ΤΟ ΧΡΟΝΙΚΟ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821-Εκδηλώσεις για τα 200 χρόνια

Η σχολική κοινότητα του ΕΠΑ.Λ. Καινουργίου συμμετέχει στους εορτασμούς για τα 200 χρόνια από την έναρξη της ελληνικής επανάστασης με τις εξής εκδηλώσεις:

  1. Διοργάνωση σχολικής εορτής (διαδικτυακά) από την φιλόλογο κα Σαράκη Ιωάννα. Συμμετοχή , συζήτηση ,ανταλλαγή σκέψεων και απόψεων- Προβληματισμός.
  2. Σημαιοστολισμός του σχολείου.
  3. Φωταγώγηση του σχολικού συγκροτήματος τις ημέρες 23, 24, 25, 26 Μαρτίου 2021.
  4. Ανάρτηση σχετικού υλικού στην ιστοσελίδα του σχολείου.
  5. Δελτίο τύπου σε τοπικά sites και εφημερίδες.
  6. Δημοσίευση κειμένου στην σχολική εφημερίδα του ΕΠΑ.Λ. Καινουργίου: «Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΦΩΝΗ».

 

Ακολουθεί απόσπασμα από την εορτή του σχολείου μας που επιμελήθηκε η φιλόλογος του σχολείου κα Σαράκη Ιωάννα.

Η 25η Μαρτίου αποτελεί διπλή γιορτή για την Ελλάδα και την Ορθοδοξία. Εορτάζεται ο Ευαγγελισμός της Θεοτόκου και ο ξεσηκωμός των υπόδουλων Ελλήνων κατά του τουρκικού δυνάστη για ελευθερία και αυτοδιάθεση. Είναι μια σημαντική ημερομηνία για την Νεώτερη Ιστορία της Ελλάδας ως αφετηρία της εθνικής παλιγγενεσίας.

Οι απαρχές του ελληνικού εθνικού κινήματος εντοπίζονται στην ώριμη φάση του νεοελληνικού Διαφωτισμού, το β’ μισό του 18ου αιώνα. Μία από τις οργανώσεις που δημιουργήθηκαν μέσα σε αυτό το ιδεολογικό και πολιτικό κλίμα ήταν η Φιλική Εταιρεία, που ιδρύθηκε το 1814 στην Οδησσό από τρεις Έλληνες εμπόρους, τον Νικόλαο Σκουφά, τον Αθανάσιο Τσακάλωφ Παναγώτη  Αναγνωστόπουλο και τον Εμμανουήλ Ξάνθο, με σκοπό την προετοιμασία μιας ελληνικής επανάστασης.

Τέλη Οκτωβρίου 1820, ο Υψηλάντης προετοίμασε την Πελοπόννησο για να ξεκινήσει από εκεί ο αγώνας κι έσπευσε να αρχίσει η επανάσταση πριν τις 25 Μαρτίου που είχε οριστεί αρχικά. Τον παρακίνησε η ανταρσία του Αλή πασά της Ηπείρου εναντίον του σουλτάνου. Εξάλλου η Βλαχία και η Μολδαβία ήταν τόποι γνώριμοι για του καταδιωγμένους Έλληνες, κυρίως τους τελευταίους αιώνες της τουρκοκρατίας.

Ο Αλέξανδρος Υψηλάντης εισέβαλλε στη Μολδαβία στις 22 Φεβρουαρίου 1821 για να παρασύρει στην εξέγερση και τα υπόλοιπα βαλκανικά έθνη και να δημιουργήσει αντιπερισπασμό στους Τούρκους. Στην προκήρυξη του Υψηλάντη ‘’Μάχου υπέρ Πίστεως και Πατρίδος’’, ανταποκρίθηκαν πρόθυμα οι Έλληνες της Μολδοβλαχίας, ειδικά η ελληνική νεολαία του εξωτερικού. Νέοι από κάθε κοινωνική τάξη και επάγγελμα, υπάλληλοι εμπορικών γραφείων και σπουδαστές, άρχισαν να συρρέουν και πεζοί ορισμένοι από την Οδησσό, Χερσώνα  και από τη Κριμαία.

Ο στρατός του Υψηλάντη δεν ξεπερνούσε τους 1600 Έλληνες, Βούλγαρους και Σέρβους οπλοφόρους. Ο Υψηλάντης πέρασε διστακτικά τα σύνορα της Βλαχίας με κατεύθυνση προς το Βουκουρέστι και στις 28 Μαρτίου μπήκαν 300 άνδρες με επικεφαλής τον Δούκα και κατέλαβαν ορισμένα τμήματά του. Ο ίδιος με 500 ιππείς και 3 κανόνια στρατοπέδευσε δυο ώρες μακριά, στην Κολεντίνα.

Από όλες τις ελληνικές περιοχές, η Πελοπόννησος παρουσιάζεται καλύτερα προετοιμασμένη για τον μεγάλο αγώνα. Οι επαναστατικές εστίες ήταν η Μάνη και η Αχαΐα. Τα πρώτα επαναστατικά στρατόπεδα αποτελούνται από βοσκούς, γεωργούς και βιοτέχνες, σχηματισμένα γύρω από τα κάστρα των παραλίων (Πάτρας, Πύλου, Μεθώνης, Κορώνης, Καλαμάτας, Μονεμβασιάς, Ναυπλίου και Ακροκορίνθου), όπου συγκεντρώθηκε ο τουρκικός πληθυσμός, τα κυρίευσε και εξανάγκασε τις φρουρές να παραδοθούν από πείνα. Τα στρατόπεδα που σχηματίστηκαν γύρω από την Τριπολιτσά, στην πρωτεύουσα και καρδιά της Πελοποννήσου, είχαν καλύτερη οργάνωση και τάξη, χάρη στην προσωπικότητα του Θεόδωρου Κολοκοτρώνη, στην επίδραση του Δημήτριου Υψηλάντη και των φιλελλήνων αξιωματικών.

Οι Πελοποννήσιοι, εκτός από τους Μανιάτες, μέχρι να προσαρμοστούν στον πόλεμο ως την άλωση της Τριπολιτσάς (23 Σεπτεμβρίου 1821) δοκιμάστηκαν σκληρά σε μάχες: Λεβίδι (14 Απριλίου), Βαλτέτσι (12-13 Μαίου) και στη Γράνα (10 Αυγούστου). Ως την άφιξη του Καποδίστρια τον Ιανουάριο 1828 δεν σημειώθηκε καμία μεταβολή στην οργάνωση των άτακτων σωμάτων.

Υπερτερούσε ο εγωισμός, ο τοπικισμός και η ισχυρογνωμοσύνη και ήταν δύσκολο να επιβληθεί ο σταλμένος από τον Αλέξανδρο Υψηλάντη, ο αδελφός του Δημήτριος. Ήταν αγαθός, ευαίσθητος και τίμιος ο Δημήτριος, δεν ήταν ενδεδειγμένος αρχηγός μια κοινωνίας πρωτόγονων πολεμιστών, γι ‘ αυτό τον εμπόδισαν οι δυνατοί κοτζαμπάσηδες της Πελοποννήσου.

  Στη Στερεά Ελλάδα η κατάσταση ήταν διαφορετική. Υπήρχε στρατιωτική οργάνωση, τα αρματολίκια προκάλεσαν διάσπαση των δυνάμεων των Ελλήνων. Οι Έλληνες πολυάριθμοι από τους Τούρκους κυριαρχούσαν στην ύπαιθρο και πολιορκούσαν τις οχυρωμένες πόλεις και τα κάστρα, Αθήνα, Λειβαδιά, Σάλωνα, Ναύπακτο, Αντίρριο. Εφάρμοσαν με επιτυχία την τακτική του κλεφτοπόλεμου, κυρίως στη Δυτική Στερεά Ελλάδα, τη μόνη στρατιωτική τακτική που τους κληροδοτήθηκε από το παρελθόν.

Στην Κρήτη, όταν πληροφορήθηκαν για τα επαναστατικά κινήματα της ηπειρωτικής Ελλάδας οι Τούρκοι αγάδες έγιναν πιο πιεστικοί. Ανάμεσά τους ξεχώριζαν οι Σφακιανοί, ήταν ανδρείοι και πολεμικοί, αλλά απολίτιστοι και άγριοι, όπως οι Μανιάτες. Η ζωή τους ήταν απομονωμένη, ακοινώνητη και σχεδόν ελεύθερη. Η αργή κοινωνική οργάνωση του νησιού ήταν δυσμενής παράγοντας για τον ποσηλυτισμό μελών στη Φιλική Εταιρεία, για την εξάπλωση και την προετοιμασία του επαναστατικού κινήματος.

Οι κάτοικοι των ναυτικών νησιών, Σπετσών, Ψαρών και Ύδρας μετέτρεψαν τα εμπορικά τους πλοία σε πολεμικά έδωσαν πνοή ελευθερίας και στα υπόλοιπα νησιά του Αιγαίου, εκτός από τα νησιά που βρίσκονταν στο στόμιο του Ελλησπόντου: Ίμβρο, Τένεδο, Λήμνο και Λέσβο. Χάρη στη σύμπραξη των ναυτικών νησιών οι Έλληνες διέδωσαν την επανάσταση στο Αιγαίο και στις βορειότερες ελληνικές χώρες. Ο ελληνικός στόλος εμπόδισε την εξουσία των Τούρκων στα παράλια της Πελοποννήσου.

Η ελληνική επανάσταση μεταδόθηκε στη Θεσσαλία, την Ήπειρο και τη Μακεδονία, όχι όμως σε όλες τις περιοχές με ευνοϊκή έκβαση. Υπήρχε κακή οργάνωση των στρατιωτικών σωμάτων και ασυντόνιστες επιχειρήσεις. Σημαντική ήταν η υπεροχή του ελληνικού στόλου, κρατώντας ελεύθερα τα ελληνικά νησιά. Η αδυναμία του τουρκικού στόλου οδήγησε σύντομα και στην καταστροφή του. Στις συγκρούσεις τους οι Έλληνες κάνουν χρήση μπουρλότων και διακρίνονται για την τόλμη και τη ναυτική τους εμπειρία. Ξεχωρίζουν ο Δημήτριος Παπανικολής και ο Κωνσταντίνος Κανάρης.

Πολλαπλά ωφέλιμη ήταν η αρωγή που πρόσφερε η Λασκαρίνα Μπουμπουλίνα, έχοντας γίνει ήδη μέλος της Φιλικής Εταιρείας στην Κωνσταντινούπολη, που προετοίμαζε την ελληνική επανάσταση, και όντας η μόνη γυναίκα που μυήθηκε σε αυτή -στον κατώτερο βαθμό μύησης αφού οι γυναίκες δεν γίνονταν δεκτές- καθώς γυρνούσε στις Σπέτσες, αγόραζε μυστικά όπλα και πολεμοφόδια από τα ξένα λιμάνια, τα οποία μετά έκρυβε στο σπίτι της, ενώ ταυτόχρονα ξεκίνησε την κατασκευή του πλοίου ‘’Αγαμέμνων’’ της ναυαρχίδας της, η οποία ολοκληρώθηκε το 1820. Για τη ναυπήγηση του ΄΄Αγαμέμνονα’’ καταγγέλθηκε στην Υψηλή Πύλη ότι ναυπήγησε κρυφά πολεμικό πλοίο, αλλά η Μπουμπουλίνα κατάφερε να ολοκληρώσει την κατασκευή του δωροδοκώντας τον απεσταλμένο Τούρκο επιθεωρητή στις Σπέτσες και πετυχαίνοντας την εξορία αυτών που την κατήγγειλαν.

Αξίζει να σημειωθεί, πως στην Ελληνική Επανάσταση, τα τσελιγκάτα βοήθησαν στον αγώνα της ανεξαρτησίας. Οι Σαρακατσάνοι, ελληνική νομαδική φυλή, ήταν τα στηρίγματα της κλεφτουριάς, είχαν παλικαριά και ήταν ενεργή η συμμετοχή τους. Κάθε οικογένεια είχε δώσει κι από έναν κλέφτη. Κλέφτες και αρματολοί είχαν σκοπό της ζωής του να απελευθερώσουν το Γένος. Άξιοι αγωνιστές των μαχών με πρωτεργάτη τον Κατσαντώνη, πολεμιστής και καπετάνιος των Αγράφων και των Τζουμέρκων. Ανυπότακτοι, λοιπόν, ο Καραϊσκάκης, ο Δίπλας, ο Φαρμάκης, ο Χασιώτης, ο Λεπενιώτης, ο Τσόγκας, ο Λιάκος, ο Αραπογιάννης και πολλοί ακόμη, επέλεξαν μια ζωή δύσκολη στα βουνά υπερασπιζόμενοι τις αξίες της πατρίδας. Όπως έγραψε και ο Ρήγας Φεραίος: ‘’Καλύτερα μιας ώρας ελεύθερη ζωή παρά σαράντα χρόνια σκλαβιά και φυλακή’’.

Το σύνθημα της επανάστασης, «Ελευθερία ή θάνατος», έγινε το εθνικό σύνθημα της Ελλάδας. Από το 1838 η 25η Μαρτίου καθιερώθηκε ως επέτειος εορτασμού της έναρξης της επανάστασης, ως ημέρα εθνικής εορτής και αργίας.

Χρόνια Πολλά σε όλους τους Έλληνες!

Πηγή:Ιστορία του  Ελληνικού Έθνους

Θούριος* (Ρήγας Φεραίος ή Βελεστινλής)

*απόσπασμα

Ως πότε παλικάρια να ζούμεν στα στενά,

Mονάχοι σα λιοντάρια, σταις ράχαις στα βουνά;

Σπηλιές να κατοικούμεν, να βλέπωμεν κλαδιά,

Nα φεύγωμ’ απ’ τον Kόσμον, για την πικρή σκλαβιά.

Nα χάνωμεν αδέλφια, Πατρίδα, και Γονείς,

Tους φίλους, τα παιδιά μας, κι’ όλους τους συγγενείς.

 

Καλλιώ ‘ναι μιας ώρας ελεύθερη ζωή,

Παρά σαράντα χρόνοι σκλαβιά, και φυλακή.

 

Τι σ’ ωφελεί αν ζήσης, και είσαι στη σκλαβιά,

Στοχάσου πως σε ψένουν καθ’ ώραν στη φωτιά.

 

Βεζύρης, Δραγουμάνος, Aφέντης κι αν σταθής,

O Tύραννος αδίκως, σε κάμει να χαθής.

Δουλεύεις όλ’ ημέρα, σε ό,τι κι αν σοι πη,

Kι’ αυτός πασχίζει πάλιν, το αίμα σου να πιη.

 

Ο Σούτζος, κι’ ο Μουρούζης, Πετράκης, Σκαναβής,

Γγίκας, και Μαυρογένης, καθρέπτης, είν’ να ιδής.

 

Ανδρείοι Kαπετάνοι, Παπάδες, λαϊκοί,

Σκοτώθηκαν κι’ Aγάδες, με άδικον σπαθί.

Kι αμέτρητ’ άλλοι τόσοι, και Τούρκοι, και Ρωμιοί,

Zωήν, και πλούτον χάνουν, χωρίς καμμιά ‘φορμή.

 

Ελάτε μ’ έναν ζήλον, σε τούτον τον καιρόν,

Nα κάμωμεν τον όρκον, επάνω στον Σταυρόν.

Συμβούλους προκομμένους, με πατριωτισμόν,

Nα βάλλωμεν εις όλα, να δίδουν ορισμόν.

 

Oι νόμοι νάν’ ο πρώτος, και μόνος οδηγός,

Kαι της πατρίδος ένας, να γένη Aρχηγός.

Γιατί κ’ η αναρχία, ομοιάζει την σκλαβιά,

Nα ζούμε σα θηρία, είν’ πλιο σκληρή φωτιά.

 

Και τότε με τα χέρια, ψηλά στον Oυρανόν,

Aς πούμ’ απ’ την καρδιά μας, ετούτα στον Θεόν.

 

 

 

Ελεύθεροι πολιορκημένοι (Διονύσιος Σολωμός, απόσπασμα)

 

Άκρα του τάφου σιωπή στον κάμπο βασιλεύει·

λαλεί πουλί, παίρνει σπυρί, κι η μάνα το ζηλεύει.

Τα μάτια η πείνα εμαύρισε· στα μάτια η μάνα μνέει·

στέκει ο Σουλιώτης ο καλός παράμερα καί κλαίει:

 

«Έρμο τουφέκι σκοτεινό, τι σ’ έχω γω στο χέρι;

οπού συ μού ΄γινες βαρύ κι ο Αγαρηνός το ξέρει».

 

Ο Απρίλης με τον Έρωτα χορεύουν και γελούνε

κι οσ’ άνθια βγαίνουν και καρποί τόσ’ άρματα σε κλειούνε.

Και μες τη θάλασσα βαθιά ξαναπετιέται πάλι,

κι’ ολόλευκο εσύσμιξε με τ’ ουρανού τα κάλλη.

Και μες της λίμνης τα νερά, οπ’ έφθασε μ’ ασπούδα

έπαιξε με τον ίσκιο της γαλάζια πεταλούδα.

Που ευώδιασε τον ύπνο της μέσα στον άγριο κρίνο

το σκουληκάκι βρίσκεται σ’ ώρα γλυκιά κ’ εκείνο.

 

Μάγεμα η φύσις κι όνειρο στην ομορφιά και χάρη,

η μαύρη πέτρα ολόχρυση και το ξερό χορτάρι

Με χίλιες βρύσες χύνεται, με χίλιες γλώσσες κρένει:

όποιος πεθάνει σήμερα χίλιες φορές πεθαίνει.

 

Ο Δήμος και το καριοφύλι του (Αριστοτέλης Βαλαωρίτης)

 

Εγέρασα, μωρέ παιδιά. Πενήντα χρόνους κλέφτης

τον ύπνο δεν εχόρτασα, και τωρ’ αποσταμένος

θέλω να πάω να κοιμηθώ. Εστέρεψ’ η καρδιά μου.

Βρύση το αίμα το ‘χυσα, σταλαματιά δε μένει.

 

Θέλω να πάω να κοιμηθώ. Κόψτε κλαρί απ’ το λόγγο

να ‘ναι χλωρό και δροσερό, να ‘ναι ανθούς γεμάτο,

και στρώσε το κρεβάτι μου και βάλτε με να πέσω.

 

Ποιος ξέρει απ’ το μνήμα μου τι δένδρο θα φυτρώσει!

Κι αν ξεφυτρώσει πλάτανος, στον ίσκιο του από κάτω

θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τ’ άρματα να κρεμάνε.

Να τραγουδούν τα νιάτα μου και την παλικαριά μου.

Κι αν κυπαρίσσι όμορφο και μαυροφορεμένο,

θα ‘ρχονται τα κλεφτόπουλα τα μήλα να μου παίρνουν,

να πλέουν τις λαβωματιές, το Δήμο να σχωράνε.

 

Έφαγ’ η φλόγα τ’ άρματα, οι χρόνοι την ανδριά μου.

Ήρθε κι εμένα η ώρα μου. Παιδιά μου, μη με κλάψτε.

Τ’ ανδρειωμένου ο θάνατος δίνει ζωή στη νιότη.

Σταθήτ’ εδώ τριγύρω μου, σταθήτ’ εδώ σιμά μου,

τα μάτια να μου κλείσετε, να πάρτε την ευχή μου.

Κι έν’ από σας το νιώτερο ας ανεβεί τη ράχη,

Ας πάρει το τουφέκι μου, τ’ άξιο μου καριοφύλι.

Κι ας μου το ρίξει τρεις φορές και τρεις φορές ας σκούξει.

 

«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».

Θ’ αναστενάξ’ η λαγκαδιά, θα να βογγύξει ο βράχος

θα βαργομήσουν τα στοιχειά, οι βρύσες θα θολώσουν

και τ’ αγεράκι του βουνού, όπου περνά δροσάτο,

θα ξεψυχήσει θα σβηστεί θα ρίξει τα φτερά του,

για να μη πάρει τη βοή άθελα και τη φέρει

και τήνε μάθει ο Όλυμπος και την ακούσει ο Πίνδος

και λιώσουνε τα χιόνια τους και ξεραθούν οι λόγγοι.

 

Τρέχα, παιδί μου, γλήγορα, τρέχα ψηλά στη ράχη

και ρίξε το τουφέκι μου. Στον ύπνο μου επάνω

θέλω για ύστερη φορά ν’ ακούσω τη βοή του.

Έτρεξε το κλεφτόπουλο σαν νά ‘τανε ζαρκάδι,

ψηλά στη ράχη του βουνού και τρεις φορές φωνάζει

 

«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».

Κι εκεί που αντιβοούσανε οι βράχοι, τα λαγκάδια

ρίχνει την πρώτη τουφεκιά, κι έπειτα δευτερώνει.

Στην τρίτη και την ύστερη, τ’ άξο το καριοφύλι

βροντά, μουγκρίζει σαν θεριό, τα σωθικά του ανοίγει,

φεύγει απ’ τα χέρια, σέρνεται στο χώμα λαβωμένο,

πέφτει απ’ του βράχου το γκρεμό, χάνεται, πάει, πάει.

Άκουσ’ ο Δήμος τη βοή μες στο βαθύ τον ύπνο,

τ’ αχνό του χείλι εγέλασε, εσταύρωσε τα χέρια…

 

«Ο Γέρο Δήμος πέθανε, ο Γέρο Δήμος πάει».

Τ’ ανδρειωμένου η ψυχή του φοβερού του Κλέφτη

με τη βοή του τουφεκιού στα σύγνεφ’ απαντιέται

αδερφικά αγκαλιάζονται, χάνονται, σβήωνται, πάνε.