«Ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου»

Ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου

Για ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ βλέπε και στο iliaeleni’s blog

Αναφορές στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα γίνονται στις παρακάτω εισηγήσεις της Ελένης Α. Ηλία, που έχουν παρουσιαστεί στα εξής διεθνή ή πανελλήνια επιστημονικά συνέδρια:

1. Συνεντεύξεις  με  ήρωες της νεοελληνικής πεζογραφίας στο Νηπιαγωγείο.

(Εκπαιδευτική έρευνα, που παρουσιάστηκε με τη μορφή εισήγησης στο 4ο διεθνές συνέδριο της Ε.Ε.Π.Ε.Κ., Λάρισα, Οκτώβριος 2018)                                                      Πρακτικά συνεδρίου https://drive.google.com/open?id=1g0DOpzqz4vadC8w3eM8m-eM5P8nfi84y τόμος Β΄-Πλήρη άρθρα, ISSN: (ηλεκτρονικών τόμων)2529-15-80, ISBN SET: 978-618-84206-0-1, ISBN τόμου Β: 978-618-84206-2-5, Λάρισα, 2019, σσ. 1015-1021.

2. Τα «θεµέλια» της δηµιουργικής γραφής.  Δηµιουργικές αφηγήσεις νηπίων, µε ερέθισµα λογοτεχνικά κείµενα.

(Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο 3ο διεθνές συνέδριο Δημιουργικής Γραφής, που πραγματοποιήθηκε στο Ιόνιο Πανεπιστήμιο, Κέρκυρα, 6-8 Οκτωβρίου 2017).

Πρακτικά: ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΟΣ Η. ΚΩΤΟΠΟΥΛΟΣ, ΒΑΣΙΛΙΚΗ ΝΑΝΟΥ (ΕΠΙΜ.)
ISBN: 978-618-81047-9-2
ΕΚΔ. ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΜΕΤΑΠΤΥΧΙΑΚΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ
«ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗ ΓΡΑΦΗ»
ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟ ΔΥΤΙΚΗΣ ΜΑΚΕΔΟΝΙΑΣ, σελ. 265-270.

3. Προϋποθέσεις και προτάσεις για τη θετική ανταπόκριση  των νηπίων στη διδασκαλία της λογοτεχνίας, με αναφορές σε εφαρμοσμένα εκπαιδευτικά  προγράμματα.

(Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Εκπαίδευση στον εικοστό πρώτο αιώνα: Θεωρία και πράξη. Αναζητώντας το ελκυστικό και αποτελεσματικό σχολείο», 19-21 Μαΐου 2017). Περιλαμβάνεται στον α΄ τόμο των πρακτικών (σελ. 443-451), http://www.ekedisy.gr/praktika-2ou-paneliniou-synedriou   Έτος έκδοσης: 2017,     ISBN: 978-618-83517-0-7

 

4. Η ΑΝΑΠΤΥΞΗ ΤΗΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΚΗΣ ΣΚΕΨΗΣ ΣΤΟ ΠΛΑΙΣΙΟ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΩΝ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΩΝ ΜΕ ΕΡΕΘΙΣΜΑ/ΕΠΙΚΕΝΤΡΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΑ ΚΕΙΜΕΝΑ. ΕΦΑΡΜΟΓΕΣ ΣΤΟ ΝΗΠΙΑΓΩΓΕΙΟ.

Εισήγηση στο 3ο συνέδριο του Ι.Α.Κ.Ε., με διεθνή συμμετοχή (Ηράκλειο, Μάιος, 2017). Περιλαμβάνεται στο Β΄ τόμο των Πρακτικών (σ.88), http://iake.weebly.com/praktika2017.html   ISBN: 978-618-83501-1-3

5. Παραμύθια για ζωγραφιές. Δημιουργικές αφηγήσεις από νήπια

Η Εισήγηση παρουσιάστηκε στο  5ο Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για την Προώθηση της Εκπαιδευτικής Καινοτομίας,  το οποίο πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα, 11 – 13 Οκτωβρίου 2019.
Η εισήγηση είναι δημοσιευμένη στα Πρακτικά εργασιών του Συνεδρίου https://drive.google.com/…/1FJgXC1X0L_N1v9QGOIUKX3HM1vbJSGCY , τ. Α΄, σελ. 288-294.
ISSN : 2529-1580
SET : 978-618-84206-5-6
ISBN τόμου Α΄: 978-618-84206-9-4

Η Εισήγηση παρουσιάστηκε στο 5o Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για την Προώθηση της Εκπαιδευτικής Καινοτομίας, που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα, 11, 12 & 13 Οκτωβρίου 2019.

6. Όταν τα νήπια προβληματίζονται για το θάνατο, στο πλαίσιο εκπαιδευτικού προγράμματος  με τη συμβολή της λογοτεχνίας.

Η Εισήγηση παρουσιάστηκε στο 2ο Πανελλήνιο Συνέδριο της Περιφερειακής Διεύθυνσης Εκπαίδευσης Κρήτης «ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ: ΣΧΕΣΕΙΣ ΚΑΙ ΠΡΟΟΠΤΙΚΕΣ» (Ηράκλειο, 20-22 Απριλίου 2018)
Τόμος Α΄ Πρακτικών Συνεδρίου ISBN: 978-618-83694-3-6 και
ISBN SET: 978-618-83694-2-9
σελ. 256-262.

Εισαγωγή Α΄ και Β΄ μέρους:  Ελένη Α. Ηλία, Νηπιαγωγός, Δρ. Λογοτεχνίας

Η παρούσα δημοσίευσή μας αναφέρεται στη διδασκαλία στο κλασικό τμήμα του νηπιαγωγείου μας κατά τη σχ. χρονιά 2011-2012, δύο συνεχόμενων αποσπασμάτων από το έργο του Ηλία Βενέζη, Αιολική Γη. Στα αποσπάσματα  αυτά μέσα από τις αφηγηματικές τεχνικές της αναδρομής και του εγκιβωτισμού περιγράφεται η μορφή της Γοργόνας και παρατίθεται ο σχετικός θρύλος γιατον αδερφό της το Μέγα Αλέξανδρο και για το αθάνατο νερό. Μετά από την ανάγνωση του συγκεκριμένου μέρους από το έργο του Βενέζη στην ολομέλεια, τα νήπια κλήθηκαν να δημιουργήσουν σχετικά αφηγηματικά κείμενα, στους άξονες της δημιουργικής μίμησης, της τροποποίησης ή της ανατροπής του λογοτεχνικού προτύπου, καθώς και να τα εικονογραφήσουν. Ακολουθεί η παρουσίαση κάθε αποσπάσματος από την Αιολική Γη και στη συνέχεια παρατίθενται τα αναφερόμενα σε αυτό κείμενα των νηπίων καθώς και η εικονογράφησή τους από τους συμμαθητές τους. Εδώ κάθε κείμενο συνοδεύεται ενδεικτικά από μία μόνο σχετική ζωγραφιά. Επιδιώκουμε βέβαια  σε κάθε περίπτωση η ζωγραφιά που επιλέγουμε να ανήκει όχι στο νήπιο που αφηγήθηκε το κείμενο αλλά σε κάποιον συμμαθητή – ακροατή. Έτσι αποδεικνύεται το ενδιαφέρον και η προσήλωση με τα οποία τα νήπια παρακολούθησαν τις αφηγήσεις των συμμαθητών τους και κατ’ επέκταση η μεταξύ τους ουσιαστική επικοινωνία και  αλληλεπίδραση, ως αποτέλεσμα της συμμετοχής τους στο συγκεκριμένο εκπαιδευτικό πρόγραμμα.

Ο τίτλος της παρούσας δημοσίευσης προέρχεται από το μυθιστόρημα του Ν. Καζαντζάκη «Ο Καπετάν Μιχάλης». Το απόσπασμα στο οποίο περιλαμβάνεται η συγκεκριμένη φράση είναι το ακόλουθο: Ανέβαινε, κατέβαινε, βούλιαζε μέσα του η Κρήτη. Δεν ήταν νησί, ήταν ένα θεριό που κείτουνταν στη θάλασσα, ήταν η Γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου, που θρηνούσε και καταχτυπούσε την ουρά της και φουρτούνιαζε το πέλαγο. (σ. 93) Επιλέξαμε την παραπάνω φράση, επειδή είναι ευρύτερα γνωστή, ειδικότερα όπως μελοποιήθηκε από το Μάνο Χατζιδάκη. Η φράση αυτή συνιστά τον τίτλο και της ανοιχτής θεατρικής παράστασης που πραγματοποιείται κατά τη λήξη του σχολικού έτους, όπου τα νήπια, υποδυόμενα Γοργόνες, ναυτικούς και το Μεγαλέξανδρο, αποδίδουν τα ίδια τα κείμενά τους. Για τη μουσική επένδυση της παράστασης χρησιμοποιήθηκε ασφαλώς το αντίστοιχο τραγούδι του Χατζιδάκη.

 

Μέρος Α΄:  απόσπασμα από την Αιολική Γη «Ήταν μια φοβερή ώρα του Αιγαίου…τραβηχτήκαν κατά τα δυτικά» ( εκδ. Εστία, 2009, σσ. 119 – 121)

Περίληψη: Στο κείμενο ένα από τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας που συνομιλούν με θέμα τα φαντάσματα, αναφέρεται στην εμφάνιση της Γοργόνας,  θρυλικού πλάσματος της νεοελληνικής παράδοσης, διαδεδομένου και σε άλλους πολιτισμούς, που περιγράφεται με γυναικείο πρόσωπο και σώμα, το οποίο καταλήγει σε ουρά ψαριού. Το πλάσμα αυτό  συνδυάστηκε στην αντίληψη του ήρωα με την εμπειρία μιας φοβερής καταιγίδας και τρικυμίας, που βίωσε όταν ήταν δεκάχρονο αγόρ, οπότε έκανε το πρώτο του θαλασσινό ταξίδι μαζί με τον πατέρα του. Όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα του, καπετάνιου του σκάφους, να  διαβεβαιώνει ότι ζει ο Μεγαλέξανδρος, η Γοργόνα βυθίστηκε στη θάλασσα, που γαλήνεψε ενώ ταυτόχρονα καθάρισε και ο ουρανός.

Ακολουθούν μερικές χαρακτηριστικές φράσεις από το σχετικό σημείο του έργου του Βενέζη:

«…Η βροχή έγινε χαλάζι που έδερνε με βία τα ξύλα και τα κορμιά. Τα σύννεφα χαμηλώσαν, τίποτα δεν ξεχώριζες σε λίγα μέτρα τόπο. Μοναχά η φοβερή βουή που ερχόταν πίσω απ’ το πούσι έλεγε πως πίσω κει ήταν το πέλαγο… Το ξύλο τινάχτηκε ψηλά στο κύμα, στην κορφή του, έκαμε να χιμήξει κάτω στο χάος που σπάραζε, όταν άξαφνα κάτι σα χλαπαταγή ακούστηκε μες στη βουή της φουρτούνας. Κ’ ύστερα η φωνή του καπετάνιου που ούρλιαζε, μιλώντας στο κύμα:

Ζει; Ζει ο μεγάλος βασιλέας! Ζει ο Μεγαλέξαντρος!

… Το αγοράκι… θυμάται τότε πως είδε πλάι στη μάσκα του καϊκιού, μες στη θολούρα του νερού, μια ψαροουρά σα δελφινιού. Ύστερα είδε ολάκερο το ψάρι. Απ’ τη μέση κι απάνου σα να ’ χε κορμί γυναίκας…»

Σημείωση: Στα παιδικά κείμενα που ακολουθούν αναφορικά με το παραπάνω απόσπασμα, είναι εμφανής στη μορφή της Γοργόνας η επίδραση της Μικρής Γοργόνας του Άντερσεν και ακόμη περισσότερο της φιγούρας της Άριελ από τα κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϋ. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μετά το 1837, οπότε κυκλοφόρησε το έργο του μεγάλου Δανού συγγραφέα και μέχρι σήμερα, δεν έχουν πάψει να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία με θέμα τη Γοργόνα ενώ   στις μέρες μας υπάρχουν και σχετικά παιχνίδια, κούκλες κ.λπ., που καθιστούν τη φιγούρα της γοργόνας ιδιαίτερα οικεία στον παιδικό πληθυσμό.

Ως προς τη στάση της Γοργόνας απέναντι στους ανθρώπους, για τα νήπια είναι κυρίως θετική. Σε πολλές από τις αφηγήσεις τους εκείνη εμφανίζεται στα καράβια που ταξιδεύουν, μόνο και μόνο επιδιώκοντας την επαφή με τους ανθρώπους. Ενδιαφέρεται να αντιγράψει τις ανθρώπινες συμπεριφορές και να υιοθετήσει στοιχεία του ανθρώπινου τρόπου ζωής.

Τέλος, μια μερίδα παιδικών αφηγήσεων επικεντρώνεται απλώς σε θαλασσινά ταξίδια και περιπέτειες, από τα οποία η μορφή της Γοργόνας απουσιάζει εντελώς.

Ας απολαύσουμε λοιπόν τα κείμενα των μαθητών μας και την εικονογράφησή τους  (Η ζωγραφιά προηγείται του αντίστοιχου κειμένου).

 

 

1. Μέσα στο λιμάνι βρίσκεται ένα μεγάλο καράβι, που γύρισε από ταξίδι. Με αυτό ταξίδεψε μια οικογένεια με το παιδάκι της στη θάλασσα όπου υπάρχουν πολλές Γοργόνες, επειδή ήθελαν το παιδάκι να δει μια Γοργόνα. Τελικά είδε δύο. Η μια είχε ξανθά μακριά μαλλιά και η άλλη ήταν καστανή. Οι ουρές τους ήταν πράσινες. Οι Γοργόνες ήταν πολύ χαρούμενες που τις είδαν οι άνθρωποι. Ζουν στη θάλασσα αλλά μερικές φορές το κύμα τις βγάζει στη στεριά. Όταν δεν έχει κόσμο περπατάνε στην παραλία με τα χέρια. Δεν βγαίνουν όμως αν υπάρχουν παιδάκια που σκάβουν στην άμμο, γιατί μπορεί να ρίξουν την άμμο πάνω τους και να τις λερώσουν. Τις νύχτες κοιμούνται πολύ αργά, σε πλοία που έχουν βουλιάξει (Ε. Α.)

 

 


2. Ένα καράβι γεμάτο κόσμο ταξιδεύει για το νησί. Οι επιβάτες του πηγαίνουν για καλοκαιρινές διακοπές. Ο καπετάνιος του είναι νέος, ψηλός και ντυμένος με άσπρη στολή. Όταν φτάνουν στο νησί, ο κόσμος κατεβαίνει και το καράβι φεύγει αμέσως για να φέρει στο νησί κι άλλο κόσμο. Όμως φυσά πολύ δυνατά και σηκώνονται κύματα. Τότε εμφανίζεται μια γοργόνα και η θάλασσα ηρεμεί. Πρώτα φαίνεται η ουρά της και ύστερα το κεφάλι της. Έχει μαύρα μακριά μαλλιά κι είναι πολύ όμορφη. Λέει στον καπετάνιο  να φύγει αμέσως το πλοίο, για να μην τον προλάβουν οι καρχαρίες. Η γοργόνα παρακολουθεί όσους ταξιδεύουν και φροντίζει όλους τους καλούς να μην πάθουν κανένα κακό. (Ε. Π.)

 

 


3. Ο ουρανός γέμισε σύννεφα κι άρχισε να βρέχει. Μετά έκανε καταιγίδα και στη θάλασσα σηκώθηκαν κύματα. Ένα παιδάκι τα έβλεπε από το παράθυρό του και φοβόταν. Στο σπίτι ήταν μόνο του. Ο μπαμπάς του ήταν καπετάνιος σ’ ένα μικρό καράβι και ταξίδευε. Η μαμά του έλειπε στη δουλειά της. Όταν ο μπαμπάς γύρισε, τους είπε ότι την ώρα της φουρτούνας είδε μια πράσινη ουρά ψαριού. Από το χρώμα της νομίζει πως ήταν Γοργόνα. Η ουρά χάθηκε στο κύμα πριν προλάβουν να δουν το πρόσωπο και το σώμα της. Το κύμα δεν την άφησε να πάει πιο κοντά τους και να τους μιλήσει. Το παιδάκι από τότε φοβόταν τη θάλασσα και έκανε πια μπάνιο μόνο σε πισίνα. (Γ. Π.)

 

 


4. Ένα καράβι μωβ, ροζ, κίτρινο και άλλα χρώματα ταξιδεύει για το μεγάλο νησί. Με αυτό το καράβι ταξιδεύουν ένα μικρό παιδάκι και ο μπαμπάς του, που πηγαίνουν στο νησί να δουν τη γιαγιά. Κοντά στο νησί αρχίζει φουρτούνα. Το παιδάκι φοβάται και μπαίνει μέσα στην καμπίνα του. Διαβάζει ένα βιβλίο. Τότε ο μπαμπάς το φωνάζει, για να δει μια γοργόνα, που έχει εμφανιστεί στη φουρτουνιασμένη θάλασσα. Η ουρά της εντυπωσιάζει το παιδάκι. Οι ναύτες βοηθάνε τη γοργόνα να ανέβει στο καράβι και τότε τα κύματα σταματάνε αμέσως. Έτσι όλοι καταλαβαίνουν ότι αυτό που ήθελε η γοργόνα ήταν να ανέβει στο καράβι. Όταν το καράβι φτάνει στο νησί, η γοργόνα βγάζει την ουρά της και κατεβαίνει στη στεριά. Θέλει να μείνει με τους ανθρώπους, για να τους γνωρίσει. Εκεί θα καταλάβει ότι μπορεί να ζήσει για πάντα στη στεριά. (Ε. Ν.)

 


5. Ένα αγοράκι με το μπαμπά του κάνουν διακοπές σ’ ένα νησί. Κολυμπάνε στη θάλασσα δυο φορές τη μέρα και κάνουν κουπί μαζί. Μια μέρα το παιδάκι κουράστηκε να κωπηλατεί και σταμάτησαν για λίγο να ξεκουραστεί. Ο μπαμπάς άρχισε να ψαρεύει. Έπιασε ένα ψάρι, που τέτοιο δεν είχαν δει άλλη φορά. Ήταν μεγάλο, ίσα με το μπαμπά, είχε κεφάλι γυναικείο και καστανά, μακριά μαλλιά. Ήταν μια γοργόνα, που τους είπε «γεια σας, πώς σας λένε;» Στην αρχή οι άνθρωποι τρόμαξαν λίγο, μετά όμως συστήθηκαν. Πήραν τη γοργόνα μαζί τους. Από εκείνη την ημέρα πήγαιναν παρέα να κολυμπήσουν. Όταν οι διακοπές τους τελειώνουν, η γοργόνα γυρίζει στη θάλασσα. Θα συναντηθούν πάλι του χρόνου, που θα πάνε ξανά στο νησί για διακοπές. (Χ. Τ.)

 


6. Ένα πολύ μεγάλο καράβι, που έχει μέσα αυτοκίνητα και μηχανάκια, ταξιδεύει. Όσο πιο βαθιά πηγαίνει τόσο σηκώνονται ψηλότερα κύματα. Το βράδυ στο καράβι γίνεται πυρκαγιά. Όμως αρχίζει βροχή και σηκώνονται ακόμη πιο τεράστια κύματα, που σβήνουν τη φωτιά. Αλλά το καράβι έχει μείνει χωρίς φώτα κι ένα άλλο καράβι έρχεται ανάποδα και συγκρούονται. Οι πιο πολλοί άνθρωποι σώζονται εκτός από δύο, που πήγαν μαζί με τα καράβια στο βυθό και τους έφαγαν οι καρχαρίες. (Γ. Κ.)

 


7. Ένα μεγάλο καράβι πηγαίνει στο νησί τον κόσμο που θέλει να περάσει τις διακοπές του εκεί. Η θάλασσα είναι ήρεμη, ο ουρανός καθαρός και το ταξίδι όμορφο. Όταν το καράβι φτάνει στο νησί, αρέσει τόσο πολύ στον κόσμο, που όλοι τους σκέφτονται ότι δεν θέλουν να φύγουν ποτέ πια από κει. Το καράβι ρίχνει άγκυρα στ’ ανοιχτά. Όμως κάποιος γίγαντας της θάλασσας το καταστρέφει όπως περνάει για να βγει στην παραλία, που θα συναντήσει το φίλο του, το γίγαντα της στεριάς. Έτσι οι άνθρωποι που έφτασαν στο νησί με το καράβι, μένουν εκεί για πάντα. (Κ. Β.)

 


8. Η θάλασσα έχει κύματα και είναι γεμάτη καράβια, που γυρίζουν τον κόσμο στα σπίτια του από τις καλοκαιρινές διακοπές. Οι άνθρωποι που ταξιδεύουν βλέπουν να βγαίνει από το νερό μια Γοργόνα. Της φωνάζουν να γυρίσει πίσω στο σπίτι της, για να σταματήσουν τα κύματα. Εκείνη όμως δεν φεύγει. Θέλει να πάρει μαζί της κι ένα παιδάκι. Ένα αγόρι πηγαίνει κοντά της. Στο σπίτι της Γοργόνας είναι πολύ ωραία. Έτσι το αγόρι θα γίνει Γοργόνος και θα μείνει εκεί για πάντα. (Π. Κ.)

 


9. Μια άσπρη βαρκούλα με έντεκα επιβάτες φτάνει σ’ ένα νησάκι. Εκεί υπάρχει ένα βουνό, που στην κορφή του καίει μια φωτιά. Την έχει ανάψει για να ζεσταθεί ο μοναδικός του κάτοικος που ανέβηκε εκεί, για να θαυμάσει από κοντά την πέτρινη κορφή. Ο άνθρωπος ευχόταν η πέτρα να γίνει άνθρωπος, για να ‘χει ένα φίλο, να μην είναι πια μόνος. Τότε βλέπει τη βάρκα που έχει έρθει στο νησί. Ένας από τους επιβάτες της γίνεται φίλος του κι έτσι έχει πια συντροφιά. Φεύγουν μαζί από το νησί με τη βάρκα, επιστρέφουν όμως συχνά, για να βλέπουν την αγαπημένη τους πέτρα. (Β. Τ.)

 


10. Η Γοργόνα έχει βγει στο νησί. Έβγαλε την ουρά της και περπατάει κανονικά. Έχει πάει στη γιαγιά της που ζει εκεί. Κάποτε η Γοργόνα ήταν κοριτσάκι. Βρήκε σ’ ένα συρτάρι μια ζώνη, που ήταν κόκκινη και της άρεσε. Την φόρεσε, πάτησε την εγγράφα της ζώνης και μεταμορφώθηκε σε Γοργόνα. Όμως τότε δεν το κατάλαβε. Φώναξε τη γιαγιά της για να της δείξει τη ζώνη κι εκείνη της είπε μόνο «ωραία ζώνη». Μόλις όμως το κοριτσάκι μπήκε στη θάλασσα για να κολυμπήσει, είδε πως είχε γίνει Γοργόνα. Ταξίδεψε μακριά, έφτασε στο βυθό κι είδε ένα βυθισμένο καράβι, που είχε σπάσει στα βράχια. Όταν γύρισε στο σπίτι, η γιαγιά της τη ρώτησε «Πού ήσουνα; Πείνασες καθόλου;» Κάποια φορά μπήκαν μαζί στη θάλασσα για μπάνιο και τότε κατάλαβε η καθεμιά πως και η άλλη ήταν Γοργόνα. Τη ζώνη αυτή την είχε φορέσει παλιότερα και η γιαγιά χωρίς να ξέρει τίποτα το κοριτσάκι. Στο πρώτο ταξίδι που έκαναν μαζί, πήγαν στο ναυάγιο. (Χ. Φ.)

 


11. Ένα καράβι ταξιδεύει με φουρτούνα. Πέφτει δυνατή βροχή και σηκώνονται μεγάλα κύματα. Απ’ την ταραγμένη θάλασσα βγαίνει μια γοργόνα με μαύρο μαλλί, λαμπερά μάτια και χρωματιστή ουρά, πορτοκαλί, πράσινη, κίτρινη, ροζ και μαύρη. Θέλει να κάνει βουτιά στο κύμα, δεν το φοβάται. Διαλέγει το μπλε χρώμα που παίρνει η θάλασσα στην τρικυμία και όχι το γαλανό που έχει στη γαλήνη. Έτσι βγαίνει και κάνει βουτιές μόνον όταν έχει τρικυμία. Μόλις η θάλασσα ηρέμησε και πήρε χρώμα γαλανό, η Γοργόνα δεν ξαναβγήκε και το καράβι συνέχισε το ταξίδι του. (Ζ. Α.)


12. Ο μπαμπάς με το παιδάκι του ταξιδεύουν με τη βάρκα τους για το νησί που βρίσκεται το εξοχικό τους σπίτι. Όταν φτάνουν, τραβάνε τη βάρκα στην αμμουδιά και ο μπαμπάς μπαίνει στην καμπίνα για να ξεκουραστεί από το ταξίδι. Τότε το παιδάκι βλέπει μια γοργόνα που κολυμπάει προς την παραλία πολύ γρήγορα, κουνώντας την ουρά της. Όταν φτάνει στη στεριά, βγάζει την ουρά της και κάθεται στη βάρκα. Το παιδάκι στέκεται και την κοιτάζει. Η γοργόνα το ρωτάει για το νησί.Ο μπαμπάς  προτείνει στη γοργόνα να τη φιλοξενήσει στην καμπίνα του ενώ εκείνος με το παιδάκι ανεβαίνουν στο σπίτι τους. Η γοργόνα που βαρέθηκε το βυθό, θα καλέσει κοντά της τις άλλες γοργόνες, για να παίξουν μαζί με τους ανθρώπους τα καλοκαιρινά παιχνίδια. (Ε. Κ.)

 


13. Μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα ταξιδεύουν δυο αδερφάκια και ο μπαμπάς τους με το καράβι τους. Ξαφνικά σηκώνονται κύματα σαν γιγάντια βουνά. Τότε τα δυο παιδάκια βλέπουν στο πλάι του καραβιού μια καφέ ουρά ψαριού. Το κοριτσάκι λέει «μήπως είναι κάποιο σπάνιο ψάρι;» Ύστερα το καράβι πέφτει πάνω σ’ αυτήν την ουρά. Ο μπαμπάς τους εξηγεί πως είναι μια γοργόνα. Έχει μακριά μαύρα μαλλιά και στην ουρά της μικρές κίτρινες βουλίτσες. Τα μάτια της είναι μπλε. Η γοργόνα πριν ξαναβουτήξει στη θάλασσα, προλαβαίνει να δει τον καπετάνιο και να τον ερωτευτεί. Θέλει να γίνει άνθρωπος, για να μείνει κοντά του. Βρίσκει ένα σπάνιο κοράλλι, το τρίβει και φτιάχνει με αυτό ένα μαγικό φίλτρο. Το πίνει και μεταμορφώνεται σε κανονική γυναίκα. Βγαίνει στην παραλία, ψάχνει σ’ όλα τα σπίτια και βρίσκει τον καπετάνιο της στο τελευταίο. Εκείνος την αναγνωρίζει αμέσως από μια λεπτομέρεια, έχει παπούτσια με κίτρινες βουλίτσες. Γίνεται γυναίκα του καπετάνιου, γιατί τη μαμά των παιδιών την είχε αρπάξει ένα γιγάντιο ψάρι κάποτε που είχε πάει να κολυμπήσει. (Α. Τ.)

 


14. Ένα παιδάκι με το μπαμπά του ταξιδεύουν με το καραβάκι τους. Η μαμά δεν πήγε μαζί τους, γιατί περίμεναν φουρτούνα και φοβόταν τα κύματα. Όταν αρχίζει η τρικυμία ο μπαμπάς δένει το παιδί πάνω του μ’ ένα μεγάλο σχοινί, για να μην  το πάρει το κύμα. Έχουν μια τεράστια, βαριά άγκυρα και τη ρίχνουν στο βυθό, για να μην κινδυνέψουν. Όταν η φουρτούνα σταματάει κι έχει μικρά κυματάκια, εμφανίζεται μπροστά τους ένα περιστέρι. Τους λέει να το ακολουθήσουν, για να φτάσουν στο νησί, όπου θα κολυμπήσουν. Το περιστέρι τούς δίνει την κάρτα του, για να το καλέσουν όποτε το χρειαστούν να τους οδηγήσει ξανά στον προορισμό τους. (Γ. Μ.)

 


15. Ο μπαμπάς με το αγοράκι του πηγαίνουν στη θάλασσα να ψαρέψουν με καλάμι. Όμως σηκώνονται μεγάλα κύματα, σπάνε το καλάμι τους κι έτσι αναγκάζονται να πάρουν βάρκα με δίχτυα για να ψαρεύουν. Μια μέρα ανοίγονται στη θάλασσα, ρίχνουν τα δίχτυα και πιάνουν ένα πολύ μεγάλο ψάρι. Την επόμενη φορά παίρνουν στο ψάρεμα και τη μαμά και πιάνουν πάρα πολλά ψάρια. Κάποτε πιάνουν μια θαλάσσια χελώνα και την αφήνουν ελεύθερη. Όμως μια φορά που έχουν ανοιχτεί πολύ, σηκώνονται μεγάλα κύματα και τους παίρνουν τα δίχτυα. Τότε σταματάνε να ψαρεύουν και με τα χρήματα που έχουν μαζέψει, ανοίγουν ένα μαγαζί. Στη θάλασσα πηγαίνουν πια μόνον όταν είναι ήρεμη, για να κολυμπήσουν. (Τ. Ζ.)

 

16. Στη θάλασσα πιάνει φουρτούνα. Ένας άνθρωπος που ταξιδεύει με τη βάρκα του βλέπει μια Γοργόνα να βγαίνει απ’ το κύμα. Είναι αγριεμένη, γιατί νομίζει ότι αυτός ο άνθρωπος την απειλεί, ότι θέλει το κακό της. Έτσι η Γοργόνα φωνάζει «βοήθεια». Τότε εμφανίζονται καρχαρίες, που ρίχνουν τον άνθρωπο στη θάλασσα. (Θ. Μ.)

 


17. Δυο καράβια ταξιδεύουν στη θάλασσα. Ο καιρός είναι άσχημος και το ένα καράβι  χτυπά στα βράχια και βουλιάζει. Οι επιβάτες ανεβαίνουν στο άλλο καράβι εκτός από έναν που δεν προλαβαίνουν να τον σώσουν. Στο καράβι που βούλιαξε πηγαίνουν πολλοί καρχαρίες, για να βρουν φαγητό. Όποτε περνά κάποια βάρκα από εκεί, την χτυπάνε οι καρχαρίες και βουλιάζει. (Χ. Π.)

 


18. Μια μέρα που ο καιρός ήταν πολύ καλός, ήρθαν πολλά βαρκάκια στο νησί. Βρέθηκε εκεί μια Γοργόνα του βυθού με μπλε ουρά και τα βαρκάκια έφταναν για να την δουν. Τα μαλλιά της ήταν πολύ μακριά, καστανά και τα μάτια της γαλάζια. Της άρεσαν πολύ τα βαρκάκια κι έτσι το πρόσωπό της φαινόταν πολύ χαρούμενο. Δεν ήταν η πρώτη φορά που συναντούσε ανθρώπους και είχε πολύ καλές εντυπώσεις από αυτούς. Αφού η Γοργόνα έμεινε κάμποσο στα ρηχά μαζί τους, γύρισε πίσω στο βυθό της θαλάσσιας λίμνης που ζούσε με τις φίλες της. Διηγήθηκε στις άλλες Γοργόνες όσα είδε και είπε ότι θέλει πολύ να ξαναβρεθεί με τους ανθρώπους. Όμως εκείνες τής ζήτησαν ποτέ άλλη φορά να μην φύγει από κοντά τους. Φοβούνται τους ανθρώπους, επειδή ποτέ μέχρι τότε δεν τους έχουν γνωρίσει. (Α. Β.)

 


19. Μια μανούλα που ταξίδευε με καράβι μαζί με την οικογένειά της, τραυματίστηκε στο πόδι όταν σηκώθηκε δυνατό κύμα στο ταξίδι. Η θάλασσα είχε θυμώσει, επειδή τα καράβια περνούσαν πάνω της. Δεν της αρέσει να την πατάνε. Όπου την πατούσαν τα καράβια, το νερό ήταν κακό. Το υπόλοιπο νερό ήταν καλό, επειδή σ’ αυτό κολυμπούσε μια Γοργόνα. Η Γοργόνα είναι η φίλη της θάλασσας κι έτσι όταν τής λέει να σταματήσει το κύμα, για να μην βουλιάζουν τα καράβια, εκείνη την ακούει. Τώρα που η Γοργόνα ζητάει από τη θάλασσα να γαληνέψει, για να φτάσει το καράβι γρήγορα στο λιμάνι και να πάει η μανούλα στο γιατρό, το κύμα πέφτει αμέσως. (Μ. Φ.)

 


20. Μια βάρκα πηγαίνει ένα κοριτσάκι με τους γονείς του στο εξοχικό τους σπίτι. Το κοριτσάκι, όπως η βάρκα τους ταξιδεύει στα βαθιά, ακούει έναν παράξενο ήχο. Τον έχει ακούσει κι άλλες φορές παλιότερα. Τη βάρκα την σπρώχνει ένα μικρό κυματάκι κι έτσι φτάνει γρήγορα στον προορισμό της. Κάνουν διακοπές για πέντε μέρες και ύστερα παίρνουν το δρόμο της επιστροφής. Εκεί στα βάθη της θάλασσας τους περιμένουν Γοργόνες, για να δώσουν στο κοριτσάκι ένα χάρτη. Τον έχει φτιάξει η βασίλισσα-Γοργόνα, που άκουσε μέσα της τη φωνή του κοριτσιού. Ο χάρτης δείχνει το δρόμο που φτάνει σ’ έναν πύργο, θαμμένο κάτω από την άμμο, στην παραλία ενός άγνωστου νησιού. Τώρα το κοριτσάκι ξέρει από πού έρχεται ο παράξενος ήχος. Όταν φτάσει στο νησί, θ’ ακολουθήσει κάτι χνάρια και θ’ αρχίσει να σκάβει, για να βρει τον πύργο. (Κ. Μ.)

 


21. Μια καφέ βαρκούλα αρμενίζει στην ήρεμη θάλασσα. Μέσα είναι ένας μπαμπάς με το παιδί του, που πηγαίνουν σ’ ένα νησί με όμορφες αμμουδιές, για να κολυμπήσουν. Ο μπαμπάς βλέπει ένα πτερύγιο και καταλαβαίνει ότι τους κυνηγάει καρχαρίας. Αυτό έχει γίνει κι άλλες φορές κι έτσι ο μπαμπάς έχει μαζί του ένα σχοινί για να  αντιμετωπίζει τους καρχαρίες. Όταν πετάει το σχοινί στον καρχαρία, εκείνος φεύγει μακριά. Κοντά στην παραλία το παιδάκι δείχνει στο μπαμπά του μια Γοργόνα που κολυμπά. Την πλησιάζουν και τη ρωτάνε πώς ήρθε από τα βαθιά. Εκείνη είπε πως ήρθε πάνω στη ράχη του καρχαρία, επειδή ήθελε να δει τους ανθρώπους. Της αρέσουν τα ρούχα και ζητάει από το μπαμπά να της δώσει κάτι να φορέσει. Εκείνος  της αγοράζει ένα ροζ μπλουζοφόρεμα. Η Γοργόνα θα το φορέσει και θα γυρίσει στο σπίτι της, για να τη δει η φίλη της, που είναι κι αυτή Γοργόνα. Θα το φοράνε πότε η μια και πότε η άλλη και θα κολυμπάνε μ’ αυτό. (Δ. Π.)

 


22. Στην ήρεμη θάλασσα ταξιδεύουν τέσσερα καράβια. Σ’ ένα από αυτά βρίσκεται ένας επιβάτης με άσπρα ρούχα, που έχει ταξιδέψει στους πιο μακρινούς ωκεανούς, έχει περάσει όλη τη θάλασσα και τώρα γυρίζει πίσω στην πόλη του, για να ξαναβρεί τους φίλους του. Πηγαίνει στο παλιό του σπίτι και βγαίνει στα μαγαζιά της θάλασσας, για να αγοράσει κανένα ρούχο. Το φοράει και συναντά όλους τους φίλους του, εκτός από έναν που έχει φύγει απ’ την πόλη. Όλοι μαζί πηγαίνουν να φάνε και να πιουν ό,τι θέλουν, για να γιορτάσουν τη συνάντησή τους. Ο άνθρωπος που ήρθε από τους ωκεανούς μπαίνει να κολυμπήσει. Εκεί κάτι νιώθει, νομίζει ότι τον ακουμπά ένα ψάρι. Όταν όμως αυτό υψώνεται, βλέπει πως δεν είναι απλό ψάρι αλλά μια Γοργόνα με ροζ ουρά, που τα μαλλιά της είναι μπλε, όπως το θαλασσινό νερό και τα μάτια της πράσινα. Το βλέμμα της είναι χαρούμενο, γιατί γνωρίζει αυτόν τον άντρα. Τον είχε συναντήσει στα ταξίδια του στους ωκεανούς κι είχε φτάσει ως εκεί, ακολουθώντας το καράβι του. Ο άντρας την πήρε στα χέρια του, την έβγαλε από το νερό και μόλις την ακούμπησε στη στεριά η Γοργόνα έγινε κανονικός άνθρωπος. Οι φίλοι του τότε τον άφησαν κι έφυγαν. Θύμωσαν μαζί του, γιατί ο κανόνας έλεγε ότι οι Γοργόνες απαγορεύεται να βγαίνουν από το θαλασσινό νερό, γιατί η ουρά τους δεν θα ξαναγίνει ποτέ. Όταν το βράδυ ο άντρας κοιμήθηκε, η Γοργόνα εξαφανίστηκε. Το πρωί όμως ξαναγύρισε, για να ζήσει για πάντα κοντά του. (Λ. Δ.)

 

Ολοκληρώνουμε τις αφηγήσεις που αναφέρονται στο παραπάνω απόσπασμα με αυτήν ενηλίκου προσώπου, η οποία πραγματοποιήθηκε με τα νήπια στο ρόλο εκείνων που έθεταν τις ερωτήσεις. Παραθέτουμε αρχικά τις ερωτήσεις που διατυπώθηκαν, καθώς αποδεικνύουν πόσο δομημένα λειτουργεί η σκέψη των νηπίων ως αποτέλεσμα της εμπλοκής τους στη διαδικασία παραγωγής των κειμένων:

  1. Η θάλασσα έχει κύμα;
  2. Ταξιδεύουν πλοία;
  3. Πόσοι είναι μέσα στη βάρκα;
  4. Γιατί ταξιδεύει αυτός ο άνθρωπος;
  5. Πού μένει; Έχει οικογένεια;
  6. Τι γίνεται στη θάλασσα;
  7. Πώς ήταν η Γοργόνα;
  8. Πού είναι το σπίτι της;
  9. Πώς λένε τη Γοργόνα;

 

1.Η θάλασσα έχει τόση τρικυμία, που το κύμα δεν είναι μπλε ούτε γαλάζιο, είναι γκρι σκούρο. 2. Σ’ αυτήν τη θάλασσα βρίσκεται μια μικρή ξύλινη βαρκούλα, κόκκινη και κίτρινη. 3. Η βάρκα έχει μέσα μόνον έναν παππού, που έχει μαζί του ένα μικρό ραδιοφωνάκι κι ακούει μουσική, ένα τραγούδι που μιλάει για τη θάλασσα. 4. Ο παππούς είναι ψαράς, έχει μαζί του δίχτυα αλλά δεν τα έχει ρίξει, γιατί δεν τον αφήνει το κύμα. Φοράει ένα μαύρο αδιάβροχο με κουκούλα. 5. Ο παππούς δεν έχει οικογένεια, ζει μόνος του σε μια καλύβα στην αμμουδιά. 6. Βλέπει από τη βάρκα του σ’ ένα σημείο το νερό πολύχρωμο, κίτρινο, πορτοκαλί, γαλάζιο και πράσινο φωτεινό. Φαντάζεται ότι εκεί μπορεί να περιμένει μια Γοργόνα για ν’ αναδυθεί. Ο παππούς κάνει τα χέρια του χωνί και της φωνάζει: «Ε, Κυρά της θάλασσας, βγες λίγο να μου κάνεις συντροφιά!» Φωνάζει πάνω από δέκα φορές και τότε βλέπει το κεφάλι της Γοργόνας να προβάλλει αργά-αργά. 7. Τα μαλλιά της είναι κατάξανθα κι η ουρά της γαλάζια. 8. Ζει στο βυθό, σε μια θαλάσσια σπηλιά, παρέα με χταπόδια κι άλλα θαλασσινά. 9. Εκεί που προβάλλει η Γοργόνα, η θάλασσα γαληνεύει, γίνεται σαν λίμνη. Η Γοργόνα χαμογελά στον ψαρά κι εκείνος σηκώνει το χέρι του και τη χαιρετά. Τότε η Γοργόνα αρχίζει να χορεύει με τη μουσική απ’ το ραδιόφωνο. Ο παππούς τη ρωτά «Πώς σε λένε;» κι εκείνη απαντάει «Αγάπη». Ο παππούς της λέει και το δικό του όνομα, που είναι «Άγγελος». Η Γοργόνα τον προσκαλεί στη σπηλιά της κι ο παππούς φοράει τη μάσκα που έχει για τις καταδύσεις και την ακολουθεί στο βυθό. (Ε. Η.)

 

Μέρος Β΄ : απόσπασμα «Ήρθε το βράδυ…πως όχι, ο Μεγαλέξαντρος δεν πέθανε» (Ό.π., σσ. 121-122).

Σύμφωνα με το θρύλο της ελληνικής λαϊκής παράδοσης, ο Μέγας Αλέξανδρος πέρασε ανάμεσα από τα δυο βουνά που ανοιγοκλείνουν αδιάκοπα με τόσο μεγάλη ταχύτητα που ούτε ένας σταυραετός δεν προλαβαίνει να περάσει. Έπειτα σκότωσε τον ακοίμητο δράκο με τα εκατό μάτια που φυλούσε την πηγή με το αθάνατο νερό, για να μην το αποκτήσουν οι άνθρωποι. Έτσι κατάφερε μόνος αυτός από τους θνητούς να πάρει το αθάνατο νερό. Όταν γύρισε σπίτι του όμως, η αδερφή του η Γοργόνα έχυσε το νερό πάνω σε μια άγρια κρεμμυδιά. Ο Μέγας Αλέξανδρος εξαιτίας αυτού του γεγονότος την εκδίωξε. Έτσι κατά το θρύλο έγινε γοργόνα είτε νεράιδα και ζούσε μέσα στη φύση, στη θάλασσα ή στα ποτάμια αντίστοιχα. Στην εγκιβωτισμένη αφήγηση που περιλαμβάνεται στο συγκεκριμένο απόσπασμα της Αιολικής Γης, ο ήρωας του Βενέζη αποδίδει ελεύθερα το θρύλο, δίνοντας έμφαση στην οργή του Μεγαλέξαντρου απέναντι στην αδερφή του και στις δικές της τύψεις για το κακό που άθελά της προξένησε στον αδερφό της.

Περίληψη:  Ο καπετάνιος Λύρας,  με ερέθισμα την εμφάνιση της Γοργόνας στην τρικυμία, απευθυνόμενος στο μικρό γιο του, αναφέρει ότι η Γοργόνα, ανυποψίαστη ήπιε το αθάνατο νερό που έφερε ο αδερφός της από τις εκστρατείες του, στερώντας του άθελά της τη δυνατότητα να παραμείνει αθάνατος. Την ιδιότητα της αθανασίας την απέκτησε εκείνη, που παραμένει από τότε στη θάλασσα, όπου την έριξε ο Μέγας Αλέξανδρος, εξοργισμένος για το ανεπανόρθωτο λάθος της. Καθώς οι τύψεις δεν την αφήνουν να ησυχάσει, εμφανίζεται στους ναυτικούς, προκειμένου να πληροφορηθεί τις συνέπειες της πράξης της. Όταν εκείνοι την διαβεβαιώνουν πως ο αδερφός της ζει, για να κατευνάσουν την ταραχή της, η Γοργόνα ηρεμεί προσωρινά και τότε συνεχίζουν ανενόχλητοι το ταξίδι τους. Αντίθετα όταν της απαντούν την αλήθεια, υποφέρει τόσο, που βουλιάζει το πλοίο και πνίγει το πλήρωμά του.

Ακολουθεί ένα μικρό μέρος του αποσπάσματος:

«-Να το θυμάσαι αυτό που είδες γιε, μουρμούρισε ο καπετάνιος…Πάλι, σε λίγο, σα φόβος που ήρθε άξαφνα κ’ έπρεπε να φύγει: Πρόφταξες να το δεις; Είπε. Μπας και δεν πρόφταξες;

-Τι ήταν πατέρα; Ήταν σα ψάρι με μαλλιά…

-Ήταν το στοιχειό της θάλασσάς μας. Ήταν η κυρα-Γοργόνα, είπε ο καπετάνιος…

-Να το θυμάσαι, είπε, και να τ’ αγαπάς. Αυτό γλιτώνει τους γεμιτζήδες, αν είναι γραφτό τους να τους φανερωθεί…

η Γοργόνα ζει μες στο πέλαγο. Τα μάτια της είναι στρογγυλά, έχει φίδια στα μαλλιά της, τα χέρια της είναι χάλκινα και στις πλάτες έχει χρυσά φτερούγια. Απ’ τη μέση και κάτω είναι ψάρι κι όλα τ’ άλλα ψάρια του πελάγου την έχουν για βασίλισσά τους…»

Σημείωση: Στα κείμενα των μαθητών που παρατίθενται στη συνέχεια, μεγάλο ενδιαφέρον έχει η στάση τους απέναντι στην έννοια της αθανασίας. Αν και ο Μεγαλέξανδρος εμφανίζεται στο απόσπασμα που διδάχθηκαν να διεκδικεί και να αποκτά το αθάνατο νερό αποκλειστικά για τον εαυτό του, η προσέγγιση της μεγάλης πλειοψηφίας των νηπίων απέχει κατά πολύ από τη δική του στάση. Συγκεκριμένα, όταν επικεντρώνονται στον ίδιο το Μεγαλέξαντρο, αισθάνονται την ανάγκη να ερμηνεύσουν την απόφασή του να χρησιμοποιήσει μόνον ο ίδιος το αθάνατο νερό, ως αποτέλεσμα της διαπίστωσής του πως η Γοργόνα δολίως επιδιώκει να τον βλάψει.  Άλλοτε ωστόσο τον εμφανίζουν να το μοιράζεται μαζί της ή να το προσφέρει όλο σε κείνην.

Όταν τα νήπια παρουσιάζουν τη Γοργόνα ως αποκλειστική κάτοχο του αθάνατου νερού, συχνά επιλέγουν η ίδια να το μοιράζει σε όλους τους ανθρώπους που την συναντούν στα ταξίδια τους, οπότε η αθανασία γίνεται κοινή κατάσταση όλων των έως τότε θνητών. Συνήθως όμως στις παιδικές αφηγήσεις, οι άνθρωποι που μαζικά ή μεμονωμένα πίνουν το αθάνατο νερό, δεν έχουν επίγνωση γιατί πρόκειται, το πίνουν επειδή απλώς η Γοργόνα τους παγιδεύει. Αν έχουν τη δυνατότητα οι ίδιοι να αποφασίσουν, επιλέγουν να μην το πιουν, θεωρώντας το θάνατο πιο φυσιολογικό από μια ζωή χωρίς τέλος. Όσοι ζουν αθάνατοι, αισθάνονται δυστυχισμένοι εκτός αν έχουν κάποιον πολύ ιδιαίτερο λόγο να ζήσουν παντοτινά.

Ας παρουσιάσουμε στο σημείο αυτό αναλυτικά τα παιδικά κείμενα:

 


1. Το αθάνατο νερό το βρίσκει ένας καπετάνιος να πλέει σ’ ένα γυάλινο μπουκάλι. Το παίρνει στο καράβι του, δοκιμάζει κι επειδή είναι γλυκό, καταλαβαίνει πως είναι το αθάνατο νερό. Το πηγαίνει στο λιμάνι για να δώσει στο φίλο του, που είναι κι αυτός καπετάνιος. ΄Υστερα το κλείνουν σ’ ένα ντουλάπι, για να πιουν κι οι υπόλοιποι φίλοι τους όταν φτάσουν εκεί. Πριν από εφτακόσια χρόνια ένας άνθρωπος είχε ανακαλύψει τη λίμνη που έχει το αθάνατο νερό. Είχε γεμίσει το μπουκάλι και το έριξε στη θάλασσα, για να πιουν κι άλλοι άνθρωποι που βρίσκονταν μακριά και να γίνουν κι εκείνοι αθάνατοι. (Γ. Π.)

 


2. Το αθάνατο νερό ήταν θαμμένο στο βυθό της θάλασσας. Το βρήκε ένας νέος ψαράς κατά τύχη και ήπιε όλο το μπουκάλι χωρίς να ξέρει τι είναι κι έτσι έγινε αθάνατος. Κι άλλοι ψαράδες είχαν δει το μπουκάλι αλλά επειδή δεν διψούσαν, δεν το είχαν πιει. Ο ψαράς που το ήπιε, δεν το ξέρει ακόμη. Θα το καταλάβει, επειδή δεν θα πεθάνει. Ζει μόνος του, γιατί από τότε που ήπιε το αθάνατο νερό, δεν αγαπάει τις γυναίκες κι ούτε οι Γοργόνες τον θέλουν γι’ άντρα τους. Όταν αυτός ο άντρας θα γίνει πολύ γέρος και δεν θα μπορεί να πεθάνει, θα μετανιώσει που έχει πιει το αθάνατο νερό αλλά δεν θα μπορεί να κάνει τίποτα.         (Χ. Τ.)

 


3. Το αθάνατο νερό  το πουλάει ένα μανάβικο. Οι άνθρωποι που το αγοράζουν, δεν ξέρουν ακόμη αν είναι στ’ αλήθεια αθάνατο, όμως το αγοράζει πολύς κόσμος, γιατί δεν είναι ακριβό. Ο μανάβης το παίρνει από τη Γοργόνα. Εκείνη του δίνει, επειδή της λέει ψέματα ότι ο αδερφός της ζει. Έτσι η Γοργόνα αφήνει όλα τα καράβια και περνάνε ελεύθερα. Μια φορά ένας ναυτικός λέει στη Γοργόνα την αλήθεια για το Μεγαλέξανδρο κι εκείνη ρίχνει το μανάβη στη θάλασσα. (Κ. Β.)

 


4. Το αθάνατο νερό ήταν κλεισμένο σ’ ένα μπαούλο στο βυθό της θάλασσας. Εκεί το βρήκε τυχαία ο Μεγαλέξανδρος και πήρε ένα μικρό μπουκάλι. Το έχουν βρει όμως και οι Γοργόνες και γι’ αυτό είναι αθάνατες. Όταν περνάνε καράβια, οι Γοργόνες βγαίνουν στην επιφάνεια και δίνουν το αθάνατο νερό στους ανθρώπους, χωρίς να τους λένε τι είναι. Εκείνοι νομίζουν ότι είναι απλό νερό και το πίνουν για να ξεδιψάσουν. Όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι έχουν γίνει αθάνατοι, φτιάχνουν ένα ποτό με χρυσόσκονη που παίρνουν από την άμμο και το δίνουν με τη σειρά τους στις Γοργόνες που συναντούν, για να τις κάνουν κοπέλες κι έτσι να τους ξεπληρώσουν το καλό που τους έχουν κάνει αυτές. Έτσι οι Γοργόνες μπορούν να ζουν πια μαζί τους. Υπάρχουν όμως πάντα Γοργόνες, γιατί κάποιες δεν θέλουν να γίνουν κοπέλες. (Ε. Κ.)

 


5. Το αθάνατο νερό το έκλεισε η Γοργόνα σ’ ένα μπουκάλι και το άφησε στη θάλασσα, για να το βρει ο αδερφός της, να το πιει και να γίνει αθάνατος. Ο Μεγαλέξανδρος το βρίσκει και το πίνει. Έτσι, όταν η Γοργόνα θα ρωτάει τους ναυτικούς αν ζει ο Μεγαλέξανδρος, εκείνοι θα της λένε την αλήθεια ότι «ζει και βασιλεύει». Τότε η Γοργόνα θα χαίρεται και θα αφήνει τα καράβια να περνάνε. (Ε. Ν.)

 


6. Το αθάνατο νερό το έδωσε στη Γοργόνα ο βασιλιάς της θάλασσας κι αυτή το έκρυψε σ’ ένα νησί, για να το βρει ο αδερφός της. Όμως ο Μεγαλέξανδρος δεν το πίνει, γιατί δεν ξέρει πως η Γοργόνα το έχει στείλει για κείνον. Έτσι μετά από καιρό το βρίσκει και το πίνει η άλλη αδερφή τους, που είναι κι αυτή Γοργόνα και γίνεται αθάνατη. Όταν  οι δυο Γοργόνες μαθαίνουν από τους ναυτικούς τι έχει γίνει, δεν  βουλιάζουν τα καράβια ούτε πνίγουν τους ναύτες αλλά βρίσκουν μια μαγική σκόνη σ’ ένα μαργαριτάρι και εύχονται να ζωντανέψουν όλοι οι νεκροί. Έτσι θα ζωντανέψει κι ο αδερφός τους. (Κ. Μ.)

 


7. Φυσούσε πολύ δυνατός άνεμος και σήκωνε τεράστια κύματα. Στη θάλασσα ταξίδευε ένα πλοίο. Οι ναύτες του είδαν ένα μπουκάλι να επιπλέει. Ξαφνικά ένα πιο τεράστιο κύμα άνοιξε το μπουκάλι και έσπασε το καράβι τους. Το νερό που ήταν στο μπουκάλι χύθηκε στη θάλασσα κι έτσι ήπιαν από αυτό οι ναύτες που το καράβι τους βυθίστηκε. Πέρασε μια βάρκα, τους μάζεψε και τους πήγε όλους στο νοσοκομείο. Όσο ήταν εκεί, η Γοργόνα έβγαλε την ουρά της και πήγε να τους δει. Είχε βρει το ανοιγμένο μπουκάλι και κατάλαβε πως έγιναν αθάνατοι. Τους το είπε κι εκείνοι λυπήθηκαν πολύ. Ήθελαν να είχαν μείνει κανονικοί άνθρωποι, μα η Γοργόνα δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Στο καράβι τους που είχε βουλιάξει, χτύπησε ένα άλλο καράβι κι όλο το πετρέλαιο χύθηκε στη θάλασσα. Τότε η Γοργόνα έφυγε από εκεί και πήγε να ζήσει σε άλλη θάλασσα. (Γ. Κ.)

 


8. Ένας μπαμπάς πήγε στην παραλία, για να δει αν είχε καλό ή κακό καιρό, ώστε να φύγει με την οικογένειά του διακοπές. Τότε είδε στα ρηχά μια ουρά σαν δελφινιού. Αμέσως πετάχτηκε και το σώμα. Ήταν γυναικείο, λεπτό, με ξανθά μαλλιά. Στα χέρια κρατούσε ένα γυάλινο μπουκάλι, που είχε μέσα ένα υγρό σκούρο μπλε. Ο μπαμπάς κατάλαβε αμέσως πως ήταν το αθάνατο νερό, γιατί ένας επιστήμονας του είχε πει τι χρώμα έχει. Η Γοργόνα του μίλησε πρώτη και του είπε να μην ανοίξει το καπάκι κι ύστερα του έδωσε το μπουκάλι να το φυλάξει, επειδή στο βυθό ζούσε ένα κακό ψάρι που ήθελε να χυθεί το αθάνατο νερό στη θάλασσα, για να γίνει τρικυμία. Τα κύματα τότε θα παράσερναν τα ψάρια μακριά κι η Γοργόνα θα απέμενε μόνη της. Ο άνθρωπος πήγε σπίτι του το μπουκάλι με το νερό και είπε στη γυναίκα και τα τρία παιδιά του να μην το πειράξουν. Κάποτε ένας ψαράς ψάρεψε αυτό το κακό ψάρι και  το πούλησε. Τότε η Γοργόνα πήρε πίσω το αθάνατο νερό και  χάρισε στο μπαμπά που της το φύλαξε ένα ωρολόι φτιαγμένο από κοχύλια. Ο μπαμπάς και η οικογένειά του δεν ήπιαν από το αθάνατο νερό, γιατί δεν ήθελαν να γίνουν αθάνατοι. (Α. Τ.)

 


9. Μια οικογένεια με ένα παιδάκι ψαρεύουν με τη βάρκα τους. Ο μπαμπάς έριξε  τα δίχτυα και έπιασε έναν ξιφία. Τότε εμφανίστηκε η Γοργόνα. Γνώριζε το μπαμπά που ψάρευε εκεί συχνά. Της είχε πει μια φορά πως η γυναίκα του είναι άρρωστη. Η Γοργόνα τους έδωσε ένα φάρμακο που έφτιαξε για αυτήν. Η μαμά το ήπιε και μέχρι να ξημερώσει είχε γίνει καλά. Όμως επειδή στο φάρμακο η Γοργόνα έριξε αθάνατο νερό, η μαμά έχει γίνει αθάνατη. Ο μπαμπάς με το παιδάκι, όποτε αρρωσταίνουν, πίνουν φάρμακα που τους δίνει ο γιατρός και όχι η Γοργόνα. Έτσι αυτοί κάποτε θα πεθάνουν. (Ε. Π.)

 


10. Ο Μέγας Αλέξανδρος κολυμπάει. Πηγαίνει να πάρει το αθάνατο νερό, γιατί ήρθε η ώρα να το πιει. Το έχει φυλαγμένο σ’ ένα μπαούλο στο βυθό πάρα πολλά χρόνια. Εκείνος μόνο έχει το χάρτη που δείχνει το δρόμο για το αθάνατο νερό και το κλειδί για το μπαούλο. Έτσι θα πιει και θα γίνει αθάνατος. Η αδερφή του που έχει για μαλλιά μεγάλα φίδια δηλητηριώδη ζει στο δικό της σπίτι σε μια μακρινή θάλασσα. Έχει δύο καρχαρίες για κατοικίδια. Ο Μεγαλέξανδρος έχει δύο κροκόδειλους.  Κάποτε πηγαίνει στο σπίτι της Γοργόνας για να τη δει. Εκείνη έχει αρρωστήσει. Θέλει να της δώσει  να πιει αθάνατο νερό, για να γίνει καλά αλλά δεν έχει πάρει μαζί του το χάρτη που δείχνει το δρόμο. Θα στείλει ένα πουλάκι να του τον φέρει για να πάρει ένα μπουκάλι για την αδερφή του. Θα δώσουν και στους κροκόδειλους και στους καρχαρίες και όλοι θα γίνουν αθάνατοι. (Γ. Μ.)

 


11. Ο Μεγαλέξανδρος έχει κλειδωμένο το αθάνατο νερό σ’ ένα κλουβί στο βυθό. Έχει δώσει κλειδί και στην αδερφή του τη Γοργόνα. Ο Μέγας Αλέξανδρος ήπιε μια φορά, για να γίνει αθάνατος και ύστερα γύρισε στο σπίτι του. Η Γοργόνα όμως αφού δοκίμασε το αθάνατο νερό, αποφάσισε να μείνει για πάντα στη θάλασσα, επειδή της αρέσει πολύ η γεύση του και να πίνει κάθε μέρα. Το αθάνατο νερό έχει χρώμα μωβ και είναι σαν το χυμό του σταφυλιού. Η Γοργόνα πίνει κάθε φορά από λίγο, για να αργήσει να τελειώσει. (Ε. Α.)

 


12. Ο Μέγας Αλέξανδρος έχει κρύψει το αθάνατο νερό στο βυθό της θάλασσας για να μην το βρει η αδερφή του η Γοργόνα. Εκείνη τον ρώτησε πού είναι το μπουκάλι και της απάντησε ψέματα ότι το έχει κρύψει στη λίμνη. Όμως η Γοργόνα τον έχει δει. Θα πάρει ένα φακό και θα πάει στη θάλασσα να το βρει. Θα το πάρει και στη θέση του θα βάλει ένα άλλο μπουκάλι, που το έχει γεμίσει με νερό από τη λίμνη. Έτσι θα ξεγελάσει το Μεγαλέξανδρο, που νομίζει ότι θα πιει το αθάνατο νερό και θα γίνει αθάνατος. Η Γοργόνα το έκανε αυτό, γιατί δεν αγαπάει τον αδερφό της, επειδή κάποτε την είχε χτυπήσει. Ο Μέγας Αλέξανδρος σκεφτόταν ότι αν χυνόταν μια λάβα, δεν θα μπορούσε να τη σβήσει και επειδή νευρίασε, χτύπησε την αδερφή του. (Μ. Φ.)

 


13. Στη θάλασσα έχει τρικυμία, γιατί την ανακατεύει η Γοργόνα. Θέλει να ρίξει τους ναυτικούς στη θάλασσα, που έχει χύσει το αθάνατο νερό, για να το πιουν και να γίνουν αθάνατοι. Ούτε οι ναυτικοί αλλά ούτε ο Μεγαλέξανδρος θα ήθελαν να γίνουν αθάνατοι, επειδή τους αρέσει να πάνε κοντά στο Χριστούλη. Η Γοργόνα όμως δεν ήθελε να πεθάνουν. Αλλά είχε σκοτώσει τη γυναίκα του Μεγαλέξανδρου, επειδή την  ζήλευε  που φορούσε ωραία τακούνια ενώ η Γοργόνα έχει ουρά κι έτσι δεν μπορεί να φορά τακούνια. (Ζ. Α.)

 


14. Ο Μεγαλέξανδρος έφερε το αθάνατο νερό από τη λίμνη που είναι από την άλλη μεριά της θάλασσας. Όταν έφτασε στο σπίτι του, που είναι μέσα στη θάλασσα, μπήκε από την πίσω πόρτα, για να μην το δει η Γοργόνα. Το έκρυψε στο δωμάτιό του. Μετά βγήκε για παιχνίδι. Κάποια άλλη στιγμή, που η Γοργόνα ήταν μακριά, ο Μεγαλέξανδρος έκρυψε το  αθάνατο νερό κάπου αλλού κι έφτιαξε ένα χάρτη, για να μπορεί να το βρίσκει. Η Γοργόνα μια φορά βρήκε αυτό το χάρτη που είχε πέσει του Μγαλέξανδρου χωρίς εκείνος να το καταλάβει. Ακολούθησε την πορεία που έδειχνε ο χάρτης κι έφτασε στο αθάνατο νερό. Επειδή νευρίασε με το Μεγαλέξανδρο, που της το είχε κρύψει, ήπιε όλο το νερό και δεν θα μετανιώσει που δεν άφησε καθόλου για το Μεγαλέξανδρο κι έτσι εκείνος θα πεθάνει. (Τ. Ζ.)

 


15. Η Γοργόνα βρήκε στη θάλασσα το αθάνατο νερό. Ήταν μέσα σε μια βάρκα, σ’ ένα μπουκάλι. Ο άνθρωπος που είχε τη βάρκα, ήταν μέσα αλλά είχε γίνει σκελετός. Το νερό το βρήκε η Γοργόνα, το ήπιε κι έγινε αθάνατη. Άφησε μόνο λίγο για το Μεγαλέξανδρο. Αυτός είδε το μπουκάλι που το είχε φέρει στο σπίτι η Γοργόνα και επειδή μάζευε καπάκια, έβγαλε το καπάκι και το κράτησε. Θα σκόρπιζε τα καπάκια στο πέρασμά του, για να έβρισκε η Γοργόνα τα ίχνη του αν θα χανόταν. Όταν η Γοργόνα γύρισε στο σπίτι, βρήκε το αθάνατο νερό χυμένο. Στο μέρος όπου χύθηκε το αθάνατο νερό, άνοιξε μια τεράστια τρύπα που έφτασε μέχρι τη θάλασσα. Ένα ψάρι που βρέθηκε εκεί, μεταμορφώθηκε σε τέρας από το αθάνατο νερό και πήγε να φάει τη Γοργόνα. Αλλά το τέρας δεν τα κατάφερε, γιατί εκείνη είχε πιει αθάνατο νερό και ήταν αθάνατη. (Χ. Π.)

 


16. Ο Μεγαλέξανδρος ταξίδευε με το μπαμπά του με πλοίο στους μακρινούς δρόμους της θάλασσας, για να βρουν το αθάνατο νερό. Η Γοργόνα ταξίδευε με την ουρά της στο νερό. Επειδή οι δυο τους ανησυχούσαν για τη Γοργόνα, γυρνούσαν γρήγορα πίσω στην Ελλάδα. Κάθε πρωί ο Μεγαλέξανδρος με το μπαμπά του ταξίδευαν, το βράδυ όμως η Γοργόνα δεν τους επέτρεπε να ταξιδεύουν, γιατί ήταν ώρα ύπνου και έπρεπε να κοιμούνται. Μια μέρα όταν συναντήθηκαν οι τρεις τους, ο Μεγαλέξανδρος είχε βρει το μπουκάλι με το αθάνατο νερό. Αισθάνθηκαν όλοι τέλεια, επειδή ήπιαν και ξεδίψασαν, αφού ήταν πολύ κουρασμένοι και διψασμένοι. (Λ. Δ.)

 


17. Το αθάνατο νερό το βρήκε ο Μεγαλέξανδρος σε μια λιμνούλα, μέσα σε μια σκοτεινή σπηλιά. Πήρε το νερό, για να το πάει στη Γοργόνα, που του το είχε ζητήσει. Δεν μπορούσε να το πάρει μόνη της, αφού η σπηλιά αυτή ήταν έξω από τη θάλασσα. Ο Μεγαλέξανδρος δεν πίνει καθόλου από το νερό αυτό, αφού δεν θέλει να γίνει αθάνατος. Η Γοργόνα αποφάσισε να γίνει αθάνατη όταν μπήκε για πρώτη φορά μέσα στη θάλασσα. Της άρεσε τόσο, που πήγε σ’ ένα μαγικό φύκι και απόκτησε ουρά ψαριού. Ο Μεγαλέξανδρος της δίνει το νερό, η Γοργόνα το πίνει κι έτσι ζει για πάντα μέσα στη θάλασσα. (Α. Β.)

 


18. Η Γοργόνα παίρνει το νερό απ’ τα χέρια του Μεγαλέξανδρου. Εκείνος της το δίνει, για να γίνει αθάνατη. Ήθελαν να είναι και οι δύο αθάνατοι, για να μην χωριστούν ποτέ. Από τότε που ήταν μικροί, ζούσαν οι δυο τους, αφού οι γονείς τους είχαν πνιγεί όταν ταξίδευαν με το καράβι. Τα παιδιά τούς θυμούνται από μια φωτογραφία. (Δ. Π.)

 


19. Ο Μεγαλέξανδρος κατεβαίνει απ’ το βουνό, για να πάρει το καράβι και να πάει στη γιαγιά του. Η Γοργόνα πηγαίνει εκεί κολυμπώντας. Η Γοργόνα της δίνει το αθάνατο νερό αλλά η γιαγιά δεν το πίνει, γιατί δεν είναι διψασμένη. Έτσι πηγαίνει στον ουρανό. Η Γοργόνα κι ο Μεγαλέξανδρος θα πιουν όλο το αθάνατο νερό κι έτσι δεν θα ξαναδούν τη γιαγιά τους ποτέ. Θα ζήσουν για πάντα ο καθένας στο βασίλειό του. (Χ. Φ.)

ΤΕΛΟΣ

Σχετικά με Ένα νηπιαγωγείο που αγαπά τη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Εφαρμοσμένα καινοτόμα εκπαιδευτικά λογοτεχνικά προγράμματα.


Περισσότερες πληροφορίες
Δημοσιεύθηκε στην Διδακτική της Λογοτεχνίας, Λαϊκοί Μύθοι και Θρύλοι, Νεοελληνική Λογοτεχνία, Παιδική Λογοτεχνία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση