Μονοπάτι Παγοποιών – Καταφύγιο ΣΕΟ

Είναι από τις ομορφότερες και γνωστότερες διαδρομές πάνω στα χνάρια των παλιών περίφημων Χορτιατινών παγοποιών. Οι παλιοί Χορτιατινοί , τις πολύ κρύες νύχτες του χειμώνα, ανέβαιναν στο βουνό και οδηγούσαν το νερό από τις πηγές σε κάποιους χώρους στις λεγόμενες μπάρες, όπου μάζευαν το νερό. Το νερό αυτό πάγωνε, και το πρωί οι παγοποιοί ερχόντουσαν και άνοιγαν τρύπες στον πάγο, γιατί περίπου 60-70 εκατοστά του νερού δεν πάγωναν. Το νερό που έβγαινε το άφηναν να ξαναπαγώσει, και όταν τελικά όλη η μπάρα γινόταν πάγος, με ειδικά τσεκούρια τον τεμάχιζαν. Σε κάποιες τρύπες που υπήρχαν στο έδαφος, έφτιαχναν μία σχάρα με κορμούς δέντρων και τοποθετούσαν επάνω την πρώτη στρώση του πάγου. Επιπλέον, χρησιμοποιούσαν τα πεσμένα φύλλα της οξιάς για μονωτικό υλικό.
Ο πάγος διατηρούταν μέχρι το καλοκαίρι, όπου οι παγοποιοί είτε κατέβαιναν οι ίδιοι στην Θεσσαλονίκη και τον πουλούσαν, ή τον προμήθευαν σε εμπόρους πάγου. «Όλες οι οικογένειες είχαν τα ”παγομάγαζα” τους.

Το μονοπάτι κάποτε ήταν καλντερίμι (λιθόκτιστο) που έγινε το 1915 από τους Ινδούς υποτακτικούς της ΑΝΤΑΝΤ.
Στα 400 μέτρα περίπου συναντάμε έναν 8μετρο σιδερένιο τρίποδα πάνω σ’ ένα μικρό πλάτωμα με εκπληκτική θέα προς την Κορώνεια και τον Θερμαϊκό, Όλυμπο, Πιερία, Βέρμιο, Μπέλες, Βουλγαρία…
Είναι η θέση «Αφανός», δίπλα στην «Αρκουδότρυπα» (την είσοδο ενός μικρού μονόχωρου σπηλαίου. . .), όπου οι Χορτιατινοί αιώνες τώρα ανελλιπώς κάνουν το περίφημο αναστάσιμο έθιμο του Φανού.

Συνεχίζουμε πάνω στα λείψανα του καλντεριμιού και μετά από 20 λεπτά περίπου και αφού βλέπουμε στα δεξιά μας τις εγκαταστάσεις του Κατασκηνωτικού Κέντρου των Προσκόπων με την 80χρονη ιστορία του, συναντάμε το πρώτο «Γκιρίζι», κτιστή δεξαμενή καθαρισμού και ελέγχου του πολύ παλιού αγωγού των πηγών ύδρευσης. Μέχρι τον τελικό προορισμό μας θα συναντήσουμε και άλλα «Γκιρίζια».
Ήδη πορευόμαστε μέσα στο δάσος με τις καστανιές και το φθινόπωρο μια μικρή στάση για να ψήσουμε στην «Τσουχταριά» κάστανα (τα ψήνουμε μέσα σε ξεραμένες φτέρες) είναι επιβεβλημένη.
Σε λίγο φτάνουμε στη θέση «5 αδέλφια», όπου κάνει την εμφάνιση του το πρώτο μεγάλο και γνωστότερο «Μαγαζί» ( αποθήκη του πάγου) με την παρακείμενη «Μπάρα», τον επίπεδο χώρο στο σχήμα του ταψιού όπου οδηγούσαν οι παλιοί παγοποιοί το νερό των πηγών και μετατρεπόταν σε πάγο από τις πολύ χαμηλές χειμωνιάτικες θερμοκρασίες.
Και το καλοκαίρι ο πάγος, που τον διατηρούσαν στο «Μαγαζί» με μοναδική τεχνική, μεταφερόταν με μουλάρια στη Θεσσαλονίκη στους εύπορους, φυσικά, κατοίκους της.
Συνεχίζουμε την ανοδική αλλά χωρίς ιδιαίτερες δυσκολίες πορεία μας και φτάνουμε σ’ενα σημείο με ένα μικρό δάσος από κερασιές οι οποίες, αν και γέρικες, εξακολουθούν να μας προσφέρουν τα γλυκά κεράσια τους και το τσιμπολόγημά τους είναι επιβεβλημένο!
Αφού προσπεράσουμε αρκετά «Μαγαζιά» και «Μπάρες» φτάνουμε στην τοποθεσία «Κρύα Βρύση», έναν μαγευτικό αλλά εγκαταλελειμμένο χώρο με την πηγή – ποτίστρα για κάθε μορφής ζωντανού.
Η ολιγόλεπτη στάση για να ξεδιψάσουμε αλλά και να γευτούμε το καλοκαιράκι τις μυρωδάτες αγριοφράουλες – πλανίτσες για τους χορτιατινούς – επιβεβλημένη και πάλι.

Ξεκινάμε και αμέσως μετά, βγαίνοντας από το «τούνελ» που δημιουργούν τα πανύψηλα δένδρα, κυρίως οξιές, αντικρίζουμε ένα μεγάλο πλάτωμα, πατατοχώραφα και σημαντικός κερασότοπος μέχρι τη δεκαετία του ’60.
Σε λίγο το μονοπάτι μας συναντάει το δασικό δρόμο που έχει αφετηρία το «Πάρκο Κεραιών» και τερματίζει κάτω απ’ τα Ραντάρ.
Περπατάμε πλέον στον δασικό δρόμο όπου συναντάμε και «αυτοκίνητους» δυστυχώς – επισκέπτες του δάσους.
Σε λιγότερο από 5 λεπτά αντικρίζουμε ένα μεγάλο οροπέδιο και στο βάθος δεξιά το διώροφο πέτρινο καταφύγιο του Σ.Ε.Ο. στην αρχή ενός πανέμορφου δάσους με πανύψηλες οξιές να το περιτριγυρίζουν.

πηγή: http://www.i-diadromi.gr/2011/01/blog-post_1020.html

Πατώντας στη λέξη Χάρτης μπορείτε να δείτε χαρτογραφημένη τη διαδρομή