για μια ελένη…

Ξέρω ότι αγαπάτε πολύ την ελληνική μυθολογία, τους Θεούς, τους ήρωες και τις περιπέτειές τους. Ξέρω ακόμα, πως σκέφτεστε την Ελένη και την Έλενα, που γιορτάζουν και τι ωραία που θα ‘ταν, να ‘μασταν όλοι μαζί στο σχολείο, να χαιρόμαστε, να τις γιορτάζαμε, και να μασουλάγαμε και καμιά λιχουδιά… Οι σκέψεις αυτές με οδήγησαν σε μιαν άλλη λιχουδιά, μια ιστορία, γιατί και οι ιστορίες λιχουδιές είναι, λιχουδιές για τη σκέψη και τη ψυχή μας.

Η ιστορία που θα σας πω, είναι πολύ παλιά, την λέγαν οι προπροπροπροπροπαππούδες μας στα εγγόνια τους, τότε που δεν υπήρχαν ακόμα βιβλία, μολύβια και χαρτιά και οι ιστορίες ταξίδευαν από στόμα σε στόμα.

Κάποτε λοιπόν, πριν πολλά πολλά χρόνια, ήταν η θεά Αθηνά, η θεά Ήρα και η θεά Αφροδίτη, που μάλωναν μεταξύ τους για το ποια είναι η ομορφότερη. Όλα ξεκίνησαν όταν η Έριδα, έριξε ανάμεσά τους ένα χρυσό μήλο, που πάνω του έγραφε: «να δοθεί στην ομορφότερη». Η καθεμιά πίστευε για τον εαυτό της, ότι εκείνη είναι η ομορφότερη και ήθελε δικό της το μήλο. Βλέποντάς τις ο Δίας, πατέρας των θεών, να τσακώνονται, αποφάσισε να κάνει κάτι. Κάλε σε λοιπόν τον Πάρη, πρίγκιπα της Τροίας και του ζήτησε να δώσει εκείνος το μήλο. Όπως καταλαβαίνετε, η θέση του Πάρη ήταν πολύ δύσκολη, δεν ήθελε να στεναχωρήσει καμιά από τις τρεις θεές, όμως τελικά πήρε το μήλο και το έδωσε, ξέρετε σε ποιά; Στην Αφροδίτη και αυτό έγινε γιατί τον έπεισε, λέγοντάς του πως αν διάλεγε εκείνη, θα έκανε την ομορφότερη θνητή γυναίκα να τον ερωτευτεί. Και πιστέψτε με, έτσι έγινε. Η Ωραία Ελένη, η ομορφότερη θνητή γυναίκα και γυναίκα του βασιλιά της Σπάρτης Μενέλαου,  μόλις αντίκρισε τον Πάρη, τον ερωτεύτηκε τόσο πολύ, που τον ακολούθησε, έφυγε μαζί του. Άφησε πίσω τον Μενέλαο και το παλάτι της και πήγε στην  Τροία. Τότε ο Μενέλαος, μαζί με τον αδελφό του Αγαμέμνονα, βασιλιά των Μυκηνών, αποφάσισαν να πάνε στην Τροία και πάρουν πίσω την Ωραία Ελένη. Το ταξίδι ήταν μακρινό και δύσκολο και σίγουρα ο Πάρις δεν θα έδινε πίσω την Ελένη. Όμως οι δυο βασιλιάδες το αποφάσισαν, θα πήγαιναν οπωσδήποτε, στην ανάγκη θα πολεμούσαν για να πάρουν πίσω την Ελένη. Ζήτησαν βοήθεια και από άλλους Έλληνες βασιλιάδες, που δέχτηκαν να πάνε και να βοηθήσουν. Έδωσαν ραντεβού στην Αυλίδα. Εκεί συναντήθηκαν, έχοντας ο καθένας μαζί του τους πολεμιστές του, ανάμεσά τους και ο βασιλιάς της Ιθάκης, ο Οδυσσέας, μαζί με τους συντρόφους του. Φόρτωσαν στα πλοία τις προμήθειες για το ταξίδι και περίμεναν πότε θα φυσήξει ούριος (ευνοϊκός) άνεμος, για να ξεκινήσουν. Ξέρετε, τότε δεν είχαν μηχανές τα πλοία, ταξίδευαν με τη δύναμη του ανέμου, όταν φυσούσε, οι ναύτες μάζευαν τον άνεμο μέσα στα πανιά του πλοίου και τραβώντας με κατάλληλους χειρισμούς, τα σκοινιά των πανιών, οδηγούσαν το πλοίο εκεί που ήθελαν. Σπουδαία τέχνη, σπουδαίοι καπεταναίοι και οι Έλληνες στα καράβια. Κάποια μέρα τα κατάφεραν, ξεκίνησαν και μετά από μεγάλο ταξίδι έφτασαν στο λιμάνι κοντά στην Τροία. Γύρω από την Τροία υψώνονταν πελώρια τείχη, και οι Τρώες ήταν κλεισμένοι μέσα. Τότε οι Έλληνες, που τους λέγαν και Αχαιούς, άρχισαν την πολιορκία της Τροίας. Δεν ήταν καθόλου εύκολη υπόθεση. Γινόντουσαν μάχες μεγάλες ανάμεσα στους Τρώες και τους Αχαιούς, όλη μέρα πολεμούσαν και το βράδυ φρόντιζαν τους πληγωμένους στρατιώτες. Σκοτώθηκαν αρκετοί πολεμιστές, ήρωες και στα δυο στρατόπεδα, όπως συμβαίνει σε όλους τους πολέμους. Και ο πόλεμος αυτούς κράτησε πολύ καιρό, δέκα χρόνια, μπορεί να συνέχιζε κι άλλο, αν κάποιος από τους Έλληνες βασιλιάδες δεν είχε μια πονηρούτσικη ιδέα. Τον ξέρετε αυτό το βασιλιά και νομίζω ότι τον θαυμάζετε κιόλας. Ήταν ο πολυμήχανος, τετραπέραντος και πανέξυπνος Οδυσσέας. Μια νύχτα λοιπόν, ο Οδυσσέας φωνάζει τους άλλους βασιλιάδες και τους πολεμιστές και τους λέει ότι βρήκε τρόπο για να μπουν μέσα στα τείχη της Τροίας, να νικήσουν τους Τρώες, να πάρουν την Ωραία Ελένη και να φύγουν, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Αφού τον άκουσαν προσεκτικά, στο τέλος ο Οδυσσέας τους ζήτησε να πάνε στο δάσος, να κόψουν αρκετά δέντρα, να τα καθαρίσουν και να μεταφέρουν τα ξύλα κοντά στην πεδιάδα που είχαν στήσει τις σκηνές τους. Πράγματι κουβάλησαν ξύλα πολλά και με τις οδηγίες του Οδυσσέα άρχισαν την κατασκευή. Αυτό που έφτιαξαν, ήταν ένα τεράστιο ξύλινο άλογο, πάνω σε ξύλινες ρόδες, ήταν κούφιο στο εσωτερικό του και είχε μια μικρή μυστική πορτούλα σε μια πλευρά του, που αν την άνοιγες, μπορούσες να μπεις μέσα στην άδεια κοιλιά του ψεύτικου αλόγου. Όταν το άλογο ήταν έτοιμο, ο Οδυσσέας ζήτησε από το στρατό των Ελλήνων, να μπουν στα πλοία και να πάνε να τα κρύψουν, σε ένα γειτονικό λιμάνι, το οποίο δεν μπορούσαν να δουν οι Τρώες από το κάστρο τους. Έτσι οι Τρώες θα πίστευαν πως οι Αχαιοί βαρέθηκαν να πολεμάνε και αποφάσισαν να φύγουν, να επιστρέψουν στην πατρίδα τους. Πριν μπουν στα πλοία, τους ζήτησε να βοηθήσουν όλοι, να σπρώξουν το τεράστιο ξύλινο άλογο και να το αφήσουν έξω από την πύλη του κάστρου. Έτσι και έγινε, ο ίδιος και οι συντρόφοι του, κρύφτηκαν στο κοντινό δάσος και μόλις σκοτείνιασε για το καλά, πήγαν σιγά σιγά, άνοιξαν την πορτούλα, που υπήρχε στα πλευρά του αλόγου και ένας ένας, μπήκαν όλοι μέσα. Τελευταίος μπήκε ο Οδυσσέας, που έκλεισε και την καταπακτή. Έμειναν εκεί όλη τη νύχτα. Όταν ξημέρωσε την επόμενη μέρα, οι Τρώες, πάνω από τα τείχη του κάστρου τους, είδαν ότι οι Αχαιοί είχαν εξαφανιστεί, το ίδιο και τα πλοία τους. Δεν πίστευαν στα μάτια τους. Βλέπουν και το τεράστιο ξύλινο άλογο και δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι είναι. Αφού ο εχθρός είχε φύγει, κατάλαβαν πως δεν κινδύνευαν πια, άνοιξαν την πύλη του κάστρου, βγήκαν έξω και άρχισαν να περιεργάζονται το ξύλινο άλογο. Δεν μπορούσαν να καταλάβουν τι μπορεί να είναι και στο τέλος κατέληξαν πως μάλλον ήταν ξύλινο άγαλμα, που οι Αχαιοί έφτιαξαν για να τιμήσουν τον Άρη, το θεό του πολέμου. Αποφάσισαν λοιπόν να μπάσουν το ξύλινο άγαλμα μέσα στο κάστρο του και αφού το έκαναν, έκλεισαν και την πύλη για να είναι ασφαλείς. Όταν σκοτείνιασε για τα καλά και όλοι οι Τρώες ήταν πια στα κρεβάτια τους, ήσυχοι και χαρούμενοι που ο πόλεμος είχε τελειώσει, ο Οδυσσέας άνοιξε την καταπακτή του αλόγου και αυτός και οι συντρόφοι του βγήκαν έξω, χωρίς να τους ακούσει κανείς. Κάποιοι από αυτούς πήγαν και άνοιξαν την πύλη του κάστρου και αμέσως άρχισαν να μπαίνουν οι Αχαιοί, που είχαν βγει από τα πλοία και περίμεναν κριμένοι στο κοντινό δάσος. Όταν όλοι πια είχαν μπει, άρχισαν την επίθεση ενάντια στους Τρώες. Όπως καταλαβαίνετε τους αιφνιδίασαν και η νίκη ήταν με το μέρος των Αχαιών. Έτσι ο μεγάλος αυτός πόλεμος, που κράτησε δέκα ολόκληρα χρόνια και όλοι τον ξέρουμε ως Τρωικό πόλεμο, έφτασε στο τέλος του. Οι Αχαιοί, νικητές πια, πήραν τα  λάφυρα του πολέμου και φυσικά την Ωραία Ελένη και μπήκαν στα πλοία τους για το ταξίδι της επιστροφής. Ο βασιλιάς της Ιθάκης, Οδυσσέας,  μπήκε στο καράβι του, μαζί με τους συντρόφους του, για να επιστρέψουν στο νησί τους, την Ιθάκη. Ο θεός της θάλασσας όμως, ο Ποσειδώνας, τον δυσκόλεψε πολύ, του έβαλε εμπόδια και δοκιμασίες μεγάλες, θέλοντας να τον τιμωρήσει για τον σκοτωμό κάποιων αγαπημένων του ηρώων της Τροίας. Έτσι ο Οδυσσέας, περιπλανήθηκε για δέκα χρόνια, μέχρι να καταφέρει να επιστρέψει στο παλάτι του και να βρεθεί ξανά με τη γυναίκα του Πηνελόπη και τον γιο του  Τηλέμαχο. Ένα αρχαίος ποιητής ο Όμηρος, έφτιαξε δυο πολύ μεγάλα ποιήματα, την Οδύσσεια, που μιλάει για τις περιπέτειες  του Οδυσσέα και την Ιλιάδα, όπου μας περιγράφει τα γεγονότα του Τρωικού πολέμου. Δεν τα έγραψε πουθενά, είχε όλους τους στίχους στο μυαλό του και όταν του το ζητούσαν άρχιζε να τα λέει.  Σιγά σιγά τα έμαθαν και άλλοι και ταξίδεψε η ιστορία, σε μέρη πολλά. Κάποια στιγμή μπήκαν και σε βιβλίο κι έτσι τώρα μπορούμε και τα διαβάζουμε και πιστέψτε με, είναι από τις πιο όμορφες ιστορίες που έχουν φτιάξει οι άνθρωποι.

6 thoughts on “για μια ελένη…

  1. Πραγματικά πολύ ωραία ιστορία! Η αιτία του πολέμου τα μάτια , η ομορφιά της Ωραίας Ελένης !
    Τόσα χρόνια , τόσες μάχες για την Ωραία Ελένη!
    Όλα για τον έρωτα και την αγάπη!!!

  2. Καλησπέρα κυρία! Την ιστορία αυτή την ήξερα αλλά μου άρεσε πολύ που την άκουσα ξανά από εσάς! Πιο πολύ μου άρεσε το μέρος που οι Έλληνες έφτιαξαν το Δούρειο Ίππο και πήραν πίσω την Ωραία Ελένη!!!!!!!!!!!!!!! Σπύρος

Αφήστε μια απάντηση