ΕΡΓΑΤΙΚΗ ΠΡΩΤΟΜΑΓΙΑ- ΙΣΤΟΡΙΚΗ ΑΝΑΔΡΟΜΗ



Λήψη αρχείου

Η ΕΛΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Η ΕΛΙΑ ΑΝΑ ΤΟΥΣ ΑΙΩΝΕΣ

Σύμβολο ειρήνης, σοφίας, γονιμότητας, ευημερίας, ευφορίας, τύχης, νίκης. Κανένα καρποφόρο δέντρο στον τόπο μας δεν υμνήθηκε, δε ζωγραφίστηκε, δεν τραγουδήθηκε όσο το λιόδεντρο. Αυτό το δέντρο που αγαπάει τη θάλασσα και το μεσογειακό ήλιο, μεγαλώνει ακόμα και σε άγονα & πετρώδη εδάφη και αντέχει σε συνθήκες ανομβρίας και δυνατών ανέμων. Συντρόφεψε τους κατοίκους αυτών των περιοχών τόσο σε εποχές ευμάρειας, όσο και σε εποχές στέρησης και άφησε το αποτύπωμα του σε κάθε πολιτισμική παράδοση των λαών της Μεσογείου.

Κατά την ελληνική παράδοση, με τη γέννηση ενός παιδιού φυτεύεται μια ελιά. Η ελιά και το παιδί θα μεγαλώσουν ταυτόχρονα και όταν το παιδί θα γίνει 6 χρονών, η ελιά θα δώσει τους πρώτους της καρπούς. Θα μεγαλώσει με την οικογένεια, θα επιζήσει και θα βρίσκεται εκεί πολλές γενιές αργότερα για να θυμίζει τη συνέχιση και την εξέλιξη της ζωής.

Η φυσιολογική διάρκεια ζωής ενός ελαιόδεντρου είναι 300 έως και 600 χρονιά, ενώ υπάρχουν και ελιές που ξεπερνούν τα 1000 χρονιά ζωής. Η ιστορία της ελιάς ξεκίνησε πριν από περίπου 7000 χρόνια, στην περιοχή της Μεσογείου και κυρίως στην Ανατολική Μεσόγειο. Πιθανολογείται από τις διάφορες παραστάσεις στ’ αγγεία και τους μύθους στην ιστορία των λαών που ζουν γύρω από την Μεσόγειο, ότι πρωτοεμφανίστηκε στη Συρία. Στον ευρωπαϊκό όμως Μεσογειακό χώρο, ήρθε από την Ελλάδα, από Φοίνικες εμπόρους, από όπου και πέρασε στην Ιταλία, Γαλλία, Ισπανια, Πορτογαλία, Αμερική, Αυστραλία.

page-break

Άγριες ελιές στον ελλαδικό χώρο συλλέγονταν ήδη από τη Νεολιθική εποχή, το μέρος όμως από όπου ξεκίνησε η εξημέρωση του δέντρου πιθανολογείται πως είναι η Κρήτη. Αρχαιολογικά δεδομένα και ιστορικά ευρήματα επιβεβαιώνουν ότι κατά τη μινωική εποχή (3.000 – 1.000 πχ) η καλλιέργεια της ελιάς και το εμπόριο του ελαιολάδου ήταν διαδεδομένα στην Κρήτη, γεγονός που αποτελεί και έναν από τους κύριους λόγους της οικονομικής άνθησης που παρουσιάστηκε στο νησί κατά την περίοδο αυτή. Στο παλάτι της Κνωσού έχουν βρεθεί αγγεία (πιθάρια) και στέρνες από πέτρα, όπου φυλασσόταν το λάδι, ενώ στη Φαιστό συναντάμε τμήμα ελαιουργείου της εποχής εκείνης.

Οι αρχαίοι Έλληνες μετέφεραν την καλλιέργεια της ελιάς στις αποικίες τους: Σικελία, νότια Γαλλία, στη δυτική ακτή της Ισπανίας, στις ακτές της Μαύρης Θάλασσας. Αγάπησαν την ελιά και θεοποίησαν την καταγωγή της, προσδίδοντας της λατρευτικό και θρησκευτικό χαρακτήρα, καταδικάζοντας σε θάνατο όποιον κατέστρεφε ένα ελαιόδεντρο. Με κλάδο ελιάς έρχονταν οι αγγελιοφόροι για σύναψη ειρήνης, ενώ στους Ολυμπιακούς αγώνες μοναδικό βραβείο για τους νικητές ήταν ένα στεφάνι φτιαγμένο από τον «κότινο», δηλαδή την άγρια ελιά. Πολλοί ήταν οι έλληνες φιλόσοφοι που μελέτησαν τις φαρμακευτικές ιδιότητες του ιερού αυτού δέντρου. Διοσκουρίδης, Διοκλής, Αναξαγόρας, Εμπεδοκλής, Ιπποκράτης. Χαρακτηριστικά στον Ιπποκράτειο κώδικα αναφέρονται πάνω από 60 θεραπείες της ελιάς.

Αναγνωρίζοντας την αξία του ελαιολάδου οι Ρωμαίοι συνέβαλλαν στην εξάπλωση της ελιάς στα εδάφη της αυτοκρατορίας τους. Το εμπόριο αναπτύσσεται ακόμη περισσότερο και τα ρωμαϊκά πλοία μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες λαδιού σε περιοχές όπου δεν εκαλλιεργείτο η ελιά ή σε περιοχές όπου το στερούνταν οι άνθρωποι λόγω μικρής παραγωγής. Είναι η εποχή κατά την οποία αναπτύσσονται νέες τεχνικές έκθλιψης του ελαιοκάρπου και παρατηρείται μεγάλη πρόοδος στη διάδοση των ελαιοκομικών γνώσεων.

page-break

Στα χρόνια του Βυζαντίου διατηρήθηκαν τα παραδοσιακά κέντρα ελαιοκαλλιέργειας, ενώ ένα μεγάλο μέρος από τη συνολική παραγωγή προερχόταν από ελαιώνες που υπήρχαν στα Χριστιανικά μοναστήρια. Η διακίνηση του προϊόντος ακολουθεί τα πανάρχαια πρότυπα: γίνεται με ειδικούς αμφορείς που φορτώνονται στα πλοία και οδηγούνται προς τα μεγάλα αστικά κέντρα ή όπου αλλού υπάρχει αυξημένη ζήτηση. Η ανάγκη για φως (φωτισμός ναών, ανακτόρων, οικιών), παράλληλα με τις υπόλοιπες χρήσεις του, δημιουργεί όλο και μεγαλύτερες ανάγκες, τόσο που η Αυτοκρατορία να είναι διαρκώς ελλειμματική σε ελαιόλαδο. Έτσι δεν είναι καθόλου τυχαίο ότι, παρ’ ότι έκανε τη μεγαλύτερη εξαγωγή ελαιολάδου στον κόσμο, συχνά οι αρχές απαγορεύουν την εξαγωγή του.

Οι εξελίξεις στην Οθωμανική Αυτοκρατορία συνέβαλαν στην περαιτέρω ανάπτυξη των εμπορικών συναλλαγών και διευκόλυναν τις θαλάσσιες μεταφορές. Το λάδι αρχίζει να βρίσκει ανοιχτούς τους θαλάσσιους δρόμους από το Αιγαίο προς τη ∆υτική Ευρώπη. Στην εποχή της τουρκοκρατίας, το εμπόριο του λαδιού γίνεται αφορμή ν’ αναπτυχθούν ισχυρές τοπικές οικονομίες, πράγμα που παρατηρείται και αργότερα, όταν η παραγωγή σαπουνιού συντελεί στη δημιουργία δυναμικών βιοτεχνικών μονάδων. Σε ελαιοπαραγωγικές περιοχές, όπως η Κρήτη, άρχιζουν να εγκαθίστανται προξενεία ευρωπαϊκών χωρών. Κατά το 18° αιώνα οι εξαγωγές ελαίου εφοδιάζουν τις ευρωπαϊκές αγορές, όχι απλώς μ’ ένα προϊόν που μπορούσε να χρησιμοποιηθεί στην κουζίνα, αλλά με την πρώτη ύλη για την παραγωγή σαπουνιού. Έτσι σηματοδοτείται και η ίδρυση της ABEA από το Γάλλο χημικό Ιούλιο Δέη στα τέλη του δεκάτου ενάτου αιώνα στη Νέα Χώρα Χανίων, με στόχο την εξαγωγή πυρηνελαίου στη Μασσαλία, το πιο ισχυρό βιομηχανικό κέντρο σαπωνοποιίας της εποχής εκείνης.

Πηγή:https://www.abea.gr/history-of-olive-in-crete/

Η μαργαρίνη

Ονομασία που προέρχεται από το ελληνικό «μάργαρον» δηλαδή μαργαριτάρι. Ανακαλύφθηκε όταν εξαφανίστηκε από την αγορά της Ευρώπης το ζωικό βούτυρο και επιβλήθηκε όταν η γλυκερίνη που διαθέτουν τα ζωικά λίπη πήγε για την κατασκευή νιτρογλυκερίνης.

ο 1860, μια αρρώστια που έπεσε στα βοοειδή της Γαλλίας αποδεκατίζοντας τον πληθυσμό τους, δημιούργησε στη γαλλική αγορά μεγάλη έλλειψη βουτύρου. Το βούτυρο αποτελούσε βασικό διατροφικό πυλώνα όλης της Ευρώπης, με εξαίρεση τα μεσογειακά της τμήματα όπου βασική τροφή ήταν το ελαιόλαδο. Στην κεντρική και βόρεια Ευρώπη όμως, το ζωικό βούτυρο αποτελούσε τη βάση της διατροφής των αγροτικών και αστικών πληθυσμών, αλλά και των στρατευμάτων ή των πληρωμάτων των καραβιών.

Ο Γάλλος Αυτοκράτορας Ναπολέων Γ’, θέλοντας να εξασφαλίσει τη διατροφή των υπηκόων του αλλά και των στρατιωτών του που πολεμούσαν εναντίων των Πρώσων, προκήρυξε ένα δημόσιο διαγωνισμό για την παρασκευή ενός διατροφικού προϊόντος που θα αντικαθιστούσε το λιγοστό και ακριβό βούτυρο. Οι προϋποθέσεις που έβαλε για το νέο προϊόν ήταν μάλλον εξωφρενικές: Να αποθηκεύεται εύκολα. Να διατηρείται για ικανό διάστημα χωρίς να αλλοιώνεται. Να μοιάζει με το βούτυρο, το οποίο είχε μάθει να τρώει ο κόσμος. Να διαθέτει επαρκείς θερμίδες. Τέλος, να είναι φθηνό.

Αν και το διάταγμα του Ναπολέοντα έμοιαζε περισσότερο με ευχολόγιο παρά με ρεαλιστική πρόταση για έρευνα, ένας χημικός, ο Ιππόλυτος Μεζ Μουριέ παρουσίασε λίγο αργότερα μια επινόηση που περιέργως κάλυπτε πλήρως όλους τους βασιλικούς όρους. Ο Μουριέ ήταν ένας πρωτοπόρος αυτού που σήμερα ονομάζουμε τεχνολογία τροφίμων. Κατά τη διάρκεια της ζωής του ασχολήθηκε επιστημονικά με το ψωμί, τα αμπέλια, την κονσερβοποιία, το αλάτι, τα ένζυμα και άλλα που για την εποχή του έμοιαζαν εξωπραγματικά.

Στην πρώτη του εκδοχή, ο αντικαταστάτης του βουτύρου προήλθε από βοδινό λίπος μετά την απομάκρυνση απ’ αυτό των συμπαγών στοιχείων του που ονομάζονται στέαρ και με την ανάμειξη του στη συνέχεια με γάλα. Λίγο αργότερα, ακολουθώντας την ίδια μέθοδο, αντικατέστησε ως πρώτη ύλη το βοδινό λίπος με φυτικά έλαια. Ο Μουριέ διάλεξε για το κατασκεύασμα του ένα αρχαιοελληνικό όνομα, το μάργαρον δηλαδή το μαργαριτάρι. Το 1860 λοιπόν, είχε γεννηθεί η μαργαρίνη.

Αν και η μαργαρίνη έμοιαζε καταπληκτικά με το βούτυρο, ήταν μεγάλης διατροφικής αξίας και πολύ φθηνότερη απ’ αυτό, δεν έπιασε στη Γαλλία. Οι καταναλωτές συνέχισαν να αναζητούν το παραδοσιακό τους ζωικό βούτυρο πληρώνοντας το σε εξωφρενικές τιμές. Η μαργαρίνη παραγόταν αλλά ήταν στο περιθώριο της κατανάλωσης. Η καθιέρωση της ήρθε πολύ αργότερα, στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο, όχι από τους Γάλλους που την ανακάλυψαν και την βιομηχανοποίησαν πρώτοι, αλλά από τους αντιπάλους τους Γερμανούς και τους Αυστρουγγαρέζους.

Κατά τη διάρκεια του Μεγάλου Πολέμου, οι Γερμανοί χρειάζονταν τεράστιες ποσότητες πυρομαχικών, βασικό συστατικό των οποίων ήταν η γλυκερίνη. Τα ζωικά λίπη έχουν υψηλή περιεκτικότητα σε γλυκερίνη, οπότε από τον πρώτο χρόνο του πολέμου το ζωικό βούτυρο εξαφανίστηκε από την αγορά. Η Γερμανική πολεμική βιομηχανία έπαιρνε όλη την πρώτη ύλη, για να της αφαιρέσει τη γλυκερίνη και να κατασκευάσει την εκρηκτική νιτρογλυκερίνη.

Υποχρεωτικά, το Γερμανικό κράτος θυμήθηκε την παραμελημένη μαργαρίνη των Γάλλων και την επέβαλε ως διατροφή, πρώτα στα στρατεύματα της μέσα στα χαρακώματα και μετά στον πληθυσμό της. Με το τέλος του πολέμου, όλη η Κεντρική Ευρώπη είχε συνηθίσει τη μαργαρίνη και συνέχισε να την καταναλώνει και τα επόμενα χρόνια, κυρίως τα φτωχότερα στρώματα που δεν είχαν δυνατότητα ν’ αγοράσουν το ζωικό βούτυρο που επανεμφανίστηκε.

Έκτοτε η βιομηχανία της μαργαρίνης με τις χιλιάδες παραλλαγές της, έγινε μια από τις σπουδαιότερες βιομηχανίες της παγκόσμιας διατροφικής αλυσίδας. Όσο μάλιστα προχωρούσε η ιατρική έρευνα και ανακάλυπτε τις αρνητικές επιπτώσεις του ζωικού βουτύρου στον ανθρώπινο οργανισμό, κυρίως στο κυκλοφορικό και στην καρδιά, τόσο γιγαντωνόταν η παραγωγή του υποκατάστατου από φυτικά έλαια.

Σήμερα, ο κύκλος εργασιών της ανακάλυψης του Ιππόλυτου Μεζ Μουριέ εξ’ αιτίας μιας επιδημίας που αρρώσταινε τις αγελάδες κάποτε, είναι εκατοντάδες δισεκατομμύρια δολάρια τον χρόνο.

Δημήτρης Καμπουρακης

Πηγή:https://www.newsit.gr/mia-stagona-istoria

Η φυσική μαστίχα Χίου

Η μαστίχα Χίου αποτελεί ένα μοναδικό γεωργικό προϊόν το οποίο παράγεται μόνο σε μια μικρή γεωγραφική περιοχή στο νότιο τμήμα της Χίου. Οι οικισμοί της περιοχής αυτής ονομάζονται Μαστιχοχώρια.

Ιστορικά στοιχεία

Η μαστίχα είναι το προϊόν του μαστιχοφόρου σχίνου ο οποίος φύεται και ευδοκιμεί μόνο στη Νότια Χίο. Υπάρχουν ενδείξεις ότι η καλλιέργεια, αλλά και η εμπορική της εκμετάλλευση ως εξαγώγιμο προϊόν ξεκινά από την αρχαιότητα (Ελληνιστική περίοδος). Αν και υπήρχαν και άλλα είδη μαστίχας εκείνη την εποχή, η υψηλή ποιότητα της μαστίχας Χίου την καθιέρωσε ως ένα μοναδικό προϊόν με τεράστια εμπορική αξία και αποκλειστικότητα παραγωγής. Αναπόφευκτα λοιπόν η ιστορία του νησιού συνδέθηκε με τη μαστίχα.

Η Βυζαντινή αυτοκρατορία παρέδωσε το νησί σε Γενουάτες τον 14 αιώνα οπότε και συστηματοποιήθηκε η παραγωγή και το εμπόριο της μαστίχας ενώ και οι Οθωμανοί –διάδοχοί των Γενουατών στην εξουσία– ανάγκασαν τους Χιώτες να πληρώνουν ειδικό φόρο σε είδος (μαστίχα). Μετά τον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο σημειώθηκε παρακμή στην παραγωγή και την αξία της μαστίχας. Η ίδρυση του αναγκαστικού συνεταιρισμού «Ένωση Μαστιχοπαραγωγών Χίου» βοήθησε παρά τις αντιξοότητες της εποχής και τον δεύτερο παγκόσμιο πόλεμο, να ανακάμψει η παραγωγή. Τα τελευταία χρόνια συστηματικές ενέργειες έρευνας, ανάπτυξης και προώθησης έχουν αυξήσει τις πωλήσεις και τη φήμη του προϊόντος, αλλά και τα εισοδήματα των μαστιχοπαραγωγών, των οποίων το ενδιαφέρον έχει αναθερμανθεί σημαντικά.

Τρόπος παραγωγής της μαστίχας Χίου

Λίγα έχουν αλλάξει στον τρόπο παραγωγής της μαστίχας από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα. Η εκμετάλλευση των δέντρων για την εξαγωγή της ρητίνης τους, της μαστίχας, ξεκινά από το πέμπτο έτος της ζωής τους. Η περίοδος της καλλιέργειας είναι από τον Ιούλιο μέχρι τις αρχές Οκτωβρίου. Το πρώτο στάδιο είναι η ισοπέδωση και καθαρισμός της περιοχής γύρω από τον κορμό του δέντρου, της περιοχής δηλαδή που θα πέσει η μαστίχα. Αφού καθαριστεί η περιοχή απλώνεται το πάνω της το ασπρόχωμα (σκόνη καθαρού ανθρακικού ασβεστίου), ουσία που δεν επηρεάζει τη χημική σύσταση της μαστίχας ενώ διευκολύνει το μάζεμα και το καθάρισμά της. Στη συνέχεια ξεκινάει το «κέντημα», οι τομές δηλαδή στο φλοιό του δέντρου. Οι τομές αυτές γίνονται με συστηματικό τρόπο: 5 έως 10 σε κάθε δέντρο κάθε 4 έως 5 ημέρες. Η ρητίνη τρέχει αργά από τις τομές και καταλήγει στο έδαφος όπου και στερεοποιείται με πολύ αργούς ρυθμούς σχηματίζοντας μεγάλα κομμάτια (πίττες) ή πιο μικρά (ψιλό). Τα κομμάτια αυτά, αφού μαζευτούν μεταφέρονται στα χωριά όπου ξεκινάει το καθάρισμά τους, μια χρονοβόρα διαδικασία που απασχολεί τους μαστιχοπαραγωγούς και τις οικογένειές τους κατά τη διάρκεια του χειμώνα.

Πηγή:http://www.masticulture.com

Παράδοση

Κατά την παράδοση της Χίου, οι σχίνοι άρχισαν να δακρύζουν όταν μαρτύρησε ο Άγιος Ισίδωρος από τους Ρωμαίους, περί το 250. Από την περίοδο του 3ου αιώνα χρονολογείται πάντως η καλλιέργεια του φυτού στο νησί. Οι ελάχιστες βροχοπτώσεις, η μεγάλη ηλιοφάνεια και η ασβεστολιθική σύσταση του εδάφους αποτελούν το ιδανικό περιβάλλον ευδοκίμησης του φυτού.

Μαστίχα Χίου

Η μαστίχα στην Αρχαιότητα

Στην αρχαιότητα, τον 5ο αι. π.Χ., για πρώτη φορά ο Ηρόδοτος αναφέρει την μαστίχα. Οι αρχαίοι πίστευαν ότι η μαστίχα είχε θεραπευτικές ιδιότητες, κάτι που αναφέρει και ο Ιπποκράτης. Οι κοπέλες της Ρώμης χρησιμοποιούσαν οδοντογλυφίδες από μαστιχόδεντρα, για να έχουν λευκά δόντια.
Η μαστίχα της Χίου στην Τουρκοκρατία
Οι Τούρκοι εκτιμούσαν ιδιαίτερα τη μαστίχα. Τα χρόνια της Τουρκοκρατίας στη Χίο οι περιοχές που είχαν μαστίχα είχαν πολλά πλεονεκτήματα-προνόμια. Καταρχήν υπήρχε ξεχωριστή διοίκηση για τα χωριά που είχαν μαστιχόδεντρα από το υπόλοιπο νησί. Τα χωριά αυτά ήταν 21. Διοικητής ήταν ο φοροεισπράκτορας μαστίχας (Σακίζ-Εμινί) με βοηθούς τους επιτρόπους της μαστίχας (Σακίζ-Βεκιλερί). Το εμπόριο μαστίχας επιτρέπονταν μόνο στο Σουλτάνο. Εάν κάποιος ιδιώτης ασχολούνταν με το εμπόριο μαστίχας τιμωρούνταν αυστηρά. Μεταξύ των προνομίων που είχαν τα χωριά αυτά ήταν:
– Πλήρωναν φόρο σε είδος (20.000 οκάδες μαστίχα) και τον κεφαλικό φόρο (χαράτσι). Άλλους φόρους δεν πλήρωναν.
– Επιτρέπονταν να χτυπούν τις καμπάνες των εκκλησιών τους.

Η Χίος είναι ένα νησί της πατρίδας μας που βρίσκεται στο Ανατολικό Αιγαίο, πολύ κοντά στην Τουρκία (3,5 ναυτικά μίλια). Το πιο γνωστό προϊόν της είναι η μαστίχα.

Στο νησί υπάρχουν περίπου 20.000 στρέμματα με 1.150.000 μαστιχόδεντρα.

Το μαστιχόδεντρο

Το φυτό της μαστίχας ονομάζεται σχίνος ή Πιστακία η λεντίσκος η Χία. Είναι αειθαλής θάμνος και φτάνει τα 3 μ. ύψος. Αναπτύσσεται αργά και για να ολοκληρωθεί η ανάπτυξή χρειάζεται περίπου 50 χρόνια. Ζει πάνω από 100 χρόνια. Είναι γενικά ανθεκτικό φυτό όμως δεν αντέχει στην παγωνιά. Το Γενάρη και το Φλεβάρη γίνεται το κλάδεμα των χαμηλών  κλαδιών, το Μάρτη και τον Απρίλη γίνεται το σκάψιμο και μέχρι το τέλος της άνοιξης έχουν ολοκληρωθεί οι εργασίες περιποίησης του φυτού.

Τα μαστιχόδεντρα της Χίου παράγουν 150-180 γραμ. μαστίχας κατά μέσο όρο. Υπάρχουν όμως και δέντρα που δίνουν έως και 2 κιλά, αλλά και άλλα που δίνουν μόλις 10 γραμ.


Η παραγωγή της μαστίχας


Τον Ιούνιο καθαρίζεται ένας κυκλικός χώρος κάτω από το δέντρο από ζιζάνια, φύλλα και χώματα που μπορεί να έχει. Στη συνέχεια απλώνουν ένα ειδικό άσπρο χώμα, όπου θα πέσει η μαστίχα.

Έπειτα ακολουθεί το «κέντημα¨ του δέντρου (χάραγμα από κάτω προς τα πάνω του κορμού του δέντρου). Αυτό το κάνουν 1 φορά την εβδομάδα για πέντε-έξι φορές.

Το Σεπτέμβριο που έχει πήξει η μαστίχα αρχίζει το μάζεμα με ειδικά εργαλεία τα ¨τιμητήρια¨. Στην αρχή μαζεύουν τα μεγάλα κομμάτια μαστίχας και τα βάζουν στα μαστιχοκάλαθα.

Αργότερα μαζεύουν τα μικρά κομμάτια και έπειτα ξύνουν το μαστιχόδεντρο σε περίπτωση που έχουν κολλήσει πάνω του μικρότερα κομμάτια.

Το Νοέμβρη και όλο το χειμώνα αρχίζει η περιποίηση της μαστίχας (καθαρισμός, πλύσιμο με σαπούνι, στέγνωμα).


Αφού τελειώσει την δίνουν στην Ένωση Μαστιχοπαραγωγών για την επεξεργασία της. Αφού γίνει η διαλογή της σε ποιότητες την πουλάνε ως μαστίχα, ως υλικό ζωγραφικής, ως συστατικό φαρμάκων κ.ά.

Η πυρκαγιά του Αυγούστου του 2012.


Τον Αύγουστο του 2012 ξέσπασε μεγάλη πυρκαγιά στο νησί της Χίου, που κατέστρεψε το 40% των μαστιχόδεντρων. Η οικονομική καταστροφή ήταν σημαντική. Για να αναπτυχθεί ένα νέο μαστιχόδεντρο και να παράγει μαστίχα χρειάζονται 5-8 χρόνια.


Ψάχνοντας στο διαδίκτυο βρήκαμε ένα τραγούδι για το Μαστιχόδεντρο και ένα βίντεο που δείχνει τη διαδικασία συλλογής μαστίχας.

Μαστιχόδεντρο

Μοιάζω με το δέντρο εκείνο

που πληγώνουνε κι ανθίζει,
άσπρο δάκρυ σαν το κρίνο
απ’ το σώμα μου δακρύζει,
μοιάζω με το δέντρο εκείνο
που πληγώνουνε κι ανθίζει.
Μαστιχόδεντρο και κρίνο
Άγιο Μύρο και λιβάνι
ποιος αγάπησε να γιάνει.
Που σκορπάει την ευωδιά του
και στο χώμα που θα γείρει
κι ας κεντήσαν την καρδιά του
μ’ ασημένιο κεντητήρι,
που σκορπάει την ευωδιά του
και στο χώμα που θα γείρει.
Μαστιχόδεντρο και κρίνο
Άγιο Μύρο και λιβάνι
ποιος αγάπησε να γιάνει.
Μοιάζω με το δέντρο εκείνο
που το σώμα του αγιάζει,
απ’ το δάκρυ του που τρέχει
απ’ το μόσκο του που στάζει,
μοιάζω με το δέντρο εκείνο
που το σώμα του αγιάζει.
Μαστιχόδεντρο και κρίνο
Άγιο Μύρο και λιβάνι
ποιος αγάπησε να γιάνει.

Στίχοι: Ηλίας Κατσούλης, Μουσική: Ορφέας Περίδης.
Πηγή:http://ntelalides8ou.blogspot.gr