Γ7. Η ΑΛΩΣΗ ΤΗΣ ΤΡΙΠΟΛΙΤΣΑΣ

Οι Έλληνες επαναστάτες στην Πελοπόννησο με επικεφαλής τον Θεόδωρο Κολοκοτρώνη αποφάσισαν να πολιορκήσουν την Τριπολιτσά, που ήταν η στρατιωτική έδρα των Τούρκων στην περιοχή. Η άλωσή της, τον Σεπτέμβριο του 1821, τόνωσε το ηθικό των Ελλήνων.

     Από τις πρώτες μέρες της έναρξης της μεγάλης ελληνικής επανάστασης του 1821, όλα τα κάστρα του Μοριά, το ένα μετά το άλλο, άρχισαν να πέφτουν στα χέρια των Ελλήνων. Όμως η Τριπολιτσά η σημαντικότερη πόλη της Πελοποννήσου που είχε και την έδρα της η Τουρκική εξουσία, ήταν ακόμη τουρκοκρατούμενη, που αν έπεφτε και αυτή τότε θα αισθάνονταν όλοι ελεύθεροι. Γι’ αυτό ο Θ. Κολοκοτρώνης, ο αρχηγός των επαναστατημένων όπλων του Μοριά, είχε συλλάβει την μεγάλη ιδέα της πολιορκίας και της άμεσης κατάληψης της.

 

Η στρατηγική σύλληψη του Κολοκοτρώνη δεν έγινε αμέσως αποδεκτή, επειδή προϋπέθετε οργανωμένο στρατό, που μέχρι τότε δεν υπήρχε. Ο Κολοκοτρώνης με επιμονή και πειστικότητα, αντέστρεψε το αρνητικό για την άποψή του κλίμα, μεταξύ των οπλαρχηγών κι έτσι στα μέσα Απριλίου, αποφασίστηκε ο αποκλεισμός της Τριπολιτσάς σε πρώτη φάση, ώστε να διακοπεί κάθε δυνατότητα επικοινωνίας και ανεφοδιασμού της πόλης.

Η Τριπολιτσά

Η Τριπολιτσά κατά την β΄ τουρκοκρατία υπήρξε το σημαντικότερο διοικητικό, στρατιωτικό και οικονομικό κέντρο του Μοριά, με ιδιαίτερη στρατηγική θέση, καθώς ήταν στο κέντρο, έλεγχε τις οδούς σχεδόν προς τις όλες μεγάλες πόλεις της Πελοποννήσου, (προς Πάτρα, Ναύπλιο, Άργος, Καλαμάτα, Σπάρτη, Γαστούνη και Καλάβρυτα).  Η Τριπολιτσά ήταν περιτοιχισμένη από δυνατό φρούριο και είχε επτά πύλες και σε κάθε πύλη ήταν μια ντάπια (πύργο) με κανόνια. Το ύψος του κάστρου ήταν πεντέμισι μέτρα και ανάλογα με το ανάγλυφο του εδάφους, σ’ άλλα μέρη ψηλότερο και σ’ άλλα χαμηλότερο. Οι έξι πύλες είχαν το όνομα της πόλης στην οποία οδηγούσε ο ανάλογος δρόμος. Υπήρχαν έτσι οι πύλες του Αγίου Αθανασίου, των Καλαβρύτων, του Λεονταρίου, του Μιστρά, της Καρύταινας και του Ναυπλίου. Η εβδόμη πύλη ονομαζόταν πύλη του σαραγιού. Ο δρόμος που διερχόταν απ’ αυτήν κατάληγε στο σεράγι, δηλαδή στην οικία του Πασά που ήταν και το διοικητήριο.

Σε κάθε πύλη υπήρχε και ένας πυργίσκος με πυροβόλα, η λεγόμενη ντάπια. Συνολικά οι Τούρκοι διέθεταν 30 πυροβόλα, εκ των οποίων μόνο 18 βρίσκονταν σε αρίστη κατάσταση. Τα πυροβόλα είχαν την ευχέρεια να παρεμποδίζουν κάθε εχθρική προσπάθεια για κατάληψη του κάστρου. Σε αντιστάθμισμα, οι Έλληνες κατασκεύασαν, ένα πρόχειρο κλειστό προμαχώνα ακριβώς απέναντι από την μεγάλη ντάπια και εγκατέστησαν εκεί ένα τμήμα από Μιστριώτες, οι οποίοι με εξαιρετικά εύστοχους πυροβολισμούς κατόρθωσαν σε σύντομο διάστημα να καθηλώσουν τους Τούρκους πυροβολητές.

Κατά την περίοδο της κήρυξης της επανάστασης είχε διορισθεί ο Χουρσίτ Μεχμέτ  Πασάς της Πελοποννήσου (Μόρα Βαλεσί), ο οποίος ανέλαβε την εξουσία λίγο πριν την επανάσταση και αμέσως διατάχθηκε από την Πύλη να εκστρατεύσει στα Γιάννενα κατά του Αλή Πασά. Στη θέση του ο Χουρσίτ άφησε το Μεχμέτ Σαλίχ πασά. Με την κήρυξη της επανάστασης, ο Χουρσίτ πασάς απέστειλε στο Μοριά δύναμη από 4000 Τουρκαλβανούς υπό τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά Πασά (Μουσταφάμπεης) για να ενισχύσει την πολιορκούμενη πόλη. Στην Τρίπολη τότε διέμεναν οι πιο πλούσιοι και σημαντικότεροι Τούρκοι αξιωματούχοι.

Η μάχη στο Βαλτέτσι

Αποφασιστικής σημασίας για την έκβαση της πολιορκίας της Τριπολιτσάς στάθηκε η νίκη στο Βαλτέτσι (12-13 Μαΐου 1821), εναντίον ισχυρής τουρκικής δύναμης με αρχηγό τον κεχαγιάμπεη Μουσταφά. Ο Μουσταφάς, επικεφαλής ισχυρού σώματος 4.000 ανδρών, επεχείρησε να αιφνιδιάσει τους στρατοπεδευμένους Έλληνες στο Βαλτέτσι. Οι λίγοι υπερασπιστές του στρατοπέδου, υπεραμύνθηκαν ηρωικά. Στη συνέχεια κατέφθασαν προς ενίσχυση και άλλα ελληνικά σώματα και οι Έλληνες με τους Θ. Κολοκοτρώνη, Δ. Πλαπούτα, Αναγνωσταρά και μ’ άλλους αντεπετέθηκαν και κατατρόπωσαν τους Τούρκους, που υπέστησαν μια τεράστια πανωλεθρία όπου απώλεσαν πολλούς στρατιώτες, υποζύγια και οπλισμό.

Στις 18 Μαΐου 1821 ο Κολοκοτρώνης μετά την μεγάλη νίκη που πέτυχε χάρις στην στρατηγική του στο Βαλτέτσι, περήφανος πια για το κατόρθωμά του, στέλνει μια επιστολή στον Κεχαγιάμπεη Μουσταφά Πασά, σαν αρχηγός του ελεύθερου στρατού του Μοριά. γράφοντας:

«Από εμένα το Θοδωράκη Κολοκοτρώνη, άρχοντα των ακαταμάχητων ελληνικών στρατευμάτων, εις εσένα το Μουσταφά κεχαγιά βελή: …Εστοχάσθης ότι απερνώντας με ολίγους λουφετσήδες (μισθωτούς) επάνω εις τον Μορέα, πως εύκολα ήθελε φοβίσεις τα ανδρεία άρματά μας και το εύκολον απέρασμά σου από Βοστίτσαν έως αυτού δια την απροφυλαξίαν των εκεί μερών… σε έκαμε να φθάσεις εις μίαν κακήν υπερηφάνιαν και να τολμήσεις εναντίον των ανδρείων ελληνικών στρατευμάτων μας κατά το Βαλτέτσι, διά να πάθεις όσα έπαθες και να πάρεις εις το λαιμόν σου τόσους όμοπιστούς σου… Ιδού που στέλνομε το παρόν να κάνετε σεΐρι, ότι εμείς έχουμεν προσταγήν από τον πρίγκιπα, όχι τους Τούρκους μόνο που δεν κάνουν ιταέτι (υποταγή) να πολεμήσωμεν, αλλά και όσους δικούς μας τουρκοφρονούν. Αρκετά σου είναι αυτά διά να σε φέρουν εις αίσθησιν και ήξευρε ότι, αν δεν υπακούσεις να παραδώσεις τα άρματα, θα σου τα πάρωμεν με την ανδρεία μας τα άρματα, όπου τα έχομεν εις τα ρουθούνια σας και αν θέλεις δοκίμασε άλλην μίαν φοράν, όχι κλέπτικα αλλά παλικαρίσια, επειδή κι εγώ, αφού εμβήκες μέσα επρόσμενα να μου στείλεις την είδησιν να πολεμήσωμεν ταχτικά, επειδή και εμείς την ρέγουλα των αρμάτων την εμάθαμεν και την ηξεύρομεν, κι αν εσένα δε σου βαστά να έλθεις σαν παλικάρι ταχτικά απάνω μου και δεν βαριεστάς από τον κλέπτικόν σου τρόπον, ήξευρε ότι εγώ έρχουμαι απάνω σου και σου δίδω μίαν ημέραν πρωτύτερα την είδησιν, δια να ετοιμασθείς. Ταύτα και καλές αντάμωσες εις το σαράγι σου μέσα.

Θοδωράκης Κολοκοτρώνης, πρώτο έτος ελευθερίας. Μαΐου 18».

Το γράμμα αυτό ήταν η ειδοποίηση πως άρχιζε η πολιορκία της Τρίπολης, μ’ όλους τους κανόνες και όχι από κλέφτες, παρά από τον τακτικό στρατό, του ελεύθερου λαού του Μοριά, που είχε την τιμή να τον διοικεί. Και ήταν ακόμη η επίσημη πρόσκληση για παράδοση, πριν αρχίσουν οι καινούργιες εχθροπραξίες.

Η δύναμη των πολιορκητών συνεχώς ενισχυόταν και τις παραμονές της Άλωσης είχε φθάσει τους 10.000 άνδρες. Ο κλοιός γύρω από την Τριπολιτσά έσφιγγε διαρκώς και η πόλη υπέφερε, λόγω της έλλειψης τροφίμων, και νερού. Η κατάσταση των πολιορκημένων έγινε δύσκολη όχι μόνο από την έλλειψη τροφίμων αλλά και από τις συνεχόμενες ήττες των τουρκικών στρατευμάτων σε μάχες όπως στο Λεβίδι, στο Βαλτέτσι, στη Γράνα και στα Δολιανά και διαφαινόταν πλέον η κατάληψη της Τριπολιτσάς.

23 Σεπτεμρίου 1821 – Η άλωση της Τριπολιτσάς

Στις 23 Σεπτεμβρίου 1821, ενώ οι Τούρκοι αξιωματούχοι συνεδρίαζαν στο σαράγι, ένας Τσάκωνας αγωνιστής από τον Πραστό, ο Μανώλης Δούνιας, που είχε φιλία με ένα Τούρκο πυροβολητή και τον επισκεπτόταν κρυφά στην τάπια του Ναυπλίου, ανταλλάσσοντας τρόφιμα με τουρκικά όπλα, κατάφερε μαζί με δύο άλλους Τσάκωνες να εξουδετερώσει τους φρουρούς της ντάπιας και να καταλάβει το πυροβολείο. Αμέσως χωρίς χρονοτριβή, έστρεψε το κανόνι κατά της πόλης και έβαλε κατά του σαραγιού.

Τότε και οι άλλοι Έλληνες που ήταν εκεί κοντά, σκαρφάλωσαν με σχοινιά στα τείχη και άνοιξαν τις πύλες του Ναυπλίου και του Μυστρά. Από αυτές ξεχύθηκαν τα σώματα από τα κοντινά υψώματα της Βολιμής και του Αϊ Σώστη υπό τους Κεφάλα, Ζαφειρόπουλο, Παπαναστάση και άλλους που σύντομα άνοιξαν όλες τις πύλες του κάστρου, από όπου εφόρμησαν και οι υπόλοιπες ελληνικές δυνάμεις. Οι Τούρκοι πρόβαλαν λυσσαλέα αντίσταση και διεξήχθησαν πολύωρες σκληρές μάχες σώμα με σώμα στους δρόμους και στα σοκάκια της πόλης. Οι επαναστάτες όμως ήσαν πλέον ασυγκράτητοι, επιθετικοί και παθιασμένοι και γρήγορα κατάφεραν να εξουδετερώσουν κάθε εστία αντίστασης. Το κάστρο μέσα σε λίγα λεπτά μετατράπηκε σε μια απέραντη θανάσιμη παγίδα. Αμέσως άρχισε μια ανελέητη ανθρωποσφαγή. Το μεγαλύτερο μέρος του τουρκικού πληθυσμού είχε σφαγιαστεί. Τραγική υπήρξε και η τύχη πλήθους γυναικών και παιδιών, που κατά τις πρώτες ώρες της εφόδου έτρεξαν προς τις πύλες με την ελπίδα της σωτηρίας. Μόλις έφθασαν εκεί, είδαν τις πύλες κλειστές και δεν μπορούσαν να ξεφύγουν, επέστρεψαν και τρύπωσαν στα σπίτια τους νομίζοντας ότι θα γλιτώσουν. Από τις 34.000 του οθωμανικού πληθυσμού και στρατού σώθηκαν μόνο 8.000 και έμειναν αιχμάλωτοι στα χέρια των νικητών.

Ο Γενναίος, γιος του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, γράφει στα «Υπομνήματα» (1821-1827) για άλωση της Τριπολιτσάς:

«Οι Έλληνες εν διαστήματι τριών ημερών εφόνευσαν υπέρ τους 5.000 μαχητάς και ηχμαλώτισαν υπέρ τους 7300 παντός γένους και ηλικίας και εκ των 13.000 εντοπίων και ξένων οίτινες ήτον εις Τρίπολιν, μόλις 1.500 Αλβανοί κατ’ έλεος του Κολοκοτρώνη, εσώθησαν, οίτινες συνοδευθέντες υπό τον Πλαπούτα μέχρι της Βοστίτσας, ασφαλώς απεβιβάσθησαν εις την Ρούμελην. Έλληνες εις την περίστασιν ταύτην εφονεύθησαν περί τους 150».

Η σημασία της άλωσης

Η πιο σημαντική εστία (η έδρα του Μοριά), τουρκικής αντίστασης στη νότια Ελλάδα είχε πλέον εξαλειφθεί, ενώ οι επαναστατικές δυνάμεις μπορούσαν πλέον με ασφάλεια και με ηθικό ακμαιότατο να στραφούν προς άλλα τουρκοκρατούμενα οχυρά και πόλεις. Μετά την άλωση στα χέρια των Ελλήνων περιήλθαν χιλιάδες όπλα και μεγάλες ποσότητες πολεμοφοδίων που θα τα χρησιμοποιούσαν για ενίσχυση την εξέλιξη του αγώνα σε άλλες επιχειρήσεις, όπως στις πολιορκίες της Μεθώνης, της Πάτρας και του Ναυπλίου.

Η άλωση της Τριπολιτσάς κατά το πρώτο εξάμηνο της Επανάστασης υπήρξε πράξη αποφασιστικής σημασίας για την εδραίωση και την εξέλιξη της. Η καρδιά του Μοριά πλέον κτυπούσε Ελληνικά και τόνωνε και αναπτέρωνε σημαντικά το ηθικό των εξεγερμένων Ελλήνων.

Δημοσιεύθηκε στην ΣΤ ΄τάξη και χαρακτηρίσθηκε . Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση