η Μαριάνθη Σκαλά

…η πρώτη δασκάλα της Νίκαιας

Η Μαριάνθη Σκαλά καταγόταν από την Σμύρνη, ήταν δασκάλα και το 1924 την έστειλε το Υπουργείο Παιδείας στη Νίκαια για την διοργάνωση σχολείων. Η πόλη δεν είχε αναπτυχθεί ακόμα. Στο κέντρο της, στη σημερινή πλατεία Αγίου Νικολάου, είχε στηθεί μια σκηνή, μέσα στην οποία βρισκόταν η εικόνα του Αγίου Νικολάου. Αυτή ήταν η εκκλησία

Από εκεί ξεκίνησε η κυρία Μαριάνθη μ’ ένα κουδούνι στο χέρι, με το οποίο καλούσε τους γονείς να γράψουν τα παιδιά τους. Το κουδούνι δεν καλούσε τα παιδιά αλλά τους γονείς τους. «Εγώ γράφω τα παιδιά σας στο σχολείο… Φέρτε τα να μάθουν γράμματα» τους έλεγε!

Σε τρεις μήνες έγραψε 260 παιδιά χωρίς να ξέρει ακόμα πού θα τα στεγάσει. Με τον καιρό κατάφερε να εξασφαλίσει τρία συνεχόμενα «πλυντήρια», μικρά δωμάτια που υπήρχαν στις κοινές αυλές ανάμεσα στα προσφυγικά σπίτια, που θα έπαιζαν τον ρόλο της τάξης και με έρανο κατασκεύασε τους πρώτους πάγκους. Το Υπουργείο διόρισε άλλους δύο δασκάλους, τον κ. Οικονόμου και την κα Μήλια. Σύντομα εξασφάλισε άλλα τρία «πλυντήρια», τοποθετήθηκαν οι δασκάλες κ.κ. Αμπατζή, Οικονομοπούλου και Ματθαιοπούλου και το σχολείο έγινε εξατάξιο.

Η Μαριάνθη Σκαλά, η πρώτη δασκάλα που έγινε σύμβολο για όλους τους πρόσφυγες στη Νίκαια, απεβίωσε τον Σεπτέμβριο του 1971.

Από το βιβλίο:
«ΝΙΚΑΙΑ …όσα ο νους μας συνέλαβε …όσα η ψυχή μας αγάπησε»,
συγγραφή: Σταματίνα Βελούδη – Καλλιόπη Τζαβολάκη,
έκδοση: 8ο Γυμνάσιο Νίκαιας, 2003

Αγ Νικόλαος Νίκαια

Θεμελίωση του Ι.Ν. Αγίου Νικολάου Νίκαιας
(στο βάθος διακρίνεται η σκηνή και το καμπαναριό του)

Ο Ι.Ν. του Αγίου Νικολάου υπό κατασκευήν…


Μια σταγόνα «Τοπικής Ιστορίας»…

1. «Όσα ο νους μου συνέλαβε…όσα η ψυχή μου αγάπησε»…

Tο ατέλειωτο σεργιάνι για να πιάσουμε τον τόπο μας, όπως έλεγε η μάνα, τέλειωσε, στήσαμε τη δική μας παράγκα και αφού φαινομενικά, όπως το απαιτούσαν οι συνθήκες, βολευτήκαμε χωρίς καμιά πολυτέλεια, απλά τούτος ο τόπος θα ήταν πλέον δικός μας, τούτο το πρόχειρο κατάλυμα ήταν το σπιτικό μας και η μητέρα χωρίς καμιά πρότερη εμπειρία ανέλαβε τα ηνία, διαφέντευε το σπιτικό της.

Αυστηρή πλέον με ύφος «δεν θέλω αντιρρήσεις» ήθελε για όλους να κάνει το κουμάντο της. Ήλθε η σειρά μου. Με μια κίνηση σήκωσε το αδύνατο κορμί μου, με έβαλε δίπλα της, μου κράτησε τα μικροσποπικά παγωμένα χέρια στα δικά της και με όλο το ύφος που δεν χωρούσαν διαφωνίες με κοίταξε στα μάτια. Πρώτη φορά έβλεπα γελαστά τα κουρασμένα μάτια της, το σπινθηροβόλο βλέμα της, τη ζεστασιά της. «Σε έγραψα στο σχολείο»! Σχολείο; Άλλο και τούτο! Βρέθηκε σχολείο εδώ στις παράγκες, στα λασπωμένα, με τα όσα προβλήματα έχουμε; Ακόμα ψάχνουμε τους δικούς μας ανθρώπους και η δουλειά του πατέρα δεν έχει στρώσει ακόμα. Οι ταλαιπωρίες που είχαμε ζήσει όλοι μας είχε αλλάξει, όλοι είχαμε μεγαλώσει και είχαμε ωριμάσει. Δεν υπήρχε περίπτωση αντιρρήσεων.

Για να δεχτώ το μεγάλο πλησίασμα με το όνειρο των πνευματικών μου καρπών, η μητέρα σκάλισε από εδώ και εκεί τα διάφορα κουρέλια, ύψωσε μπροστά της σαν να προβάριζε τα λιγοστά ρούχα που υπήρχαν, δεν είχε σημασία ποιανού ήταν και έπεσε με τα μούτρα, που λέμε, στη ραπτική εγκαταλείποντας όλες τις άλλες δουλειές για να μου ράψει φόρεμα. Φόρεμα για το σχολείο! Όταν τελείωσε, το ίσιωσε, περήφανη για το αποτέλεσμα, το κρέμασε από ένα καρφί στον «ξύλινο τοίχο» της παράγκας μας, στάθηκε αντίκρυ και καμάρωνε το έργο της. Καμάρωνε περισσότερο που εγώ θα πήγαινα σχολείο. Έβλεπε μέσα σ’ αυτό το κοριτσάκι της με τα καθαρά πλεγμένα μαλλιά να κρατά βιβλίο, μολύβι…

Αγάπησα το σχολείο. Αγάπησα περισσότερο το σκοπό, που ήταν ίδιος με αυτόν της μητέρας. Λαχτάρησε η καρδιά μου την ώρα που με βοηθούσε να φορέσω με προσοχή το δημιούργημα της, άκουγα απόλυτα καθαρά τον κτύπο και τη δική της καρδιά. Το μοναδικό «καινούργιο φόρεμα» για πάρα πολλά χρόνια και που προσαρμοζόταν ανάλογα με το ύψος ή τις φθορές του χρόνου…

Απόσπασμα από το βιβλίο: «Όσα ο νους μου συνέλαβε…όσα η ψυχή μου αγάπησε…»

– . –

2. Η δασκάλα μου.

Μαρ Σκαλά

Η Μαριάνθη Σκαλά με τις μαθήτριές της γύρω στο 1958…
Τη φωτογραφία αυτή μας την παραχώρησε με μεγάλη ευγένεια και συγκίνηση η κ. Καρνάβου Βασιλεία, της οποίας το πατρικό της όνομα είναι Χασιρτζίγλου. Ο πατέρας της, μετά την εγκατάσταση στην Νίκαια, διατηρούσε κουρείο επί των οδών Τζαβέλα και Λακωνίας. Η κυρία Βασιλεία έχει πολλά να μας διηγηθεί για τη δασκάλα της την κ. Σκαλά.

Η κυρία Βασιλεία άκουσε μετά από πάρα πολλά χρόνια το όνομα της δασκάλα της. Της Μαριάνθης Σκαλά, σε γιορτή αφιερωμένη στη Κοκκινιά στη Νίκαια με αφιέρωμα στη Μαριάνθη Σκαλά, την πρώτη δασκάλα της Κοκκινιάς, που ένα Γυμνάσιο της πόλης, ένα σχολείο μες την Κοκκινιά, έπαιρνε το όνομά ως επωνυμία. Βούρκωσαν τα μάτια της, δεν πίστευε ότι ο χρόνος γυρίζει πίσω και αγκαλιάζει όνειρο μες το μυαλό της. Η ψυχή της πλημμύρισε από αναμνήσεις.

Η δασκάλα μου, δασκάλα μου, η δασκάλα μου… φώναζε σαν παιδί, λες και την έψαχνε σε ανώνυμο πλήθος μέσα στο σχολείο που έφερε το όνομά της.

Συγκινημένη από το ανέλπιστο πλησίασμά της με το παρελθόν, μας κάλεσε κοντά της, για να μας πει όσα τα χρόνια της επέτρεπαν, να ανοίξει το κεφάλαιο των αναμνήσεων και να μας μιλήσει για ό,τι έζησε, για χρόνια που σημάδεψαν την αντοχή που ήταν κοινή με άλλους μέσα από το πέρασμα του χρόνου. Στήριξε με τα τρία δάκτυλα της το κεφάλι της στο μπράτσο της πολυθρόνας. Τα χρόνια πολλά επάνω της και άρχισε να μιλάει, να μιλάει και να αλλάζει θέμα συνεχώς. Δεν ήθελε να ξεχάσει τίποτα από όσα είχε κλείσει ερμητικά στην καρδιά της ή να μας χάσει από κοντά της πριν τελειώσουμε το γλυκό κυδώνι που μας πρόσφερε.

Οι γονείς της είχαν έλθει από τα Άδανα και εγκαταστάθηκαν όπως οι άλλοι πρόσφυγες στην περιοχή που τους όρισαν στην οδό Τζαβέλα, όπου ο κ. Συμεών, ο πατέρας της, ήταν κουρέας και είχε το κουρείο του στην οδό Τζαβέλας κοντά στο εργοστάσιο χρωμάτων της ΒΙΒΕΧΡΩΜ που έγινε αργότερα, ενώ η μητέρα της, η κ. Δέσποινα, δούλευε ως υφάντρια σε υφαντουργείο της περιοχής, καθώς υπήρχαν πολλά, γιατί οι πρόσφυγες γνώριζαν την τέχνη της υφαντουργίας. Έτσι στέριωσαν τη ζωή τους με τις συνήθεις που είχαν, το νοικοκύρεμα του σπιτικού τους και να έχουν «το κάθε τι, όπως τους έπρεπε».

Η Μαριάνθη Σκαλά

Η κυρία Βασιλεία είχε μόνο καλά λόγια να πει για τη δασκάλα της. Και τα άσχημα τα έλεγε με τέτοιο τρόπο που τα θεωρούσες και αυτά καλά.

Αχ! παιδιά μου, τι μου θυμίζετε. Σήμερα είναι από τις πιο όμορφες μέρες της ζωής μου.

Η δασκάλα μου, που όλοι μιλούσαν για εκείνη, ήταν ψηλή με μαύρα μαλλιά, τόσο καθαρή και με ωραία φορέματα. Πόσο όμορφη φαινόταν στα παιδικά μας μάτια. Είχε πολλές φορές μια γλυκιά έκφραση, όταν έπρεπε, σαν να εννοούσε: καημένα μου παιδιά!

Η καθημερινότητα μας ήταν γραμματική και αριθμητική. Δεν υπήρχε δικαιολογία. Το αυστηρό της παράστημα δεν άφηνε περιθώρια για ολιγωρία. Έπρεπε να μορφωθούν τα παιδιά, να προχωρήσουν στα γράμματα, να γίνουν καλοί άνθρωποι, να γίνου επιστήμονες. Αν και η δασκάλα μας ήταν ένας άνθρωπος στοργικός και έσκυβε πάνω από κάθε πόνο, ήταν αδιάλλακτη στη τεμπελιά και την αδιαφορία στα μαθήματα. Δεν υπήρχε πλέον δικαιολογία. Τα περισσότερα ζητήματα είχαν τακτοποιηθεί. Ο σκοπός της ήταν ένας και δεν χωρούσε καμία συζήτηση. Να έχουμε συνέπεια στις υποχρεώσεις μας. Όπως φρόντισε την πνευματική μας προκοπή έτσι μας έδινε και ατέλειωτες συμβουλές για την καθαριότητα, την αλληλοβοήθεια και συμπαράσταση στους συμμαθητές μας, στους γείτονες σεβασμό, προς τους μεγαλύτερους υπακοή.

Έμενε στην οδό Αμερικανίδων Κυριών και Γέμελου. Ωραίο σπίτι και καμαρώναμε και οι τρεις μας – τρεις συμμαθήτριες: εγώ, η Σμαρώ και η Αναστασία. Μας περίμενε κάθε πρωί για να τη βοηθήσουμε να μεταφέρει τα βιβλία της μπροστά στη πόρτα της καθημερινά και δεν είχαμε καταφέρει να ξεκλέψουμε μια εικόνα από το εσωτερικό του σπιτιού. Καταλαβαίναμε ότι και αυτό θα είχε την αυστηρότητα της δασκάλας μας.

Κάθε μέρα στο ίδιο δρομολόγιο από την οδό Τζαβέλα μέχρι τη Γέμελου, προχωρώντας στο χωματόδρομο της Αμερικανίδων Κυριών νομίζαμε ότι ήμασταν σε μια ιδιαίτερη αποστολή που δεν μας την είχε αναθέσει κανένας και που ήταν μόνο από σεβασμό και αγάπη προς τη δασκάλα μας. Νομίζαμε ότι ήμασταν οι εκλεχτές, χωρίς κανένα ιδιαίτερο προνόμιο. Ήταν ευχάριστο για εμάς, ένα παιχνίδι με τη σοβαρότητά του, αν και προχωρώντας με το αυστηρό παράστημά της να προπορεύεται δεν ανταλλάσσαμε ποτέ καμία κουβέντα εκτός από την «Καλημέρα» που την είχαμε πει. Όταν έβρεχε, ήταν δύσκολο αυτό το πρωινό δρομολόγιο, γιατί απαραίτητα έπρεπε να της κρατάμε μαζί με τα βιβλία της και την ομπρέλα για να προσέχει εκείνη τα λασπόνερα και τις λακκούβες. Η όλη διαδικασία τελείωνε στο σχολείο με ένα “Ευχαριστώ”. Στο μάθημά μας τώρα.

Η Μαριάνθη Σκαλά είχε πολύ μεγάλο πείσμα, σε ό,τι έκανε έπρεπε να το καταφέρει. Με αυτό της το πείσμα όχι μόνο θεμελίωσε τα σχολεία στην Κοκκινιά και από τις παράγκες και τους ξύλινους πάγκους έφτιαξε σχολεία κανονικά με θρανία. Πέντε σχολεία στον αριθμό.

Ποιος θα πίστευε ότι στην Κοκκινιά, στους δρόμους με το χώμα, τις πέτρες και τη λάσπη θα είχαμε τόσο γρήγορα τόσα σχολεία και πολλές δασκάλες; Πέντε στον αριθμό.

Έτρεχε παντού σε Δημάρχους, σε Υπουργούς, στην Εκκλησία, για να επιτύχει τον σκοπό της. Ήταν ακούραστη. Δεν άντεχε τον πόνο, δεν μπορούσε την αρρώστια. Ήταν φοβερό να βλέπει άρρωστα παιδιά και υπήρχαν πολλά γιατί η φυματίωση, τα τραχώματα, αρρώστια των ματιών, θέριζαν. Από ό,τι θυμάμαι, μικρή ήμουν τότε, υπήρχε ένα πρεβεντόριο για παιδιά στα Μελίσσια έξω μακριά, που το είχε φτιάξει ένας Κωνσταντινουπολίτης. Μαζί με κάποια ορφανά που φιλοξενούνταν για ένα ορισμένο χρονικό διάστημα φρόντιζε να πάνε εκεί τα προφυματικά παιδιά ή αυτά που είχαν τραχώματα για να γιατρευτούν. Όπου υπήρχε ανάγκη έτρεχε και έμαθε και εμάς να σκεφτόμαστε τους άλλους, να μπαίνουμε στην κατάστασή τους. ΄Έφτιαξε και σύστημα προσκόπων στην Κοκκινιά στηρίζοντας την ιδέα και τις αρχές του προσκοπισμού”.

Η κυρία Βασιλεία μένει μέχρι σήμερα στην περιοχή της Οσίας Ξένης, θυμάται όλα αυτά με ευγνωμοσύνη προς την κυρία της. Ανέφερε βέβαια και το καμάρι της ως μαθήτρια. Τη σχολική της τσάντα που μπορεί να ήτανε βαριά, δερμάτινη, άλλη δεν υπήρχε όμοια στον καταυλισμό. Καμάρωνε, γιατί άλλη μαθήτρια δεν είχε τέτοια. Αξιολογώντας αργότερα το πώς αγοράστηκε αυτή η τσάντα δεν ήξερε αν χρειαζόταν να γίνει αυτή η τεράστια θυσία. «Η μητέρα μου μέσα από όλη τη φτώχεια που είχαμε, έβαφε νήματα σε καζάνια, αναθυμιάσεις, φανταστείτε δυσκολίες, έκανε σκληρές οικονομίες.

Μας χάρισε μια φωτογραφία με τη δασκάλα της και τις συμμαθήτριες της. Μια φωτογραφία, χίλιες εικόνες για την κυρία Βασιλεία, που όταν την αποχωριζόταν, την κοίταζε και τη ξανακοίταζε. Ένα κομμάτι από τη ζωή της.

Τα χρόνια είχαν προχωρήσει, όπως μπορούμε να συμπεράνουμε από τη φωτογραφία και η Κοκκινιά είχε αρχίσει να μεγαλώνει, να υπάρχει απασχόληση για όλους και τα παιδιά να έχουν βρει την ηρεμία τους, την ξενοιασιά τους, τα προσωπάκια τους φωτεινά, χωρίς θλίψη.

Αν πρόσωπα και γεγονότα έχουν επηρεάσει τη ζωή μας, διδαχές, συμπεριφορές, μνήμες, παραμύθια και τραγούδια, αλήθειες ή ψέματα που καθαγιάστηκαν για να γίνουν αλήθειες, είναι τούτα τα θεμέλια «που ζυμώθηκαν με νερό κριθαριού». Για να ζωντανέψει ο νους με όσα συνέλαβε, με όσα η ψυχή αγάπησε…!

Σταματίνα Βελούδη


Η οικία της Μαριάνθης Σκαλά όπως διασώζεται σήμερα…

Αμερικανίδων κυριών και Γεμέλου

Αφήστε μια απάντηση