2012… ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΕΣ

`

    Για ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ-ΕΚΠΑΙΔΕΥΣΗ βλέπε και στο iliaeleni’s blog         

Εισαγωγή:  Τα παρακάτω κείμενα τα αφηγήθηκαν μαθητές του Νηπιαγωγείου μας των σχολικών ετών 2010-2011 και 2011-2012. Στην παρένθεση που ακολουθεί κάθε κείμενο παρατίθεται το όνομα του νηπίου που το αφηγήθηκε. Οι αφηγήσεις προέκυψαν με ερέθισμα το εγκιβωτισμένο απόσπασμα της Αιολικής Γης του Ηλία Βενέζη (σελίδες 76-77) όπου παρουσιάζεται μια διαφορετική αφηγηματική εκδοχή του παραμυθιού της Κοκκινοσκουφίτσας. Στην εκδοχή αυτή τα στοιχεία του κλασικού παραμυθιού εμπλουτίζονται και διαφοροποιούνται σύμφωνα με τις εμπειρίες του παππού του έργου, ο οποίος αφηγείται συχνά την παραλλαγμένη ιστορία στα εγγόνια του. Στην εκδοχή του είναι έκδηλη η αγάπη του για το φυσικό περιβάλλον όπου ζει. Η «Κοκκινοσκουφίτσα του παππού» χρησιμοποιήθηκε ως πρότυπο για τους μαθητές μας, προκειμένου να δημιουργήσουν τις δικές τους πρωτότυπες αφηγήσεις. Τα νήπια αξιοποίησαν στοιχεία της κλασικής Κοκκινοσκουφίτσας , η οποία τούς ήταν ήδη γνωστή, καθώς και στοιχεία της Κοκκινοσκουφίτσας του Βενέζη, προχώρησαν δε σε τροποποιήσεις και ανατροπές τους, που αναδεικνύουν την ποιότητα της δημιουργικής σκέψης που χαρακτηρίζει τη συγκεκριμένη ηλικία. Στα κείμενά τους καταγράφονται τα  συναισθήματα, οι επιθυμίες και τα ερεθίσματα που δέχονται, αφομοιώνουν και αξιοποιούν δημιουργικά.

Τα κείμενα  3-15 που ανήκουν στους μαθητές της περσινής χρονιάς προέκυψαν αναλυτικότερα ως εξής. Μετά από την ανάγνωση του αποσπάσματος της Αιολικής Γης, ζητήθηκε από τα παιδιά η εικονογράφησή του. Στη συνέχεια κάθε νήπιο επέλεγε μία από τις ζωγραφιές των συμμαθητών του και με βάση αυτήν ανέπτυσσε τη δική του αφηγηματική εκδοχή.

Όλα τα υπόλοιπα παιδικά κείμενα (εκείνα των φετινών μαθητών), προηγήθηκαν  από τις ζωγραφιές που αναφέρονταν σε αυτά. Αφού δηλαδή κάθε νήπιο ολοκλήρωνε την αφήγησή του, στη συνέχεια οι συμμαθητές του την εικονογραφούσαν.

Τα κείμενα των νηπίων παρουσιάζονται από τα ίδια ως θεατρική παράσταση στην ανοιχτή χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του Νηπιαγωγείου μας. Για το λόγο αυτό τα συνδέσαμε στο παρακάτω έργο με την Πρωτοχρονιά, οπότε ο Άγιος Βασίλης φροντίζει  για την εκπλήρωση των επιθυμιών των παιδιών.

Οι ζωγραφιές, κάποιες από τις οποίες συνοδεύουν εδώ ενδεικτικά τα αντίστοιχα κείμενα, εκτίθενται  στην αίθουσα όπου πραγματοποιείται η χριστουγεννιάτικη εκδήλωση του Νηπιαγωγείου μας.                                                                                                       .

Σχεδιασμός προγράμματος- Σύνταξη δημοσίευσης- Επιμέλεια θεατρικού κειμένου:

Ελένη Α. Ηλία

                                  

                                                                                 2012… ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΕΣ

                                                                                                (Θ ε α τ ρ ι κ ό)

Μαμά: Φάε, γιατί αλλιώς θα φωνάξω τον κακό το λύκο.

Παιδάκι: Μαμά είναι κακός ο λύκος;

Μαμά.: Η Κοκκινοσκουφίτσα ξέρει. Ρώτησέ την.

Παιδάκι:  Θα ρωτήσω και το λύκο. Αλλά πού να τους βρω;

Μαμά:  Παρακάλεσε τον Άι-Βασίλη να τους στείλει εδώ.

Ακούγονται τα κάλαντα της Πρωτοχρονιάς και στη σκηνή εισέρχονται τα νήπια ντυμένα Κοκκινοσκουφίτσες και Λύκοι. Κάθε νήπιο αφηγείται μία από τις ιστορίες που ακολουθούν. Τα κείμενα με την αρίθμηση 1, 2, 3, 4, 7, 12, 16, 18, 19, 20, 22, 23, 25, 27, 29, 31, 33, 35 τα αφηγούνται τα κορίτσια, που υποδύονται την Κοκκινοσκουφίτσα ενώ τα υπόλοιπα τα αφηγούνται τα αγόρια, που υποδύονται το Λύκο.

 

1.     

Η μικρή βελανιδιά που είναι φίλη μου, με γλίτωσε από το λύκο. Με πήγε στο      Μεγάλο Δάσος με τις βελανιδιές, ψηλά στα Κιμιντένια. Τα σκληρά κλωνάρια τους γέρναν σαν χέρια πάνω μου. Τα φύλλα τους έπεφταν σαν χρυσή βροχή. Μου φώναζαν: «Μείνε μαζί μας Κοκκινοσκουφίτσα!» Θα το κάνω και θα γίνω το μοναδικό ελάφι του δάσους. [Η Κοκκινοσκουφίτσα του παππού στην Αιολική Γη]

 

 

 

2.   Θα ήθελα να είχα αδερφάκια αλλά δεν έχω. Έτσι κάνω παρέα με τη γιαγιά μου. Παίζουμε μαζί επιτραπέζια. Η γιαγιά δεν τα ξέρει καλά κι έτσι την κερδίζω συνέχεια. Όταν φτάσω είκοσι χρονών, θα γίνω ελαφάκι. Οι βελανιδιές θα με μεταμορφώσουν, γιατί μέσα στο δάσος δεν υπάρχει κανένα ελαφάκι. Θα χοροπηδάω ανάμεσά τους, θα σκαρφαλώνω πάνω τους, θα κόβω τα φύλλα τους και θα τα ρίχνω κάτω. Όταν θα έχω γίνει ελαφάκι, θα πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς, εκείνη όμως δεν θα με γνωρίζει. Θα με ταϊζει σποράκια, θα μου δίνει νεράκι και θα με χαϊδεύει. Επειδή θα είναι στεναχωρημένη που θα της λείπω, θα φροντίζει το ελαφάκι κι έτσι θα παρηγοριέται. (Χριστίνα Τριβέλλα)

3.

Είμαι στο δάσος με τις βελανιδιές και μαζεύω λουλούδια, για να τα πάω στη γιαγιά μου. Ο λύκος με ακολούθησε. Άρχισε να τρέχει καταπάνω μου, για να με πιάσει. Όμως τρέχω κι εγώ κι όλο του ξεφεύγω, γιατί πριν έρθω στο δάσος είχα φάει καλά. Ενώ ο λύκος είναι πεινασμένος και κουράζεται. Έτσι δεν μπορεί να με φτάσει (Σοφία Πηλιχού)

 

 

 

4.  Περπατάω στο δάσος. Οι βελανιδιές μου ζητάνε να μείνω μαζί τους για πάντα. Μου αρέσει εδώ αλλά δεν μπορώ να μένω συνέχεια. Θέλω να πηγαίνω να βλέπω τη γιαγιά μου. Μια φορά τη βρήκα γρατζουνισμένη απ’ το λύκο. Ήθελε να την φάει, όμως δεν μπορούσε γιατί είχε πιει πολύ νερό κι η κοιλιά του ήταν φουσκωμένη. Έτσι τη γρατζούνισε μόνο για να με τρομάξει. Ήθελε να είμαι λυπημένη, για να με πιάσει εύκολα. Είχε δέσει ένα σχοινί, για να σκόνταφτα όπως γύριζα από τη γιαγιά, να έπεφτα και να ορμούσε καταπάνω μου. (Ειρήνη Γκολέμη)

 

 

 

5. 

Έφαγα τη γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας και  φούσκωσε η κοιλιά του. Πήγα να πιω νερό στο ποτάμι, για να χωνέψω κι εκεί με βρήκε ένας κυνηγός κι άρχισε να με πυροβολεί. Τραυματίστηκα. Η Κοκκινοσκουφίτσα έφτασε στο σπίτι της γιαγιάς κι έψαχνε να τη βρει. Ύστερα ήρθε στο ποτάμι. Εγώ έκανα ψέματα πως είμαι πεθαμένος. Η Κοκκινοσκουφίτσα τρόμαξε κι έφυγε τρέχοντας. Μπήκε στο δάσος με τις βελανιδιές, για να ξεκουραστεί. (Κωνσταντίνος Λιόσης)

 

 

 

 

6.  Ο κυνηγός μου άλλαξε τα μυαλά, για να μην φάω την Κοκκινοσκουφίτσα. Η Κοκκινοσκουφίτσα έπαιζε με τη βελανιδιά έξω από το σπίτι της. Έτρεχε συνέχεια γύρω της ώσπου έγινε ελάφι. Ο κυνηγός δεν ξέρει ότι τώρα η Κοκκινοσκουφίτσα έχει γίνει ελάφι. Έτσι το ελαφάκι κινδυνεύει από τον κυνηγό. Στοχεύει το ελάφι αλλά εκείνο του ξεφεύγει και μπαίνει στο δάσος με τις βελανιδιές, όπου δεν πηγαίνουν κυνηγοί. Κι έτσι γλιτώνει. (Παύλος Παπαδόπουλος)

 

 

 

 

7.                                                                            

Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς κι αντί για τη γιαγιά μου βρίσκω εκεί το λύκο. Αρχίζω να τρέχω για να γλιτώσω. Στο δρόμο μου πέφτει ένα βελανίδι. Χοροπήδησε και το έπιασα. Το βελανίδι είναι μαγικό, κάνει ευχές. Έτσι ευχήθηκε και για μένα, να τρέξω πάρα πολύ γρήγορα, για να μην με φτάσει  ο λύκος. Πρόλαβα και μπήκα στο σπίτι μου και σώθηκα. (Σοφία Ντάρα)

 

 

 

8.  Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας είναι στην κουζίνα και πίνει ένα ποτήρι γάλα. Εγώ πηγαίνω τότε και πέφτω στο κρεβάτι της. Εκείνη τη στιγμή φτάνει η Κοκκινοσκουφίτσα, που έχει φέρει στη γιαγιά της ένα κέικ. Με βλέπει, τρομάζει και βγαίνει έξω από το σπίτι. Βγαίνω κι εγώ πίσω της. Της ζητάω το κέικ κι εκείνη μου το δίνει. Το τρώω και τότε η Κοκκινοσκουφίτσα ξαναμπαίνει στο σπίτι της γιαγιάς. Η γιαγιά της λέει ότι της έλειψε πολύ και της δίνει ένα ποτήρι γάλα. Έπειτα ξαπλώνουν μαζί στο κρεβάτι για να κοιμηθούν, γιατί η Κοκκινοσκουφίτσα είναι κουρασμένη από το δρόμο. (Νικόλας Ρουμπάτι)

 

9.  Το σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας είναι ανάμεσα στις βελανιδιές. Κρύβομαι εκεί και την περιμένω. Οι βελανιδιές ειδοποιούν την Κοκκινοσκουφίτσα να μην βγει από το σπίτι. Τότε εγώ ανεβαίνω στα κεραμίδια κι από κει στα κλαδιά μιας βελανιδιάς. Τρώω όλα της τα βελανίδια. Ύστερα ανεβαίνω και σ’ άλλη βελανιδιά και τρώω τα βελανίδια. Χορταίνω και φεύγω χωρίς να φάω την Κοκκινοσκουφίτσα. (Γιάννης Ηλιόπουλος)

 

10.  Η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας έχει πάει να ψωνίσει κι εγώ κρύβομαι δίπλα στο κρεβάτι της. Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι απέξω και παίζει. Όταν γυρίζει η γιαγιά, έχει φέρει γάλατα, ζάχαρη, καφέδες και ξύλα, για ν’ ανάψει το τζάκι. Μένω κρυμμένος χωρίς να κάνω καθόλου φασαρία. Επειδή είναι κουρασμένη, ξαπλώνει να κοιμηθεί χωρίς να με δει. Τότε εγώ την τρώω. Μετά μπαίνει μέσα η Κοκκινοσκουφίτσα κι αρχίζει να μου πετά τα ξύλα για να με σκοτώσει. Ανοίγει την κοιλιά μου μ’ ένα ψαλίδι κι ελευθερώνει τη γιαγιά της. (Αργύρης Τίτας)

 

11.  Μια κακιά μάγισσα μαγεύει την Κοκκινοσκουφίτσα κι εκείνη γίνεται πρόβατο. Όταν σκοτεινιάζει γυρίζει στο σπίτι της αλλά οι γονείς της δεν την αναγνωρίζουν και την διώχνουν. Η Κοκκινοσκουφίτσα δεν έχει φωνή, για να τους πει ποια είναι. Συναντάω το πρόβατο αλλά δεν το πειράζω, γιατί είμαι καλός λύκος. Όμως το προβατάκι τρομάζει από το κακό φεγγάρι και μπαίνεισε μια στάνη με πολλά πρόβατα. (Κωνσταντίνος Κωτσαλάς)

 

12.                                                                          

Η φίλη μου τη βελανιδιά μου είπε για το λύκο που ζει στα Κιμιντένια ότι είναι κακός και μπορεί να με φάει. Έτσι φοβόμουν ν’ ανέβω στο βουνό. Τώρα όμως που έγινα πέντε χρονών, ανέβηκα στο βουνό, για να δω μόνος μου πόσο κακός  είναι ο λύκος. Όταν τον είδα, κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο, για να μην με δει κι αυτός. Σκέφτηκα ένα σχέδιο για να τον εμποδίσω να φτάσει στο καλυβάκι της γιαγιάς. Τον φώναξα και του είπα αν θέλει να φάει κάτι από το καλαθάκι μου. Αυτός τα έφαγε όλα. Τότε άρχισα να τρέχω γύρω-γύρω κι εκείνος έτρεχε πίσω μου, για να με φάει κι εμένα. Έτσι ζαλίστηκε κι εγώ βρήκα χρόνο να φτάσω πρώτη στη γιαγιά και να κλειδώσω την πόρτα. (Ηλιάνα Μανώλη)

 

13.  Η Κοκκινοσκουφίτσα μαζεύει λουλούδια, για να τα χαρίσει στον ήλιο. Ανεβαίνει στην κορυφή της βελανιδιάς, για να φτάσει στον ουρανό και δίνει στον ήλιο τα λουλούδια, επειδή μας χαρίζει το φως. Ύστερα η Κοκκινοσκουφίτσα μαζεύει όλα τα βελανίδια, για να παίζει όταν είναι στο σπίτι της. Στο σπίτι της γιαγιάς της δεν πηγαίνει ποτέ, γιατί με φοβάται. Η γιαγιά μένει συνέχεια κλειδωμένη στο σπίτι της, για να μην της κάνω κακό. Έτσι η Κοκκινοσκουφίτσα όταν θέλει ν’ ακούσει παραμύθια, τα διαβάζει στα βιβλία της.

 

14.  Κάθε μεσημέρι η γιαγιά της Κοκκινοσκουφίτσας την παίρνει από το σχολείο και πηγαίνουν στο σπίτι της μέχρι να τελειώσει η μαμά της τη δουλειά και να πάει να την πάρει. Μια μέρα τις περίμενα στο δρόμο. Κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο, για να βγω ξαφνικά μπροστά στην Κοκκινοσκουφίτσα και να τη φάω. Η γιαγιά της τότε μου έριξε μία με την ομπρέλα, ζαλίστηκα κι έπεσα στο δρόμο. Τότε πέρασε κι ένας σκαραβαίος και με χτύπησε. Έτσι μου ξέφυγαν η Κοκκινοσκουφίτσα με τη γιαγιά της. (Παναγιώτης Κουστουμπάρδης)

 

15.  Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας, γιατί θέλω να δω τηλεόραση. Η πόρτα είναι ανοιχτή, γιατί η γιαγιά περιμένει την Κοκκινοσκουφίτσα. Μπαίνω στο σπίτι και σπάω την τηλεόραση κατά λάθος. Τότε ξεσπάει φωτιά. Έρχεται η Κοκκινοσκουφίτσα και ειδοποιεί την αστυνομία. Με πηγαίνουν στο νοσοκομείο, γιατί έχω χτυπήσει το κεφάλι μου. Θα με βάλουν στο αναπηρικό καροτσάκι και θα με γυρίσουν στη φωλιά μου. (Μάριο Μεμάι)

 

16.  

Για να πάω στο σπίτι της γιαγιάς, πήρα το δρόμο με τα κακά ζωάκια, γιατί με κορόιδεψε ο λύκος. Μου είπε ότι αυτός ο δρόμος ήταν καλύτερος κι εγώ που είμαι μικρή, τον πίστεψα. Όταν περνούσα, τα κακά ζωάκια κοιμόντουσαν. Εγώ περπατούσα στις μύτες των ποδιών, για να μην τα ξυπνήσω. Έτσι άργησα να φτάσω στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν κατάλαβα ότι ο λύκος την είχε κλειδώσει στη ντουλάπα κι είχε φορέσει τα ρούχα της. Πήγα να της ετοιμάσω φαγητό. Όταν βγήκα από την κουζίνα, ο λύκος είχε βγάλει τα ρούχα της γιαγιάς. Όπως τον είδα κανονικό, τρόμαξα κι έκλεισα τα μάτια μου. Τότε ακούστηκε η γιαγιά από τη ντουλάπα, να φωνάζει «Βοήθεια!». Ένας κυνηγός που περνούσε, την άκουσε, σκότωσε το λύκο κι έτσι ελευθέρωσα τη γιαγιά (Αγγελική Τσεκούρα).

 

 

 

17. Ζω μόνος στο σπίτι μου στο δάσος και περιμένω να περάσει η Κοκκινοσκουφίτσα, για να την φάω. Πριν δοκίμασα να φάω το μπαμπά της αλλά μόλις μπήκα στο σπίτι του από το ανοιχτό τζάμι, γύρισε να πάρει το όπλο του και φοβήθηκα κι έφυγα. Η Κοκκινοσκουφίτσα με βλέπει κι αρχίζει να τρέχει αριστερά και δεξιά ώσπου τη χάνω. Είναι κρυμμένη πίσω από τα δέντρα. Ψάχνω και θα την βρω. Μετά έχουν σειρά η μαμά κι ο μπαμπάς της, γιατί πεινάω πολύ. Αλίμονό μου όμως αν με δει κανένας κυνηγός. Θα γεμίσει την κοιλιά μου πέτρες και θα πνιγώ. (Χρήστος Φίλης)

 

 

 

18. 

Το χαϊδευτικό μου όνομα είναι Σκουφίτσα. Έχω ένα κουταβάκι, που το φροντίζω μόνη μου, γιατί η μαμά έχει πολλές δουλειές. Το πλένω, του δίνω φαγητό και νεράκι και το παίρνω στην αγκαλιά μου, για να το πάω βόλτα στο δάσος. Μια μέρα στο δάσος ήταν ο λύκος και κοιμόταν. Το κουταβάκι μου γάβγισε και τον ξύπνησε. Ο λύκος μου ζήτησε τη ζακέτα μου, γιατί κρύωνε. Φοβήθηκα ότι αυτό που πραγματικά ήθελε, ήταν να φάει το κουταβάκι μου. Έτσι άρχισα να τρέχω, για να του ξεφύγω. Όταν έφτασα στο σπίτι μου, έκλεισα τα παράθυρα, για να μην βλέπει το κουταβάκι το λύκο, επειδή φοβόταν. Ύστερα ο λύκος έφυγε και πήγε στο σπίτι της γιαγιάς. Εκείνη έκρυψε αμέσως το φαγητό της, για να μην το φάει ο λύκος. Κι έτσι ο λύκος κοιμήθηκε πάλι νηστικός (Ευδοκία Ανδρεάδου)

 

19.  Είμαι πέντε χρονών. Η μαμά μου με στέλνει να πάω το φαγητό στη γιαγιά, που μένει στην άλλη άκρη του δρόμου. Σήμερα συνάντησα δύο λύκους. Ο ένας είχε κατέβει απ’ το βουνό κι ο άλλος είχε φύγει απ’ το δάσος. Άρχισαν να τσακώνονται για μένα. Όταν έφυγα απ’ το σπίτι της γιαγιάς, οι λύκοι μου είπαν: «Πού πας κοριτσάκι;» Τότε εγώ που ξέρω καράτε,  τους έπιασα έναν-έναν απ’ τα πόδια και τους πέταξα μακριά. Οι λύκοι φοβήθηκαν τόσο πολύ, που δεν ξαναφάνηκαν στο δρόμο μου (Ζωή Αραβαντινού)

 

 

 

20.  Πηγαίνω στο Νηπιαγωγείο. Μία φορά με το μπαμπά μου είδαμε το λύκο που έφαγε μια πασχαλίτσα κι ύστερα πέθανε από την πείνα. Ο μπαμπάς μου αγαπά τα άλογα, τα προβατάκια, τις αγελάδες αλλά όχι τους λύκους. Ούτε και εγώ ταϊζω λύκους, γιατί μια φορά που πήγα να ταϊσω κάποιον, αυτός παραλίγο να μου δαγκώσει το δάχτυλο. Ταϊζω όμως το ελαφάκι που έχει παρέα η γιαγιά μου. Το είχε βρει σ’ ένα δέντρο κοντά στο σπίτι της. Ήταν τραυματισμένο στο πόδι. Το είχε τσιμπήσει μέλισσα. Η γιαγιά το έκανε καλά κι έγιναν φίλοι (Άννα-Μαρία Βρεττού).

 

21.                                                                         

Είμαι στο δάσος και περιμένω την Κοκκινοσκουφίτσα. Ο Θεούλης έχει θυμώσει μαζί μου, επειδή ξέρει ότι θέλω να την φάω κι έτσι ενώ παντού είναι μέρα, εδώ που βρίσκομαι εγώ έχει ρίξει σκοτάδι. Αλλά έχω τόσο πολύ καιρό να φάω. Όλα τα ζώα έχουν τρομάξει κι έχουν φύγει από το δάσος. Έχουν πάει στο σπίτι της γιαγιάς της Κοκκινοσκουφίτσας, για να την προσέχουν. Όταν ήταν στο δάσος κι έψαχναν να βρουν φαγητό, τα άρπαζα ένα-ένα, τα πήγαινα στο σπίτι και τα τρώγαμε μαζί με το μπαμπά μου (Χρήστος Παπαδάς)

 

 

22.  Μια φορά που χιόνιζε φόρεσα ένα κόκκινο σκουφάκι, για να πάω φαγητό στη  γιαγιά μου που είχε πάθει γρίπη. Μου αρέσει πολύ το χιόνι κι έτσι σταμάτησα, για να φτιάξω ένα χιονάνθρωπο. Όπως σκάλιζα το χιόνι με τα χέρια μου, βρήκα δύο λύκους. Ο ένας ήταν κακός. Το κατάλαβα από τα δόντια του, που ήταν κοφτερά. Ο άλλος φαινόταν καλός. Έτσι τον πήρα και τον πήγα μέσα σ’ ένα μαγικό κήπο, που τον ζέσταινε ο ήλιος. Όταν ο λύκος ξεπάγωσε, έγινε άγριος. Όμως εκεί που περπατούσε, γλίστρησε πάνω στη μαγική σκόνη του κήπου και μεταμορφώθηκε σε πεταλούδα. Τον άλλο λύκο που ήταν κακός, τον βρήκε ένας κυνηγός μες στο χιόνι και τον σκότωσε. (Έλενα Παπαδά)

 

 

23.   Έχω πολλές αδερφές, που είναι πιο μεγάλες από μένα και παίζουμε όλες μαζί χιονοπόλεμο το Χειμώνα ενώ το Καλοκαίρι πηγαίνουμε στη θάλασσα και πετάμε η μια στην άλλη νερό. Εμένα με φωνάζουν Κοκκινοσκουφίτσα, γιατί όταν κάνει κρύο, φοράω κόκκινο σκούφο. Μια μέρα που πήγα μόνη μου στο σπίτι της γιαγιάς, είχα βγει στον κήπο της να μαζέψω μαργαρίτες. Τότε  μπήκε κρυφά μες στο σπίτι ένας λύκος και κρύφτηκε κάτω από το κρεβάτι, που κοιμόταν η γιαγιά. Όταν γύρισα μέσα, είδα το λύκο στην κρεβατοκάμαρα. Πήρα ένα δηλητήριο απ’ την κουζίνα, τον ψέκασα και ο λύκος λιποθύμησε. (Κατερίνα Μουρτζάκη).

 

24.                                                                          

Είμαι έξω από το σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας. Την περιμένω για να την φάω.  Ανοίγει την πόρτα της, για να δει αν βρέχει. Είμαι κρυμμένος πίσω από τα δέντρα και δεν με βλέπει. Την αρπάζω και την τρώω. Οι γονείς της ψάχνουν ανάμεσα στα δέντρα για να τη βρουν. Έχουν ανησυχήσει και βάζουν τα κλάματα. Κάποιος που τα είδε όλα, τους στέλνει στη φωλιά μου. Τους τρώω κι αυτούς. Αν περάσει κάποιος με πιστόλι, θα με πυροβολήσει. Τότε από την τρύπα θα βγουν και η Κοκκινοσκουφίτσα και οι γονείς της. (Βαγγέλης Τόπι)

 

 

25.   Δεν φοβόμουν να μπαίνω στο δάσος, γιατί ο μπαμπάς μου είχε πει ότι σκότωσε όλους τους λύκους. Όμως μια μέρα  που μάζευα φράουλες, έχασα το δρόμο μου κι έφτασα κοντά σ’ ένα βράχο. Ήταν το σπίτι του λύκου, που με περίμενε, για να με φάει. Δεν έφευγε μακριά από τη φωλιά του, γιατί φοβόταν μην τον σκοτώσουν κι αυτόν. Έτρεξα στο σπίτι να ειδοποιήσω το μπαμπά μου. Όμως κι ο λύκος έτρεξε γρήγορα σαν τον άνεμο, πέρασε κολυμπώντας το ποτάμι και έφτασε από την άλλη μεριά του δάσους. Ο μπαμπάς μου φτιάχνει ένα καράβι και περνάει κι αυτός μετά από λίγο καιρό το ποτάμι. Ψάχνει το δάσος και βρίσκει το λύκο μαζί με άλλους τέσσερις λύκους να κάνουν πάρτι. Τους σκοτώνει όλους, για να μην κινδυνέψω ξανά. (Λένια Δημητροπούλου)

 

 

26.                                                                         

Η Κοκκινοσκουφίτσα έχει ένα φακό, για να βλέπει το δρόμο όταν πηγαίνει στο σπίτι της γιαγιάς της, που είναι στο βουνό, κοντά στο δικό μου σπίτι. Εγώ θέλω αυτός ο φακός να γίνει δικός μου. Θέλω δικό μου και το ρολόι της γιαγιάς. Ό,τι έχουν οι άλλοι, τα ζηλεύω όλα και τα θέλω δικά μου. Έτσι όταν βλέπω την Κοκκινοσκουφίτσα, γίνεται πανικός. Όμως αυτή προλαβαίνει και φωνάζει «μαμά, μαμά!». Εκείνη την ακούει και με κυνηγάει με μια ζουγκράνα της γιαγιάς. Παίρνω το αυτοκίνητό μου, για να φύγω πολύ γρήγορα αλλά το τρακάρω και με πιάνει η αστυνομία. (Θοδωρής Μαυρέλης)

 

 

27.   Το σπίτι μου βρίσκεται στην πόλη, κοντά στο σπίτι της γιαγιάς μου. Στη διαδρομή για το σπίτι της γιαγιάς συναντάω τις φίλες μου και πηγαίνουμε όλες μαζί εκεί, για να παίξουμε. Μια φορά η γιαγιά μας έκανε πλάκα. Όταν παίζαμε σκοτεινό δωμάτιο, η γιαγιά φόρεσε μια στολή αρκούδας και μπήκε μέσα να μας τρομάξει. Μετά την πρώτη τρομάρα, σκεφτήκαμε πως θα ήταν η γιαγιά. Τη ρωτήσαμε κι εκείνη απάντησε με τρομαχτική φωνή: «Δεν είμαι η γιαγιά, είμαι μια αρκούδα.» Τότε γελάσαμε πολύ. Ύστερα μας χτύπησε ο λύκος την πόρτα, γιατί πεινούσε. Του πετάξαμε κρέας μαγειρεμένο στην κατσαρόλα. Αυτός το άρπαξε και γύρισε στο δάσος. (Δήμητρα Πετροπούλου)

 

 

28.                                        

Κάθε μέρα μπαίνω στο σπίτι της Κοκκινοσκουφίτσας από το παράθυρο όταν λείπουν όλοι και ψάχνω τα ντουλάπια. Βρίσκω πατάτες, αγγούρια, ντομάτες, ψωμί του τοστ και φτιάχνω σάντουιτς και σαλάτες. Τα τρώω και γυρίζω στο δάσος να κοιμηθώ. Μια μέρα που έλειπαν στο σούπερ μάρκετ, έφτιαχνα μπισκότα. Τους άκουσα που γύρισαν και πήδησα αμέσως από το παράθυρο. Μου είχε χυθεί αλεύρι και άφησα το σπίτι λερωμένο, δεν πρόλαβα να το καθαρίσω. Έτσι κατάλαβαν ότι κάποιος μπαίνει μέσα κι έβαλαν στο σπίτι κάμερα. Από τότε δεν μπορώ να πηγαίνω. Τώρα πια πάω και τρώω στο σπίτι της γιαγιάς. Αν με ανακαλύψουν, ο μπαμπάς της Κοκκινοσκουφίτσας που είναι κυνηγός, θα έρθει στο δάσος να με σκοτώσει. (Τζόνυ Ζυκάι)

 

 

29.   Πηγαίνω στο Γυμνάσιο. Η στολή του σχολείου μου έχει κόκκινο φόρεμα και κόκκινο καπέλο. Έτσι η γιαγιά μου με φωνάζει Κοκκινοσκουφίτσα. Έχω βρει μια ροζ πεταλούδα και την έχω κάνει κατοικίδιο. Την παίρνω μαζί μου στο μάθημα. Της δίνω φαγητό και νεράκι. Τρώει όλα τα λουλούδια, ακόμη και τα δηλητηριώδη. Στο σπίτι έχουμε κι άλλα ζωάκια που τα φροντίζει ο μπαμπάς μου, κοτοπουλάκια, πάπιες, αλογάκια και μοσχαράκια. Ο μπαμπάς μου είναι και κυνηγός. Σκοτώνει τους λύκους κι επειδή δεν μου αρέσει να τους βλέπω σκοτωμένους, τους ρίχνει σ’ ένα μπουντρούμι. (Κωνσταντίνα Βασιλείου)

 

 

 

 

 

30.                                    

Ο μπαμπάς της Κοκκινοσκουφίτσας μου χάλασε το σπίτι μ’ ένα σφυρί. Θύμωσε γιατί είχα πάει στο μαντρί του και του πήρα το φαγητό. Επειδή φοβόμουν να μην με σκοτώσει, πήρα το καράβι και πήγα στο νησί. Όμως αυτός ακολούθησε τα χνάρια μου και έφτασε στο νησί με το επόμενο πλοίο. Εδώ κάνουν διακοπές η Κοκκινοσκουφίτσα με τη γιαγιά της. Πήγε να τις ρωτήσει αν είναι καλά και τους είπε να μην φοβούνται, γιατί θα με σκοτώσει (Μάνος Φίλης)

 

 

 

 

 

31.   |Περνάω από το δάσος και πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς. Δεν φοβάμαι, γιατί στο δάσος δεν υπάρχουν άγρια ζώα. Κανένας άλλος άνθρωπος δεν περνάει από το δάσος, γιατί όλοι νομίζουν ότι έχει λύκους. Μόνον εγώ έχω πάει εκεί και ξέρω την αλήθεια. Όποτε με βλέπουν να μπαίνω στο δάσος, μου λένε ότι θα με δαγκώσουν οι λύκοι. Συνέχεια τους απαντάω ότι δεν υπάρχουν λύκοι, μα αυτοί το ξεχνάνε. Τι έχουν μέσα στο μυαλό τους αυτοί οι άνθρωποι; Πιστεύω όταν περάσει καιρός να καταλάβουν. (Κατερίνα Σκουρτιά)

 

 

 

32.                                                    

Εγώ μαζί με άλλους τέσσερις λύκους ανοίγουμε δρόμους,  για να περάσει η Κοκκινοσκουφίτσα από το δάσος και να πάει στη γιαγιά της. Αλλά δεν έχουμε προλάβει να φτιάξουμε το δρόμο μέχρι το σπίτι της γιαγιάς. Εκεί μπροστά είναι χαλασμένος, έχει κοπεί. Εγώ μέχρι να φτάσει η Κοκκινοσκουφίτσα,  κλειδώνω τη γιαγιά στη ντουλάπα, για να πέσω στο κρεβάτι της. Όταν η Κοκκινοσκουφίτσα με βρίσκει, με έχει πάρει ο ύπνος στο κρεβάτι της γιαγιάς. Μου παίρνει το κλειδί, ανοίγει τη ντουλάπα και  ελευθερώνει τη γιαγιά. Την περνάει με δυσκολία από τον κομμένο δρόμο μ’ ένα καρότσι και φτάνουν στο σπίτι της. Εγώ θα μείνω για πάντα εδώ. Έρχονται και οι άλλοι λύκοι που φτιάχνουμε μαζί τους δρόμους, για να ξεκουράζονται κι αυτοί. (Γιάννης Κοσμίδης)

 

 

33.   Εγώ με τους γονείς μου μένουμε στο σπίτι μας στο δάσος. Έχουμε πισίνα και μια λιμνούλα με πάπιες και κύκνους. Δεν φοβόμουν να βγαίνω μόνη μου στο δάσος, γιατί δεν ήξερα ότι υπάρχει λύκος. Οι γονείς μου δεν μου το είχαν πει, για να μην τρομάξω. Αυτοί δεν ήξεραν ότι πήγαινα μόνη μου έξω στο δάσος. Πήγαινα κρυφά όταν ήταν μεσημέρι κι οι γονείς μου κοιμούνταν. Μια μέρα με πλησίασε ένα μικρό λυκάκι. Γίναμε αμέσως φίλοι. Το πήρα να μείνει στο σπίτι κοντά μου. Τότε οι γονείς μου κατάλαβαν ότι έβγαινα μόνη μου. Μου είπαν από δω και πέρα να βγαίνω μόνο μαζί με το λυκάκι. Το ζωάκι θα βγαίνει και μόνο του, για να πηγαίνει στο μπαμπά του. Δεν θέλει να του μιλήσει για την Κοκκινοσκουφίτσα, γιατί φοβάται να μην της κάνει κακό. Όμως μια φορά ξεχνιέται και του το λέει. Ο λύκος προσκαλεί στο δάσος την Κοκκινοσκουφίτσα με τους γονείς της. Όποτε δεν βρίσκει φαγητό, πηγαίνει εκείνος και τρώει στο σπίτι της.  (Ελευθερία Καραμήτρου)

 

 

34.                                                                         

Πηγαίνω στην πλατεία να παίξω με τα παιδιά. Βαρέθηκα να είμαι μόνος μου. Φοράω καπέλο για να μην με ενοχλεί ο ήλιος. Με το καπέλο δεν φαίνομαι καθόλου τρομαχτικός. Φωνάζω τα παιδιά γύρω μου και τους διαβάζω το παραμύθι «Τα τρία γουρουνάκια». Τα παιδιά καταλαβαίνουν ότι είμαι καλός, γιατί χαμογελάω. Τα παιδιά με αγκαλιάζουν. Η Κοκκινοσκουφίτσα έρχεται στην πλατεία κι έτσι έχουμε γνωριστεί. Το βράδυ κοιμόμαστε παρέα στο σπίτι της. Όταν τα παιδιά είναι στο σχολείο, πηγαίνω σ’ ένα στάβλο και παίζω με τα προβατάκια. (Γιώργος Μπασινάς)

 

 

35.  Αυτό το βράδυ είμαστε βόλτα με τις φίλες μου απ’ το σχολείο. Μας έχει πάει ο μπαμπάς μου σ’ ένα άλλο χωριό με το αυτοκίνητο. Λύκοι δεν υπάρχουν πουθενά, γιατί ο μπαμπάς μου είναι κυνηγός και τους έχει σκοτώσει όλους. Όταν γυρίζουμε τ’ άλλα κορίτσια στα σπίτια τους, εγώ με το μπαμπά συνεχίζουμε τη βόλτα μας. Πηγαίνουμε να δούμε τα βαρελότα που πέφτουν στο Δημαρχείο. Αμέσως μετά αρχίζει μια συναυλία κι εκεί ακούω το αγαπημένο μου τραγούδι. (Ευαγγελία Νερούτσου)

 

 

 

 

 

36.  Βρίσκομαι στο δρόμο και οδηγώ τα αυτοκίνητα που περνάνε. Βοηθάω τους οδηγούς να μην χαθούν. Κι έτσι όλοι με συμπαθούν. Από εδώ περνάνε η Κοκκινοσκουφίτσα με το αυτοκίνητο που οδηγεί η γιαγιά της, κάθε Παρασκευή που κλείνουν τα σχολεία. Επειδή το σχολείο της Κοκκινοσκουφίτσας είναι δίπλα στο σπίτι της γιαγιάς, η Κοκκινοσκουφίτσα μένει μαζί της. Τα Σαββατοκύριακα όμως τα περνάνε με τους γονείς της. Όταν δεν βρίσκω φαγητό, πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς. Μου μαγειρεύει χοιρινό με πατάτες ή παστίτσιο, επειδή είμαστε φίλοι. Έχω κι άλλους φίλους. Έτσι δεν κινδυνεύω να μείνω ποτέ νηστικός. (Γιάννης Παπαχαραλάμπους)

Μαμά:   Τι κατάλαβες απ’ όλα αυτά; Ο λύκος είναι καλός ή κακός;

Παιδάκι:    Θα το σκεφτώ και θα σου πω όταν μεγαλώσω.

Τ Ε Λ Ο Σ

Σχετικά με Ένα νηπιαγωγείο που αγαπά τη ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ

Εφαρμοσμένα καινοτόμα εκπαιδευτικά λογοτεχνικά προγράμματα.


Περισσότερες πληροφορίες
Δημοσιεύθηκε στην Διδακτική της Λογοτεχνίας, Νεοελληνική Λογοτεχνία, Παιδική Λογοτεχνία, Παραμύθι. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

One Response to 2012… ΚΟΚΚΙΝΟΣΚΟΥΦΙΤΣΕΣ

  1. Ενδιαφέρουσα η εργασία σας με κείμενα της Λογοτεχνίας μας. Μπράβο!

Αφήστε μια απάντηση