>ΞΑΓΡΥ
>

Ώρα έναρξης: 8 το βράδυ
Θα διαβαστούν τα κείμενα: Ο ξεπεσμένος δερβίσης, Η φόνισσα, επιλογή από τα διηγήματα που περιλαμβάνονται στις ανθολογίες Να είχεν ο έρωτας σαΐτες και Τα σκοτεινά παραμύθια του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη (εκδ. ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ).
Τις αναγνώσεις συνοδεύουν μουσικά η Βασιλική Αντωνάκη (κιθάρα, νέι) και η Κάλη Καμπούρη (κανονάκι). Τραγουδούν μελοποιημένο Παπαδιαμάντη από τον δίσκο Το σκοτεινό τρυγόνι.
Διαβάζουν:
Μάνος Ελευθερίου, Κώστας Μαυρόπουλος, Θοδωρής Γκόνης, Νικήτας Παρίσης, Ζυράννα Ζατέλη, Θανάσης Νιάρχος, Ευγενία Φακίνου, Γιώργος Γιανναράκος, Άννα Λυδάκη, Αλέξης Ζήρας, Άρης Δαβαράκης, Βασίλης Παπαθεοδώρου, Γιάννης Κοντός, Χριστίνα Ντουνιά, Μάνος Κοντολέων, Κώστια Κοντολέων, Άννα Δαμιανίδη, Σωτήρης Δημητρίου, Μαρία Σφυρόερα, Βασίλης Παπαβασιλείου, Άλκη Ζέη, Σοφία Ζαραμπούκα, Μαρίζα Ντεκάστρο, Εριφύλη Μαρωνίτη, Δημήτρης Κοσμόπουλος, Σπύρος Γιανναράς, Λώρη Κέζα, Βάσω Παπαγεωργίου, Ροσσάνα Πώποτα, Μιχαήλ Μήτρας, Κώστας Κατσουλάρης, Αργυρώ Πιπίνη, Γιάννης Ν. Μπασκόζος, Τάκης Χατζόπουλος, Γιάννης Καλπούζος, Βασίλης Γκουρογιάννης, Νίκος Κουνενής, Μαρλένα Πολιτοπούλου, Γιώργος Συμπάρδης, Ευριπίδης Γαραντούδης, Μάριος Μιχαηλίδης, Αλέξης Πανσέληνος, Κώστας Λογαράς, Στάθης Κουτσούνης, Σταύρος Ζουμπουλάκης, Νίκος Σιδέρης, Μαρία Τσαγκαράκη, Ντίνος Σιώτης, Δημήτρης Λάππας, Σωκράτης Κουγέας, Κωστής Γκιμοσούλης, Γιώργος Θεοχάρης, Βασίλης Ρούβαλης, Κωνσταντίνος Μπούρας, Γωγώ Μπρέμπου, Ρένος Χαραλαμπίδης, Αθηνά Οικονομάκου, Νίκη Παλικαράκη, Νίκος Λαμπρόπουλος, Βασίλης Χατζηιακώβου, Λίλα Κονομάρα, Πολυξένη Κούρεντα, Kωνσταντίνος Μπούρας, Ξένια Μυλωνάκη, Φωτεινή Ταμβίσκου, Ειρήνη Αβραμίδη, Ιωάννης Δ. Σουλές, Αριστέα Καββαδία, Παναγιώτης Πουλάκος, Σοφία Σαπρίκη, Θανάσης Σαράντος, Δημήτρης Χριστόπουλος, Ελένη Πατσιατζή, Bασιλική Χαβέλα, Νίκος Βογιατζής, Ελένη Τζώρτζη, Τάνια Οικονόμου, Στυλιανή Χαιρέτη, Κάλλια Λιανάκη, Μαρία Σπαντιδάκη, Bερονίκη Παπαϊωάννου-Κουλούρη, Ειρήνη Παπαδάκη, Φανή Τσιαμπάση, Γιάννης Αλάμπεης, Ελένη Κουρούκλη, Παναγιώτα Βώττα, Ιωάννα Δήμου, Αντώνης Κοντέος, Γιάννης Ρούσσιας, Ασπασία Λαμπρινίδου, Γιωργία Δημητροπούλου, Φαίδρα Ζαμπαθά-Παγουλάτου, Αγγελική Κουλούρη, Δημήτρης Αλεξίου, Ιππολύτη Τσεκούρα, Αγγελική Ράμμου, Aννέτα Μολύβα, Ελένη Δαρούσου, Βασιλική Ζωγράφου, Κώστας Γιαβής, Αντωνία Μποτονάκη, Γιάννης Περράκης, Λίζα Ευαγγέλου, Έλενα- Άννα Αβούρη, Θωμαΐς Ντουράκη, Γιάννης Γιούλης, Δημήτρης Ξηρός, Χρυσούλα Σπυρέλη, Κωνσταντίνος Παπαντωνόπουλος, Έλενα Ελευθερίου, Γιάννης Σιάτρας, Ζωή Καπίτσα, Γιάννης Πανουτσόπουλος, Έλενα Πιλιτσοπούλου, Μαριάννα Τζανάκη, Λαμπρινή Ταχτατζή, Αθανασία Δενελάτου, Ανδρέας Ανδρέου, Αννίτα Λεούση, Γεωργία Κίτσου, Σταμάτης Καρδάσης, Αλέξης Λιόλης, Παναγιώτα Χριστοθανοπούλου, Δημήτριος Παυλής, Φανή Χειμωνάκου, Χριστίνα Κυριάκου, Βασιλική Πρασούλα, Ντίνα Λίλη, Ευγενία Αρωνιάδη, Χρύσα Κοζανίτα, Ζωή Φιλίππου, Πάνος Βίτσικας, Μανόλης Μενδρινός, Γιάννης Χριστόπουλος, Χριστίνα Γιαννουκάκου, Μανόλης Στεργιούλης, Μαρία Φρυδά, Πολυξένη Αυγερινού, Μαρίνα Προβατίδου, Άννα-Μαρίνα Λεούση, Μήτση Σταμπουλή, Λαμπρινή Χαρτοφύλακα.
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ
Πρόσωπο πέρα από λέξεις…
Διαγωνισμός πορτρέτου
Εκατό χρόνια μετά τον θάνατο του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη, η γραφή του εξακολουθεί να μαγεύει και να εμπνέει και άλλες μορφές τέχνης, τη ζωγραφική, το θέατρο κ.λπ. Στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ (Ιπποκράτους 118) την ίδια μέρα (8/4/2011) από τη 1 το μεσημέρι μέχρι τις 8 το βράδυ θα πραγματοποιηθεί διαγωνισμός ζωγραφικής με θέμα τη μορφή του Παπαδιαμάντη (πορτρέτο).
Η απονομή των τριών πρώτων βραβείων θα γίνει στις 9:30 μ.μ. της ίδιας μέρας στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ.
Κριτική επιτροπή: Μάριος Σπηλιόπουλος, Καθηγητής της Ανώτατης Σχολής Καλών Τεχνών, Νίκος Μπάτης, εικαστικός, και Δημήτρης Ταξής, εικαστικός.
1ο βραβείο: Χρηματικό έπαθλο 200,00 € και δωρεάν βιβλία ονομαστικής αξίας 100,00 €. Επιπλέον το έργο μπορεί να χρησιμοποιηθεί από τις εκδόσεις ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ για να κοσμήσει ειδική έκδοση ή άλλο υλικό προβολής.
2ο βραβείο: Δωρεάν βιβλία ονομαστικής αξίας 100,00 €
3ο βραβείο: Δωρεάν βιβλία ονομαστικής αξίας 100,00 €
Τα έργα θα εκτεθούν στον ΠΟΛΥΧΩΡΟ ΜΕΤΑΙΧΜΙΟ μέχρι τις 18 Απριλίου οπότε και θα επιστραφούν στους δημιουργούς τους.
Ύμνοι για τον Αλ. Παπαδιαμάντη, του μαθητή Αναστάση Αποστολού
Κάθε άνθρωπος νιώθει ευχαριστημένος και ικανοποιημένος με τον εαυτό του όταν βλέπει ότι οι κόποι του ανταμείβονται και η δουλειά του καταξιώνεται. Και η χαρά αυτή και η ικανοποίηση γίνονται ακόμα μεγαλύτερες όταν το έργο του «υμνείται» από ανθρώπους, οι οποίοι γνωρίζουν σε βάθος το θέμα της δουλειάς. Το ίδιο συμβαίνει και με τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη, του οποίου το έργο εκτίμησαν και επαίνεσαν άνθρωποι με τεράστια γνώση σε λογοτεχνικά θέματα. Παρακάτω θα σας παραθέσω τι έχει ειπωθεί και γραφτεί από Έλληνες και ξένους λογοτέχνες για τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη.
Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει δοξάσει τον Α. Παπαδιαμάντη έχοντας γράψει ένα πολύ σημαντικό άρθρο-μελέτη αφιερωμένο στον «Κοσμοκαλόγερο» με τον τίτλο «Η μαγεία του Παπαδιαμάντη» και έχοντας πει την ιστορική φράση «Σε περιόδους κρίσης μνημονεύετε Παπαδιαμάντη και Σολωμό».
Ο Κωστής Παλαμάς, αναφερόμενος στον Παπαδιαμάντη, γράφει το 1899 στο περιοδικό «Τέχνη»: Η τέχνη του είναι να μην δείχνει καμιά τέχνη όχι μόνο στα λόγια του αλλά και στη σύνθεση πολλές φορές των έργων του. Συχνά κόβει την ιστορία για να μας θυμίσει πως αυτά που γράφει είναι αγνή αλήθεια, πως αυτός δεν επινοεί, δεν μαγειρεύει ρομάντζα πως μόνο τις αναμνήσεις του συντάσσει και τις εντυπώσεις του μας εμπιστεύεται. Ο επιπόλαιος αναγνώστης θα μπορούσε και με αυτά σιμά στη μεγάλη αλήθεια που απλώνεται σε όλα τα μυθιστορήματα του Παπαδιαμάντη, να συμπεράνει πως ο άνθρωπος αυτός, μνήμη μόνον έχει και φαντασία σπυρί δεν έχει. Και όμως δεν πιστεύω να βρίσκεται ως την ώρα στη φιλολογία μας τεχνίτης, κατέχοντας τόσο ζωηρά την δύναμη που οι ψυχολόγοι ονομάζουν συμπαθητική φαντασία. Η παρατηρητικότις πρώτα και η θρησκευτικότης ύστερα γέννησαν μιά ζωή που με όλη της τη γερή στρογγυλοπρόσωπη ροδοκοκκινάδα δείχνει μια ψυχή στοχαστική. Μέσα στο παρατηρητή είναι κι ένας ποιητής μιά ψυχολογία βελουδένιας απαλότητας με μιάν αλήθεια που δεν έχει τίποτε ρομαντικό, τίποτε μελοδραματικό, τίποτε φρασεολογικό και φορτωμένο, σκορπάει την ευωδία μιας μενεξεδένιας ποίησεως κι όλα σφιχτοδεμένα αχώριστα. Ο Θεόκριτος με τον συναξαριστή η Μούσα του Παπαδιαμάντη μας οδηγεί στο γνώριμο χώμα που εμαρτύρησεν ο φτωχός άγιος, αλλά το χώμα αυτό μοσχοβολά. Η μούσα αυτή είναι σαν τη Λαλιώ, τη Νοσταλγόν, παντρεμένη με τον πεζότατον κυρ-Μοναχάκη που ζει σα βυθισμένη μες τον καιρό στο όνειρο της πατρίδας πέρα.»Μεγάλος άνθρωπος και ανέσπερος Έλληνας που κράτησε
τον πόνο στο σωστό του ύψος,
αγνοώντας τον αιώνα της καλπάζουσας εξυπνάδας.
Ήδη τα θύματα της προόδου που πρόωρα σκουριάζει,
πάνε στην πατρίδα του τη Σκιάθο
κι αγοράζουν, ελπίζοντας, οικόπεδα
Πάνε για λίγο αεράκι, λίγη θάλασσα και φρέσκο φεγγάρι.
Μα είναι αδύνατο να κοροϊδέψουμε τη ρημαγμένη φύση
με ξυπόλητα Σαββατοκύριακα και τροχόσπιτα.
Ο ακέραιος κυρ-Αλέξανδρος,
Εκείνος ο περιούσιος Παπαδιαμάντης
και το κεράκι μας ακόμη δεν το θέλει.
>Δημήτριος
>
Στοὺς κακορίζικους καιρούς ποὺ ζοῦμε, ἐπέτειοι ὅπως ἡ φετινή, τῶν100χρονων τῆς ἐκδημίας τοῦ Ἀ. Παπαδιαμάντη, μποροῦν νὰ καταστοῦν ἰδιαίτερα ὠφέλιμες, ἄν στρέψουν ἀγωνιῶντες, ἀποκαμωμένους καὶ πεφορτισμένους στὴν ἄμεση ἐπαφή μὲ τὸ ἔργο τοῦ μεγάλου συγγραφέα καὶ δὲν ἐξαντλήσουν τὴν κριτική σχολιαστῶν κλ.π. διανοητῶν στὰ γνωστά τετριμμένα, χιλιοειπωμένα κι ἐπιμέρους,Βἀλλά ὑποκύψουν στὴν ἀνάγκη προσέγγισής του ὡς ἀνθρώπου ποὺ ἐνδιαφερόταν ἐνεργά γιὰ ὅ,τι συνέβαινε στὴν ἐποχή γύρω του κι ἐπιχείρησε νὰ ἀσκήσει κάποια ἐπιρροή στὴν ἐξέλιξη τῆς ἑλληνικῆς κοινωνίας καὶ στὴν πορεία τῆς ἱστορίας μας. Ἄν ὁ Σολωμός ἀναστοχάστηκε μέσα στὸ ἔργο του τὸ ’21 καὶ θέλησε νὰ δείξει τὶ θεμέλια ἠθικῶν ποιοτήτων τοῦ ἐλεύθερου ἐθνικοῦ βίου μᾶς προσέφεραν ἕτοιμα
οἱ Ἀγωνιστές, ὁ Παπαδιαμάντης στὴν καμπή τοῦ 19ου πρὸς τὸν 20όν αἰ. κάνει μιὰ
στάση καὶ ἀποτιμᾶ τὴ συλλογικὴ πορεία· « Τὸ σημερινόν ἔθνος δὲν ἐπῆγε, δυστυχῶς,
τόσον ἐμπρός…Τὸ ἔθνος τὸ Ἑλληνικόν… εἶναι ἀκόμη πολύ ὀπίσω…δὲν δύναται νὰ
τρέξῃ ἀρκετά ἐμπρός, χωρίς τὸ ὅλον νὰ διασπαραχθῇ ὡς διασπαράσσεται φεῦ!
ἤδη…Ἄγγλος ἤ Γερμανός ἤ Γάλλος δύναται νὰ εἶναι κοσμοπολίτης ἤ ἀναρχικός ἤ
ἄθεος ἤ ὅ,τι δήποτε. Ἔκαμε τὸ πατριωτικόν χρέος του, ἔκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα
εἶναι ἐλεύθερος νὰ ἐπαγγέλλεται χάριν πολυτελείας τὴν ἀπιστίαν καὶ τὴν ἀπαισιοδοξίαν. Ἀλλά Γραικύλος τῆς σήμερον, ὅστις θέλει νὰ κάμῃ δημοσίᾳ τὸν ἄθεον ἤ τὸν κοσμοπολίτην, ὁμοιάζει μὲ νάνον ἀνορθούμενον ἐπ’ ἄκρων ὀνύχων καὶ τανυόμενον νὰ φθάσῃ εἰς ὕψος καὶ φανῇ καὶ αὐτός γίγας». Ξεκαθαρίζει ἔτσι τὴ θέα του, τὴν ὀπτική του γωνία. Οἱ εἰκόνες ποὺ διαμορφώνουν ὡς ταυτότητες οἱ διάφορες ὁμάδες, ὑπακούοντας στὴν ἀνάγκη ἀναγνώρισης τοῦ ἑαυτοῦ, ἀτομικά καὶ συλλογικά,
συνιστοῦν ἱστορικές καὶ πολιτιστικές κατασκευές ποὺ προκύπτουν ἀπό τὸν συμφυρμό πραγματικῶν δεδομένων μὲ ἰδεολογικές διατυπώσεις. Ἡ συμβολή τῶν πνευματικῶν ἀνθρώπων σὲ τοῦτο δὲν εἶναι ἁπλά δεδομένη, ἀλλά ἐξόχως σημαντική. Ἀξίζει πραγματικά νὰ ἀντιπαραβληθοῦν: ἐκείνη τοῦ Παπαδιαμάντη· «Τὸ ἐπ’ ἐμοί, ἐν ὅσῳ ζῶ καὶ ἀναπνέω καὶ σωφρωνῶ, δὲν θὰ παύσω πάντοτε…νὰ ὑμνῶ
μετά λατρείας τὸν Χριστόν μου, νὰ περιγράφω μετ’ ἔρωτος τὴν φύσιν, καὶ νὰ ζωγραφῶ μετά στοργῆς τὰ γνήσια Ἑλληνικά ἔθη»( 1893), μὲ μιὰ λιγώτερο πιεστικά δοθεῖσα, τοῦ πολιτογραφημένου Ἄγγλου, σημαντικοῦ ποιητοῦ καὶ δοκιμιογράφου T. S. Eliot · « Ἡ ὀπτική γωνία μὲ τὴν ὁποία βλέπω ἐν γένει τὰ πράγματα εἶναι: εἶμαι κλασικιστής στὴ λογοτεχνία, μοναρχικός στὶς πολιτικές πεποιθήσεις καὶ
ἀγγλοκαθολικός στὴ θρησκεία». Γιὰ τὸν Ἄγγλο ποιητή, γράφηκε ὅτι εἶχε2 μεταμεληθῆ γιὰ τὴν ἔμφαση ποὺ δινόταν στὴν πιὸ πάνω διατύπωση, κρινόμενη καὶ ὡς πολύ σαφής δογματική μορφή, μὲ δέσμευση σὲ ἐξωτερικήν αὐθεντία. Γιὰ τὸν Παπαδιαμάντη, τὰ τρία στοιχεῖα, ἀλληλένδετα κι ἀδιάσπαστα, τῆς
δικῆς του ταυτότητας εἶναι ὁ Χριστιανισμός του, ἡ ἑλληνική φύση καὶ ὁ αὐθεντικός ἑλληνικός χαρακτήρας. Δὲν μπορεῖ νὰ μὴν ἐπισημανθεῖ κι ὁ τρόπος τῆς προσωπικῆς ἰσόβιας σύνδεσής του μαζί τους: λατρεία, ἔρως, στοργή. Στὸν καιρό τῆς μεγάλης δοκιμασίας ποὺ περνᾶμε, μὲ τὰ στοιχεῖα τῆς συλλογικῆς μας ταυτότητας νὰ ἀφήνονται χωρίς πόνο καὶ τύψη νὰ ξεθωριάζουν, ἤ ἀκόμη χειρότερα, νὰ
εὐτελίζονται, τὸ ἔργο τοῦ Παπαδιαμάντη προσφέρεται καὶ γιὰ τὴν ἀναγνώριση τῆς δημιουργικότητας τοῦ λαοῦ, ὑπό προϋποθέσεις τὴ φρόνηση καὶ τὸ γοῦστο – καλαισθησία, ἀλλά καὶ γιὰ ἐπανασύνδεσή μας μὲ τὴν παράδοση ριζικῆς κριτικῆς, γεγονός ἱκανό νὰ μᾶς ἐπαναφέρει στὴν μεγάλη παράδοση τῆς εὐθύνης ὅλων μας κι ἰδιαίτερα τῶν στοχαστῶν, στὴ σχέση μας μὲ τὴν κοινότητα.
Οἱ ἀναφορές μας εἶναι, 1) στὸ διήγημα Ἀλεξάνδρου Παπαδιαμάντη «Λαμπριάτικος Ψάλτης», Ἅπαντα, Κριτική ἔκδ. Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, ἐκδ. Δόμος, τ. 2ος, σσ. 513 επ.
2) στό T. S. Eliot, Πρόλογος στὸ δοκ. « Γιὰ τὸν Lancelot Andrewes » (1928), σὲ Frank Kermode,
Εἰσαγωγή στὸ κριτικό ἔργο τοῦ T. S. Eliot.
>Ἀλέξανδρος
>
Ὁ Παπαδιαμάντης ἦταν κλειστὸς τύπος. Μιὰ φορὰ ὅμως πῆρε τὸ θάρρος καὶ ἀπήγγειλε στὸν Μητσάκη ἕνα ἐρωτικό του ποίημα. Ἐκεῖνος θέλοντας νὰ τὸν πειράξει:
-Ὥστε ἔτσι, κύριε Ἀλέξανδρε! Ἔχουμε ἔρωτες καὶ τοὺς τραγουδοῦμε τόσο ὄμορφα!
-Ἐγὼ δὲν ἔχω ἔρωτες, ἀποκρίθηκε ὁ Παπαδιαμάντης, χαμηλώνοντας τὰ μάτια. Ὁ ἥρωάς μου ἔχει!
Στὶς ἐφημερίδες δούλευε κυρίως ὡς μεταφραστής. Πάνω σ᾿ αὐτὴ τὴ δουλειὰ εἶχε ἕνα καταχθόνιο μυστικό: Ἔκανε ἀκατανόητα στὴ μετάφραση τὰ βλάσφημα κηρύγματα τῶν σοφῶν!
«Καταχθόνιο μυστικὸ ἑνὸς χριστιανοῦ καὶ ἁμαρτία ἑνὸς ἁγίου», σημείωσε ὁ Παῦλος Νιρβάνας.
Ὅταν πρωτοπῆγε νὰ δουλέψει στὸ «Ἄστυ», ὁ Κακλαμάνος μὲ κάποια δειλία καὶ ἐπιφύλαξη τοῦ μίλησε καὶ γιὰ τὴν ἀμοιβή:
– Ὁ μισθός σας θὰ εἶναι 150 δραχμές, εἶπε.
Ὁ Παπαδιαμάντης ἔμεινε σκεπτικός, σὰ νὰ λογάριαζε κάτι.
– Μήπως εἶναι λίγα; ρώτησε δειλὰ ὁ Κακλαμάνος, ἕτοιμος νὰ αὐξήσει τὸ ποσό.
– Πολλὲς εἶναι 150! ἀποκρίθηκε ὁ «κοσμοκαλόγερος». Μὲ φθάνουν 100.
Κι ἔφυγε βιαστικὸς καὶ ντροπαλὸς χωρὶς νὰ προσθέσει λέξη.
>Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης, Αλέξανδρος
>
Αφού ευχαριστήσω θερμά όσους είχαν την ευγένεια να καλέσουν την ταπεινότητά μου στον αποψινό εσπερινό επετειακής μνημοσύνης θα εισέλθω αμέσως στο θέμα μου, γιατί δεν θέλω να χασομερώ με μακρούς προλόγους. Συμπληρώνονται εφέτος 160 έτη από τη γέννηση και 100 από την κοίμηση του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη. Παρά τις τόσες δεκαετίες η μνήμη του μένει ζωντανή. Συνεχώς γράφουν γι’ αυτόν. Δε υπάρχει για άλλο λογοτέχνη μας τόσο πλούσια βιβλιογραφία. Εμείς θα προσπαθήσουμε στον λίγο χρόνο που έχουμε να δείξουμε τη θρησκευτικότητα, την ορθόδοξη πνευματικότητα του Αλ. Παπαδιαμάντη, η οποία σαφώς είναι πηγαία, ανυπόκριτη και θερμή.
Ο Παπαδιαμάντης σπούδασε φιλόλογος αλλά είναι θεολόγος, γιατί θεολόγος δεν είναι αυτός που έχει ανάλογο πτυχίο, αλλά αυτός που αληθινά προσεύχεται, κατά τον όσιο Νείλο τον Ασκητή. Θεολόγος ουσιαστικά είναι ο πιστός που ζει αυθεντική χριστιανική ζωή, ο φίλος του Θεού, ο κοινωνός του Θεού, ο άγιος, ο λυτρωμένος και σεσωσμένος. Μέσα στην Ορθοδοξία μας κανείς ποτέ δεν σώζεται ατομικά, αλλά περνώντας η ζωή του μέσα από των άλλων, συνδράμοντας με διάφορους τρόπους στη σωτηρία κι εκείνων. Ο Θεός του Παπαδιαμάντη είναι ο Δημιουργός του Σύμπαντος, ο πλάστης του ανθρώπου, ο Παντοδύναμος, ο προνοητής, ο φιλόστοργος πατέρας. Πιστεύει στο θέλημα του Θεού, στη θεία Πρόνοια, στη θεία Χάρη, στη θεία μισθαποδοσία και δικαιοκρισία.
Κατά τον Παπαδιαμάντη η σχέση του ανθρώπου με τον Θεό είναι να τον υπακούει, να τηρεί τις εντολές του, να τον διακονεί θυσιαστικά στο πρόσωπο του κάθε πλησίον. Οι σχέσεις του ανθρώπου διαταράσσονται διά της αμαρτίας. Το παπαδιαμαντικό έργο είναι γεμάτο από αμαρτωλούς. Μέσα από τα μυθιστορήματα και διηγήματά του περιδιαβαίνουν άσωτοι, άθεοι, βλάσφημοι, κλέφτες, φιλόδοξοι, τοκογλύφοι, λαίμαργοι, μέθυσοι, άδικοι, υποκριτές φθονεροί, ακόμη και ιερόσυλοι, αυτόχειρες και φονιάδες. Παρ’ όλ’ αυτά όλους αυτούς τους αμαρτωλούς ήρωές του τελικά τους συμπαθούμε. Στα πρόσωπά τους συναντούμε τα φιλάμαρτα πρόσωπά μας, αλλά και γιατί συνήθως μετανοούν για τις πράξεις τους. Ο Παπαδιαμάντης γνωρίζει το ευόλισμο της ανθρώπινης φύσεως, αλλά και τη θεραπεία στο θεραπευτήριο της εκκλησίας διά ειλικρινούς μετανοίας και εξομολογήσεως. Για τον Παπαδιαμάντη η Εκκλησία όπως γράφει είναι η “φιλόστοργη μητέρα και η πηγή πάσης παραμυθίας”.
Πιστεύει ακράδαντα ότι ο Νεοέλληνας δεν μπορεί εύκολα να μη πιστεύει. Μέσα στην Εκκλησία το έμφυτο θρησκευτικό αίσθημα και συναίσθημα δυναμώνει. Πρέπει να κάνει μεγάλο αγώνα ο Έλληνας για να μη πιστεύει καθόλου και σε τίποτε. Εν τούτοις την απομάκρυνση του κόσμου τη δικαιολογεί ως κλονισμό της αγάπης του στην ελληνορθόδοξη παράδοση, κάτι που συνέτεινε η απώλεια μέρους της αξιοπιστίας, λόγω σκανδάλων εκπροσώπων της Εκκλησίας. Για τον Παπαδιαμάντη παράδοση είναι όπως λέγει “ζην κατά τον θείον νόμον”. Τελικά ομολογεί: “Εγώ είμαι τέκνον γνήσιον της Ορθοδόξου Εκκλησίας, εκπροσωπουμένης υπό των επισκόπων της”. Σε άλλη περίπτωση βέβαια δεν δυσκολεύεται να τους κρίνει αυστηρά για διάφορες προκλήσεις τους.
Ο Παπαδιαμάντης δεν πιστεύει σ’ ένα ιδεολογικό ελληνοχριστιανικό νεφέλωμα. Η πίστη του είναι ακράδαντη στη μεγάλη ανάγκη που έχει ο ελληνισμός τον Χριστιανισμό. Θεωρεί κίνδυνο γα την ελληνική κοινωνία τον μιμητισμό, την ξενομανία, “το να χάσκη τις προς τα ξένα”, την είσοδο στην πατρίδα μας του δυτικού τρόπου ζωής. Έτσι παρατηρεί με βαθύ πόνο την αλλοίωση των ηθών, τη χαλάρωση της ορθοδόξου πίστεως του λαού, την παραχάραξη της πλούσιας και ωραίας ελληνικής γλώσσας. Δυστυχώς γράφει “κηρύττεται πλέον φανερά η αγραμματωσύνη, και το ανωφελές του ορθώς γράφειν ή ομιλείν”, ώστε “κατήντησε να γίνει όλη σχεδόν η γλώσσα νόθον και κίβδηλον κατασκεύασμα”. Ακολουθούν οι Έλληνες γράφει “τα της χριστιανικής λατρείας άνευ πίστεως και χρηστού συνειδότος”. Το άηθες, η ηθοφθορία, η ανηθικότητα, το μισάδελφο αρχίζουν να κυριαρχούν κι επικρατούν. Τι θα έλεγε για σήμερα, εκατό έτη μετά, ο θεσπέσιος Παπαδιαμάντης;
Λύση στο πρόβλημα κατά τον Παπαδιαμάντη είναι η εν μετανοία άμεση επιστροφή στην ανόθευτη και γνήσια εκκλησιαστική παράδοση. Συγκεκριμένα τονίζει: “Άμωνα περί πάτρης θα ήτο η ευσυνείδητος λειτουργία των θεσμών, η εθνική αγωγή, η χρηστή διοίκησις, η καταπολέμησις του ξένου υλισμού και του πιθηκισμού, του διαφθείραντος το φρόνημα κα εκφυλίσαντος σήμερον το έθνος, και η πρόληψις της χρεωκοπίας”. Οι λόγοι του, αγαπητοί μου, όπως αντιλαμβάνεσθε όλοι πολύ καλά έχουν μια σημαντική επικαιρότητα.
Όξυνση του προβλήματος θεωρεί και την απραξία της εκκλησιαστικής αρχής. Την Εκκλησία δεν τη θέλει ούτε εμπορευάμενη ούτε θεατριζόμενη. Η λύση κατ’ αυτόν είναι μόνο μία. Επιστροφή εν επιγνώσει στην αγιοτρόφο εμπειρία της Εκκλησίας και βίωσή της. Μέσα στην αγία, σώζουσα και ορθοτομούσα Εκκλησία ο άνθρωπος αναγεννάται, μεταμορφώνεται, οπλίζεται τα όπλα του φωτός και της χάριτος κατά της ποικίλης αμαρτίας και ξανασυναντά τον ζώντα Θεό του ελέους και των οικτιρμών. Στον άνθρωπο ανήκει η μεγάλη επιλογή. Στο πλούσιο έργο του οι πονεμένες μορφές του συνήθως φθάνουν στη λύτρωση διά της ακριβούς μετανοίας και ζουν τότε μια νέα ζωή. Όχι βέβαια πάντοτε. Ορισμένες χρησιμοποιώντας κακώς την ελευθερία τους παραμένουν στο σκοτάδι.
Ο σπουδαίος Σκιαθίτης πεζογράφος μας συχνά περιγράφει “μετ’ έρωτος” τη φύση, αλλά δεν είναι ένας φαντασμένος οικολόγος ή ένας ονειροπόλος φυσιολάτρης. Αναφερόμενος και περιγράφοντας περίτεχνα την ωραία φύση πορεύεται προς τον Δημιουργό της και τον μεγαλύνει για την πανσοφία του. Γράφει για κάποιους τέτοιους σ’ ένα του διήγημα. “Μικροί ακούσιοι ειδωλολάτραι, διασώζοντες κατόπιν τόσων αιώνων ασυνείδητον την λατρείαν της φύσεως”. Λυπάται πολύ βέβαια όταν καταστρέφεται το κάλλος του φυσικού περιβάλλοντος και γράφει με πόνο ψυχής: “το μιαρόν πνεύμα εισέβαλεν εις τα έργα του Θεού”. Μελετώντας το όλο έργο του παρατηρούμε πως όχι ήξερε να γράφει, να περιγράφει, να ηθογραφεί, να κρίνει και να προτείνει λύσεις, αλλά ο ίδιος είχε μια ακέραια στάση, επιλογή φιλόθεης ζωής, φιλάρετου βίου, έντιμης εργασίας, φιλότιμης αδολεσχίας, πορεία, στόχο, λόγο και αξία. Από νωρίς είχε συνειδητοποιήσει καλά τη ματαιότητα της εγκοσμιότητος, είχε αφοβία θανάτου, θερμή πίστη. Θέλησε να ζήσει απλά, λιτά, απόμερα, ήσυχα, γαλήνια και νηφάλια. Δεν ψήλωσε ο νους του, δεν υψηλοφρόνησε, στάθηκε πλάι στους ταπεινούς και καταφρονεμένους και τους πέρασε ωραία στο έργο του.
Το έργο του Παπαδιαμάντη διασώζει την αγνή λαϊκή ευσέβεια. Οι ιερείς του έργου του είναι απλοί, φτωχοί, ενίοτε και απλοϊκοί, αλλά βιώνουν υπαρξιακά, ακόμη και όταν δεν μπορούν να το εκφράσουν, το μυστήριο του ζώντος Θεού, τη γνήσια ορθόδοξη βιοτή και λειτουργική παράδοση. Με πλήρη συναίσθηση της αμαρτωλότητάς τους δεν παύουν να δέονται υπέρ ελέους, ζωής, ειρήνης και σωτηρίας των προβάτων του ποιμνίου τους, που τους εμπιστεύθηκε ο ίδιος ο Χριστός. Δεν επιχειρούν “λειτουργικές αναγεννήσεις” αρκούνται και τρέφονται με την υπάρχουσα γνήσια παράδοση, δοξολογώντας συνεχώς τον Ύψιστο κι επικαλούμενοι το άφατο έλεός του.
Ο Παπαδιαμάντης δήλωσε ομολογιακά, χαρακτηριστικά, απερίφραστα και αναντίρρητα: “Το επ’ εμοί, ενόσω ζω και αναπνέω και σωφρονώ, δεν θα παύσω πάντοτε… να υμνώ μετά λατρείας τον Χριστόν μου”. Τον πονά η αμαρτία, τον στενοχωρεί η βαβυλωνία της Αθήνας, τον κουράζει το κουτσομπολιό του νησιού του, με τους παρασυρμένους της αμαρτίας, αλλά δεν παύει ν’ αγωνίζεται, να ελπίζει, να εμπιστεύεται τον Θεό, να παρουσιάζει κάποιους ήρωές του ως αγίους. Η άτεκνη Σεραϊνώ στον “Γάμο του Καραχμέτη” ο απλός τσομπάνος στον “Φτωχό άγιο”, ο ένδοξος νεομάρτυς στο “Η χήρα του Νεομάρτυρος” και άλλοι.
Δεν πρέπει να λησμονάμε ότι ο Παπαδιαμάντης είναι υιός ευλαβούς ιερέως, ακολούθου του γνήσια αναγεννητικού, αγιορειτικού κινήματος των ιεροπρεπών Κολλυβάδων. Μεγαλώνει με τις θείες λειτουργίες, τα ιερά βιβλία, τις άγιες εικόνες, τις απαράβατες εκκλησιαστικές παραδόσεις, τα ωραία έθιμα, τα εξαίρετα ήθη. Μελετούσε τα μυροβόλα συναξάρια, τα πατερικά και νηπτικά κείμενα, την καταπληκτική φιλοκαλία, τις ασματικές ακολουθίες. Ήταν αναγνώστης και ψάλτης. Όλη αυτή η γνώση τον έκανε να πάει να μονάσει στο Άγιον Όρος. Πριν κλείσει όμως χρόνο εκεί στη σκήτη Ευαγγελισμού της Μονής Ξενοφώντος, επέστρεψε στον κόσμο, τρέφοντας πάντοτε μεγάλο σεβασμό για τον μοναχισμό και ιδιαίτερα τον αγιορείτικο.
Το εκκλησιαστικό του ήθος τον κάνει να μην είναι οργίλος και φανατικός κατά των αμαρτανώντων ηρώων του έργου του, αλλά και των συνανθρώπων του γενικά. Ελπίζει στη μετάνοια, πιστεύει στην αγάπη του Θεού, θεωρεί προτιμότερη την ελεημοσύνη από τη δικαιοσύνη. Αγαπά να προβάλλει τη μετάνοια, όχι ως ιεροκήρυκας επαγγελματίας, αλλά ως συμπάσχων αδελφός. Η συμπάθεια στον αδύναμο συνάνθρωπο είναι ίδιον του αληθινού χριστιανού, του ευαγγελικού ανθρώπου.
Ο Παπαδιαμάντης λοιπόν μεγάλωσε με βυζαντινές ψαλμωδίες, καθαρά κεριά και αγιορείτικα λιβάνια. Παρέμεινε προσηλωμένος στην Εκκλησία διά βίου. Πίστευε ακράδαντα στον Θεό, στις πρεσβείες των αγίων και της Παναγίας και τα θαύματά τους. Μια φορά, διηγείται ο καλός εξάδελφός του Α. Μωραϊτίδης, έγινε καλά από ισχυρό πονόδοντο ο Παπαδιαμάντης κι έγραψε ολόκληρη ακολουθία στον Άγιο Αντίπα, που προστατεύει όσους πονούν στα δόντια, για να τον ευχαριστήσει. Δεν ήταν ονειροπόλος του παρελθόντος, αλλά θαυμαστής της αλήθειας, που στήριξε γενεές γενεών και δημιούργησαν έξοχα έργα πολιτισμού και ορθότητα βίου εμπνευσμένη.
Ο Παπαδιαμάντης σαφώς δεν είναι άγιος με φωτοστέφανο. Είναι όμως ένας αγωνιστής. Δεν είναι μονόχνωτος, κακομοίρης, απομονωμένος, κομπλεξικός, μειονεκτικός και διχασμένος. Είναι ένας εκούσιος κοσμοκαλόγερος, ακτήμων, ελεήμων, πένης, απλός, λιτός, μόνος, σεμνός και ταπεινός. Δεν είναι φιλόσαρκος αλλά φυσιολογικώς πειραζόμενος άνθρωπος. Αγαπούσε το κρασάκι, αλλά δεν ήταν μέθυσος. Κάποτε ένας μοναχός πήγε να εξομολογηθεί σ’ ένα πνευματικό σε μια σκήτη του Αγίου Όρους. Τον βρήκε τον πνευματικό πιωμένο και κάπως ζαλισμένο. Σκανδαλίστηκε και είπε ως άδικα έκανε τον κόπο να έλθει να εξομολογηθεί σ’ ένα πνευματικό πότη. Τότε ο πνευματικός, προς μεγάλη του έκπληξη, του είπε: Ναι, τρεις φόρες ήλθες για εξομολόγηση αλλά την αμαρτία εκείνη δεν μου την είπες! Ας μη γινόμαστε τόσο γρήγορα τόσο αυστηροί κριτές και επιτιμητές των πάντων. Την αυστηρότητα καλύτερα ας κρατήσουμε για μας και την επιείκεια για τους άλλους.
Ο Π. Νιρβάνας τον ονομάζει “κοσμοκαλόγερο”, τον περιγράφει να βαδίζει σκυφτός με τα χέρια σταυρωμένα πίσω, να κάθεται σε απόμερα καφενεία, συντροφιά με απλούς ανθρώπους, φιλέρημος, ήταν κακοντυμένος, με ξεφτισμένες πάντα τις άκρες των μανικιών του και όταν του πρότειναν 150 δραχμές για ένα του έργο είπε πως του αρκούν οι 100. Έτσι τον παρουσιάζει ιδιότροπο, παράξενο και κοσμόφοβο. Ο μακαριστός λόγιος Γέροντας Θεόκλητος Διονυσιάτης στο βιβλίο του γι’ αυτόν έχει μια άλλη θέση, με την οποία εδώ και συμφωνούμε. Γράφει: “Εάν εμβαθύνουμε στον τρόπο της ζωή του, θα ανακαλύψουμε γνωρίσματα καλογερικής αγωγής και αρετής και τάσεις για υπέρβαση του κοινώς θεωρούμενου καλού. Τι είναι άλλωστε, η ατημέλητη εμφάνισή του, η τάση συνεχούς φυγής από τους πολλούς, η εκούσια πενία του και οι ασκητικές συνθήκες διαμονής του, παρ’ ότι είχε την οικονομική δυνατότητα για βελτίωσή τους -“μου φθάνουν οι εκατό δραχμές”-, οι αγρυπνίες και ψαλμωδίες του, το εκκλησιαστικό ήθος του, η ευαισθησία του σε θέματα εκκλησιαστικών παραδόσεων, οι ελεημοσύνες του από το ορατόν υστέρημά του, η ταπείνωσή του, η αγιότητά του και άλλες αρετές του, αν όχι αντανακλάσεις μοναχικού βίου;”. Ότι αποτελεί για τους Σλαύους ο πολύς Ντοστογιέφσκυ είναι, θα πρέπει να είναι, για τους Έλληνες ο Παπαδιαμάντης. Πρόκειται για προφήτη του Γένους. Γράφει: “Μη θρησκευτικά, προς Θεού!”.
Το ελληνικόν έθνος δεν είναι βυζαντινοί, εννοήσατε; Οι σημερινοί Έλληνες είναι κατ’ ευθείαν διάδοχοι των αρχαίων. Έπειτα, επολιτίσθησαν, επροώδευσαν και αυτοί. Συμβαδίζουν με τα άλλα έθνη… Άγγλος ή Γερμανός ή Γάλλος δύναται να είναι κοσμοπολίτης ή αναρχικός ή άθεος ή ο,τιδήποτε. Έκαμε το πατριωτικόν χρέος του, έκτισε μεγάλην πατρίδα. Τώρα είναι ελεύθερος να επαγγέλεται χάριν πολυτελείας την απιστίαν και την απαισιοδοξίαν. Αλλά Γρακύλος της σήμερον, όστις θέλει να κάμη δημοσία τον άθεον ή τον κοσμοπολίτην, ομοιάζει με νάνον ανορθούμενον επ’ άκρων ονύχων και τανυόμενον να φθάση εις το ύψος και να φανή και αυτός γίγας. Γι’ αυτό όπως γράφει “τα πλείστα των υπ’ εμού γραφέντων διηγημάτων… είναι μάλλον θρησκευτικά”. Ξέρει τι κάνει ο εμπνευσμένος Παπαδιαμάντης. Με το έργο του καταξιώνεται ως παιδαγωγός του ορθόδοξου ελληνισμού. Φθάνει με πόνο και ιερή αγανάκτηση να γράφει ευρισκόμενος στην Αθήνα: “Εδώ θεοποιείται φανερά ο Μαμμωνάς. Χιλιάκις καλύτερον θα ήτο εάν υπήρχεν ακόμη η αρχαία ποιητική ειδωλολατρία. Τώρα όμως η πράγματι επικρατούσα θρησκεία είναι ο πλέον ακάθαρτος και κτηνώδης υλισμός. Μόνον κατά πρόσχημα είναι η χριστιανοσύνη”! Τι θα έλεγε σήμερα;
Μίσησε τον πλούτο και αγάπησε την πενία. Από τα λίγα που είχε ποιούσε κρυφά και την ελεημοσύνη. Έγραφε αυτό που ζούσε.: “Πρέπει να μένη τις εν τη τάξει εν η ευρέθη απ’ αρχής, όσον ταπεινή, όσον πενιχρά και αν φαίνεται αύτη· αιρετωτέρα δε αείποτε η έντιμος ευτέλεια της αδόξου και κομώσης πολυτελείας και τρυφής”. Έζησε και πέθανε φτωχός, σεμνός και ταπεινός. Εκοιμήθη στο ωραίο νησί του πριν εκατό χρόνια κι ένα μήνα τα χαράματα της 3.1.1911, αφού μετάλαβε, ψάλλοντας και κλαίγοντας.
Σήμερα οι πολλοί λογοτέχνες μας, οι διανοούμενοι, οι δημοσιογράφοι περί πολλά τυρβάζουν. Αρκετοί ειρωνεύονται τον Παπαδιαμάντη και τον κακολογούν. Τους χαλάει τα σχέδια. Ο γραικυλισμός, ο αθεϊσμός, ο μηδενισμός, η διαφθορά, η φιλοχρηματία, η φιλοσαρκία και η φιλοδοξία επικρατούν και δεν θέλουν να ενοχλούνται από φωνές ισχυρές και αγνές ως του Παπαδιαμάντη, που ο βίος του και το έργο του τους ελέγχει.
Κοιμήσου κυρ Αλέξανδρε στην αγκαλιά του νησιού σου ήσυχα. Έκανες το χρέος σου ως Ορθόδοξος και ως Έλληνας. Η ζωή σου και το έργο σου φωτίζουν το σκοτάδι. Η Ελλάδα που τόσο πολύ αγάπησες, σκοτισμένη, παγιδευμένη, προδομένη, σαγηνευμένη σε ξένες σειρήνες, πάσχει. Φυλακισμένη στα πικρά αδιέξοδα του ατομισμού, του υλισμού και του αθεϊσμού μελαγχολεί και μαραζώνει. Μακάρι οι σελίδες των έργων σου και το παράδειγμα της ζωής σου να γίνουν παράθυρα ελευθερίας, για την επιστροφή σε μια ζωή χαριτωμένα απλή, γνήσια ταπεινή, αληθινά μετανοημένη, αληθινά χριστιανική.
Ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης ήταν πάντα προσηλωμένος στην Εκκλησία. Δεν τον κούραζε και δυσκόλευε ποτέ αυτή η σχέση. Ήταν ένας αληθινός χριστιανός. Ήταν ένας πιστός δούλος του Κυρίου. Ήταν αυτός που άκουσε από την αγία Αναστασία “Ύπαγε, ανίατε· ο πόνος θα είναι η ζωή σου…”. Μόνο ένας γνήσιος χριστιανός μετά από αυτό το απρόσμενο άκουσμα μπορεί να γράφει: “Ησθανόμην αγρίαν χαράν, διότι η Αγία δεν είχεν εισακούσει την δέησίν μου”. Ο Παπαδιαμάντης δεν είναι απλά ένας ρωμαντικός νοσταλγός μιας περασμένης ωραίας γραφικότητας που δεν υπάρχει, αλλά νοσταλγός μίας ουσιαστικής, αληθινής και καίριας χριστιανικής ζωής, την οποία αξίζει αγαπητοί μου, να βιώσουμε στο έπακρον. Σας ευχαριστώ πολύ για την προσέλευσή σας και την προσοχή σας.
Μοναχός Μωυσής Αγιορείτης
Πηγή: Αντίβαρο
Σημ. διαχειρ.: Ευχαριστούμε θερμά το συμμαθητή μας Θάνο Γκιργκινούδη για την εύρεση και την αποστολή του παραπάνω κειμένου.
>Ἀλέξανδρος
>
Ἀφοῦ ἐβάδισαν ἐπὶ τινὰ ὥραν, ἀνὰ τὴν βαθεῖαν σύνδενδρον κοιλάδα, ἡ θειὰ Μολώτα, κ᾿ ἡ Φωλιὼ τῆς Πέρδικας, κ᾿ ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας, τέλος ἔφθασαν εἰς τὸ Δασκαλειό. Αἱ τελευταίαι ἀκτῖνες τοῦ ἡλίου ἐχρύσωναν ἀκόμη τὰς δυὸ ράχεις, ἔνθεν καὶ ἔνθεν τῆς κοιλάδος. Κάτω, εἰς τὸ δάσος τὸ πυκνόν, βαθεῖα σκιὰ ἡπλοῦτο. Κορμοὶ κισσοστεφεῖς καὶ κλῶνες χιαστοὶ ἐσχημάτιζον ἀνήλια συμπλέγματα, ὅπου μεταξὺ τῶν φύλλων ἠκούοντο ἀτελείωτοι ψιθυρισμοὶ ἐρώτων. Εὐτυχῶς τὸ δάσος ἐνομίζετο κοινῶς ὡς στοιχειωμένον, ἄλλως θὰ τὸ εἶχε καταστρέψει κι᾿ αὐτὸ πρὸ πολλοῦ ὁ πέλεκυς τοῦ ὑλοτόμου. Αἱ τρεῖς γυναῖκες ἐπάτουν πότε ἐπὶ βρύων μαλακῶν, πότε ἐπὶ λίθων καὶ χαλίκων τοῦ ἀνωμάλου ἐδάφους. Ἡ ψυχὴ κ᾿ ἡ καρδούλα των ἐδροσίσθη, ὅταν ἔφθασαν εἰς τὴν βρύσιν τοῦ Δασκαλειοῦ.
Τὸ δροσερὸν νᾶμα ἐξέρχεται ἀπὸ μίαν σπηλιάν, περνᾷ ἀπὸ μίαν κουφάλαν χιλιετοῦς δένδρου, εἰς τὴν ρίζαν τοῦ ὁποίου βαθεῖα γοῦρνα σχηματίζεται. Ὅλος ὁ βράχος ἄνωθεν στάζει ὡσὰν ἀπὸ ρευστοὺς μαργαρίτας, καὶ τὸ γλυκὺ κελάρυσμα τοῦ νεροῦ ἀναμιγνύεται μὲ τὸ λάλον μινύρισμα τῶν κοσσύφων. Ἡ θεία Μολώτα, ἀφοῦ ἔπιεν ἄφθονον νερόν, ἀφήσασα εὐφρόσυνον στεναγμὸν ἀναψυχῆς, ἐκάθισεν ἐπὶ χθαμαλοῦ βράχου διὰ νὰ ξαποστάσῃ. Αἱ δυὸ ἄλλαι ἔβαλαν εἰς τὴν βρύσιν, παρὰ τὴν ρίζαν τοῦ δένδρου, τὶς στάμνες καὶ τὰ κανάτια, τὰ ὁποῖα ἔφεραν μαζύ των, διὰ νὰ τὰ γεμίσουν. Εἶτα, ἀφοῦ ἔπιαν καὶ αὐταὶ νερόν, ἐκάθισαν ἡ μία παραπλεύρως τῆς γραίας, ἡ ἄλλη κατέναντι, κι᾿ ἄρχισαν νὰ ὁμιλοῦν.
– Πῶς ἀλγεῖ ῾παπᾶς; εἶπεν ἡ Θεία Μολώτα.Ἡ γραῖα ἦτο ἰδιόρρυθμος εἰς τὴν γλῶσσαν της. Ἐτραύλιζε καὶ ἀπέκοπτεν ὄχι μόνον συλλαβάς, ἀλλὰ καὶ τὰ ἄρθρα καὶ ἄλλα μόρια.
– Νύχτωσε, θὰ ῾πῶ! προσέθηκεν ἡ Φωλιώ.
– Τά, τί λογᾶτε; ἐπέφερεν ἡ Ἀφέντρα.
Εὑρίσκοντο κ᾿ αἱ τρεῖς, ἀπὸ τῆς ἡμέρας ἐκείνης τοῦ Μεγάλου Σαββάτου, εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννη, στὸν Ἀσέληνο. Ἦτον ἔρημον παλαιὸν μοναστηράκι. Εἶχε γνωσθῆ ὅτι ὁ παπα-Γαρόφαλος ὁ Σωσμένος, εἷς ἐκ τῶν ἱερέων τῆς πόλεως, θὰ ἤρχετο εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, στὸν Ἀσέληνον, διὰ νὰ κάμῃ Πάσχα εἰς τοὺς αἰγοβοσκοὺς τῶν ἀγρίων ἐκείνων μερῶν. Αἱ τρεῖς αὐταί, καὶ τινὰ ἄλλα πρόσωπα ἀπὸ τὴν πόλιν, ἀγαπῶντα τὴν ἐξοχήν, εἶχον ἔλθη, χάριν τοῦ Πάσχα, πρὶν νὰ ξεκινήσῃ ὁ παπάς. Ἀλλ᾿ ὅμως ἐνύκτωνεν ἤδη, καὶ ὁ παπα-Γαρόφαλος δὲν εἶχε φανῆ ἀκόμη.
– Εἶνε ἀργοστόλιστος, θὰ ῾πω, ἐπέφερεν ἡ Φωλιῶ ἡ Πέρδικα.
– Ναί, εἶδες πῶς ἀργεῖ νὰ ῾ντυθῇ; ὑπέλαβεν ἑρμηνεύουσα κατὰ γράμμα τὸν λόγον ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας. Καὶ καμμιὰ φορὰ βάζει καὶ στραβὰ τὴν «ἀλλαή» του.
Ὠνόμαζεν οὕτω τὸ φελόνιον. Αἱ τρεῖς γυναῖκες εἶχον ἔλθη ἀπὸ τὸν Ἅϊ-Γιάννην, ἀπέχοντα ὡς τετάρτου τῆς ὥρας δρόμον, διὰ νὰ γεμίσουν τὰ σταμνιὰ στὸ Δασκαλειό, ἐπειδὴ ἡ μικρὰ βρύσις τοῦ παλαιοῦ ἡσυχαστηρίου, κάτω ἀπὸ τὸν ναΐσκον, εἶχε χαλάσει, καὶ σχεδὸν εἶχε χαθῆ τὸ νερόν. Ἔμελλον δὲ νὰ ἐπιστρέψουν ἀμέσως εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην. Ἀλλά, μὲ τὴν ὁμιλίαν, ἀργοποροῦσαν.
Τέλος, αἱ δυὸ ἐσηκώθησαν, ἔκυψαν διὰ νὰ φορτωθοῦν τ᾿ ἀγγεῖα, καὶ ἦσαν ἕτοιμαι πρὸς ἀναχώρησιν.
Ἀλλὰ τὴν στιγμὴν ἐκείνην, ζωηρὰ φωνὴ ἠκούσθη ἀπὸ τὸ κάτω μέρος, ἀνάμεσ᾿ ἀπὸ τὰ δένδρα.
– Σ᾿ ἔσκιαξα, θεία Μολώτα! εἶπεν ἡ φωνή.
Εἶτα καγχασμὸς ἤχησε, κ᾿ εὐθὺς ἐπαρουσιάσθη εἷς νέος ὑψηλός, ἀμύστακος, ὡς δεκαὲξ ἐτῶν, κρατῶν κάτω τοῦ στέρνου του κάτι ὡς διπλωμένον καὶ τυλιγμένον πρᾶγμα.
– Ἄ! κακὸ νὰ μὴν ἔχῃς! ἔκραξεν ἡ Φωλιῶ. Ἐσὺ ῾σαι, ἀρὲ Σταμάτη;
Δὲν εἶχε νυκτώσει ἀκόμη καλά, κ᾿ αἱ γυναῖκες εἶδαν τὰ χαρακτηριστικά του, ἀφοῦ πρώτον εἶχαν γνωρίσει τὴν φωνήν του. Ἦτον ὁ Σταμάτης τὸ Τρυγονάκι, μάγκας ὀρφανὸς παιδιόθεν, καλόκαρδος, βολικός, ὅστις ἔζη ἐκτελὼν θελήματα ἀνὰ τὴν πόλιν. Ὅταν ὅμως ἦτο πουθενὰ ἐξοχικὸν πανηγύρι, ἄφηνεν ὅλες τὶς δουλειές του, κ᾿ ἔτρεχε πρῶτος μεταξὺ ὅλων τῶν πανηγυριστῶν.
– Νά, ἀπ᾿ τὸν Ἀσέληνο ἔρχομαι, εἶπεν ὁ νέος… φορτωμένος πράμματα, θάμματα… κυττάξετε!
Ἔθεσε τὴν δεξιὰν χεῖρα ἐντὸς τοῦ τυλιγμένου πανίου, τὸ ὁποῖον ἐκράτει, ἔλαβεν ἕνα μαῦρον πρᾶγμα, καί, θέλων νὰ παίξη, τὸ ἔρριψεν εἰς τὴν ποδιὰν τῆς Μολώτας, ἥτις ἐκάθητο ἀκόμη ἐπὶ τῆς πέτρας.
– Ἅ! φωτιὰ ποὺ σ᾿ ἔ!… ἔκαμεν αὕτη, ἀναπηδήσασα ὀρθή, καὶ τινάζουσα τὴν ποδιάν της.
Τὸ πρᾶγμα, τὸ ὁποῖον τῆς εἶχε ρίψει ὁ Σταμάτης, ἦτο τεράστιος ζωντανὸς κάβουρας. Ὁ νέος εἶχε κατέλθη πρὸ δυὸ ὡρῶν εἰς τὸν Μικρὸν Ἀσέληνον. Οὕτως ὠνομάζετο ὁ δυτικὸς αἰγιαλός, μικρὰ ἀγκάλη, ἀντικρύζουσα τὸ Πήλιον. Ἐκεῖ εἶχε γεμίσει τὸ προσόψιον, τὸ ὁποῖον εἶχε περιζωσμένον εἰς τὴν μέσην του, ἀπὸ κοχύλια, πεταλίδες καὶ καβούρια.
– Ἀρέ, ζουρλάθηκες; εἶπεν αὐστηρῶς ἡ Ἀφέντρα. Νὰ κάμῃς τὴν οἰκοκυρὰ νὰ κόψῃ τὸ αἷμα της!
Ὁ Σταμάτης καὶ πάλιν ἐκάγχασε.
– Νὰ μὲ συμπαθᾷς, θεία Μολώτα, εἶπε. Σὰ χωριάτης ποὖμαι, ἔσφαλα. Θέλησα νὰ σοῦ χαρίσω αὐτὸ τὸ καβούρι, γιὰ νὰ κάμῃς μεζὲ ἀπόψε, καὶ μὲ τὸν τρόπο ποὺ σοῦ τὤρριξα στὴν ποδιά σου, σ᾿ ἐτρόμαξα.
– Δὲν τλώου καβούλγια, εἶπεν ἡ Μολώτα. Θὰ μεταλάβου!
– Ἀλήθεια; Τότε, τὸ χαρίζω τῆς Πέρδικας.
– Μεγαλοσαββατιάτικα, καβούρια θὰ φάω; εἶπεν ἡ Φωλιώ.
– Τότε, ἂς τὸ παρ᾿ ἡ Σταματρίζενα, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
– Νὰ καβουρώσῃς καὶ κάβουρας νὰ γένῃς! ἀπήντησεν ἡ Ἀφέντρα.
– Μωρέ, εὐχὴ ποὺ μοῦ δίνεις! εἶπεν ὁ Σταμάτης. Ἀκοῦς! νὰ ἤμουν κάβουρας! Πῶς θὰ περπατοῦσα τάχα;
– Καὶ ἅμα εἶπεν, ἔκυψε καὶ ἄρχισε νὰ κάμνῃ λοξὰ πατήματα, μεταξὺ τῶν τριῶν γυναικῶν. Μὲ τὴν κεφαλήν του ἐκτύπησε τὸ πλευρὸν τῆς Μολώτας, μὲ τὴν πλάτην του ἔπληξε τὸν ἀγκῶνα τῆς Φωλιῶς, καὶ μὲ τὴν πτέρναν του ἐπάτησε τὴν γόβα τῆς Ἀφέντρας.
Αἱ τρεῖς γυναῖκες, μισοθυμωμέναι, ἐγέλασαν.
– Ζουρλάθηκες, βλέπω: δὲν εἶσαι καλά! εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ σηκώσασα μὲ τὴν ἀριστερὰν χεῖρα τὸ κανάτι της, ἐκολάφισεν ἐλαφρὰ τὴν κεφαλὴν τοῦ Σταμάτη, ὅστις ἐφάνη νὰ ἐγοητεύθῃ.
– Ὢ! τί δροσιά, μωρὲ Σταματρίζενα! εἶπε. Δῶσε μου ἄλλη μιά!
– Πᾶμε! νυχτώσαμε, ἔκαμεν εἰς ἀπάντησιν ἡ Ἀφέντρα.
Καὶ πάραυτα ἐξεκίνησαν. Τότε ὁ Σταμάτης, ἀφοῦ ἔδραξε, χωρὶς νὰ εἴπῃ τίποτε, τὴν μεγάλην στάμναν, τὴν ὁποία ἄλλως θὰ ἐφορτώνετο ἡ Ἀφέντρα, ἐφιλοτιμήθη νὰ τρέξῃ πρῶτος, ὡς ἐμπροσθοφυλακή. Εἰς τὸν δρόμον ἄρχισε νὰ διηγῆται.
– Νὰ ξέρατε ποιὸν ηὕρα, τώρα, στὸ δρόμο π᾿ ἀνέβαινα… πρὶν σᾶς ἐνταμώσω στὴ βρύσι.
– Ποιὸν ηὖρες, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα. Τὸν Μπαμπάο, ἢ τὸν Ἀράπη, ἢ τὸν Ἐξαποδῶ;
– Ηὗρα τὸν Ἀλιβάνιστο!
– Ἀλήθεια; γιὰ ῾πές μας.
Ἅμα ἤκουσε τὸ ὄνομα τοῦτο ἡ θεία Μολώτα, ἔκαμεν ἀκούσιον κίνημα, καὶ μὲ δυὸ βήματα ἤλλαξε θέσιν εἰς τὸν δρόμον, κ᾿ ἐτάχθη ἐξ ἀριστερῶν τοῦ Σταμάτη, διὰ ν᾿ ἀκούῃ καλλίτερα, ἐπειδὴ ἦτο κωφὴ ἀπὸ τὸ ἓν οὖς. Ὁ νέος διηγήθη ὅτι εἰς τὴν ἄκρην τοῦ βουνοῦ, ὄχι μακρὰν τῆς ἀκτῆς, εἶχε περάσει ἀπὸ τὴν κατοικίαν τοῦ ἀλλοκότου ἐκείνου ἀνθρώπου, ὅστις ἀπὸ τριάκοντα ἐτῶν δὲν εἶχε κατέλθη εἰς τὴν πόλιν, κ᾿ ἐμόναζεν εἰς μίαν καλύβην, ἢ μᾶλλον σπηλιάν, τῆς ὁποίας τὸ στόμιον εἶχε κτίσει μὲ τὰς χεῖρας του. Ἔβοσκεν ὀλίγας αἶγας, καὶ δὲν συνανεστρέφετο κανένα ἄνθρωπον, παρὰ μόνον τὸν Μπαρέκον, τὸν μέγαν αἰγοτρόφον τοῦ βουνοῦ, ὅστις εἶχε κοπάδι ἀπὸ χίλια γίδια. Εἰς αὐτὸν ἔδιδε τὸ ὀλίγον γάλα του, λαμβάνων ὡς ἀντάλλαγμα ὀλίγα παξιμάδια, παστὰ ὀψάρια, καὶ πότε κανὲν τρίχινον φόρεμα ἢ μάλλινον σκέπασμα.
– Ἅμα μὲ εἶδεν, εἶπεν ὁ Σταμάτης, ἔκαμε νὰ κρυφτῇ. Ἐγὼ ἔτρεξα κατόπι του, τὸν ἐχαιρέτισα, καί, γιὰ νὰ τὸν φουρκίσω, ἄρχισα νὰ τὸν λιβανίζω μ᾿ αὐτὴν τὴν πετσέτα, ποὺ κουδούνιζαν μέσα οἱ πεταλίδες… Νά, πῶς τοῦ ἔκαμα!
Καὶ ἀποσπάσας τὴν ποδιάν, τὴν περιέχουσαν τὰ θαλασσινὰ εἴδη, ἀπὸ τὴν μέσην του, ἔκαμε πῶς λιβανίζει μ᾿ αὐτὸ τὴν θειὰ Μολώτα, ἥτις ἀφῆκεν ἄναρθρον κραυγὴν διαμαρτυρίας.
– Ἔλα! θὰ ἡσυχάσης, βρὲ πειρασμέ; ἔκραξεν ὀργίλη ἡ Ἀφέντρα.
* *
Εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, ἅμα ἐνύκτωσε, εἶχε φθάσει μὲ ὅλον τὸ ἀσκέρι του, γυναῖκα, παιδιὰ καὶ παραγυιούς του, ὁ μεγαλοβοσκὸς Γιάννης ὁ Μπαρέκος, καθὼς κι ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης, ἄλλος τσομπάνος μὲ τὴν φαμίλια του, κι᾿ ὁ Ἀγγελῆς ὁ Πολύχρονος, μὲ ὅλον τὸ ὄρδινό του. Εἶχαν ἀνάψει μεγάλην φωτιά, κ᾿ ἐκάθισαν εἰς τὸ ὕπαιθρον, παρὰ τὸν βόρειον τοῖχον τοῦ ναΐσκου, καὶ διηγοῦντο παλαιὰ χρονικὰ τοῦ ποιμενικοῦ κόσμου, κ᾿ ἐκύτταζαν τοὺς ἀστερισμοὺς καὶ τὴν Πούλια, πότε θὰ φθάση στὴν μέσην τ᾿ οὐρανοῦ, διὰ νὰ εἶνε μεσάνυχτα, καὶ πότε θὰ φθάση, εἰς ἐν δυτικὸν σημεῖον, διὰ νὰ φέξῃ. Κ᾿ ἐπερίμεναν τὸν παπάν, πότε νὰ ἔλθῃ, διὰ νὰ τοὺς κάμῃ Ἀνάστασιν. Ἦτον δὲ μεσάνυχτα ἤδη, καὶ ὁ παπὰς δὲν εἶχεν ἔλθη.
– Καθὼς τ᾿ ὁμολογάει ἡ φλάσκα… ἔλεγεν ὁ Ἀγγελὴς ὁ Πολύχρονος.
– Νὰ τώξερε κανείς, νὰ πήγαινε στὴ χώρα, εἶπεν ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης.
– Ὁ παπα-Γαρόφαλος, ἂν θὰ ῾ρθῆ μὲ τὸ φεγγάρι, παρετήρησεν ὁ Μπαρέκος. Γιὰ κυττάξτε!
Ἔδειχνεν ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, ὅπου αἱ κορυφαὶ τῶν δένδρων εἶχαν ἀρχίσει νὰ καταλάμπωνται ἀπὸ τὸ ἀργυροῦν φέγγος. Ἦτο ἤδη περὶ τὸ τελευταῖον τέταρτον.
Τὴν ἰδίαν στιγμὴν ἔφθασεν ὁ Σταμάτης. Οὗτος πρὸ ὥρας εἶχε γείνη ἄφαντος, χωρὶς κανεὶς νὰ προσέξη εἰς τοῦτο. Ὁ νέος εἶχεν ἀναβῇ ὑψηλὰ εἰς τὸ βουνόν, διὰ νὰ κατοπτεύσῃ καὶ ἀκροασθῇ ἂν θὰ ἠκούετο ἢ θὰ ἐφαίνετο πουθενὰ ὁ παπάς.
Ἅμα ἐπέστρεψεν, ἔνευσεν εἰς τὸν Μπαρέκον καὶ τοὺς ἄλλους νὰ ἐξέλθουν μαζύ του ἀπὸ τὸ περίβολον.
– Τί τρέχει;
– Ἐλᾶτε· κάτι φωνὲς ἀκούω. Βάζω στοίχημα!…
Ὁ Μπαρέκος καὶ ὁ Κώστας ὁ Πηλιώτης τὸν ἠκολούθησαν, καὶ ἀπεμακρύνθησαν διακόσια βήματα, κατὰ τὸν ἀνήφορον. Ἐκεῖ ἤκουσαν τῷ ὄντι ἤχους τινὰς νὰ ἀνέρχωνται βαθειὰ ἀπὸ τὸ ρεῦμα κάτω, πρὸς τὸ Δασκαλειὸ καὶ τὸν Ἀσέληνον.
– Τί νὰ εἶνε;
– Βάζω στοίχημα πῶς ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔχασε τὸ δρόμο, εἶπεν ὁ Σταμάτης.
– Τί θέλει ἀποκεῖ, κατὰ τὸν Ἀσέληνο;
– Γνώρισα τὴ φωνή του, εἶπεν ὁ Σταμάτης. Θὰ ᾖρθε ἀπὸ τὸν ἄλλον δρόμο, ἀπ᾿ τὰ χωράφια, κ᾿ ὕστερα ἔπεσε μέσα στ᾿ ὀρμάνι, κ᾿ ἐχάθηκε.
* *
Οἱ δυὸ βοσκοὶ κι᾿ ὁ Σταμάτης, κι᾿ ὁ Πολύχρονος, ὅστις ἔτρεξε κατόπιν των, ἀνῆλθον τὴν ὀφρὺν τοῦ βουνοῦ, καὶ ἀπήντησαν διὰ φωνῶν εἰς τὰς ἠχοῦς τὰς ὁποίας ἤκουον.
– Ἐλᾶτε!… Ἐδῶ εἴμαστε!… ἔκραξε μὲ στεντορείαν φωνὴν ὁ Σταμάτης.
– Μὰ πῶς, δὲν βλέπουν κοτζὰμ φωτιά; εἶπεν ἐν ἀπορίᾳ ὁ Πηλιώτης.
– Θὰ ἔχουν πέση μέσα ῾σε κακοτοπιά, στὸν ἤσκιο τοῦ βουνοῦ. Τὸ φεγγάρι δὲν ψήλωσε ἀκόμα.
– Πάω νὰ φέρω τὸ φανάρι! ἔκραξεν ὁ Σταμάτης.
Κ᾿ ἔτρεξε κάτω, εἰς τὸν περίβολον τοῦ Ἅϊ-Γιαννιοῦ, ὁπόθεν ἐπανῆλθε μετ᾿ ὀλίγον φέρων φανάρι ἀναμμένον. Ὁ Σταμάτης κρατῶν τοῦτο, ἐπροπορεύθη, καὶ οἱ τρεῖς ἄνδρες τὸν ἠκολούθησαν ἐν μέσῳ τοῦ δάσους. Μετ᾿ ὀλίγα λεπτὰ αἱ φωναὶ ἠκούοντο πλησιέστεραι, καὶ τέλος, ἐφάνη ὁ παπάς, ἀκολουθούμενος ἀπὸ τὸν ἀνεψιόν, τὸν βοηθόν του, σύροντα ἀπὸ τὴν τριχιὰν ἕνα γαϊδουράκι, ἐπάνω εἰς τὸ ὁποῖον ἦσαν φορτωμένα τὰ «ἱερά» τοῦ παπᾶ. Ἀλλὰ τελευταῖα ὅλων ἐφάνη καὶ μία σκιά, ἥτις ἐφαίνετο ἀποφεύγουσα ν᾿ ἀντικρύσῃ τὸ φῶς τοῦ φαναριοῦ.
– Μπά! ἔκαμε γελῶν ὁ Σταμάτης. Καὶ σιγὰ πρὸς τὸν Μπαρέκον ἐψιθύρισεν:
– Ὁ Ἀλιβάνιστος!
– Μεγάλο θάμμα! εἶπεν ὁ Μπαρέκος.
* *
– Πῶς ἔκαμες, βλοημένε κ᾿ ἔχασες τὸν δρόμο; ἠρώτησε τὸν παπᾶν ὁ Ἀγγελῆς ὁ Πολύχρονος.
– Μὴ ρωτᾶτε… θέλησα νὰ πάω ἀπ᾿ τὸν ἄλλο δρόμο,… ἀπ᾿ τὰ Ῥόγγια… εἶπεν ἀσθμαίνων ὁ παπάς· ἤθελα νὰ ἰδῶ τὸ χωράφι·… εἶπε νὰ τὸ σπείρῃ, κεῖνος ὁ Ντανάκιας καὶ τ᾿ ἄφησε ἄσπαρτο… κ᾿ ἐγὼ χαμπάρι δὲν εἶχα, τόσους μῆνες τώρα… Ἂς εἶνε καλὰ ὁ ἄνθρωπος… Εἶχα καὶ δυὸ τρεῖς ἁγιασμοὺς νὰ κάμω, κ᾿ ἐνύχτωσα… Καλὰ ποὺ ἔπεσα κοντὰ στὸ καλυβάκι τοῦ μπάρμπα-Κόλια ἐδῶ (δεικνύων τὸν καλούμενον Ἀλιβάνιστον), καὶ μ᾿ ἐβοήθησε νὰ βρῶ τὸ δρόμο! …Ἂς ἔχῃ τὴν εὐχή!
Ὁ παπα-Γαρόφαλος ἐδείκνυεν ἐκεῖνον, τὸν ὁποῖον ἀπεκάλει μπάρμπα-Κόλιαν, ὅστις ὅμως, ὡς ἀληθὴς σκιὰ εἶχεν ἀρχίσει νὰ γλιστρᾷ ὄπισθεν τῶν δένδρων, καὶ ν᾿ ἀπομακρύνεται.
Ὁ Μπαρέκος, τρέξας, τὸν ἔδραξεν ἰσχυρῶς ἀπὸ τὸν βραχίονα.
– Ποῦ πᾶς, μπάρμπα-Κόλια; εἶπε. Τώρα δὲ σ᾿ ἀφήνουμε… τελείωσε! Φέτος θὰ κάμωμε Ἀνάστασι μαζύ!…
Ὁ Σταμάτης, μὴ δυνάμενος νὰ κρατήσῃ τὰ γέλοια, ἄρχισε νὰ κάμνῃ μὲ τὸ φανάρι τὸ ὁποῖον ἐκράτει, κινήματα ὡς νὰ ἐλιβάνιζε, πρὸς τὸ βάθος εἰς τὸ μέρος ὅπου ἵστατο τὸ σύμπλεγμα τοῦ Μπαρέκου καὶ τοῦ μπάρμπα-Κόλια.
Ὁ γέρων ἐφαίνετο ἀληθὴς λυκάνθρωπος. Ἐφόρει εἶδος ράσου, ἀπροσδιορίστου χρώματος, καὶ μαύρην σκούφιαν, εἶχε μακρὰν κόμην, μαύρην ἀκόμη, καὶ ψαρά, σγουρὰ γένεια. Ἐδυσανασχέτει διότι τὸν ἐκράτει μὲ τὴν ρωμαλέαν χεῖρα του ὁ Μπαρέκος, κ᾿ ἤθελε νὰ φύγῃ.
– Ἄφσε με, νὰ ζήσῃς! Δὲν μπορῶ!… τί Ἀνάστασι νὰ κάμω ῾γω… τί μὲ θέλετ᾿ ἐμένα… Ἐσεῖς κάμετε Ἀνάστασι. Μὲ γειά σας, μὲ χαρά σας!… Πάω στὸ καλύβι μου, ῾γώ!
Τότε ὁ παπα-Γαρόφαλος ἔλαβε τὸν λόγον·
– Νἄχης τὴν εὐχὴ τοῦ Χριστοῦ, παιδί μου! Ἔλα! … Νὰ πάρῃς εὐλογία! … Νὰ μοσχοβολήσ᾿ ἡ ψυχή σου! Ἔλα ν᾿ ἀπολάψῃς τὴ χαρὰ τοῦ Χριστοῦ μας! Μὴν ἀδικῇς τὸν ἐαυτόν σου! Μὴν κάνῃς τοῦ ἐχτροῦ τὸ θέλημα! … Πάτα τὸν πειρασμό! Ἔλα, Κόλια! Ἔλα, Νικόλαε, ἔλα! Νικόλαε μακάριε! Ὁ ἅγιος Νικόλαος νὰ σὲ φωτίσῃ!
Ὁ μπάρμπα-Κόλιας ἤθελε νὰ ἔλθῃ, ἀλλ᾿ ἐντρέποντο. Ἐπαραξενεύετο πολύ. Θὰ ἐπεθύμει νὰ τὸν ἀπῆγον διὰ τῆς βίας.
Ὁ Μπαρέκος, ὡς νὰ εἶχεν εἰσδύσει εἰς τὰ ἐνδόμυχα τῆς ψυχῆς του, ἔκραξε τοὺς δυὸ ἄλλους βοσκοὺς πλησίον του. Οὗτοι, ἡμιπαίζοντες, ἡμισπουδάζοντες, ἔβαλαν τὰς χεῖρας των εἰς τοὺς βραχίονας καὶ τὰς ὠμοπλάτας τοῦ Κόλια. Ἐν πομπῇ καὶ παρατάξει τὸν ἀπήγαγον, κάτω νεύοντα, ἐπιθυμοῦντα ν᾿ ἀκολουθήσῃ, καὶ τείνοντα ν᾿ ἀποσκιρτήσῃ.
* *
Ὅταν ἔφθασαν εἰς τὸν Ἅϊ-Γιάννην, παράδοξον πρᾶγμα συνέβη. Ἡ θεία Μολώτα, καθὼς ἐκάθητο ἔξωθεν τοῦ ναοῦ, ἅμα εἶδε τὸν Κόλιαν, ἐταράχθη νευρικῶς, ἐστράφη βιαίως πρὸς τὸν τοῖχον τοῦ ναοῦ. Ἡ Ἀφέντρα, ἥτις ἦτον στὸ πλάγι της, τὴν εἶδε, καὶ ἐνόησεν ὅτι κάτι συνέβαινε·
– Τί ἔχεις, θεία Μολώτα;
Ἡ γραῖα τῆς ἔνευσε νὰ σιωπήσῃ. Ἐν τοσούτῳ, ἀφοῦ ἡ συνοδία ἐπροχώρησεν εἰς τὸ κέντρον τοῦ περιβόλου, ἡ Μολώτα ἔρριψε πλάγιον βλέμμα πρὸς τὸ σύμπλεγμα τῶν ἀνδρῶν, κ᾿ ἐκατέβασε χαμηλὰ τὴν μαύρην μανδήλαν της, ἔκρυψε τὰ ὀφρύδια, τοὺς κροτάφους, καὶ μὲ τὰ τσουλούφια τῆς κόμης της, καὶ μὲ τὰ κλωνιὰ τῆς μανδήλας, ἐκάλυψε τὸ κατωσάγονον καὶ τὰ μάγουλα.
Ἡ Ἀφέντρα τὴν ἐκύτταζε μὲ ἄπληστον περιέργειαν.
– Τί ἔπαθες, θειὰ Μολώτα; ἠρώτησε καὶ πάλιν.
– Σώπα, σ᾿ λένε! ἐψιθύρισεν ἡ Μολώτα.
Εὐθὺς τότε ὁ παπὰς εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναΐσκον, τὸν ὁποῖον ὁ Σταμάτης, ἀπὸ τὴν ἡμέραν, πρὶν νὰ πάγῃ ἀκόμα διὰ πεταλίδας καὶ καβούρια, εἶχε στολίσει μὲ δάφνας καὶ μυρσίνας, καὶ ὅστις ἤστραπτεν ἀπὸ κοσμιότητα καὶ καθαριότητα.
Ὁ ἱερεὺς ἔβαλεν Εὐλογητόν, καὶ μαζὺ μὲ τὸν ἀνεψιόν του ἄρχισε νὰ ψάλλῃ τὸ «Κύματι θαλάσσης». Ἡ Ἀφέντρα, ἡ Φωλιώ, κ᾿ αἱ γυναῖκες καὶ τὰ θυγάτρια τῶν ποιμένων, εἰσῆλθον εἰς τὸν ναόν, κ᾿ ἐκόλλησαν πολλὰ κηρία εἰς τὰ μανουάλια.
Ἡ Μολώτα ἔμενε παραπίσω. Ἤθελε νὰ ἰδῆ ἂν ὁ μπάρμπα-Κόλιας, ὁ Ἀλιβάνιστος, θὰ εἰσήρχετο εἰς τὸν ναὸν ἢ ὄχι. Ὁ Κόλιας καταρχὰς ἐπέμενε νὰ μένῃ ἔξω, ἐπὶ προφάσει ὅτι θὰ ἐβοήθει τοὺς δυὸ παραγυιοὺς τοῦ Μπαρέκου εἰς τὸ σούβλισμα καὶ ψήσιμον τῶν ἀρνίων, διὰ τὰ ὁποῖα ἑτοίμαζαν μεγάλην φωτιάν. Ὁ Μπαρέκος ὅμως ἐφοβήθη μήπως «τὸ στρίψῃ», καὶ τὸν ἐβίασε νὰ εἰσέλθῃ εἰς τὸν ναὸν μαζύ του, λέγων ὅτι «ὁ μουσαφίρης δὲν κάνει ῾πηρεσία».
Τότε ἡ Μολώτα ἔμεινεν ἀπ᾿ ἔξω, μισοκρυμμένη εἰς τὸν παραστάτην τῆς θύρας τοῦ ναοῦ καὶ κυττάζουσα λαθραίως μέσα. Ὅταν ἐβγήκαν ὅλοι λαμπαδηφοροῦντες εἰς τὸ ὕπαιθρον, διὰ νὰ κάμουν Ἀνάστασιν, αὕτη ἀπελθοῦσα ἐκρύβη εἰς τὴν βορειανατολικὴν γωνίαν, σιμὰ εἰς τὴν θυρίδα τῆς Προσκομιδῆς. Ἐκεῖθεν ἤκουσε κι᾿ αὐτὴ τὸ «Χριστὸς ἀνέστη».
Ὅταν τὸ πλῆθος εἰσῆλθε πάλιν εἰς τὸν ναόν, μὲ τὸ «Ἀναστάσεως ἡμέρα», τὸ γοργὸν ἐμβατήριον, ἡ Ἀφέντρα τῆς Σταματηρίζενας ἔμεινε παραπίσω καὶ ᾖλθε πλησίον τῆς Μολώτας.
– Γιατί δὲν ἔρχεσαι μέσ᾿ στὴν ἐκκλησιά; τῆς εἶπε. Λεχώνα εἶσαι;
– Σύλε, πιδί μ᾿, ἀκούσης καλὸ λόγο· τῆς εἶπεν ἡ Μολώτα. Ἂφσ᾿ ἐμένα.
– Μὰ τί ἔχεις;
– Τίποτα.
Ἐπέμεινε.
– Θὰ μοῦ πῇς τί ἔχεις;
Ἡ γραῖα ἀνένευσε, καὶ ἀπεμακρύνθη ἀπ᾿ αὐτῆς. Ἡ Ἀφέντρα ἠναγκάσθη ν᾿ ἀπέλθῃ. Μετ᾿ ὀλίγην ὅμως ὥραν, ὅταν ἄρχισεν ὁ Ἀσπασμός, ἡ Μολώτα ἐπλησίασεν εἰς τὴν θύραν τοῦ ναοῦ, κ᾿ ἔνευσεν εἰς τὴν Ἀφέντραν νὰ ἐξέλθῃ. Τὴν ἔφερεν εἰς τὴν ἰδίαν καὶ πρὶν θέσιν, ἀριστερόθεν τοῦ ναοῦ.
– Τώλα, ἐγὼ πῶς θὰ μεταλάβου; τῆς λέγει.
– Γιατί; τί τρέχει;
– Τώλα, δὲ φιλοῦν Βγαγγέλιο κι Ἀνάστασι;
– Ναί.
– Πῶς νὰ πάω ῾γὼ ν᾿ ἀνησπαστῶ;
– Πῶς θὰ πᾶς; Μὲ τὰ ποδάρια σ᾿, εἶπεν ἡ Ἀφέντρα.
– Εἶδες κεῖνον ἄθλωπο;
– Ποιόν;
– Κόλια;
– Τὸν Ἀλιβάνιστο; Ἔ, τί;
Ἡ Μολώτα ἔκυψεν, ἐταπείνωσε τὴν φωνὴν καὶ εἶπε:
– Σὰν ἤμουν ἐγὼ μικλὸ κολίτσι, αὐτὸς μ᾿ ἤθελε γυναῖκα. Πλὶν ἀλλωστήσω, κι πιαστῆ φωνή μου, μ᾿ ηὖλε σουλουπώματα, πηγάδι, στενὸ σοκάκι, μ᾿ ἔ… (ἔκυψεν εἰς τὸ οὖς τῆς Ἀφέντρας, κ᾿ ἐψιθύρισε μὲ φωνὴν μόλις ἀκουομένην) μ᾿ ἐφίλησε…
Ἡ Ἀφέντρα ἔπνιξε βαθύν, ἀργυρόηχον γέλωτα. Ἡ γραῖα ἐπανέλαβε:
– Πατέλας δὲν τὸν ἤθελε γαμπλό. Πῆλα ἄλλον. Χήλεψα. Αὐτός, εἶπαν, πῆλε καϋμό, πῆγε βουνά, ἀγλίεψε, δὲν πάτησ᾿ ἐκκλησιά… Ἐγὼ ἔχω τὸ κλίμα.
Ἡ Ἀφέντρα ἐνόησεν ἀμέσως τὴν ἁπλοϊκὴν εὐσυνειδησίαν τῆς γραίας.
– Ἔ, καλά, εἶπε· νὰ ποὺ τὸν ηὖρες τώρα, στὴν Ἀνάστασι. Ὥρα τοῦ Ἀσπασμοῦ, τῆς ἀγάπης εἶναι. Νὰ σχωρεθῇς, νὰ τὸ πῇς τοῦ παπᾶ, καὶ θὰ σ᾿ ἀφήση νὰ μεταλάβῃς.
* *
Ἡ Μολώτα ἠκολούθησε κατὰ γράμμα τὴν συμβουλὴν τῆς Ἀφέντρας. Εἰσῆλθεν εἰς τὸν ναόν, ἠσπάσθη τὸ Εὐαγγέλιον καὶ τὴν Ἀνάστασιν, εἶτα ἐζήτησε συγχώρησιν ἀπὸ τὸν Κόλιαν.
Ἀκολούθως, τὴν ὥραν τοῦ Κοινωνικοῦ, ἐπλησίασε μαζὺ μὲ τὰς ἄλλας γυναῖκας εἰς τὴν βορείαν πύλην τοῦ ἱεροῦ, ὅπου ὁ ἱερεὺς ἀνέγνωσεν ἐπὶ τῶν κεφαλῶν των τὴν συγχωρητικὴν εὐχήν, ἐνῷ ὁ μικρὸς ψάλτης ἐμινύριζε τὸ «Σῶμα Χριστοῦ μεταλάβετε».
Μετὰ τὴν Ἀπόλυσιν, ἅμα οἱ ἄνδρες ἐξῆλθον, ὁ Σταμάτης συναντήσας τὸν Κόλιαν τὸν ἐχαιρέτισε:
– Χριστὸς ἀνέστη, μπάρμπα-Κόλια! Καλὴ ὥρα ἦτον ποὺ σ᾿ ηὗρα χτές.
Καὶ ὁ γέρων ἐρημίτης ἀπήντησεν:
– Ἀληθῶς ἀνέστη, βρέ! Δὲν εἶμαι ἀλιβάνιστος!

