Ως την άκρη του ονείρου…  

Το παραμύθι αυτό γράφτηκε από τους μαθητές του 1ου τμήματος  και βραβεύτηκε με τη 2η θέση στον Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Συγγραφής Παραμυθιού που διοργάνωσε η Διεύθυνση Π.Ε. Δυτικής Θεσσαλονίκης σε συνεργασία με το ΥΠΠΕΘ.:

Ως την άκρη του ονείρου…   

Μια φορά κι έναν καιρό, ζούσε ένα σκιουράκι, ο Μάρκος με την οικογένειά του σε μια βελανιδιά. Το δάσος τους ήταν ξεραμένο και σκοτεινό. Δεν πήγαινε σχολείο γιατί ήταν άρρωστος πολύ. Γιατροί του είχαν δώσει φάρμακα, γλυκά και πικρά. «Το μόνο φάρμακο που θα τον βοηθήσει είναι το ΔΑΠΗΘΑ-ΡΡΟΣΑ-ΓΑΛΕΠΙ , μα κανείς δεν ξέρει που να το βρει» έλεγαν. Οι φίλοι του, ο Σκαντζόχοιρος, η Χελώνα και ο Τυφλοπόντικας, τον επισκέπτονταν, του διάβαζαν τις περιπέτειες του ήρωά τους, του Καπετάν Ατρόμητου. Σε μια τέτοια ιστορία διάβασαν ότι ο Καπετάν Ατρόμητος θα έφτανε ΩΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ ,γιατί εκεί μπορούσε να βρει ο καθένας ότι αναζητούσε. Οι τρεις φίλοι, αποφάσισαν να πάνε ΩΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ μήπως βρουν το φάρμακο για τον φίλο τους.

Την επόμενη ημέρα ξεκίνησαν… πέρασαν βουνά, ποτάμια. Έφτασαν σε ένα δάσος που έμοιαζε πολύ με το δικό τους. Αντίκρισαν ένα παλάτι με μια μεγάλη τρύπα στην σκεπή του. Βρήκαν εκεί μια γέρικη κουκουβάγια, με μαύρη στάχτη στα φτερά της. «Μήπως γνωρίζεις που είναι  Η ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ;»  ρώτησαν. «Δεν θυμάμαι, το μόνο που θυμάμαι είναι φλόγες να διώχνουν τα ζώα. Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας δώσω αυτά τα φτερά , τα μόνα που μου θυμίζουν την παλιά μου ζωή» και δίνει στους τρεις φίλους τα τρία μοναδικά άσπρα πούπουλα από το κεφάλι της. Δίπλα ήταν  ένας γεράκος τυλιγμένος με κουβέρτα, ο Ουρανός. «Τι θέλετε τόσο μακριά από τον τόπο σας; Εδώ και πολλά χρόνια δεν μας  επισκέπτεται κανένας γιατί μας έχουν ξεχάσει.» τους είπε με βραχνιασμένη φωνή και αναστέναξε. «Ποτέ κανείς δεν το βρήκε αυτό το μέρος. Άδικα ψάχνετε, γυρίστε πίσω, το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας δώσω το πιο μικρό από τα  παιδιά μου  που δεν είναι άρρωστο». Και τους δίνει ένα μικρό άσπρο σύννεφο. Εκεί βρήκαν και  τον Ήλιο με τις αχτίνες του δεμένες με χοντρή αλυσίδα. «Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να σας δώσω την πιο μικρή ηλιαχτίδα μου. Είναι η μόνη που δεν βγαίνει από την τρύπα της σκεπής και δεν καίει τους ανθρώπους».

Οι τρεις φίλοι μετά από πολύ δρόμο έφτασαν σε μια γέφυρα που την φιλούσε ο ακοίμητος Δράκος-Φόβος. Έβγαλαν το πουπουλένιο σύννεφο από το σακούλι τους και ο Δράκος-Φόβος αμέσως κοιμήθηκε πάνω του.

Έφτασαν σε μια καλύβα, και είδαν  μια παγωμένη Νεράιδα. Άφησαν την μικρή ηλιαχτίδα να παίξει γύρω της και αμέσως η Νεράιδα ξεπάγωσε. Τους εξήγησε πως ήταν η Νεράιδα-Ελπίδα και πως ο Δράκος-Φόβος την είχε παγώσει με την ανάσα του. «Θα πάμε ΩΣ ΤΗΝ ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ!» της είπαν. «Φτάσατε στην ΑΚΡΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ. Αυτό που αναζητάτε γενναίοι ταξιδιώτες είναι μέσα στην καλύβα».

Μπήκαν μέσα και βρήκαν την Πριγκίπισσα-Αγάπη, να κλαίει και τα δάκρυά της να πέφτουν  μέσα σ΄ ένα μπουκαλάκι. Της είπαν ότι ψάχνουν φάρμακο για τον φίλο  τους, να γίνει καλά. Έσκυψε, τους φίλησε και τους είπε… ένα μυστικό. Τους έδωσε το μπουκαλάκι με τα δάκρυά της λέγοντας πως είναι πολύτιμο και μοναδικό. Δεν έπρεπε να σπάσει. Οι φίλοι το τύλιξαν με τα πούπουλα που τους είχε δώσει η γριά κουκουβάγια και ξεκίνησαν για το δάσος τους.

Το φάρμακο το έδωσαν στον μικρό Μάρκο κι αμέσως ξαναζωντάνεψε, ζωήρεψε το τρίχωμα, τα μάτια, τα μάγουλά του. Τότε άλλαξε η ζωή ,το δάσος τους , άρχισαν όλοι να χαμογελούν, να παίζουν, να τραγουδούν.

Κανείς δεν έμαθε το μυστικό της Πριγκίπισσας – Αγάπης. Μόνο ο αέρας ,που φύσηξε εκείνη  τη στιγμή. Και το είπε :«ΔΑΠΗΘΑ-ΡΡΟΣΑ-ΓΑΛΕΠΙ» σε όλη τη γη. Ο Ουρανός  δάκρυσε, ο Ήλιος χάρηκε, η φύση πρασίνισε.

ΔΑΠΗΘΑ-ΡΡΟΣΑ-ΓΑΛΕΠΙ:

ΘΑΡΡΟΣ – ν΄ αλλάξουμε ό,τι δεν μας αρέσει

ΑΓΑΠΗ – για τη φύση

ΕΛΠΙΔΑ – ότι όλα θα αλλάξουν.