«

»

Απρ 15 2013

Φωνὴ Κυρίου ἐπὶ τῶν ὑδάτων

Γράφει: η Έλενα Τσίκιζα, φιλόλογος.

Κι ο ποιητής, 60 χρόνια πίσω, γράφει: Φων Κυρίου π τν δάτων. Νῆσός τις ἒστι.

Κύπρος

Καταμεσίς του πελάγου υπάρχει ένα νησί.  Μια πρόκληση για τους ισχυρούς και τους άδικους του κόσμου, στους αιώνες των αιώνων.

Κάποτε ο ήλιος του μεσημεριού, κάποτε φούχτες η ψιλή βροχή

και τ’ ακρογιάλι γεμάτο θρύψαλα παλιά πιθάρια…

Είναι πολλοί αυτοί που ζήλεψαν την ομορφιά του και άπλωσαν τα βέβηλα χέρια τους για να τ’ αγγίξουν. Διάβηκαν τα θαλάσσια μονοπάτια – ἐπὶ ὑδάτων πολλῶν -για να φτάσουν στ’ ακρογιάλια του από βορρά και δύση, με το μυαλό τους καρφωμένο στο κέρδος. Πώς θα γίνουν ακόμη πιο δυνατοί, πώς θα κάνουν το νησί αυτό βίγλα για τις επεκτατικές τους ορέξεις;

Τότες άκουσα βήματα στα χαλίκια.

Δεν είδα πρόσωπα, σα γύρισα είχαν φύγει…

Στο πέρασμα των χρόνων άφησαν ίχνη, άλλα από αίμα κι άλλα στο χρώμα της άμμου, άλλοι κατακτητές κι άλλοι απλοί θαλασσοπόροι.

Κι όμως, δεν μπόρεσε κανείς τους να το αλλάξει το νησί αυτό ή να το κάνει να σκύψει το κεφάλι, γιατί:

Η γης δεν έχει κρικέλια

για να την πάρουν στον ώμο και να φύγουν…

Η γενιά μου έζησε τον τελευταίο πόλεμο στην Κύπρο, είδε από κοντά ή από μακριά την εισβολή βαρβάρων, έμαθε για τα παιχνίδια που παίχτηκαν στη σκακιέρα της παγκόσμιας διπλωματίας, κατάλαβε ότι:

Εκείνοι που έπεσαν πολεμώντας κι εκείνοι που

έπεσαν χρόνια μετά τη μάχη·

εκείνοι που είδαν την αυγή μες απ’ την πάχνη

του θανάτου

ή, μες στην άγρια μοναξιά κάτω από τ’ άστρα,

νιώσανε πάνω τους μαβιά μεγάλα

τα μάτια της ολόκληρης καταστροφής…

Δεν είναι εύκολο να λησμονήσει κανείς τα πρόσωπα που ψάχνουν με απόγνωση δικούς τους ανθρώπους, δεν είναι εύκολο να συγχωρήσει όλους αυτούς που με ψυχρό βλέμμα εκτελούν τις εντολές που λάβανε. Αντίθετα, έρχεται αυθόρμητα στα χείλη μας η προσευχή:

Κύριε, βόηθα να θυμόμαστε

πώς έγινε τούτο το φονικό·

την αρπαγή το δόλο την ιδιοτέλεια,

το στέγνωμα της αγάπης·

Κύριε, βόηθα να τα ξεριζώσουμε…

Δεν περιμέναμε οι αφελείς ότι, 40 χρόνια μετά, ένας άλλος παγκόσμιος – οικονομικός αυτή τη φορά – πόλεμος θα μας παρέσερνε, όλους μαζί, στη δίνη του, θα μας έφερνε πάλι μπροστά στην αρπαγή, το δόλο και την ιδιοτέλεια.

Όσο κι αν είχαμε στο νου μας ότι κάτι δεν πάει καλά, όσο κι αν σε μεταξύ μας κουβέντες ανταλλάσσαμε την ανησυχία μας για το μέλλον των παιδιών μας, πώς θα μπορούσαμε να φανταστούμε αυτό που γίνεται; Κι αν ακόμη το φανταζόμαστε, πώς θα μπορούσαμε ν’ αντισταθούμε, ακόμη κι αν ξέραμε τι μας περιμένει;  Εξάλλου:

Τη γνώμη των δυνατών ποιος θα μπορέσει να τη γυρίσει;

Ποιος θα μπορέσει ν’ ακουστεί;

Εξήντα χρόνια πριν,  ο ποιητής μάς τα είπε όλα. Μας είπε ότι θα ’ρθει η μέρα που θα ξυπνήσουμε και με κομμένη την ανάσα θα κοιτάμε τους δυνατούς να εξοντώνουν τη ζωή μας εν ψυχρώ. Μάλλον δεν καταλάβαμε τον λόγο του.

Και τώρα απλώς προσθέτουμε ένα μικρό μας σχόλιο, τη συμφωνία μας με τα σοφά του λόγια, την απόγνωσή μας για το ποιος θα μας ακούσει…

Αυτό που μας μένει να κάνουμε είναι να ενώσουμε τις φωνές μας, να υψώσουμε την ψυχή μας πάνω από μικρότητες και μικροπολιτικές, να  ’ρθουμε πιο κοντά.

Εμείς, ανάδελφοι αδελφοί, σ’ αυτόν τον ανελέητο κόσμο του χρήματος, ακούμε τον εκκωφαντικό θόρυβο που αφήνουν πίσω τους τα βήματα μιας τρόικα πάνω στη γη μας, συμπάσχουμε με σας που μπαίνετε στο ίδιο δύσβατο μονοπάτι που εδώ και καιρό βαδίζουμε…

Τώρα, λοιπόν, είναι η ώρα για να πιαστούμε χέρι-χέρι, να επαναπροσδιορίσουμε μέσα από την κοινή μας δράση σε πεδία πολιτισμού κι επιστήμης το νόημα της ζωής, της δικής μας, αλλά κυρίως των παιδιών μας. Είμαστε αδέρφια από πάντα κι έτσι θα μείνουμε για πάντα…

[Το κείμενο εκφωνήθηκε στην τελετή αδελφοποίησης του σχολείου με το Λύκειο Κύκκου Πάφου].

Αφήστε μια απάντηση

Top
 
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων