«

»

Σεπ 30 2013

Μια διαφορετική προσέγγιση στο πρόβλημα της ελληνικής πολιτειακής ταυτότητας

Εισήγηση του Γεωργίου Μέσκου, Δρ. Θεολογίας Α.Π.Θ., καθηγητή του σχολείου μας, στο συνέδριο του Π.Π..ΓΕ.Λ. της Ιωνιδείου Σχολής Πειραιά «Η δημοκρατική αγωγή: διδάσκοντας και καλλιεργώντας…» (27, 28 και 29 Σεπτεμβρίου 2013).

Περίληψη

Στην εισήγηση αυτή επιχειρώ να δείξω ότι ως κοινωνία είμαστε εκπαιδευμένοι να αντιμετωπίζουμε τα πολιτικά θέματα με μεταφυσικούς όρους και τα πολιτειακά θέματα ως υπόθεση συμβόλων. Η πολιτιστική αυτή υποδομή έχει αναπτυχθεί σταδιακά από την εποχή του πρώιμου βυζαντινού μεσαίωνα, την εποχή που ανέτειλε το άστρο του Ισλάμ. Η κατίσχυσή του απέναντι στον χριστιανικό κόσμο διάψευσε την πίστη ότι ρωμαϊκή αυτοκρατορία είναι η έκφραση της επί της γης Βασιλείας του Θεού. Η αδυναμία αφομοίωσης αυτής της διάψευσης ανάγκασε την ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα αλλά και της τουρκοκρατίας να μεταφέρει την αυτοκρατορία σε ένα εσχατολογικό, μεταφυσικό και υπερβατικό επίπεδο. Έτσι το εκάστοτε κράτος της ελληνικής κοινωνίας έχει υπερβατικά, μεταφυσικά και εσχατολογικά χαρακτηριστικά, η δε μετοχή των πραγματικών ανθρώπων σε αυτό το υπερβατικό κράτος γίνεται, αρχικά μέσω της Ορθόδοξης Εκκλησίας, η οποία στην συνέχεια, μετά το 1821 αντικαταστάθηκε από τα πολιτικά κόμματα, τα οποία διατήρησαν τα κυριότερα χαρακτηριστικά της. Την τάση δηλαδή προς το ανορθολογικό, τον συναισθηματισμό και την εξυπηρέτηση των αναγκών των πολιτών, μέσω της μεσολάβησης προς το υπερβατικό κράτος.

α. Ο ρόλος της πολιτιστικής παράδοσης
β. Μια θεολογική περιγραφή
γ. Το ιστορικό υπόβαθρο
δ. Η σύγχρονη φαντασίωση
ε. Πτυχές μιας υπέρβασης
Βιβλιογραφία
Βιβλιογραφία

 

α. Ο ρόλος της πολιτιστικής παράδοσης

Η συζήτηση για την πολιτειακή ταυτότητα των Ελλήνων καθίσταται επίκαιρη και αναγκαία εξαιτίας της κρίσης που ταλαιπωρεί την κοινωνία μας τα τελευταία χρόνια. Ένας ελάχιστος κοινός παρονομαστής όλων των αναλύσεων για την κρίση είναι η διαπίστωση ότι η σχέση του μέσου Έλληνα πολίτη με το κράτος του, με άλλα λόγια η πολιτειακή του ταυτότητα, είναι προβληματική. Στη διερεύνηση των αιτίων αυτής της προβληματικότητας ένας θεολόγος μπορεί να συνεισφέρει ενδιαφέροντα στοιχεία, εφόσον βέβαια αξιοποιήσει κατάλληλα τις θεολογικές του γνώσεις. Ελπίζω ότι στο τέλος της εισήγησής μου θα συμφωνήσουμε ότι η τυχόν απουσία αυτών των γνώσεων καθιστά κάθε ανάλυση, σε ένα κάποιο βαθμό, ελλιπή.

Η πολιτειακή ταυτότητα σηματοδοτείται από τον τρόπο με τον οποίο ένα άτομο αντιλαμβάνεται τη σχέση του με την πολιτική οντότητα στην οποία ανήκει. Αυτός ο τρόπος είναι θεμελιώδες στοιχείο του πολιτισμού της κάθε κοινωνίας. Ο πολιτισμός αυτός δεν παράγεται από το μηδέν αλλά εξαρτάται από το ιστορικό παρελθόν, καθώς αυτό επιβιώνει σε ένα μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό μέσα από τα πολιτιστικά του στοιχεία.

Συνήθως, για την κρίση, όταν αναφερόμαστε στο παρελθόν, αναφερόμαστε στην περίοδο της μεταπολίτευσης, θεωρώντας ότι η σημερινή κατάσταση οφείλεται κυρίως σε παθογένειες αυτής της περιόδου. Ενίοτε γίνονται και αναφορές στις πτωχεύσεις του Ελληνικού κράτους από το 1821 και μετά. Ελάχιστοι όμως διανοούμενοι αναζητούν αιτίες της κρίσης σε στοιχεία αυτού που ονοματίζουμε Ελληνική Πολιτιστική Παράδοση και επομένως ουσιαστικά το ιστορικό και πολιτιστικό υπόβαθρο της κρίσης παραμένει ανεξερεύνητο, αν και δεν θα έπρεπε να είναι έτσι.

Μια απλή ανάμνηση γεγονότων της ιστορίας μας και συμπεριφορών των προγόνων μας είναι αρκετή για να διαπιστώσουμε αυτό που εύκολα λέμε: πάντα οι ίδιοι ήμασταν. Εφόσον δεν έχει αποδειχθεί ότι η συμπεριφορά μας είναι θέμα γονιδιακό, είναι φανερό ότι τα προβληματικά γεγονότα της ιστορίας και οι προβληματικές συμπεριφορές της κοινωνίας μας δεν μπορεί παρά να αντανακλούν πτυχές της πολιτιστικής μας παράδοσης, οι οποίες είναι επίσης προβληματικές. Κατά ένα παράδοξο τρόπο, δεν υπάρχει διάθεση για μια διερεύνηση από αυτήν την οπτική γωνία, μάλλον συμβαίνει το εντελώς αντίθετο. Παντού συναντά κανείς μια διάθεση ιεροποίησης και υμνολογίας της Ελληνικής Πολιτιστικής Παράδοσης, εκ παραλλήλου βέβαια με την απόδοση όλων των κακών στους άλλους, τους ξένους (Παναγιώτης Γεννηματάς 2003, σελ. 252).

 Αρχή

 

β. Μια θεολογική περιγραφή

Ενδεχομένως είναι περισσότεροι του ενός οι τρόποι με τους οποίους μπορεί κανείς να περιγράψει την κατάσταση. Θα την περιγράψω χρησιμοποιώντας τα δικά μου εργαλεία, λέγοντας ότι εξαιτίας της παράδοσης αυτής, ο μέσος Έλληνας αντιλαμβάνεται το κράτος ως μια υπερβατική οντότητα, μια οντότητα που έχει χαρακτηριστικά σχεδόν υπερφυσικά. Μια οντότητα την οποία εκλαμβάνει ή πιο συχνά απαιτεί, να είναι παντοδύναμη και πανταχού παρούσα, μια οντότητα η οποία έχει την δική της, ανεξάρτητη από τον ίδιο και τις πράξεις του, ζωή.

Μερικά παραδείγματα θα δείξουν τι εννοώ: Σε κάθε δύσκολη κατάσταση, πλημμύρα, φωτιά, σεισμός κλπ. ο μέσος Έλληνας θα αρχίσει να φωνάζει: Που είναι το κράτος, έχοντας την απαίτηση, όπως πολλές φορές έχει λεχθεί, να υπάρχει κάποιος υπάλληλος του κράτους έξω από το σπίτι του αφοσιωμένος στην εξυπηρέτησή του, χωρίς βέβαια ο ίδιος να έχει υποχρέωση ούτε να ξοδέψει ούτε να κουραστεί, στο ποσοστό που του αναλογεί. Ακόμα, κάθε κοινωνική ομάδα έχει την απαίτηση το κράτος να σκύβει στα προβλήματά της, ωσάν να είναι το κράτος μια οντότητα με απεριόριστες οικονομικές ή άλλες δυνατότητες, και δεν έχει παρά να το θελήσει, για να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις της ομάδας. Η πιθανότητα να θέλει αλλά να μην μπορεί, μοιάζει σαν να μην είναι υπαρκτή.

Το ενδιαφέρον στην περιγραφή αυτή είναι ότι αναδεικνύει το γεγονός ότι ο Έλληνας βιώνει την μετοχή του σε αυτήν την υπερβατική οντότητα όχι άμεσα αλλά έμμεσα. Είναι λογικό άλλωστε γιατί μια υλική χειροπιαστή οντότητα, όπως ο άνθρωπος, δεν μπορεί να ανήκει σε μια υπερβατική οντότητα. Ο Έλληνας μετέχει της κρατικής οντότητας πάντα διαμέσου μια άλλης ενδιάμεσης οντότητας η οποία είναι ήμιυπερβατική. Το ρόλο αυτόν στην εποχή μας τον παίζουν τα κόμματα αλλά και οι κομματικές και συνδικαλιστικές οργανώσεις. Η συμμετοχή ή όχι του μέσου Έλληνα σε κάποιο πολιτικό κόμμα εξαρτάται, κατά κύριο λόγο, από την δυνατότητα που του παρέχει στην διαμεσολάβηση με την υπερβατική οντότητα του κράτους. Την υπερφυσική του δηλαδή δυνατότητα να ικανοποιεί τις όποιες απαιτήσεις έχει από αυτό ο Έλληνας πολίτης.

Και το κόμμα λοιπόν ήταν αναγκαίο να έχει κάποιες υπερβατικές ιδιότητες. Στην αρχή της ζωής του ελληνικού κράτους, τον στόχο αυτόν ικανοποίησαν τα κόμματα που προσέφεραν πρόσβαση ή προστασία από τις μεγάλες δυνάμεις της εποχής. Αργότερα η κομματική λειτουργία εμπλουτίσθηκε από τα αριστερά κόμματα τα οποία έχουν εγγενώς μια εσχατολογική και υπερβατική διάσταση, η οποία αντιπάλεψε την κυρίαρχη προσφορά των άλλων πολιτικών κομμάτων, την απρόσκοπτη δηλαδή πρόσβαση στα δημόσια αγαθά. Εν τέλει την περίοδο της μεταπολίτευσης τα αριστερά κόμματα ανέλαβαν τα ίδια τη διαχείριση και τη διανομή των κρατικών αγαθών. Αν τα κόμματα στο πάνω άκρο τους επικοινωνούσαν με το υπερβατικό κράτος, στο κάτω άκρο τους ήταν αρθρωμένα γύρω από τις μόνες ευρύτερες οντότητες στις οποίες αισθάνεται όντως εντεταγμένος ο Έλληνας, την οικογένεια και την τοπική, από γεωγραφική άποψη, κοινότητα.

Έτσι ο μέσος Έλληνας μέσω της οικογένειας ( η οικογένειά μου είναι αριστερή ή δεξιά) και της γεωγραφικής περιοχής (η Κρήτη ψηφίζει ΠΑΣΟΚ και η Μεσσηνία δεξιά) μετέχει στο κόμμα και δια μέσου αυτού στις κρατικές παροχές. Αυτή η περιγραφή δεν θεωρώ ότι είναι πρωτότυπη ούτε ότι καλύπτει πλήρως την πραγματικότητα, όμως εκφράζει ένα μεγάλο μέρος της και δεν νομίζω ότι χρειάζεται ιδιαίτερη επιχειρηματολογική υποστήριξη.

Προσωπικά, θέλω να αναδείξω το ερώτημα, για ποιο λόγο παρατηρούνται αυτά και άλλα παρόμοια φαινόμενα στην ελληνική κοινωνία και να συνεισφέρω στην απάντησή του. Ισχυρίζομαι λοιπόν ότι η πολιτιστική παράδοσή εκλαμβάνει την πολιτική με συμβολικό και μεταφυσικό χαρακτήρα, ο οποίος έχει θρησκευτικά χαρακτη-ριστικά. Όχι εξαιτίας της πίστης που τυχόν ασπάζεται η παράδοσή μας, αλλά εξαιτίας της διατήρησης μέχρι σήμερα ενός συγκεκριμένου τρόπου σκέψης και αντιμετώπισης των πραγμάτων, ο οποίος στο ιστορικό παρελθόν είχε θρησκευτικές καταβολές.

Αποτέλεσμα αυτών των καταβολών είναι το ότι η πολιτιστική μας παράδοση αντιμετωπίζει τα πολιτικά θέματα, ως αντικείμενα προσεγγίσιμα μόνο έμμεσα, δηλαδή ως μεταφυσικά προβλήματα. H όποια ορθολογική ανάλυσή τους γίνεται σε δεύτερο επίπεδο και βασίζεται σε μεταφυσικές αρχές θρησκευτικού τύπου, δηλαδή αρχές που τίθενται apriori συνήθως ως θέματα πίστης, τις δε περισσότερες φορές, αυθεντικής θρησκευτικής πίστης. Τα δε πολιτειακά τα διαχειρίζεται ως συμβολικά. Δηλαδή το κράτος το αντιμετωπίζει ως ένα σύμβολο ή ως εκπρόσωπο μιας άλλης υπερβατικής οντότητας, η οποία έχει πάντα θρησκευτικό χαρακτήρα. Πρόκειται είτε για τον Θεό είτε για την Εκκλησία.

 Αρχή

 

γ. Το ιστορικό υπόβαθρο

Στην συνέχεια θα παρουσιάσω μια εξαιρετικά συνοπτική αφήγηση της ιστορίας του τρόπου με τον οποίο διαμορφώθηκε αυτή η πολιτιστική στάση. Η ενδελεχής τεκμηρίωση των όσων θα ακολουθήσουν ξεφεύγει από τα πλαίσια μιας απλής εισήγησης, πλην όμως θα αναφερθώ σε σχετικώς γνωστά ιστορικά γεγονότα. Δεν θα πω τίποτα καινούργιο, απλά βλέπω τα τετριμμένα γεγονότα με διαφορετικό βλέμμα.

Για χάρη συντομίας αφήνω πίσω την ρωμαϊκή περίοδο και λέω ότι μίξη της πολιτικής με την μεταφυσική στην ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα αποτυπώνεται στην πληρέστερή της μορφή σε ένα τροπάριο της εορτής των Χριστουγέννων(1), γραμμένο πιθανότατα τον 9ο αιώνα, όπου ο ένας Θεός συνδυάζεται αρμονικά αλλά και αποκλειστικά με τον ένα και μοναδικό αυτοκράτορα επί της γης, αυτόν της Κωνσταντινούπολης. Την αντίληψη αυτήν κωδικοποίησε πρώτος ο Ευσέβιος Καισάρειας (Παναγιώτης Χρήστου, 1987,τόμος Γ΄, σελ. 337) και συχνά καλείται θεωρία του Ευσεβίου. Αυτή η συνεργασία Εκκλησίας και Κράτους, (Τζούντιθ Χεριν, 2008, σελ. 109) είναι πυρηνικό στοιχείο της πολιτικής ιδεολογίας του ελληνικού μεσαίωνα και είναι ένα σημαντικό κλειδί για την κατανόηση της μεσαιωνικής μας ιστορίας. Η θεωρία αυτή είχε ως συνέπεια την αντίληψη ότι ο Αυτοκράτωρ της Κωνσταντινούπολης είναι ιεραρχικά ανώτερος από όλους τους άλλους Βασιλείς της γης, ως εκπρόσωπος και τοποτηρητής επί της γης, του μόνου αληθινού Θεού (Ελένη Γλυκάτζη-Αρβελερ, 2009). Και το κράτος της Κωνσταντινούπολης είναι η επίγεια εικόνα της Βασιλείας του Θεού (Στήβεν Ράνσιμαν, 1982) και ο αυτοκράτωρ είναι ο τοποτηρητής, ο εκφραστής αλλά και ο υπέρμαχος της επί της γης φανέρωσης της Βασιλείας, δηλαδή της Εκκλησίας.

Η πίστη αυτή ανταποκρινόταν σε γενικές γραμμές στην ιστορική πραγματικότητα κατά την πρώιμη βυζαντινή περίοδο. Όμως πριν περάσουν δέκα χρόνια από την κορύφωση της πραγμάτωσης αυτής της ιδεολογίας, εννοώ την ανύψωση του Τιμίου Σταυρού στα Ιεροσόλυμα από τον Πατριάρχη Σωφρόνιο και την κατανίκηση των ειδωλολατρών Περσών, ένας νέος Θεός ανατέλλει στο στερέωμα της Μεσογείου και τα στρατεύματά του κατανικούν τα χριστιανικά στρατεύματα και κατακτούν –οριστικά- τα Ιεροσόλυμα (Walter Kaegi, 2000). Ο Θεός του Ισλάμ. Από το σημείο αυτό και μετά, σταδιακά, η πολιτική του βυζαντινού κράτους αποκτά όλο και πιο έντονα μεταφυσικά χαρακτηριστικά, δηλαδή αποσυνδέεται από την υλική και χειροπιαστή πραγματικότητα και τρόπον τινά μετακομίζει στον χώρο του υποκειμενικού θρησκευτικού βιώματος, με πρώτο σταθμό την περίοδο της εικονομαχίας. Είναι εντελώς αδύνατο για τους βυζαντινούς να πιστέψουν ότι είναι δυνατόν να υπάρξει μια νέα θρησκεία, άλλη από την δική τους, και αντιμετωπίζουν το Ισλάμ ως μια ακόμα χριστολογική αίρεση (Τζούντιθ Χεριν, 2008, σελ. 602) και προσπαθούν να την νικήσουν αποκαθαίροντας την δική τους πίστη, μέσα από την μακροχρόνια περίοδο της εικονομαχίας. Στην περίοδο αυτή, εισάγεται πλέον και προγραμματικά η μεταφυσική στην πολιτική.

Ταυτόχρονα στη Δύση, την ημέρα των Χριστουγέννων του έτους 800 στο ναό του Αγίου Πέτρου της Ρώμης, ο Πάπας Λέων Γ΄ τοποθέτησε μια χρυσή κορώνα στο κεφάλι του Καρλομάγνου, στέφοντάς τον Αυτοκράτορα της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας (Imperator Romanorum), τίτλο που χρησιμοποιούσε μέχρι τότε μόνο ο αυ-τοκράτωρ στην Κωνσταντινούπολη(2) . Έτσι εμφανίζεται στην Δύση νέος διεκδικητής της μοναδικότητα της βασιλείας που προέρχεται από τον ένα Θεό και εφόσον δεν μπορεί να εξολοθρεύσει τον προϋπάρχοντα βασιλιά της Ανατολής, τον ανακηρύσσει αιρετικό, μέθοδο που δεν δυσκολεύεται να ακολουθήσει ο βασιλιάς της Ανατολής για να εξουδετερώσει τις διεκδικήσεις αυτού της Δύσης και έτσι έχουμε το σχίσμα των Εκκλησιών της Ανατολής και της Δύσης. Την ίδια στιγμή όμως οι στρατιώτες του νέου Θεού, του Ισλάμ, συνεχίζουν τις κατακτήσεις τους και ανατολή και δύση συνεργάζονται, έστω με βαριά καρδιά, για την κατανίκησή τους. Οι σταυροφορίες μπορεί να έχουν πολλά και ποικίλα αίτια, δεν παύουν όμως να είναι σταυροφορίες, πόλεμος των πιστών του αληθινού Θεού των χριστιανών εναντίον των πιστών του αληθινού Θεού των μουσουλμάνων.

Η νίκη των μουσουλμάνων έχει διαφορετικές συνέπειες σε ανατολή και δύση και μεταξύ των άλλων συνιστά την πρώτη ρωγμή στην ενότητα θρησκείας και κράτους, καθώς θέτει υπό αμφισβήτηση την υποστήριξη της πολιτικής εξουσίας από τον χριστιανικό Θεό. Στην ανατολή, η κοινωνία δεν άντεξε την βίωση αυτής της ρωγμής και παρόλο το γεγονός ότι οι στρατιώτες του ισλάμ εντέλει νίκησαν ολοκληρωτικά τους χριστιανούς στρατιώτες, η Ελληνική κοινωνία του μεσαίωνα δεν μπόρεσε να αλλάξει πολιτική ιδεολογία, με αποτέλεσμα να μεταμορφώσει την πολιτική της σε μια εντελώς μεταφυσική κατασκευή. Σύμφωνα με αυτήν, ο βασιλιάς της Κωνσταντινούπολης παραμένει ο μόνος πραγματικός βασιλιάς της οικουμένης(3) και ο τοποτηρητής του μόνου πραγματικού Θεού, και αν προς στιγμή επικρατούν οι άπιστοι αυτό είναι αποτέλεσμα της αγάπης του Θεού (Ελένη Γλυκάτζη-Αρβελερ, 1977, σελ. 142), η οποία παιδαγωγόντας τους πιστούς, έχει ως στόχο την κάθαρση από τις αμαρτίες μας(4). Έτσι καταλήγουμε στο γνωστό «πάλι με χρόνια και καιρούς, πάλι δικά μας θα είναι». Το κράτος λοιπόν των υπόδουλων Ελλήνων είναι ένα κράτος και τυπικά υπερβατικό, εσχατολογικό, εν τέλει συμβολικό. Επιβιώνει γιατί είναι μεγάλος ο Θεός της Ελλάδας και θα μεγαλουργήσει και πάλι όταν ο Θεός το θελήσει.

Το κράτος μπορεί να είναι υπερβατικό, αλλά οι άνθρωποι ζουν στον χρόνο και επομένως έπρεπε να υπάρχει κάτι το ενδιάμεσο, ώστε να μετέχουν σε αυτήν την προοπτική των εσχάτων. Ένα τέτοιο ρόλο είχε ανέκαθεν η Εκκλησία. Ο Ρωμαίος πολίτης από τις απαρχές του μεσαίωνα, έπαψε να είναι ο άνθρωπος που ζούσε στο ρωμαϊκό κράτος, άλλωστε η Ρώμη ήταν ήδη έξω από τα όρια του κράτους, αλλά ταυτίσθηκε με τον χριστιανό, το μέλος της ορθόδοξης Εκκλησίας (Ελένη Γλυκάτζη-Αρβελερ, 2009, σελ. 173). Έτσι η πολιτειακή συνείδηση των Ελλήνων του μεσαίωνα ταυτίσθηκε με την εκκλησιαστική συνείδηση. Κατά συνέπεια η μεν πολιτική ιδεολογία είχε μεταφυσικό χαρακτήρα, αλλά και ο φορέας ένταξης στην πολιτειακή ταυτότητα ήταν επίσης μεταφυσικός.

Αυτή η διαδικασία ολοκληρώθηκε κατά την περίοδο της τουρκοκρατίας, όταν ανάμεσα στον υπόδουλο πιστό και το τουρκικό κράτος διαμεσολαβεί και τυπικά πλέον η Εκκλησία (Στήβεν Ράνσιμαν, 1979, σελ. 347). Την περίοδο λοιπόν που στην υπόλοιπη Ευρώπη αναπτύσσεται η έννοια του κράτους δικαίου και η έννοια του πολίτη του κράτους αυτού, η ελληνική κοινωνία παγιώνει μια εκκλησιαστική και συμβολική (Τζούντιθ Χεριν, 2008, σελ. 619) πολιτειακή συνείδηση, όπου το μεταφυσικό στοιχείο παίζει καθοριστικό ρόλο, αλλά όχι μόνο αυτό. Η Ορθόδοξη Εκκλησία δεν έχει κεντρική ιεραρχική δομή. Κάθε επίσκοπος είναι τυπικά ανεξάρτητος και ο Πατριάρχης είναι πρώτος μεταξύ ίσων (Βλάσιος Φειδάς, 1994, σελ. 807). Η ανωτερότητά του έγκειται πρώτιστα στην δυνατότητα διαπλοκής που έχει με την κεντρική, βυζαντινή αρχικά και στην συνέχεια τουρκική εξουσία (Στήβεν Ράνσιμαν, 1979, σελ. 354). Η δε επισκοπική εξουσία έχει τοπικό, από γεωγραφική άποψη, χαρακτήρα. Κατά συνέπεια δεν αναπτύσσεται η συνείδηση συμμετοχής σε μια κεντρική δομή, αλλά υπάρχει ένας έντονος γεωγραφικός τοπικισμός.

Σε όλους αυτούς τους αιώνες ο επηρεασμός από την Αναγέννηση και τον Διαφωτισμό είναι διαρκής αλλά όχι επαρκής, ώστε να αλλοιώσει τα βασικά χαρακτηριστικά της πολιτικής και πολιτειακής ιδεολογίας της ελληνικής κοινωνίας. Τα χαρακτηριστικά αυτά εμφανίζονται εμφαντικά κατά τον πόλεμο της Ανεξαρτησίας και τα αμέσως επόμενα χρόνια. Στην πραγματικότητα ο συμβολικός χαρακτήρας του κράτους και ο μεταφυσικός χαρακτήρας της πολιτειακής ταυτότητας δεν χάθηκαν, μεταλλάχθηκαν. Η ελληνική κοινωνία δεν προσγειώθηκε στην ιστορία…

 Αρχή

 

δ. Η σύγχρονη φαντασίωση

Οι κάτοικοι της βυζαντινής αυτοκρατορίας συχνά αντιμετώπιζαν το κράτος ως εχθρό (Ελένη Γλυκάτζη-Αρβελερ, 1977, σελ. 101 κ.ε.) και για τον λόγο αυτό εύκολα υποτάχθηκαν στους Τούρκους. Όμως όταν και το τουρκικό κράτος άρχισε να εκφυλίζεται έγινε η ενσάρκωση του κακού. Πλείστες συμπεριφορές των νυν ελεύθερων Ελλήνων φανερώνουν ότι στο πίσω μέρος του μυαλού μας επιβιώνει αυτό το βίωμα. Μετά το 1821 είναι φανερό ότι θεωρητικά τουλάχιστον το κράτος χωρίστηκε από την Εκκλησία και κυριάρχησε η λεγόμενη Μεγάλη Ιδέα. Σε αυτήν εμφανίστηκε μια άλλη αφηρημένη ιδέα, η ιδέα του εθνικού δικαίου. Δεν θα νικήσουμε τους Τούρκους γιατί ο Θεός έβαλε την υπογραφή Του, αλλά γιατί αυτό είναι το δίκαιο, εμείς είμαστε οι καλοί και εκείνοι οι κακοί. Η μεταφυσική παραμένει λοιπόν κυρίαρχο στοιχείο της πολιτικής αλλά και της πολιτειακής μας ταυτότητας(5). Από την εποχή αυτήν και μετά, τα πολιτικά κόμματα αντικαθιστούν την Εκκλησία ως διαμεσολαβητή μεταξύ του αισθητού κόσμου της τοπικής καθημερινότητας και του υπερβατικού κόσμου του κράτους. Είναι εκπληκτική η ομοιότητα του τρόπου διαμεσολάβησης των πολιτικών κομμάτων μεταξύ του πολίτη και του κράτους και γενικότερα του δημόσιου πλούτου, με τις παγανιστικές πρακτικές διαμεσολάβησης μεταξύ του ανθρώπου και του Θεού που χρησιμοποιεί η Εκκλησία, εις πείσμα των θεολόγων της (Γεώργιος Μέσκος, 2010).

Η ιστορική αυτή διαδικασία είχε ως αποτέλεσμα η κοινωνία μας, αφενός μεν να είναι έντονα γεωγραφικά κατακερματισμένη και αφετέρου να κινείται στον χώρο του φαντασιώδους, δηλαδή της πίστης και του συναισθήματος(6). Είναι μια κοινωνία έντονα και ριζικά κατακερματισμένη εξαιτίας του γεγονότος ότι οι άνθρωποι δεν μπορούν να συνεννοηθούν στην βάση του συναισθήματος αλλά μόνο της κοινής λογικής. Τα συναισθήματα δημιουργούν έντονες αντιπαραθέσεις, δεν είναι τυχαίο γεγονός η πολλαπλότητα των εμφυλίων στην Ελλάδα. Αποτέλεσμα της κυριαρχίας του συναισθήματος είναι η ενστικτώδης αντίσταση σε κάθε είδους εμπειρική επαλήθευση των λόγων: στην Ελλάδα είσαι ότι δηλώσεις… Η κοινωνία μας δεν αντέχει την ουσιαστική αυτοκριτική και προτιμά την μεμψιμοιρία, η οποία εκτονώνει τις ενοχές αλλά ταυτόχρονα, δεν θέλει την ορθολογική κριτική σκέψη γιατί αυτή φανερώνει την ουτοπικότητα ή και την κενότητα των διαφόρων μεγάλων ιδεών, και προτιμά την συν-θηματολογία η οποία θάλπει, υποθάλπει και ικανοποιεί τις συλλογικές μας φαντασιακές ανάγκες (Παναγιώτης Γεννηματάς, 2013).

Όλα αυτά έχουν σαν συνέπεια ένα γεγονός: Συμπεριφορές οι οποίες εάν εξεταστούν με γνώμονα τον ορθό λόγο και την κοινή λογική είναι κατακριτέες, τελικά να τυγχάνουν ευρύτατης κοινωνικής αποδοχής. Επειδή δε οι άνθρωποι δεν είναι ανόητοι ούτε παράλογοι, αυτό που κάνουν είναι ότι, όταν κρίνουν τις συμπεριφορές των άλλων, λειτουργούν λογικά, όταν όμως κρίνουν την δική τους συμπεριφορά ή την συμπεριφορά των μελών της ομάδας στην οποία ανήκουν, λειτουργούν εντελώς θεολογικά-μεταφυσικά. Στην πράξη χρησιμοποιούν τις μεθόδους που χρησιμοποίησαν πρώτοι οι αρχαίοι Έλληνες φιλόσοφοι, όταν η φιλοσοφία άρχισε να μετασχηματίζεται σε θεολογία, κάτω από την πίεση της ιδέας του ενός Θεού ο οποίος εμπλέκεται άμεσα στην δημιουργία του κόσμου. Στην περίπτωση αυτή υπάρχει το περίφημο πρόβλημα του κακού που ταλαιπωρεί τον μονοθεϊσμό από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα και το οποίο οι θεολόγοι της κάθε εποχής το αντιμετωπίζουν με την ίδια μέθοδο. Αλλάζοντας διαρκώς το πλαίσιο αναφοράς του προβληματισμού, έτσι ώστε πάντα να δικαιώνεται ο Θεός (Sellars, John 2006, σελ. 102). Αυτήν την μέθοδο ακολουθούν και οι διάφορες ομάδες συμφερόντων στην Ελλάδα, αλλάζουν δηλαδή την βάση της συζήτησης έτσι ώστε η ομάδα τους να έχει πάντα δίκιο…

 Αρχή

 

ε΄. Πτυχές μιας υπέρβασης

Είναι νομίζω φανερό ότι πρώταγμα της προσπάθειας για την καλλιέργεια της πολιτειακής μας ταυτότητας δεν μπορεί παρά να είναι η απέκδυσή της από τον συμβολικό και μεταφυσικό χαρακτήρα που έχει κληρονομήσει από το παρελθόν της και η σύνδεσή της με την σημερινή χειροπιαστή πραγματικότητα. Και αυτή η προσπάθεια δεν μπορεί να είναι άσχετη με μια ανάλογη προσπάθεια όσον αφορά τις πολιτικές στοχεύσεις της χώρας μας. Θα τολμούσα να πω ότι αυτό πρέπει να είναι το όραμα το οποίο πρέπει να μας εμπνέει προκειμένου να βγούμε από την κρίση.

Στο σημείο αυτό αναδύεται μια σημαντική δυσκολία που οφείλεται στο γεγονός ότι το φαντασιακό στοιχείο της ταυτότητάς μας είναι στενά συνδεδεμένο με το θρησκευτικό στοιχείο, ή αλλιώς ότι το κράτος είναι στενά συνδεδεμένο με την Εκκλησία. Οι εθνικές μας φαντασιώσεις επιβιώνουν συνδεδεμένες με την θρησκεία και την Εκκλησία. Η σύνδεση αυτή λειτουργεί ανασταλτικά σε κάθε κριτική και αυτοκριτική σκέψη. Εδώ και αρκετές δεκαετίες όμως η σύνδεση ελληνικής κοινωνίας και Εκκλησίας κινείται στον χώρο του φαντασιώδους. Οι Έλληνες είμαστε κατά φαντασία Ορθόδοξοι και αυτό είναι περισσότερο από ευδιάκριτο, αρκεί να μην παίζει κανείς με τις λέξεις. Μεταφυσική πολιτική, συμβολική πολιτειακή ταυτότητα και κατά φαντασία Ορθοδοξία, συνθέτουν ένα κουβάρι το οποίο κρύβεται πίσω από κάθε ματαίωση των εκσυγχρονιστικών προσπαθειών της κοινωνίας μας.

Όχι όμως με την έννοια ότι κάποιοι, ας πούμε η Εκκλησία, εμποδίζουν τον εκσυγχρονισμό, αλλά με την έννοια ότι αξίες, στάσεις ζωής και ιδέες που συνθέτουν αυτό το κουβάρι, επιδρούν έτσι στην κοινωνία ώστε να καταδικάζονται, στην πράξη, σε αποτυχία και οι καλύτερες προτεινόμενες ιδέες. Ο συμβολικός όγκος της Εκκλησίας, σκιάζει πτυχές του πολιτισμού μας, και με τον τρόπο που περιέγραψα προηγουμένως, στέκεται εμπόδιο σε μια γνήσια αυτογνωσία και καθιστά δύσκολη ή ανέφικτη την σύνδεση των λόγων με τα έργα. Η απουσία πάλι της σύνδεσης έργων και λόγων καθιστά ανέφικτη την υπευθυνότητα που με την σειρά της είναι αναγκαία για να υπάρξει ευρωπαϊκό κράτος. Όλη αυτή η τραγωδία την οποία ζούμε εν πολλοίς οφείλεται στην εκπαίδευση που έχουμε ως κοινωνία να ζούμε στον κόσμο της φαντασίας, να κρίνουμε και να αποφασίζουμε με εκφυλισμένους όρους μεταφυσικής και πίστης και όχι συγκεκριμένων δεδομένων και στοιχείων και επομένως να αποδεχόμαστε λόγια που εκ των προτέρων είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε ότι δεν θα γίνουν ποτέ έργα.

Όλο και περισσότεροι καταλαβαίνουν ότι το πρόβλημα της χώρας μας δεν είναι οικονομικό αλλά πρώτιστα πνευματικό, πολιτιστικό. Είναι πρόβλημα Παιδείας. Θα ισχυριστώ λοιπόν, ότι μέσα από αυτήν την οπτική, το μάθημα των θρησκευτικών είναι πολύ σημαντικότερο από ότι συνήθως νομίζουμε. Η ιστορία του τόπου μας, μας καταδικάζει σε μια εν πολλοίς αναγκαστική συμβίωση με τη θρησκεία. Η ελλιπής ή μονομερής γνώση σχετικά με το θρησκευτικό φαινόμενο αλλά και με την δική μας θρησκεία, μας κοστίζει υπερβολικά ακριβά γιατί μας καταδικάζει σε μια ελλιπή και μονομερή αυτογνωσία.

Είναι ζήτημα επιβίωσης της ελληνικής μας ταυτότητας και της ελληνικής κοινωνίας η τρόπον τινά προσγείωση στην πραγματικότητα. Η σύνδεση δηλαδή των έρ-γων με τα λόγια. Να γίνει εθνικός μας στόχος το να λέμε αυτό που είμαστε και όχι αυτό που θα θέλαμε, ή μας συμφέρει ή ακόμα χειρότερα φανταζόμαστε. Και αυτό που λέμε να είναι αξιόπιστο, έτσι ώστε να υπάρξει εμπιστοσύνη μεταξύ των μελών της κοινωνίας μας. Και πραγματικά δεν μπορώ να φανταστώ πως μπορεί να επιβιώσει μια κοινωνία, η πολιτική ηγεσία της οποίας π.χ. αποδίδει τιμές αρχηγού κράτους στην φλόγα που έρχεται από τα Ιεροσόλυμα…

 Αρχή

 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Παναγιώτης Γεννηματάς, Ελλάς: Δύση ή Ανατολή, Ροές, 2013

Ελένη Γλυκάτζη-Αρβελερ, Η Πολιτική Ιδεολογία της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας, Αργώ, 1977

Ελένη Γλυκάτζη-Αρβελερ, Γιατί το Βυζάντιο, Ελληνικά Γράμματα, 2009

Γεώργιος Αρσένιος Μέσκος, Τα μιμίδια των Ελλήνων, Ηνιοχείν 2, 10/2010

Στήβεν Ράνσιμαν, Η Μεγάλη Εκκλησία εν Αιχμαλωσία, Μπεργαλή, 1979

Στήβεν Ράνσιμαν, Η τελευταία Βυζαντινή Αναγέννηση, Δόμος,1980

Στήβεν Ράνσιμαν, Η Βυζαντινή Θεοκρατία, Δόμος, 1982

Στήβεν Ράνσιμαν, Δύση και Ανατολή σε Σχίσμα, Εν πλω, 2008

Τζούντιθ Χεριν, Τι είναι το Βυζάντιο, Ωκεανίδα, 2008

Βλάσιος Φειδάς, Εκκλησιαστική Ιστορία Εκδόσεις Γρηγόρη2 Αθήνα 1994 σελ. 807

Παναγιώτης Χρήστου, Ελληνική Πατρολογία, Εκδόσεις Μερετάκη 1987

Averil Cameron, Οι Βυζαντινοί, Ψυχογιός, 2009

Walter Kaegi, Byzantium and the early Islamic conquests, Cambridge

University Press, 2000

Collin Wells, Σαλπάροντας απ’ το Βυζάντιο, Αλεξάνδρεια, 2006

Αρχή

 ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ

(1) … Ὑπὸ μίαν βασιλείαν ἐγκόσμιον, αἱ πόλεις γεγένηνται· καὶ εἰς μίαν Δεσποτείαν Θεότητος, τὰ Ἔθνη ἐπίστευσαν…

(2) http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9A%CE%B1%CF%81%CE%BB%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CE%B3%CE%BD%CE%BF%CF%82

(3) Αριστείδη Μπότα, Τα Δόγματα της Βυζαντινής Εξωτερικής Πολιτικής, http://www.anistor.gr/greek/grback/ist11.htm

(4) Η πίστη αυτή αποτυπώνεται στους λαϊκούς θρύλους, Αγγελική Ζιάκα, Διαθρησκευτικοί διάλογοι, τόμος Β΄ Πουρνάρας 2010, σελ. 96. http://www.scribd.com/doc/135578571/%CE%94%CE%B9%CE%B1%CE%B8%CF%81%CE%B7%CF%83%CE%BA%CE%B5%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%BF%CE%B9-%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%BF%CE%B9-%CE%96%CE%B9%CE%B1%CE%BA%CE%B1

(5) Για τον λόγο αυτό η Μεγάλη Ιδέα ευνοούσε “τα όνειρα και τις προσδοκίες ενός φτωχού ουσια-στικά λαού για ένα ανθηρό μέλλον, οι οποίες ωστόσο δεν έγιναν πραγματικότητα [18]. Η επεκτατική πολιτική απαιτεί μάλλον οικονομικές θυσίες εξαιτίας των υπέρογκων δαπανών για τη συντήρηση τακτικών στρατευμάτων παρά οικονομικές παροχές και ελαφρύνσεις.” http://el.wikipedia.org/wiki/%CE%9C%CE%B5%CE%B3%CE%AC%CE%BB%CE%B7_%CE%99%CE%B4%CE%AD%CE%B1  Η αντίφαση αυτή δεν μπορεί να γίνει κατανοητή έξω από το πλαίσιο που περιγράφω.

(6) http://news.kathimerini.gr/4dcgi/_w_articles_economy_2_27/07/2013_528126

 

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων