Γ10. Ο ΜΑΡΚΟΣ ΜΠΟΤΣΑΡΗΣ

 Το τρίτο έτος της Επανάστασης (1823) δε συνέβησαν σημαντικά στρατιωτικά γεγονότα. Τα ταμεία της Οθωμανικής αυτοκρατορίας ήταν άδεια. Οι αντιζηλίες ανάμεσα στους πασάδες (διοικητές επαρχιών) ήταν συχνές και οι εξεγέρσεις των γενιτσάρων ήταν από τα κυριότερα προβλήματα στο εσωτερικό της Τουρκίας. Από την αδυναμία αυτή των Τούρκων δεν επωφελήθηκαν οι Έλληνες, για να ελευθερώσουν κι άλλες περιοχές. Χρήματα δεν υπήρχαν αρκετά. Επιπλέον ξέσπασαν έντονες διαμάχες για τον έλεγχο της εξουσίας ανάμεσα σε στρατιωτικούς και πολιτικούς. Οι θρίαμβοι των στρατιωτικών στις διάφορες μάχες με τους Τούρκους προκάλεσαν την αντιζηλία των πολιτικών. Η Επανάσταση κλονιζόταν από αυτές τις εσωτερικές διαμάχες και οι στιγμές που περνούσε ήταν κρίσιμες. Οι Τούρκοι, πάντως, συνέχισαν τις προσπάθειες να καταπνίξουν την Επανάσταση. Δυο στρατιές από την Ανατολική και τη Δυτική Ελλάδα κατευθύνθηκαν προς την Πελοπόννησο. 

Η επιχείρηση στην Ανατολική Ελλάδα απέτυχε. Στη Δυτική Στερεά την επιχείρηση ανέλαβαν ο Μουσταφά πασάς κι ο Ομέρ Βρυώνης. Θα τους ενίσχυαν και δυνάμεις από τη Θεσσαλία και την Ήπειρο για να καταλάβουν το Μεσολόγγι

 Ο Μάρκος Μπότσαρης γεννήθηκε στο Σούλι το 1790 και ήταν ο δευτερότοκος γιος του Κίτσου Μπότσαρη (1754-1813), ηγετικής μορφής της φάρας των Μποτσαραίων. Μετά την κατάληψη του Σουλίου από τον Αλή Πασά το 1803 και τις διώξεις των Σουλιωτών που ακολούθησαν, κατέφυγε με τον πατέρα του και άλλους συμπατριώτες του πρώτα στην Πάργα και στη συνέχεια στην Κέρκυρα. Το 1814  έγινε μέλος της Φιλικής Εταιρίας.

Το Μεσολόγγι εκείνα τα χρόνια ήταν το οικονομικό και πολιτικό κέντρο της Δυτικής Χέρσου Ελλάδας (σημερινής Δυτικής Στερεάς Ελλάδας). Μετά την καταστροφική μάχη του Πέτα (4 Ιουλίου 1822) μέρος των αποδεκατισμένων ελληνικών δυνάμεων κατάφερε να φτάσει στο Μεσολόγγι και βάλθηκε να το οχυρώνει, ώστε να καθυστερήσουν οι Τούρκοι πολιορκώντας το.

Οι τουρκικές δυνάμεις υπό την αρχιστρατηγία του Ομέρ Βρυώνη κατευθύνονται προς τη Δυτική Ελλάδα και ανασυντάσσονται στο Βραχοχώρι (σημ. Αγρίνιο) δύο ώρες πεζοπορία από το Μεσολόγγι. Ο Γιουσούφ Πασάς με τον στόλο του συμπλήρωνε τον αποκλεισμό της πόλης από τη θάλασσα.

Ο Αλέξανδρος Μαυροκορδάτος και ο Μάρκος Μπότσαρης με τα λείψανα του εκστρατευτικού σώματος του Πέτα ανέλαβαν την υπεράσπιση της πόλης. Το Μεσολόγγι ήταν ευπρόσβλητο από ξηράς και προστατευόταν από ένα χαμηλό περιτείχισμα κατασκευασμένο στις αρχές της Επανάστασης. 

Η δύναμη των πολεμιστών δεν υπερέβαινε τους 700 άνδρες, ενώ χρειάζονταν τουλάχιστον επταπλάσιοι υπερασπιστές. Στους προμαχώνες δεν υπήρχαν παρά μόνο 14 πυροβόλα. Τα πολεμοφόδια και τα τρόφιμα μόλις έφθαναν για ένα μήνα. Η θέση των πολιορκουμένων ήταν απελπιστική.

Ο Μπότσαρης, στα τέλη του φθινοπώρου του 1822 ήρθε σ’ επαφή με τον Τούρκο πασά Ομέρ Βρυώνη, που πολιορκούσε το Μεσολόγγι και άρχισε διαπραγματεύσεις μαζί του για την παράδοση της πόλης. Κέρδισε έτσι χρόνο, αναγκάζοντας τα οθωμανικά στρατεύματα όταν ήρθε ο χειμώνας να αποχωρήσουν προσωρινά.

Το καλοκαίρι του 1823 ο Σουλτάνος έστειλε στη Στερεά Ελλάδα τον Μουσταφά Πασά με πολυάριθμο στρατό και στόχο την άλωση του Μεσολογγίου. Οι τουρκικές δυνάμεις στρατοπέδευσαν στη θέση Κεφαλόβρυσο, κοντά στο Καρπενήσι.

Η ελληνική κυβέρνηση, για να αντιμετωπίσει την κατάσταση, διόρισε στρατηγό το Μάρκο Μπότσαρη. Αυτό όμως δυσαρέστησε τους άλλους οπλαρχηγούς. Ο Μπότσαρης κάλεσε τους οπλαρχηγούς να συμφιλιωθούν και ενωμένοι να χτυπήσουν τους Τούρκους. Ο ίδιος, σχίζοντας το δίπλωμα της αρχιστρατηγίας και δίνοντας ένα λαμπρό παράδειγμα ανωτερότητας, πήρε τους λίγους Σουλιώτες του και κίνησε ν’ αντιμετωπίσει το στρατό του Μουσταφά.

Ο Μάρκος Μπότσαρης προς τους Σουλιώτες:
 
…Ημείς, αδελφοί, ουδέν έχομεν να διανείμωμεν μεταξύ μας. Εν μόνον έχομεν κοινόν, το της δόξης και της τιμής. Ιδού, ο εχθρός μας περιμένει εις το πεδίον της μάχης. Λοιπόν, πρέπει να δοξάσωμεν και να τιμήσωμεν τον γενναιότερον.
 
 Ταύτα ειπών ο Μάρκος, κατέσχισεν το της στρατηγίας δίπλωμα,
η δε ομιλία του και η πράξις του συνεκίνησε μέχρι δακρύων. Και
αμέσως εγερθέντες ησπάσθησαν αλλήλους.
Επειδή μια ανοιχτή αναμέτρηση με τον πολυάριθμο εχθρικό στρατό δε θα είχε επιτυχία, ο Μπότσαρης εφάρμοσε σχέδιο αιφνιδιαστικής επίθεσης (γιουρούσι). Η αποφασιστική μάχη έγινε στο Κεφαλόβρυσο (8-9 Αυγούστου 1823) κοντά στο Καρπενήσι. 
 
 Ο Μάρκος Μπότσαρης επιτίθεται στο στρατόπεδο των Τούρκων
Ο Μπότσαρης με δύναμη 450 Σουλιωτών (κατά μία άλλη εκδοχή 350) και άλλο μικρό σώμα υπό τον Κίτσο Τζαβέλα επιτέθηκαν κατά της εμπροσθοφυλακής του Τουρκικού στρατού. Οι Τούρκοι είχαν λάβει ελλιπή αμυντικά μέτρα γεγονός που οδήγησε σε πολλές απώλειες από πλευράς τους, καθώς οι Σουλιώτες εισέβαλαν αθόρυβα στο στρατόπεδο τους. Οι Σουλιώτες πίστεψαν ότι είχαν νικήσει, αναγκάστηκαν όμως να υποχωρήσουν όταν διαπίστωσαν ότι ο Μπότσαρης είχε πέσει νεκρός από σφαίρα που τον χτύπησε στο δεξί μάτι. 
   
  Το σημείο που έπεσε νεκρός στο Κεφαλόβρυσο
Το βόλι που τραυμάτισε θανάσιμα τον Μ. Μπότσαρη και μέρος από το ματωμένο κεφαλόδεσμο του αγωνιστή. Εθνικό Ιστορικό Μουσείο.

 

Οι Σουλιώτες μεταφέρουν τον νεκρό προς το Μεσολόγγι όπου τελικά τον ενταφιάζουν. Σταμάτησαν για λίγο στον νάρθηκα της Μονής Προυσσού όπου ευρισκόταν ο Καραϊσκάκης κατάκοιτος. Αυτός τον ασπάστηκε λέγοντας «Άμποτε ήρωα Μάρκο, κι’ εγώ από τέτοιο θάνατο να πάω«. Η επικήδεια τελετή έγινε στον ναό Αγίου Νικολάου των προμαχώνων. Για τον θάνατο του Μπότσαρη γράφηκαν πολλά έντεχνα ποιήματα και δημοτικά τραγούδια. Μεταξύ των άλλων ο Δ. Σολωμός έγραψε ποίημα όπου παρομοιάζει την συρροή των Ελλήνων στην κηδεία του Μπότσαρη με την συρροή των Τρώων στην ταφή του Έκτορα.
O Λόρδος Βύρων στον τάφο του Μπότσαρη.
Ο Μάρκος Μπότσαρης έμεινε στην ιστορία για την ανδρεία του και τη σημαντική συμβολή του στον Αγώνα για την ανεξαρτησία των Ελλήνων και δίκαια θεωρείται εθνικός ήρωας.
 
«Σπαράζεται η καρδιά μου βλέποντας τους συμπατριώτες μου χωρισμένους, νομίζουν πως εγώ από εγωισμό επιθυμώ να τους διοικώ. Εμείς παρατήσαμε την πατρίδα μας και τώρα γυρεύουμε να αποκτήσουμε καινούρια. Σας ρωτώ: Μπορούμε να πετύχουμε όσο θα είμαστε χωρισμένοι; Εγώ πατριώτες μου, δε ζήτησα αξιώματα από τη διοίκηση ούτε αρχηγός σας διορίστηκα. Ένα βαθμό μου δώσανε. Τάχατες κι εσείς όλοι οι καπεταναίοι δεν είστε άξιοι να τον πάρετε; Για να σας αποδείξω πως δε με κατέχει κανένας εγωισμός και καμιά δίψα για μεγαλεία και πως είμαι εκείνος ο Μάρκος, που τον γνωρίσατε να πολεμάει στο πλευρό σας, να εδώ μπροστά σας σκίζω το δίπλωμα της στρατηγίας που μου στείλανε. Και σας ορκίζομαι πως κανένα άλλο αξίωμα δε θέλω από εκείνο που είχανε οι πρόγονοί μας, κι εσείς οι ίδιοι έχετε. Εμάς αδέρφια δεν μας απέμεινε τίποτα να μοιράσουμε ανάμεσά μας. Το μόνο κοινό που έχουμε είναι η τιμή και η δόξα. Να ο εχθρός μας περιμένει! Στο πόλεμο όπου θα ανοίξουμε μαζί του θα δοξαστεί και θα τιμηθεί εκείνος από μας, που θα σταθεί αληθινό παλικάρι.»
Μάρκος Μπότσαρης
Δημοσιεύθηκε στην ΣΤ ΄τάξη και χαρακτηρίσθηκε . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση