κι ὄχι στὴν πλατεία τοῦ χωριοῦ νὰ ξελαρυγγιάζεσαι γιὰ ν’ ἀκουστοῦν οἱ ἀτάκες σου. Ἀπ’ τὴν ἄλλη, ἐσὺ ἔκανες νὰ γελάσουν μὲ ἀστεῖα χιλιάδων ἐτῶν ἄνθρωποι ποὺ δὲν ἔχουν ἐνδεχομένως πατήσει σὲ θέατρο ποτέ… Τρόποι, δέ, γιὰ νὰ παίξεις ὑπάρχουν πολλοί. Δὲν συνοψίζονται: εἶναι ὅσοι κι οἱ καλλιτέχνες.»

Στὴ συνέχεια μᾶς ρώτησε ἂν γράφουμε ποιήματα, ἂν ἔχουμε συμμετάσχει σὲ κάποια θεατρικὴ παράσταση καὶ ἂν κρατᾶμε ἡμερολόγιο. Πρότεινε τουλάχιστον νὰ κρατᾶμε ἡμερολόγιο. «Ἡ γραφή, ἀκόμα κι ἂν δὲν δείχνεις τὰ γραπτά σου, εἶναι ὑπέρβαση τῆς μοναξιᾶς καὶ ἄμυνα κατὰ τῆς δυσάρεστης πραγματικότητας.» Θυμήθηκε τὸν Σεφέρη. Παρατηρήθηκε ὅτι ὁ Σεφέρης κρατοῦσε ἡμερολόγιο μὲ σκοπὸ νὰ τὸ δημοσιεύσει. Συμφώνησε. Καὶ προσέθεσε ὅτι, παραδόξως, ὅσο πιὸ νέος ἦταν ὁ ποιητὴς αὐτός, τόσο μεγαλύτερη ἀγωνία εἶχε.

«Ἡ πραγματικότητα ἔχει μιὰ σταθερὴ ἀδικία ποὺ δὲν μπορεῖς ν’ ἀμφισβητήσεις», εἶπε ἐνισχύοντας τὴν ὑπόδειξή του. «Σὲ μιὰ τάξη ὑπάρχει ὁ πιὸ ὡραῖος ἢ ἡ πιὸ ὡραία, ὁ καλύτερος μπαλαδόρος, ὁ χαρισματικὸς μὲ τὰ ροῦχα κ.ο.κ. Εἰκόνες ἱεραρχίας. Γράφοντας, ὅμως, ἔχεις μιὰ γωνιὰ ὅπου ἡ ἱεραρχία δὲν ἰσχύει. Δίνοντας τὸ κείμενό σου μάλιστα, ἔστω στὴν “κολλητή” σου, ἔχεις ἀπαλλαγεῖ ἀπὸ ὅλη τὴν ἀδικία. Ἐλπίζω νὰ μὴ φτάσουμε ποτὲ στὴν κατάσταση τῆς Ἀμερικῆς, ὅπου σὲ ρωτᾶνε χωρὶς συστολὴ “Πόσα βγάζεις ἐσύ;”, μὲ τὴν ἔννοια “Πόσο ἀξίζεις;”… Ἡ Lady Gaga “εἶναι καλὴ” ἐπειδὴ “βγάζει τόσα”· δὲν “βγάζει τόσα” ἐπειδὴ “εἶναι καλή”!»

Μνημόνευσε τὸν βιολιστὴ στὸ διήγημα τοῦ Μιχαὴλ Μητσάκη «Ἐν τῷ Ξενοδοχείῳ». «Τί εἶναι αὐτὸ ποὺ διαλύει τὴν ἱεραρχία;» κατέληξε: «Ἡ ἀγάπη. Ὅσο ὡραία κι ἂν ἀναγνωρίζει ἕνα παιδάκι ὅτι εἶναι ἡ μητέρα τοῦ φίλου του, μὲ τὴ μητέρα τὴ δική του δὲν τὴ συγκρίνει. Ὁ ἐρωτευμένος ἄνθρωπος δὲν συγκρίνει τὸ ἀντικείμενο τοῦ πόθου του μὲ κανένα ἄλλο. Δὲ σκέφτεται ἂν κάποια ἄλλη γυναίκα ἢ κάποιος ἄλλος ἄνδρας εἶναι καλύτερη ἢ καλύτερος ἀπὸ αὐτὴν ἢ αὐτὸν ποὺ ἀγαπάει. Τέτοια εἶναι καὶ ἡ ἐμπειρία τῆς τέχνης… Ὁ Καβάφης ἀφομοίωσε, λένε, ὑλικὸ “δευτεροκλασάτο”. Ναί, ἀλλὰ παρήγαγε τὸ “πρωτοκλασάτο” δικό του. Ἡ σχέση πομποῦ-δέκτη εἶναι πολὺ προσωπική· εἶναι σὰν ἠλεκτρικὴ ἐκκένωση… Ἀκοῦμε κάθε λογῆς μουσική, διαβάζουμε κάθε λογῆς βιβλία. Τὸ κοινὸ δὲν εἶναι ἑνιαῖο. Ἀλλὰ ὑπάρχουν μηχανισμοὶ διαμόρφωσης τάσεων…».

Ἐπήνεσε τὸν Γιάννη Κιουρτσάκη γιὰ τὶς παρατηρήσεις του σχετικὰ μὲ τὸ ἑλληνικὸ θέατρο σκιῶν. «Κατασκευάστηκαν φιγοῦρες», εἶπε, «ποὺ ἐξαφανίστηκαν ἐξαιτίας τοῦ κοινοῦ ὑποδοχῆς. Ὁ Καραγκιόζης διαμορφωνόταν ἐξ ὁλοκλήρου “προφορικά”, “ζωντανά”. Ἡ τυπογραφία σταμάτησε τὴν ἐξέλιξή του. Διαφορὰ μὲ τὸ ρεμπέτικο, ποὺ ἡ ἠχογράφηση τὸ εὐνόησε.»

Μιλώντας γιὰ πρόσωπα τῆς ἐπικαιρότητας, διατύπωσε τὴν ἄποψη ὅτι ἡ διερώτηση τοῦ ἠθοποιοῦ εἶναι ἠθικῆς τάξεως: «Τί θὲς νὰ κάνεις μὲ τὸ ταλέντο σου; ποῦ τὸ πᾶς; “Τὸ ταλέντο εἶναι μίγμα ἱκανότητας καὶ χαρακτήρα”, ἔλεγε ὁ Μπαλζάκ. Ἀκόμα καὶ οἱ ὑπερβολικὲς ἀμοιβὲς ἐνοχοποιοῦν τὶς προθέσεις. Δὲν ἔρχονται ἐκ τῶν ὑστέρων, ὡς ἐπιβράβευση τῆς ἀκεραιότητας. Χορηγοῦνται προγραμματικὰ στὴν πρόσμιξη τοῦ λαϊκισμοῦ. Δυστυχῶς, οἱ μηχανισμοὶ ἐπηρεάζουν τὸ συμβόλαιο. Καὶ χωρὶς νὰ “πουλήσεις τὴν ψυχή σου στὸν διάβολο”, πῶς μπορεῖς νὰ προσπεράσεις τοὺς μηχανισμούς; Προκειμένου γιὰ τοὺς σκηνοθέτες, τὰ πράγματα εἶναι πολὺ πιὸ ξεκάθαρα. “Θύμα περίστασης ἠθοποιὸς μπορεῖ νὰ ὑπάρξει”, ἔλεγε ὁ Πίτερ Μπρούκ, “σκηνοθέτης ὄχι”. Τὸ πάθος καὶ ἡ ἠθικὴ ἐπιλογὴ σὲ καθοδηγοῦν. Τὰ καπρίτσια περνοῦν· τὸ πάθος ὄχι. Δὲν σὲ σταματᾶ κανείς. Ἡ ἐποχή μας εἶναι γεμάτη δικαιολογίες, ἀλλά, καὶ μέσα στὴ “μουρμούρα” της, τὸ οὐσιῶδες δὲν μπορεῖ νὰ σοῦ τὸ στερήσει κανείς».

Ὡς πρὸς τὴν οἰκονομικὴ κρίση καὶ τὸ πῶς ἐπεμβαίνει στὶς διαθέσεις μας, παρατήρησε ὅτι «Ἡ τέχνη δὲν φαίνεται νὰ συνδέεται μὲ τὴ δυστυχία. Δὲν ὑπάρχει ἐξήγηση. Εἶναι πάντως δεῖγμα τῆς ἀμηχανίας μας ἀπέναντι στὴν κρίση τὸ γεγονὸς ὅτι δὲν ἔχει ἀκόμα βρεθεῖ ἡ μουσική της. Λογικό, ὅταν ὑπάρχουν καλλιτέχνες μὲ χαρακτήρα ὑπουργοῦ – μερικοὶ ἔχουν πάρει καὶ ὑπουργεῖα… Κάθε ἠθικολόγος ὀφείλει νὰ λέει ὅτι οἱ “κακοὶ” τὴν πατᾶνε. Οὔτε στὴν τέχνη, ὅμως, οὔτε στὴ ζωὴ ἰσχύει πάντοτε αὐτό. Εἶναι ἔτσι, συμβαίνει καὶ τὸ ἀνάποδο. Μολαταῦτα, στὴν τέχνη μένουν σημάδια τοῦ χαρακτήρα. Μπορεῖ νὰ μὴ βγεῖ στὸ ἔργο ἡ ἀναισθησία σου; Ὄχι, δὲ μπορεῖ!»

Ἐρωτήθηκε πῶς εἶναι δυνατὸ νὰ ἐπηρεάσουμε τὰ κριτήρια τοῦ κοινοῦ. Ἡ ἀπάντησή του ἦταν ὅτι δὲν μποροῦμε νὰ τὰ ἐπηρεάσουμε. «Ἀλλὰ τὰ ἴδια τὰ ἔργα ἐκπαιδεύουν τὸ κοινό.» Κι ἀνέφερε ἕνα ἀπὸ τὰ Παράδοξα τοῦ Ὄσκαρ Γουάιλντ: «“Ἀπ’ αὐτὰ ποὺ ἀξίζει νὰ ξέρει κανεὶς δὲν διδάσκεται τίποτα.” Ἐλπίζει κανεὶς ὅτι θὰ γίνει κάποτε τὸ “σόκ”: ἀπέναντι σὲ ἀριστουργήματα δὲν μένουν γιὰ πολὺ ἀσυγκίνητοι οἱ ἄνθρωποι.»

Τέλος, τοῦ τέθηκε τὸ ἑξῆς ἐρώτημα: «Μήπως μὲ τέτοιες προθέσεις “χαλᾶμε” τὴ ζωὴ τῶν ἄλλων;» – μήπως δηλαδὴ ἐπεμβαίνουμε στὶς ἐπιλογές τους, ποὺ μπορεῖ νὰ εἶναι προσανατολισμένες ἀντίθετα πρὸς ὅ,τι θεωρεῖται ποιοτικό, ἀλλὰ τοὺς ἐξασφαλίζουν τὸ εἶδος εὐτυχίας ποὺ αὐτοὶ ἐπιθυμοῦν; Ἀπάντησε μὲ τὰ λόγια τοῦ Σεφέρη: «Ἀρνούμενος τὴν καλὴ τέχνη, δὲν ξεφεύγεις· πᾶς στὴν κακὴ τέχνη. Ἡ ἀληθινὴ τέχνη κακῶς ταυτίζεται μὲ τὴν ταλαιπωρία στὰ μάτια καὶ στ’ ἀφτιὰ τοῦ κόσμου. Κι αὐτὸ συμβαίνει ἐπειδὴ ἔτσι “πλασάρεται”. Εἶναι στρεβλὸ στερεότυπο ὅτι “τὰ καλὰ ἔργα τὰ ὑφίστασαι, δὲν τὰ ἐπιλέγεις”. Ἡ ἀνακάλυψη τῆς τέχνης, ὅμως, εἶναι πηγὴ εὐτυχίας. Κι ἐπιπλέον, μιὰ ἤπια μορφὴ περηφάνιας.»

Ανταπόκριση από τη Συνάντηση της Λογοτεχνικής Συντροφιάς με τον Ηρακλή Δ. Λογοθέτη

Γράφει: η Αθηνά-Γεωργία Κουμελά.

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε στη Βιβλιοθήκη του Σχολείου την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου 2012 στο Πλαίσιο του Θεματικού Κύκλου «Το Συμβόλαιο Μεταξύ Πομπού και Δέκτη στη Λογοτεχνία».

Την Τετάρτη 31 Οκτωβρίου στη βιβλιοθήκη του 2ου Πρότυπου-Πειραματικού Λυκείου Αθηνών έλαβε χώρα μια ενδιαφέρουσα και εποικοδομητική συζήτηση μεταξύ της Λογοτεχνικής Συντροφιάς και του πεζογράφου, δοκιμιογράφου και κριτικού Ηρακλή Δ. Λογοθέτη. Το κύριο θέμα που συζητήθηκε ήταν το συμβόλαιο μεταξύ πομπού και δέκτη, ωστόσο θίχτηκαν και άλλα θέματα, όπως αυτό της κριτικής.

Η τοποθέτηση του Ηρακλή Λογοθέτη όσον αφορά το «τι είναι το μυθοπλαστικό συμβόλαιο» ήταν ότι πρόκειται για κάτι τελείως ατομικό που καθορίζεται από τον αναγνώστη. Στήριξε την άποψή του επισημαίνοντας ότι σε όσους και να κοινοποιείται, ακόμα και ταυτόχρονα, το κείμενο, ο τελευταίος που υπογράφει είναι ο κάθε αναγνώστης, και αυτός είναι που έχει και την εξουσία να το «σπάσει». Άποψη αρκετά σύμφωνη με όσα είχα καταλάβει μέχρι στιγμής, που σημαίνει ότι υπάρχει σχετική ομοφωνία ως προς αυτό το θέμα ανάμεσα στους μελετητές και μια συνθήκη αρκετά απελευθερωτική για τον κάθε αναγνώστη.

Επίσης, ειπώθηκε ότι και ο ίδιος ο συγγραφέας δεν είναι πάντα σίγουρος για το τι θέλει να πει. Γι’ αυτό το λόγο κάποιες φορές ο μυθιστοριογράφος αφήνει τους ήρωές του να αυτονομούνται και να μεταβάλλονται, αποτραβιέται από την καθοδήγησή του έργου και γίνεται απλός επιβάτης, παραδίδοντας το τιμόνι σε αυτούς. Από την πλευρά του αναγνώστη πάλι, κάθε ανάγνωση είναι διαφορετική. Ένας παράγοντας είναι η ηλικία. Επομένως το νόημα του έργου μεταβάλλεται ανάλογα με το ποιος το διαβάζει, πότε, πού κλπ.

Όσον αφορά το αν σε ένα έργο υπάρχει αρχικό σχέδιο ή όχι, απάντησε ότι υπάρχει αρχικό σχέδιο το οποίο όμως δεν είναι καθοριστικό. Το τι θα συμβεί τελικά εξαρτάται από το ταλέντο, το οποίο δεν προχωράει με τους όρους της πρόθεσης. Χάρηκα που ισχύει αυτό και όχι το αντίθετο. Το να ξέρω πως τα αγαπημένα μου βιβλία είναι απλώς ακόλουθοι ενός καλά δομημένου σχεδίου θα τα έκανε απλά άψυχα αντικείμενα, ενώ έτσι «παίρνουν τα ηνία» της κατάστασης και αποκτούν τα ίδια ψυχή.

Κάτι άλλο που συζητήθηκε ήταν οι όροι που θεμελιώνουν το αφηγηματικό έργο στη συνείδηση του κοινού. Ο πρώτος όρος, για τη φύση του μυθιστορήματος, είναι η άδεια να εισβάλλει το κακό, το παράλογο ή το τρομερό, που προσελκύουν το έργο το ενδιαφέρον του αναγνώστη. Ως παράδειγμα, υπάρχει η σκηνή του τηλεφωνικού θαλάμου στο Αββαδών ο Εξολοθρευτής του Ουμπέρτο Σάμπατο όπου ο συγγραφέας παρουσιάζει το μυθιστόρημα ως «οχετό», όπου ξεβράζεται ό,τι καταπνίγουμε στη ζωή κι ό,τι δεν πετυχαίνουμε. Πράγματι, είναι φύσει αδύνατο η ευτυχία να έχει μακρά περιγραφή και οι αρνητικοί ήρωες είναι απαραίτητοι σε κάθε έργο. Αυτό συμπίπτει με τις δικές μου σκέψεις ότι η τέχνη για τον καλλιτέχνη είναι η λύτρωσή του, ο τρόπος να εκφράσει αυτό που τον βασανίζει με τον πιο ηχηρό τρόπο. Ο δεύτερος όρος είναι να μη περιγράφονται καθημερινές ιστορίες. Ο αναγνώστης ενδιαφέρεται να μάθει κάτι καινούργιο, όχι αυτό που ήδη γνωρίζει. Φυσικά, η διάθεση του κάθε αναγνώστη να μάθει εξαρτάται από το πνευματικό του επίπεδο. Παρ’ όλα αυτά, κάθε κατηγορία αναγνωστών δικαιούται να υπάρχει, αφού κάθε αναγνώστης έχει το συγγραφέα του και το αντίστροφο.

Η απάντηση που δόθηκε στο ερώτημα « Πώς είναι ο ιδεώδης συγγραφέας» ήταν ότι πρόκειται για κάτι που δεν είναι εύκολο να οριστεί, πέρα από το γεγονός ότι δεν εξαρτάται από τις ιδέες που θα υπάρχουν στο κείμενο, αλλά από τη μορφή του. Αυτό συμβαίνει διότι μπορούμε να ορίσουμε κάποια κριτήρια τα οποία χαρακτηρίζουν την άρτια μορφή (π.χ. καλός συνδυασμός των πάσης φύσεως υλικών που έχει στη διάθεσή του ο συγγραφέας, ρεαλισμός που περιλαμβάνει και όσα έχουν ονειρικά, αλλόκοτα, ιλιγγιώδη στοιχεία, επειδή έτσι είναι στην ολότητά της η ζωή…), αλλά ακόμη και αν κάποιος πληροί αυτά τα κριτήρια, μπορεί να μην είναι συγγραφέας. Αυτό που λείπει σε αυτή την περίπτωση, είναι το ταλέντο.

Για το θέμα της κριτικής, ως κριτικός θεάτρου ο Ηρακλής Λογοθέτης τη χαρακτήρισε ως «πολεμική τέχνη». Αδιαμφισβήτητα ενδιαφέρουσα άποψη. Τη θεμελίωσε επικαλούμενος την εμπειρία, τη δεξιότητα, την αμεσότητα, την ταχύτητα, τη σαφήνεια και την αποτελεσματικότητα που απαιτεί. Σχετικά με τη δεοντολογία της, όρος είναι ότι πρέπει να αποφεύγεται η επικοινωνία με τους κρινόμενους. Έτσι ελαχιστοποιούνται οι προσπάθειες κολακείας και χρηματισμού. Γενικά δεν πρόκειται για κάτι εύκολο, αφού τα όρια ανάμεσα σε συναλλαγή και ανεπηρέστη συνδιαλλαγή δεν είναι ευδιάκριτα. Παρατήρησε επιπλέον ότι ειδικότερα η θεατρική κριτική δοκιμάζεται και από το ανεπανάληπτο της παράστασης.

Ακόμη θίχτηκε και το θέμα της αντιμετώπισης της κριτικής από το συγγραφέα. Φυσικά ο συγγραφέας ως φιλόδοξος άνθρωπος δυσκολεύεται να παραδεχτεί μια αρνητική κριτική, αλλά ως ευφυής άνθρωπος οφείλει να της δώσει σημασία. Έτσι, δουλεύει τα σημεία στα οποία υστερεί ώστε να βελτιωθεί.

Η αξιοπιστία της επίσημης κριτικής είναι όση και αυτή ενός έμπειρου αναγνώστη. Το πιο διευρυμένο είδος κριτικής είναι αυτό που ασκείται στα περιοδικά και στις εφημερίδες και σκοπός της είναι να παίξει το ρόλο του διαμεσολαβητή μεταξύ του αναγνώστη και του έργου, μιας και ο χρόνος του καθενός μας είναι περιορισμένος, αλλά είναι μεγάλη τύχη να βρεις έναν κριτικό τον οποίο να εμπιστεύεσαι. Ωστόσο, οι πιο αυθεντικές κριτικές βρίσκονται σε πολυσέλιδες μελέτες που εκδίδονται ως αυτοτελή βιβλία. Οι εμπαθείς, κακόβουλες κριτικές, που σκοπό τους έχουν τον τραυματισμό, δεν θεωρούνται επαγγελματικές. Η προγραμματική σιωπή που σκοπό έχει την επισκίαση και τον αποκλεισμό είναι η πιο δυνατή εμπαθής κριτική και έχει θεαματικότατα αποτελέσματα. Θα μπορούσε μάλιστα να χαρακτηριστεί ως «ένοπλη σιωπή».

Υπήρξαν δύο ιδιαίτερα σημαντικές παρεμβάσεις. Η πρώτη ήταν ότι η κριτική δεν υπάρχει μόνο για άσκηση ελέγχου, αλλά και για ανακάλυψη νέων συγγραφέων/έργων (π.χ. η υποδοχή του Ντοστογιέφσκι από τον Μερεζκόφσκι –με την περίφημη αναφώνηση: «Κατέχετε την αλήθεια!»– συνέβαλε στην ενθάρρυνσή του να συνεχίσει). Η δεύτερη ήταν πως η κριτική δεν είναι απαραίτητο να εξυπηρετεί απλά πρόσκαιρες επιλογές. Πολλές φορές προσφέρεται ως κείμενο για αναγνωστική απόλαυση.

Εκτός από αυτά, τέθηκε το ερώτημα ποια ψυχική ανάγκη καλύπτει η κριτική για τον κριτικό. Η απάντηση ήταν ότι ένας κριτικός μπορεί να λειτουργεί είτε ως το «ψαχτήρι» του αναγνώστη, που ανακαλύπτει αξιόλογα πράγματα μέσα στον σωρό, είτε ως κάποιος που εξαργυρώνει ιδεοληψίες είτε ως αυτός που νιώθει την ανάγκη να μιλήσει με βάση την εμπειρική θεωρία που διαμόρφωσε από έναν μεγάλο όγκο αναγνώσεων, που έχει στο ενεργητικό του, είτε ως αποτυχημένος καλλιτέχνης που στρέφεται στην κριτική, άλλοτε «βγάζοντας» εμπάθειες κι άλλοτε κάνοντας αξιόλογη κριτική. Σημαντικό είναι ο κριτικός να μην ακολουθεί την πεπατημένη και να μην ακολουθεί τις πάγιες πεποιθήσεις, καθώς ο αναγνώστης δεν ωφελείται από μια τέτοια κριτική. Συχνά, αυτά που δε θέλει να ακούσει είναι τα πιο σημαντικά.

Τέλος, ρωτήσαμε τον Ηρακλή Λογοθέτη ποιος πιστεύει πως είναι καλύτερος κριτικός, ο ομότεχνος ή ο άσχετος με την συγκεκριμένη τέχνη και αν υπάρχει εξαγορά από εκδοτικούς οίκους. Αυτός απάντησε πως, ως προς το ποιος είναι καλύτερος κριτικός, δεν είναι ξεκάθαρο, αφού υπάρχει αντιστροφή ρόλων (υπάρχουν κριτικοί που προϋπήρξαν συγγραφείς και κριτικοί που κατέληξαν συγγραφείς) και πως η εξαγορά είναι αναπόφευκτη (μέσω ποικίλων μορφών χρηματοδοτήσεων, εκβιασμών και συμβιβασμών).

Σίγουρα ήταν μια ενδιαφέρουσα συζήτηση η οποία μας βοήθησε να εμπλουτίσουμε τις γνώσεις μας πάνω στο μυθοπλαστικό συμβόλαιο και όχι μόνο. Ακόμη, ξεκαθαρίστηκαν αρκετά πράγματα που ίσως ήταν θολά πριν και, το κυριότερο, νομίζω πως όλοι το διασκεδάσαμε.

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων