Επιστροφή στο σχολείο!

 Μετά από αρκετές ημέρες κακοκαιρίας που μας κράτησαν στο σπίτι επιστρέψαμε στο σχολείο γεμάτοι  από εμπειρίες που μας έδωσε το υπέροχο χιονάκι.Τα παιδιά έπαιξαν ,έφτιαξαν χιονάνθρωπους και μας είπαν ότι τους άρεσε πάρα πολύ.

Μας είπαν ότι στεναχωρέθηκαν που έλιωσε γιατί χάλασε τους χιονάνθρωπους τους.Παίρνοντας αφορμή από τα συναισθήματα τους διαβάσαμε τον «χιονάνθρωπο που δεν ήθελε να λιώσει»

Μέσα από την ιστορία κατάλαβαν ότι οι χιονάνθρωποι δεν χάνονται αλλά όπως είχαμε μάθει στον κύκλο του νερού θα γίνουν νερό που θα εξατμιστεί ,θα γίνει σύννεφο και αυτό πάλι κάποια μέρα θα γίνει πάλι χιόνι που κάποια άλλα παιδιά θα το κάνουν χιονάνθρωπο.

«Ο χιονάνθρωπος που δεν ήθελε να λιώσει», από τον Μάνο Κοντολέων

Μια φορά κι έναν καιρό, στην κορυφή ενός ψηλού, χιονισμένου βουνού, ζούσε ένας χιονάνθρωπος.
Για μάτια είχε δυο κουκουνάρια, για μύτη ένα βελανίδι, τα χέρια του ήταν δυο ξερά κλαριά από πεύκο, το στόμα του —μια φού­ντα θυμαριού — το είχε χάσει. Ήταν χειμώνας, έκανε κρύο πάνω στο βουνό κι ένας τέτοιος καιρός άρεσε πολύ στον χιονάν­θρωπο.
Μα κάποιος αγριοκούνελος τον πληροφόρησε πως σε λίγο θα τε­λείωνε ο χειμώνας, θα ερχότανε η άνοιξη με τον ήλιο της και το χιόνι θα έλιωνε.
«Που να πάω για να σωθώ;» ρώ­τησε ο χιονάνθρωπος τον αετό. Αυτός άπλωσε τη φτερούγα του και του έδειξε κατά το βοριά.
Βρήκε ο χιονάνθρωπος ένα ζευ­γάρι παλιά, ξεχασμένα πέδιλα του σκι, τα φόρεσε και κίνησε προς τα εκεί που του έδειξε ο αετός.
Έφτασε σε μια πολιτεία, τον εί­δανε τα παιδιά που παίζανε στην πλατεία, τον πήρανε μαζί τους. «Δες τα μάτια του!» φώναξε η Κατερίνα.
«Τι αστεία χέρια που έχει!» γέλα­σε ο Στέφανος.
Κι ο Κωστής του κόλλησε ένα καπάκι από Κόκα Κόλα για στόμα.
Ο χιονάνθρωπος διασκέδαζε με τα καμώματα των παιδιών, μα δεν ξεχνούσε πως έπρεπε να συ­νεχίσει το ταξίδι του.
 Σα νύχτωσε, λοιπόν, κι άδεια­σε η πλατεία, πήρε πάλι τους δρόμους.
«Από εδώ πάνε για το βοριά;» ρώτησε ένα λεωφορείο. 

 «Πήγαινε στο λιμάνι και τα κα­ράβια θα σου πούνε!» του απά­ντησε το λεωφορείο.

Ο χιονάνθρωπος έψαξε για το λιμάνι, το βρήκε, είδε τα αραγ­μένα καράβια, τα ρώτησε αν ξέ­ρουν πώς πάνε στα βορινά.

«Θα σε πηγαίναμε εμείς, μα έχει τρικυμία αυτές τις μέρες και δε σαλπάρουμε» τον απογοήτεψαν τα καράβια.

«Και τώρα τι θα κάνω;» δάκρυσε ο χιονάνθρωπος κι έκανε μια γκριμάτσα και ξεκόλλησε το κα­πάκι της Κόκα Κόλα κι έμεινε ξανά χωρίς στόμα.
Τον είδε έτσι λυπημένο μια βαρκούλα –ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ- τη λέγανε.
«Άντε να σε πάω εγώ!» του είπε κι ο χιονάνθρωπος καταχάρη­κε. Βολεύτηκε κάπου στην πλώ­ρη κι ανοίχτηκαν στο πέλαγο. Η φουρτούνα ήταν δυνατή.
Να κάτι θεόρατα κύματα χτυπάγανε τη βάρκα κι έτριζαν τα γέρικα ξύλα, «κριτς!» ράγισε το σκαρί. Μπήκαν νερά.
Πάει, βούλιαξε η ΠΑΝΑΓΙΤΣΑ, βρέθηκε στο βυθό ο χιονάνθρωπος. Τον είδανε τα ψάρια, τα μικρά τρομάξανε, τα πιο μεγάλα ξαφνιαστήκανε.
Ήταν κι ένας καρ­χαρίας που όρμηξε και «χαπ!» κό­βει ένα κομμάτι από την κοιλιά του χιονάνθρωπου.
Μα ήταν παγωμένη η μπουκιά και του πονέσανε οι αμυγδαλές και το ‘βαλε στα πόδια ο καρ­χαρίας.
Ο χιονάνθρωπος κοιτούσε γύρω με τα δυο κουκουναρομάτια του, κοιτούσε και χάζευε τα ψάρια, τα φύκια, τα όστρακα και τα κο­χύλια.
Μετά, άρχισε να λιώνει. «Βοήθεια!» φώναξε, αλλά δεν υπήρχε κανείς στον βυθό που θα μπορούσε να τον σώσει. Έλιωσε, λοιπόν, κι έγινε νερό.
Ένα αυλάκι παγωμένο, που κά­ποτε ήταν χιονάνθρωπος. Πέρασαν πολλές μέρες, πέρα­σαν μήνες και το νερό αυτό που κάποτε ήταν χιονάνθρωπος,
βρέ­θηκε σε μιαν άλλη παραλία. Το έριξαν τα κύματα στα βρά­χια, κύλησε σε μια λακκούβα κι έμεινε εκεί.
 Βγήκε ο ήλιος και το ζέστανε, το έκανε μικρές σταγόνες, π’ ανα­σηκώθηκαν ψηλά, μέχρι τον ου­ρανό φτάσανε, ενώθηκαν όλες μαζί, φτιάξανε ένα σύννεφο.
Ο άνεμος έσυρε μαζί του το σύν­νεφο, το έφερε πάνω από το βου­νό το χιονισμένο, απ’ όπου ο χιο­νάνθρωπος είχε ξεκινήσει κι εκεί το σύννεφο έπεσε σα χιόνι πάνω στην κορυφή.
Κάτι περαστικοί ορειβάτες άρ­χισαν τον χιονοπόλεμο και μετά φτιάξανε ένα χιονάνθρωπο.
Του βάλανε δυο κουκουνάρια για μάτια, ένα βελανίδι για μύτη, δυο ξερά κλαριά από πεύκο για χέρια. Μετά φύγανε και ξεχάσανε το στόμα.
Μα αυτό δεν στενοχώρησε τον χιονάνθρωπο. . Ήταν τόσο χα­ρούμενος, που δεν χάθηκε ούτε στην πλατεία, ούτε στη μανια­σμένη θάλασσα,
ούτε και στο βυθό με τα κοχύλια του, τα ψά­ρια του κι εκείνον τον απαίσιο, τον κακό καρχαρία του.
 
Στην συνέχεια ζωγράφισαν εικόνες της ιστορίας και έφτιαξαν τον χιονάνθρωπο που δεν λιώνει από πυλό και ζυμάρι.
 

 

Γυρίζει γυρίζει η γη !

Με αφορμή το βιβλίο «γυρίζει,γυρίζει ηγη» προσπαθήσαμε να προσεγγίσουμε την εναλλαγή ημέρας και νύχτας.

Είδαμε το σχήμα της γης με την υδρόγειο σφαίρα και μιλήσαμε για την περιστροφή της γης  με τόσο γρήγορη ταχύτητα ώστε να μην το καταλαβαίνουμε.Έχοντας από την μία πλευρά τον ήλιο είδαμε ότι η μία πλευρά φωτίζεται και έτσι έχουμε ημέρα και η άλλη δεν φωτίζεται και έχουμε την νύχτα.Έτσι την ώρα που στην χώρα μας τα παιδιά κοιμούνται κάποια παιδιά σε άλλες χώρες ξυπνάνε.Έβαλαν το χέρι τους επάνω στην γη και ενώ βρίσκεται στην φωτιζόμενη πλευρά καθώς το περιστρέφουν έρχεται στην νύχτα.

Ζωγράφισαν σε καρτέλες έναν ήλιο σαν σύμβολο της ημέρας και ένα φεγγάρι συμβολίζοντας την νύχτα και παίζοντας τοποθέτησαν τις κάρτες σε χρονική διαδοχή.

Ζωγράφισαν την γη χωρίζοντας την στην μέση όπως είναι την ημέρα και την νύχτα.

Είδαμε στον υπολογιστή την περιστροφή της γης γύρω από τον εαυτό της και γύρω από τον ήλιο.

Ο ΚΥΚΛΟΣ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Από που είσαι, ποταμάκι;
– Από ‘κείνο το βουνό.
– Πώς τον λέγαν τον παππού σου;
– Σύννεφο στον ουρανό.

– Ποια είναι η μάνα σου;
– Η μπόρα.
– Πώς κατέβηκες στη χώρα;
– Τα χωράφια να ποτίσω
και τους μύλους να γυρίσω.

– Στάσου να σε ιδούμε λίγο,
ποταμάκι μου καλό.
– Βιάζομαι πολύ να φύγω,
ν’ ανταμώσω το γιαλό.

Ζαχαρίας Παπαντωνίου

Με αφορμή το παραπάνω ποίημα μιλήσαμε για τον κύκλο του νερού .

Κάναμε το πείραμα με το νερό που βράζει και είδαμε τους υδρατμούς να ανεβαίνουν στο καπάκι και στην συνέχεια να πέφτουν σαν βροχή.

Χωριστήκαν σε ομάδες και δουλεύοντας με τέμπερες ,κολάζ  και μαρκαδόρους αναπαράστησαν τον κύκλο του νερού .Η ομάδα που τελείωνε παρακολουθούσε στον υπολογιστή(kidpedia) την διαδικασία για να την κατανοήσει καλύτερα μέσα από την κίνηση.Έτσι είδαν τον ήλιο που ζεσταίνει και εξατμίζει το νερό από την επιφάνεια των θαλασσών ,τους υδρατμούς να ανεβαίνουν και να γίνονται σύννεφα, τα σύνεφα να γίνονται βροχή ή χιόνι που κι αυτά πέφτουν σε ποτάμια και θάλασσες.

Βάλαμε σε διαφορετικά ποτήρια νερό και παρατηρήσαμε ότι το νερό παίρνει το σχήμα του ποτηριού που το βάζουμε.

Ήπιαμε όλοι λίγο νεράκι και συμφωνήσαμε ότι δεν έχει γεύση.Είδαμε ότι δεν έχει χρώμα και είναι διάφανο.

Βάλαμε νερό σε παγοθήκη που έχει σχήμα αστεριών και το νερό πήρε το σχήμα του.Τα βάλαμε στην κατάψυξη για να δούμε τι θα γίνουν.

Τραγουδήσαμε και χορέψαμε το «Ένα νερό κυρά Βαγγελιώ» και το «κίνησε η Γερακίνα για νερό.»

Την επόμενη ημέρα βγάλαμε την παγοθήκη  από κατάψυξη και είδαμε ότι το νερό πάγωσε και πήραμε παγάκια σε σχήμα αστεριών.Έτσι άρχισαν να παρατηρούν , να κάνουν υποθέσεις και να καταλήγουν σε συμπεράσματα. Τα πήραν στο χέρι τους όχι όμως για πολύ γιατί  όπως είπαν «Είναι παγωμένο και λιώνει»

Βάλαμε ένα παγάκι  στο καλοριφέρ και παρατηρήσαμε ότι έλιωσε πιο γρήγορα από τα υπόλοιπα.

Βλέποντας το σχήμα των αστεριών κάποία  ξεχάστηκαν και ρώτησαν αν μπορούμε να ζωγραφίσουμε το περίγραμμα τους.Πήραν χαρτί και ενώ ξεκίνησαν είδαν ότι λιώνοντας το παγάκι έβρεχε το χαρτί και δεν μπορούσαν να συνεχίσουν.