Η Αμυγδαλιά

Έφτασε πάλι ο καιρός να ντυθούν οι νυφούλες του χιονιά. Τα παιδιά μας είπαν πως άνθισαν οι αμυγδαλιές και η κουβέντα ξεκίνησε…Διηγηθήκαμε στα παιδιά τον μύθο της Φυλλίδας και του Δημοφώντα …

… διαβάσαμε το παραμύθι της κοπέλας που αγάπησε τον Βοριά…

Η Αμυγδαλιά ήταν μια όμορφη κόρη και κατοικούσε σ΄ ένα μεγάλο πύργο. Η μητέρα της την είχε μονάκριβη , τη λάτρευε τόσο πολύ και δεν την άφηνε το χειμώνα να βγει έξω ούτε μια φορά, για να μην κρυώσει. Έτσι , η Αμυγδαλιά καθόταν τις χειμωνιάτικες μέρες πίσω από το τζάμι του παραθύρου της , μέσα στη ζεστασιά του δωματίου της και από εκεί έβλεπε τη βροχή να πέφτει , τον άνεμο να λυσσομανάει και πολλές φορές να ξεριζώνει τα δέντρα , το χιόνι να στροβιλίζεται και να ντύνει κάτασπρη τη γη , τα σπουργιτάκια να ψάχνουν με κόπο να βρουν κάτι για να τσιμπήσουν.Μια μέρα ο Βοριάς , ο πιο ψυχρός από τους ανέμους που φυσάνε στη γη, έτυχε να περάσει έξω από τον πύργο, είδε την Αμυγδαλιά πίσω από το παράθυρό της , τον θάμπωσε τόσο πολύ η ομορφιά της , την αγάπησε κι έβαλε σκοπό να την παντρευτεί. Αλλά…ποια κοπέλα θα δεχόταν να παντρευτεί τον άνεμο; Έτσι ο Βοριάς αποφάσισε να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο. Είχε μαγική δύναμη και το κατάφερε πολύ εύκολα. Μεταμορφώθηκε λοιπόν σ΄ ένα ωραίο παλικάρι , σ΄ έναν ιππότη και μια μέρα στάθηκε έξω από το παράθυρο της Αμυγδαλιάς.

Η όμορφη κόρη θαμπώθηκε κι αυτή από την ομορφιά του παλικαριού και δεν άργησε να τον αγαπήσει. -Γιατί δεν ανοίγεις το παράθυρό σου να σε δω από κοντά; τη ρώτησε μια μέρα ο Βοριάς. -Δεν μπορώ , του απάντησε η Αμυγδαλιά .Όσο κρατάει ο χειμώνας η μητέρα μου δε μ΄ αφήνει να βγω από το δωμάτιό μου ούτε ν΄ ανοίξω το παράθυρό μου, γιατί είμαι τόσο ντελικάτη και θα κρυώσω. Θα πρέπει να περιμένεις να έρθει το καλοκαίρι. -Το καλοκαίρι δεν περνώ από αυτά τα μέρη , της είπε ο Βοριάς. Να πεις στη μητέρα σου πως θέλω να σε παντρευτώ και τότε θα σ΄ αφήσει να βγεις από το δωμάτιό σου.

Μίλησε την ίδια εκείνη μέρα η Αμυγδαλιά στη μητέρα της για τον όμορφο νέο που είχε γνωρίσει και την παρακάλεσε να της επιτρέψει να τον παντρευτεί. -Μα…ποιος είναι αυτός ο νέος; τη ρώτησε η μητέρα της. Πώς να σε παντρέψω με έναν άγνωστο; Κι έπειτα…πώς θα μπορέσεις να βγεις έξω με αυτό το κρύο; Άφησε να ζεστάνει ο καιρός και τότε μπορείς να βγεις για να γνωρίσεις από κοντά το νέο που αγαπάς. -Να βγω έστω και για λίγο, την παρακάλεσε η Αμυγδαλιά. -Μην είσαι τόσο βιαστική κόρη μου, τη συμβούλεψε πάλι η μητέρα της.Υπάρχουν τόσοι και τόσοι νέοι που θα ήθελαν να σε παντρευτούν. Μη δίνεις και τόση εμπιστοσύνη σε αυτόν τον άγνωστο.

Η Αμυγδαλιά όμως δεν άκουσε τη συμβουλή της μητέρας της και μια μέρα που εκείνη έλειπε από τον πύργο , ντύθηκε στα λευκά , σα νύφη , άνοιξε την πόρτα κι έτρεξε να συναντήσει τον ιππότη της και να φύγει μαζί του… Ο Βοριάς την έσφιξε στην αγκαλιά του μα…ήταν τόσο παγωμένος και η Αμυγδαλιά ήταν τόσο άμαθη στο κρύο. Έτσι, δεν άργησε να παγώσει το σώμα της, να παγώσει η καρδιά της και να ξεψυχήσει…Δεν μπορούσε ποτέ να φανταστεί ότι ο νέος που αγαπούσε ήταν ο Βοριάς που παγώνει το καθετί στο πέρασμά του.

Ο θεός λυπήθηκε πολύ για το θάνατο της Αμυγδαλιάς και πάνω στον τάφο της έκανε ν΄ ανθίσει ένα δέντρο που πήρε τ΄ όνομά της. Από τότε, ακόμα και μέσα στο βαρύ χειμώνα , η αμυγδαλιά βιάζεται ν΄ ανθίσει.Τα λευκά της λουλούδια μοιάζουν με νυφικό πέπλο. Βιάζεται να συναντήσει τον αγαπημένο της Βοριά και να τον παντρευτεί. Κι εκείνος , παγώνει και μαραίνει χωρίς να το θέλει τα λουλούδια της..

Ο υπέροχος μύθος της αμυγδαλιάς που εξηγεί γιατί η αγάπη νικά πάντα τον θάνατο | iefimerida.gr 3

Τραγουδήσαμε το “Ετίναξε την ανθισμένη αμυγδαλιά” , γνωρίσαμε τον ποιητή και την ιστορία του ποιήματος. Ο Δροσίνης καθόταν στο παράθυρο του σπιτιού του και έβλεπε την ξαδέλφη του που καθόταν κάτω από μια αμυγδαλιά. Εκείνη, καθώς κούνησε το δέντρο, τα άνθη έπεσαν πάνω της και στόλισαν τα όμορφα μαλλιά της. Το ποίημα, μ΄αυτή την αφορμή είχε ήδη γραφτεί και η μούσα του ποιητή πρόλαβε να δει τον χιονιά στα μαλλιά της, γιατί πέθανε σε μεγάλη ηλικία. Το ποίημα μελοποιήθηκε στο μέτωπο από τον Γεώργιο Κωστή το 1885 και σιγοτραγουδιόταν από τους φαντάρους που ονειρεύονταν τις “χαρές” της ειρήνης και τον γυρισμό τους.

Ένα πολύ όμορφο ποίημα που αναφέρεται στην παλέτα των χρωμάτων που κρατά η αμυγδαλιά και φυσικά το εικονογραφήσαμε είναι της Γαλάτειας  Γρηγοριάδου-Σουρέλη,  “η μυγδαλιά”.
Φίλησε η αυγή τον ήλιο,
μα της πέσανε φιλιά.
Ήρθαν και σκαλώσαν
πάνω στην αμυγδαλιά.
Σκύβει ο ήλιος να τα πιάσει
και τα κάνει ροζ-μαβιά.
Τρέχει η αυγή να τα προφτάσει
 και τα κάνει βιολετιά.
Μπαίνει ο ήλιος στην καρδιά τους
κι έγιναν λευκά σαν φως,
μπαίν’ η αυγή στα πέταλα τους
και προβάλλει ροζ ανθός.
Κι έτσι τώρα, μυγδαλίτσα,
τους ανθούς σου έχουν φωλιά
της αυγούλας η φρεσκάδα
και του ήλιου τα φιλιά.
Παιχνίδια:
– Φάγαμε αμύγδαλα, σκέτα, αλατισμένα, βρήκαμε τρόπους να τα σπάσουμε εκτός από το σφυρί.
– Ταξινομήσαμε τους καρπούς, γνωρίσαμε τα επαναλαμβανόμενα μοτίβα και παίξαμε με αυτά.(τρία άσπαστα αμύγδαλα- δύο καθαρισμένα- πέντε ξεφλουφισμένα κοκ)
– Μέσα σε ένα διάφανο βάζο βάλαμε μερικά αμύγδαλα και υποθέσαμε. Πόσα μπορεί να είναι; Τα μετρήσαμε. Πόσα ήταν; Πόσα θέλουμε ακόμα για να γίνουν τόσα ή πόσα πρέπει να αφαιρέσουμε;
– Σε ένα θρανίο φτιάξαμε μια γραμμή με αμύγδαλα και κάθε παιδί έριξε ένα αμύγδαλο και μετρήσαμε πόσα μπόρεσε να βγάλει από τη γραμμή. Οι πόντοι σημειώθηκαν και υπήρχε στο τέλος νικητής.
– Δύο λαβίδες για παγάκια και δύο πιάτα. Πόσα αμύγδαλα θα μπορέσεις να μεταφέρεις στο πιάτο με τη λαβίδα, πριν τελειώσει η κλεψύδρα;
Φύλλα εργασίας:
       
Το ποίημα  της Γαλάτειας Γρηγοριάδου- Σουρέλη
Η αμυγδαλιά με τέμπερα
Η Φυλλίδα (ομαδική)
“Μεταμορφώθηκε σε δέντρο για την αγάπη
μα καθόλου δεν τη νοιάζει κι ας μένει “γυμνή” στου χειμώνα το αγιάζι”

Αλκυόνα στ’ άσπρο χιόνι…

Αλκυόνα στ’ άσπρο χιόνι, αναστενάζει και παγώνει.
¨Αχ! Πότε θα κάνει απανεμιά, για να γεννήσω τα αυγά;”
Αγναντεύει εκεί ψηλά και τον ήλιο παρακαλά:
“Ήλιε μου σε παρακαλώ, ξεπρόβαλε στον ουρανό,
 για να μπορέσω να μεγαλώσω τα μικρά μέσα σε μια ζεστή φωλιά”
Τον χειμώνα βλέπουμε λίγες μέρες με καλό καιρό. Είναι μέρες με ήλιο, χωρίς σύννεφα και αέρα. Αυτό το είχαν παρατηρήσει και οι αρχαίοι Έλληνες. Οι «Αλκυονίδες ημέρες» κρατούν από την 15η Δεκεμβρίου έως και την 15η Φεβρουαρίου κάθε χρόνου, και πιο συχνά ανάμεσα σε 15-31 Δεκεμβρίου και 16-31 Ιανουαρίου. Τη συγκεκριμένη χρονική περίοδο παρατήρησαν επίσης ότι γεννούν τα πουλιά αλκυόνες τα μωρά τους, και γι’ αυτόν τον λόγο έδωσαν και το όνομά τους στις μέρες αυτές.
Metamorphosis of Halcyone

Ο μύθος της Αλκυόνης

Οι αρχαίοι Έλληνες είχαν φτιάξει, όπως συνήθιζαν, έναν μύθο γι’ αυτά τα πουλιά, τις αλκυόνες. Σύμφωνα με τον αρχαίο μύθο, η Αλκυόνη ήταν μια πολύ όμορφη και γοητευτική κοπέλα. Πατέρας της ήταν ο Αίολος, θεός των ανέμων, και μητέρα της η Ενάρετη (που σημαίνει αυτή που έχει όλες τις αρετές). Η Αλκυόνη είχε παντρευτεί τον Κήυκα. Το ζευγάρι ήταν πολύ ερωτευμένο και τέλεια ταιριασμένο. Έτσι, η Αλκυόνη και ο Κύηκας άρχισαν να νιώθουν ανώτεροι από τους ανθρώπους, ένιωθαν πως ήταν κι οι ίδιοι θεοί. Ο Κύηκας πίστευε ότι είχε ίση αξία με τον Δία και η Αλκυόνη με την Ήρα.

Ήταν τόσο σίγουροι, που ο Κύηκας άρχισε να αποκαλεί τη γυναίκα του «Ήρα» κι η Αλκυόνη με τη σειρά της άρχισε να αποκαλεί τον σύζυγό της «Δία». Μόλις το είδε αυτό ο πραγματικός θεός  Δίας, το θεώρησε μεγάλη ασέβεια. Ήταν τόσο θυμωμένος που, μια μέρα, είδε τον Κύηκα με το καράβι του βαθιά στη θάλασσα και του έριξε κεραυνό. Το καράβι του Κύηκα καταστράφηκε κι αυτός, χωρίς να έχει κάποια βοήθεια, πνίγηκε μες στα πελώρια κύματα.

Μόλις η Αλκυόνη έμαθε όσα έγιναν, έτρεξε στην ακρογιαλιά με την ελπίδα ότι τα κύματα θα τον φέρουν πίσω ζωντανό. Όταν είδε μόνο λίγα ξύλα από το καράβι του, που είχαν ξεβραστεί στην όχθη, άρχισε να κλαίει. Θρηνούσε για μέρες και νύχτες τον αγαπημένο της, χωρίς να σταματάει. Ήταν τόσο μεγάλος ο πόνος της, που ο Δίας την λυπήθηκε και τη μεταμόρφωσε σε πουλί. Έτσι η Αλκυόνη έγινε ένα πουλί όμορφο σαν εκείνη, όταν ήταν άνθρωπος, που ζει κοντά στη θάλασσα σαν να περιμένει να βγει από τα κύματα η αγάπη του.

Όμως τα βάσανα για την Αλκυόνη δεν είχαν τέλος. Γεννούσε τα αυγά της μέσα στο χειμώνα, και τα κλωσούσε στα βράχια δίπλα στη θάλασσα. Τα κύματα, μεγάλα και άγρια, έφταναν στη στεριά, ανέβαιναν μέχρι τα βράχια και κατέστρεφαν τη φωλιά και τα αυγά με τα μωρά της. Ο Δίας θέλησε να διορθώσει το λάθος του. Έτσι, διέταξε για δεκαπέντε μέρες μέσα στον χειμώνα να ζεσταίνει ο καιρός και να σταματούν οι άνεμοι, για να μπορέσει η Αλκυόνη να κλωσά τα αυγά μέχρι να βγουν τα παιδιά της.

The bird Halcyon

Το πτηνό Αλκυόνα

Το πουλί Αλκυόνα, όπως λέει η παράδοση είναι σύμβολο γαλήνης και προστασίας και όπου το βλέπουν σταματάει την ταραχή της θάλασσας. Είναι ένα αποδημητικό πουλί, όμως δεν φεύγει, αλλά έρχεται στην Ελλάδα το φθινόπωρο, ενώ φεύγει πάλι αρχές Μαρτίου. Σύμφωνα με έναν μύθο του μεσαίωνα, η Αλκυόνα απέκτησε το χρώμα της στον βιβλικό κατακλυσμό, επειδή πέταξε ψηλά και πήρε το κόκκινο από τον ήλιο και το μπλε από τον ουρανό. Είναι επίσης πιστή σύντροφος. Όταν ο σύντροφός της είναι τόσο γέρος που δεν μπορεί να πετάξει, η Αλκυόνα τον κουβαλάει στους ώμους της και τον παίρνει πάντοτε μαζί της. Του δίνει φαγητό και τον φροντίζει μέχρι τον θάνατο.

Παιχνίδι- Προσέχω τα αυγά μέχρι να έρθει κοντά τους η μαμά:

Πάνω σε ένα πανί μπλε υπάρχουν τρεις μπάλες-αυγά. Όταν ο αέρας φυσήξει, η θάλασσα ταράζεται και τα παιδιά προσπαθούν να κρατήσουν τις μπάλες στο κέντρο και να μην πέσει καμία κάτω. Με τη φράση “αλκυονίδες μέρες” η θάλασσα ημερεύει.

Αλκυόνα στέκει και κοιτά του φεγγαριού την ομορφιά!
(σε κάθε τραπέζι υπάρχει ένα δείγμα ζωγραφισμένο,
 η νηπιαγωγός “αποσύρεται” και ο ζωγράφος παρατηρεί και εκτελεί)
Πατρόν ατομικής εργασίας
Προτεινόμενα φύλλα εργασίας:
Αντίο μας είπε μέσα στο χιονιά, 
αλλά μας είπε και κάτι λόγια σοφά:
Να θυμάσαι ότι πάντα μέσα σε μία σκοτεινιά 
ή σ’ αυτό που εσύ νομίζεις χειμωνιά, 
υπάρχει πάντα μία αλκυόνα που γεννά.
Και πέταξε…