Είμαστε 2 χαριτωμένα αδερφάκια, ο Χάνσελ και η Γκρέτελ.
Θα χρειαζόμασταν έναν υπολογιστή αλλά η οικογένειά μας δεν είχε χρήματα για να αγοράσει. Η μητριά μας ζήτησε να δανειστεί έναν από τους γείτονες αλλά δεν μας έδωσαν γιατί και τα δικά τους παιδιά θα έκαναν τηλεκπαίδευση. Η μητριά μας δεν ήταν καλή γυναίκα και δε μας αγαπούσε. Έτσι κατάφερε κι έπεισε τον πατέρα μας ότι αν μας άφηνε στο δάσος θα μαθαίναμε πολλά χρήσιμα πράγματα για τη ζωή μας μιας και δε μπορούσαμε να παρακολουθήσουμε τα μαθήματα του σχολείου.
Μπορείτε να αναγνωρίσετε τους γονείς μας ανάλογα με το πως αισθάνονται με αυτή την απόφαση;

Η Γκρέτελ άρχισε να κλαίει αλλά ήμουν σίγουρος πως θα έβρισκα έναν τρόπο να βρούμε το δρόμο και να γυρίσουμε πίσω. Έτσι αργά το βράδυ βγήκα έξω και γέμισα την τσέπη μου με πολλά λευκά βότσαλα. Το πρωί καθώς προχωρούσαμε μέσα στο δάσος έριχνα τα βότσαλα χωρίς να με πάρει είδηση κανείς. Το απόγευμα ο πατέρας άναψε μια φωτιά για μας κι έφυγαν λέγοντας πως θα επιστρέψουν σε λίγο. Δε γύρισαν ποτέ. Τη νύχτα, ακούγαμε τους τρομαχτικούς ήχους των ζώων και νιώθαμε ότι κινδυνεύουμε.

Φοβόμασταν πάρα πολύ αλλά δε φύγαμε δίπλα από τη φωτιά μέχρι που βγήκε το φεγγάρι. Τα βότσαλα έλαμπαν στο φως του φεγγαριού και μπορέσαμε να γυρίσουμε πίσω. 
Ο πατέρας έμεινε έκπληκτος που μας είδε μπροστά του, ήταν πολύ χαρούμενος και μας έσφιξε στην αγκαλιά του. Η μητριά μας όμως δε χάρηκε καθόλου και θέλησε πάλι να μας διώξει. Αφού μας ρώτησε πως γυρίσαμε πίσω αυτή τη φορά κλείδωσε όλες τις πόρτες και ο Χάνσελ δε μπόρεσε να μαζέψει βότσαλα. Επειδή όμως είναι πολύ έξυπνος, γέμισε την τσέπη του με μπισκότα. Το πρωί στο δρόμο για το δάσος σκόρπισε τα ψίχουλα και άφηνε ένα σημάδι πίσω του. Προς το μεσημέρι, οι γονείς μας προφασίστηκαν πως έχουν να κάνουν μία δουλειά κι έφυγαν, χωρίς να επιστρέψουν. Θελήσαμε να γυρίσουμε πριν αρχίσει να σκοτεινιάζει αλλά δεν καταφέραμε να βρούμε το δρόμο. Τα πουλιά είχαν φάει όλα τα ψίχουλα.

Είχαμε μόνο ένα μπισκότο. Πριν αρχίσουμε να απελπιζόμαστε εμφανίστηκε μπροστά μας ένας λαγός. Ήταν πολύ χαριτωμένος και για λίγο σταματήσαμε να φοβόμαστε. Μας ανάθεσε μια αποστολή, ένα “challenge“: Να βρούμε 16 γάτες και να τις ταΐσουμε με το μπισκότο αλλά όλες να πάρουν την ίδια ποσότητα.
Ο λαγός περιέγραφε τις γάτες και μεις τις βρήκαμε όλες. Τους δώσαμε το μπισκότα και τις παρακολουθήσαμε να δούμε πως θα το μοιραστούν.

Ο λαγός μας οδήγησε σε ένα παράξενο σπίτι. Οι τοίχοι του ήταν φτιαγμένοι από ψωμί, η σκεπή από κέικ και τα παράθυρα από ζάχαρη. Κάθε μέρος του σπιτιού είναι διακοσμημένο με καραμέλες. Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας. Το σπίτι φαίνεται εκπληκτικά νόστιμο. Ξεχάσαμε όλη μας την κούραση.

Ενώ ο Χάνσελ έπαιρνε ένα κομμάτι ψωμί από τον τοίχο και εγώ ένα κομμάτι από το παράθυρο, ακούστηκε μια φωνή από μέσα. Μία μάγισσα στεκόταν στην πόρτα.


Για να μας αφήσει να μπούμε μας ζήτησε προσωπικές πληροφορίες.
Πώς σας λένε;
Πότε γεννηθήκατε;
Πού γεννηθήκατε;
Πού μένετε;
Σε ποιο σχολείο πάτε;
Και άλλε τέτοιες. Απαντήσαμε σε όλες.
Μέσα το σπίτι δεν έμοιαζε καθόλου με αυτό που είδαμε απέξω. Ήταν γεμάτο με οθόνες, υπολογιστές, tablets και asmartphones! Η μάγισσα αποθήκευσε τα στοιχεία μας στον υπολογιστή της και μας έδωσε να φάμε τα πιο νόστιμα φαγητά και γλυκά που είχαμε φάει ποτέ. Παίξαμε παιχνίδια και είδαμε ταινίες! Και μετά κοιμηθήκαμε στα πιο ζεστά και απαλά κρεβάτια! Όλα έμοιαζαν τέλεια!
Από το επόμενο κιόλας πρωί όλα άλλαξαν! Η μάγισσα άνοιξε ψεύτικους λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα με τα δικά μας στοιχεία και δημοσίευε ψέματα για μας. Έκανε άσχημα σχόλια σε ανθρώπους που ζήλευε ή αντιπαθούσε, τους έκανε να νιώθουν άσχημα, τους ενοχλούσε και τους τρομοκρατούσε. Ήταν ένας διαδικτυακός νταής (Cyber Bully).
Φοβηθήκαμε πάρα πολύ! Προσπαθήσαμε να φύγουμε αλλά όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Καταλάβαμε ότι το ζαχαρένιο σπίτι ήταν μόνο ένα κόλπο για να παγιδεύει απρόσεχτα παιδιά.
Μόλις κοιμήθηκε η μάγισσα
Μέσα το σπίτι δεν έμοιαζε καθόλου με αυτό που είδαμε απέξω. Ήταν γεμάτο με οθόνες, υπολογιστές, tablets και asmartphones! Η μάγισσα αποθήκευσε τα στοιχεία μας στον υπολογιστή της και μας έδωσε να φάμε τα πιο νόστιμα φαγητά και γλυκά που είχαμε φάει ποτέ. Παίξαμε παιχνίδια και είδαμε ταινίες! Και μετά κοιμηθήκαμε στα πιο ζεστά και απαλά κρεβάτια! Όλα έμοιαζαν τέλεια!
Από το επόμενο κιόλας πρωί όλα άλλαξαν! Η μάγισσα άνοιξε ψεύτικους λογαριασμούς στα κοινωνικά δίκτυα με τα δικά μας στοιχεία και δημοσίευε ψέματα για μας. Έκανε άσχημα σχόλια σε ανθρώπους που ζήλευε ή αντιπαθούσε, τους έκανε να νιώθουν άσχημα, τους ενοχλούσε και τους τρομοκρατούσε. Ήταν ένας διαδικτυακός νταής (Cyber Bully).
Φοβηθήκαμε πάρα πολύ! Προσπαθήσαμε να φύγουμε αλλά όλες οι πόρτες ήταν κλειδωμένες. Καταλάβαμε ότι το ζαχαρένιο σπίτι ήταν μόνο ένα κόλπο για να παγιδεύει απρόσεχτα παιδιά.
Μόλις κοιμήθηκε η μάγισσα τρέξαμε στον υπολογιστή να δούμε που βρισκόμασταν. Ήμασταν πολύ μακριά από το σπίτι. Πως θα γυρίζαμε;

Ο Χάνσελ άρπαξε το κινητό της μάγισσας και πήρε το 112:

Σε λίγη ώρα ήρθε η αστυνομία, συνέλαβε τη μάγισσα, πήρε τους υπολογιστές και όλες τις συσκευές που είχε στο σπίτι της και εμάς μας πήγε στου γονείς μας. Τους είπαν ότι θα πρέπει να μας προσέχουν περισσότερο και να μη μας αφήνουν μόνα μας στο κόσμο του διαδικτύου!
Και ζήσανε αυτοί καλά και μεις καλύτερα!
Τι μάθαμε από αυτή την ιστορία;
1. Υπάρχουν κίνδυνοι που φαίνονται και κίνδυνοι που δεν είναι εύκολο να τους καταλάβουμε από την αρχή.
2. Δε δίνουμε εύκολα τα προσωπικά μας στοιχεία στο διαδίκτυο.
3. Δε μοιραζόμαστε φωτογραφίες.
4. Δεν είναι πάντα καλοί όσοι φαίνονται καλοί στο προφίλ τους. Δεν μιλάμε με ανθρώπους που δεν ξέρουμε.
5. Το διαδίκτυο είναι πολύ χρήσιμο και μας βοηθάει αρκεί να είμαστε προσεκτικοί.
6. Πάντα έχουμε κάποιον ενήλικα που εμπιστευόμαστε όταν συνδεόμαστε στο διαδίκτυο.
Και για να τα θυμόμαστε γράψαμε ένα τραγούδι!

Πρόσφατα σχόλια