Αρχική » Ανακοινώσεις-Νέα Σχολείου » Ανοιξιάτικη ιστορία

Ανοιξιάτικη ιστορία

«Φάνηκε καθόλου φέτος το τσαλαπετεινάκι;»

       Εμφανίστηκε ξαφνικά ένα ζεστό ανοιξιάτικο μεσημέρι. Ρέμβαζα ακουμπισμένη στα κάγκελα της βεράντας του πατρικού μου σπιτιού – μιας μονοκατοικίας του ’60, ανακαινισμένης τμηματικά, αρκετές φορές – με το σώμα στραμμένο προς τη μεριά του κήπου, όταν η άκρη του ματιού μου κατέγραψε μια ασυνήθιστη κίνηση. Κοιτάζοντας καλύτερα, το είδα …, μένοντας άφωνη, αδυνατώντας να διαχειριστώ ταυτόχρονα την έκπληξη, το θαυμασμό, την περιέργεια, τη συγκίνηση… Μόνο από τα βιβλία και την τηλεόραση το γνώριζα και να ολοζώντανο μπροστά μου!
Τόση ομορφιά, αναπάντεχα! Τόση αναπάντεχη ομορφιά!  Tα ωραία του χρώματα, οι γραμμώσεις στο φτέρωμα, το μακρόστενο σαν λεπτό σωληνάκι ράμφος του, το περήφανο λοφίο που ανοιγόκλεινε και αναδεικνυόταν σε κάθε τίναγμα του κεφαλιού. Τι πουλί ήταν αυτό θαυμαστό. Από την αρχαιότητα το εγκωμίαζαν και είχαν δίκιο. Ο Αριστοφάνης του είχε δώσει κεντρικό ρόλο στην κωμωδία του «Όρνιθες».

  Στην αρχή μάζευε χορταράκια και μαλακά ξυλάκια για το στήσιμο της φωλιάς. Ποτέ δε μάθαμε πού ακριβώς φώλιαζε, παρόλο που το παρακολουθούσαμε. Γιατί ο τσαλαπετεινός, όπως πληροφορηθήκαμε διαβάζοντας για τον κύκλο της ζωής και τις συνήθειές του, κατασκευάζει την φωλιά του, όχι πάνω στα κλαδιά των δέντρων, όπως άλλα πουλιά, αλλά σχεδόν πάντοτε μέσα σε μια τρύπα ή κάθετη σχισμή, σε δέντρο ή σε τοίχωμα. Θύμα της ίδιας του της ομορφιάς και της εντυπωσιακής του εμφάνισης τον κυνηγούσαν, παλιότερα, για να στολίζει, βαλσαμωμένος, τα σαλόνια των σπιτιών. Αργότερα ερχόταν – καταμεσήμερο συνήθως – και βύθιζε το σωληνωτό του ράμφος στο χώμα του κήπου, αναζητώντας προφανώς τροφή.

   Από τότε, το θαυμάσιο αυτό πουλί, το ίδιο ή οι απόγονοί του – ποιος ξέρει – εμφανιζόταν στον κήπο μας κάθε χρόνο, τα τελευταία έξι τουλάχιστον χρόνια. Καμαρώναμε αυτόν τον απρόσκλητο, αλλά διακριτικό επισκέπτη και νιώθαμε κολακευμένοι που είχε επιλέξει, ακόμη μια φορά, ακόμη μια χρονιά, το δικό μας κήπο και τα δικά μας δέντρα! Με τον καιρό, μάθαμε να αναγνωρίζουμε και το χαρακτηριστικό του ήχο: ουπ – ουπ ή ωπ – ωπ και να το αναζητούμε στον ορίζοντα, πριν ακόμη το δούμε κάπου κοντά.

  Έγινε το οικογενειακό μας σύμβολο αισιοδοξίας και ελπίδας, σημάδι αναγέννησης-ανανέωσης από το «λήθαργο» του χειμώνα. Όποιος τον έβλεπε πρώτος, ειδοποιούσε με καμάρι τα υπόλοιπα μέλη της οικογένειας ότι ο μικρός τσαλαπετεινός, «το τσαλαπετεινάκι μας», είχε κάνει την εμφάνισή του. Μαζί με τα χελιδόνια αποτελούσε τη διπλή επιβεβαίωση για τον ερχομό της άνοιξης. Ή καλύτερα, σαν να μην αρκούσε η παρουσία των χελιδονιών, για να πεισθούμε για το τέλος του χειμώνα! Σα να μην έφταναν τα χελιδόνια, οι πελαργοί, οι κούκοι  να σημάνουν την άνοιξη κι έπρεπε να το επιβεβαιώσει πολλαπλά, οπωσδήποτε και το τσαλαπετεινάκι!

  Εκείνη τη χρονιά, το Πάσχα ήταν νωρίς. Μαζευτήκαμε από τα τέσσερα σημεία της χώρας να το γιορτάσουμε στο πατρικό μας. Από μέρες ρωτούσαμε με λαχτάρα, ανυπόμονα, ο ένας τον άλλον: «Φάνηκε καθόλου φέτος το τσαλαπετεινάκι;». Κανένας μας όμως δεν το είχε δει. Όχι ακόμη!

 Τις τελευταίες μέρες των διακοπών εκείνου του Πάσχα, ο πατέρας έπρεπε να μπει στο νοσοκομείο, για εκτάκτως προγραμματισμένη επέμβαση απόφραξης αρτηρίας. Ανησυχούσαμε όλοι, μα δεν το δείχναμε. Κι εκείνος. Δεν μιλούσαμε πολύ. Ήμασταν όλοι κάπως συγκρατημένοι, «συγκρατημένα αισιόδοξοι», όπως λέμε. Είχε ξανακάνει παρόμοια επέμβαση, πριν δεκαπέντε χρόνια, τώρα όμως είχε περάσει τα ογδόντα και κανείς δεν ήξερε πώς θα αντιδρούσε ο οργανισμός του και πώς θα εξελίσσονταν τα πράγματα.

–  Φάνηκε καθόλου  το τσαλαπετεινάκι; ρώτησε με ανυπομονησία ο πατέρας, λίγες ώρες πριν φύγει με τα μεγαλύτερα αδέρφια μου για την Αθήνα, για το νοσοκομείο. Εγώ έμεινα πίσω να κρατώ συντροφιά στη μητέρα. Μου έκανε εντύπωση η ερώτησή του εκείνη την κρίσιμη στιγμή. Σα να φοβόταν ενδόμυχα πως δεν θα το ξανάβλεπε, πως δεν θα προλάβαινε να το καλωσορίσει ούτε να χαρεί εκείνη την άνοιξη που ξεπρόβαλλε δειλά-δειλά. Ξαφνικά, το αποφάσισα. Θα έλεγα ένα ψεματάκι, ένα τόσο δα ψέμα.

–   Ναι, πατέρα, φάνηκε! Ήρθε και φέτος! Το είδα για πρώτη φορά το μεσημέρι στον κήπο! Έδωσα επίτηδες χαρούμενο τόνο στη φωνή κι άρχισα να αναφέρω λεπτομέρειες με ενθουσιασμό, για να γίνω πιστευτή. Τον είδα, αναθάρρησε. Το βλέμμα του έλαμψε. Έγινε πιο αισιόδοξος, σε σημείο μάλιστα που να αρχίσει … να αστειεύεται.

   Ο πατέρας έφυγε για το νοσοκομείο. Το μεσημέρι της επόμενης μέρας με βρήκε πάλι στη βεράντα, βυθισμένη σε σκέψεις, με το πρόσωπο ξανά στραμμένο προς τη μεριά του κήπου. Ο μακρόστενος, καταπράσινος κήπος έδινε ορίζοντα και έμπνευση στη σκέψη μου. Αγωνιούσα για την πορεία της επέμβασης, όταν εντελώς αθόρυβα, προσγειώθηκε μπροστά μου! Είχε κάνει πράγματι την εμφάνισή του! Το καλωσόρισα με ενθουσιασμό, κατασυγκινημένη. Το είδα ως οιωνό, ένα καλό σημάδι. Κάτι μέσα μου μού έλεγε πως όλα θα πήγαιναν καλά.

Όπως και έγινε.

                       

(Αναδημοσίευση από το συλλογικό τόμο «Ιστορίες της Άνοιξης», των εκδόσεων «Παράξενες Μέρες», 2019.

Κάθε ομοιότητα με πρόσωπα ή καταστάσεις είναι εντελώς συμπτωματική)

Top
 
Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων