Η Κοκκινοσκουφίτσα

 

Ήταν κάποτε ένα μικρό, γλυκό κοριτσάκι που και μόνο που το έβλεπες, έφτανε για να το αγαπήσεις. Περισσότερο από όλους αγαπούσε το κοριτσάκι η γιαγιά του, που συνεχώς έκανε δώρα στην μικρή της εγγονή.. Μια μέρα της χάρισε ένα σκούφο από κόκκινο ύφασμα. Τόσο πολύ άρεσε στο κορίτσι ο κόκκινος σκούφος που δεν ήθελε ποτέ πια να τον αποχωριστεί. Έτσι όλοι την αποκαλούσαν «η κοκκινοσκουφίτσα».
Μια μέρα η μητέρα της λέει: «Κοκκινοσκουφίτσα, πάρε ένα κομμάτι γλυκό και ένα μπουκάλι κρασί και πήγαινέ τα στη γιαγιά σου για να δυναμώσει που είναι άρρωστη και αδύναμη. Φρόντισε όμως να είσαι φρόνιμη και μη ξεχάσεις να της δώσεις πολλά χαιρετίσματα. Να πηγαίνεις προσεκτικά στο δρόμο και να προσέχεις, γιατί αλλιώς θα πέσεις και θα σπάσεις τα πράγματα και δεν θα μείνει τίποτε για την γιαγιά σου».
«Εντάξει θα κάνω ότι μου είπες» υποσχέθηκε η κοκκινοσκουφίτσα. Η γιαγιά ζούσε στο δάσος μισή ώρα μακριά από το χωριό. Καθώς λοιπόν μπήκε στο δάσος την συνάντησε ο λύκος. Η κοκκινοσκουφίτσα όμως δεν ήξερε ότι ο λύκος είναι κακό ζώο και έτσι δεν τον φοβήθηκε.
-Καλημέρα κοκκινοσκουφίτσα. Είπε ο λύκος
-Ευχαριστώ λύκε. Απάντησε το κοριτσάκι
-Για πού το έβαλες πρωί-πρωί;
-Πηγαίνω στη γιαγιά.
-Και τι κουβαλάς στη ποδιά σου;
-Γλυκό και κρασί για την άρρωστη γιαγιά μου. Εχθές φτιάξαμε το γλυκό για να το φάει η γιαγιά και να δυναμώσει.
-Κοκκινοσκουφίτσα που μένει η γιαγιά σου;
-Μέσα στο δάσος, γύρω στο ένα τέταρτο απόσταση από εδώ που βρισκόμαστε. Το σπίτι της είναι κάτω από τρεις βελανιδιές μέσα στα φυστικόδεντρα. Θα πρέπει να το ξέρεις.
Ο λύκος σκέφτηκε ότι η κοκκινοσκουφίτσα θα ήταν ένας καταπληκτικός μεζές και αναρωτιόταν τι θα έπρεπε να κάνει ώστε να τον αποκτήσει. Για λίγο ακόμη περπάτησε στο πλάι της κοκκινοσκουφίτσας και μετά άρχισε να της λέει: «Κοκκινοσκουφίτσα, κοίταξε τι ωραία λουλούδια που υπάρχουν στο δάσος. Μα γιατί δεν τα κοιτάς. Έχω την εντύπωση ότι ούτε καν ακούς το όμορφο κελάηδημα των πουλιών! Εσύ περπατάς σαν να είσαι στο δρόμο για το σχολείο, ενώ είναι τόσο όμορφα στο δάσος».
Η κοκκινοσκουφίτσα σήκωσε τότε τα μάτια της και είδε τις αχτίδες του ήλιου να περνάνε ανάμεσα στα δέντρα. Το δάσος ήταν γεμάτο λουλούδια και έτσι είπε να φτιάξει μια ανθοδέσμη για τη γιαγιά. «Ακόμη νωρίς είναι» σκέφτηκε «έχω αρκετή ώρα για να φτάσω έγκαιρα στη γιαγιά». Έτσι μπήκε χορεύοντας στο δάσος και άρχισε να διαλέγει λουλούδια. Μόλις μάζευε ένα λουλούδι αμέσως έβρισκε ένα άλλο ομορφότερο και η κοκκινοσκουφίτσα ξεμάκραινε ολοένα και περισσότερο από τον δρόμο της και έμπαινε βαθύτερα στο δάσος.
Ο λύκος όμως προχώρησε χωρίς να καθυστερήσει απευθείας στο σπίτι της γιαγιάς και χτύπησε την πόρτα.
-Ποιος είναι; Ρώτησε η γιαγιά
-Η κοκκινοσκουφίτσα απάντησε ο λύκος. Σου φέρνω γλυκό και κρασί. Άνοιξε μου.
-Άνοιξε την πόρτα δεν έχω κλειδώσει, απάντησε η γιαγιά. Είμαι πολύ αδύναμη για να σηκωθώ.
Ο κακός ο λύκος άνοιξε την πόρτα και μπήκε μέσα χωρίς να πει κουβέντα. Κατευθύνθηκε στο κρεβάτι της γιαγιάς και την κατάπιε. Μετά πήρε τα ρούχα της και τα φόρεσε. Έβαλε και το καπέλο του ύπνου της γιαγιάς και ξάπλωσε ενώ προηγουμένως τράβηξε της κουρτίνες.
Η κοκκινοσκουφίτσα έτρεχε στο δάσος ψάχνοντας για λουλούδια, και όταν βρήκε τόσα ώστε να μη μπορεί να κουβαλήσει περισσότερα, θυμήθηκε την γιαγιά της και ξεκίνησε να πάει να την επισκεφτεί. Καθώς έφτασε βρήκε την πόρτα ανοιχτή πράγμα ασυνήθιστο. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο αισθάνθηκε πολύ άβολα και σκέφτηκε «γιατί άραγε είμαι τόσο φοβισμένη σήμερα, αφού συνήθως έρχομαι στη γιαγιά με μεγάλη ευχαρίστηση».
Μετά από αυτό πήγε προς το κρεβάτι και άνοιξε τις κουρτίνες. Στο κρεβάτι είδε ξαπλωμένη την γιαγιά με κατεβασμένο το καπέλο του ύπνου βαθιά μέσα στο πρόσωπο, ενώ το παρουσιαστικό της ξάφνιαζε την κοκκινοσκουφίτσα.
-Αμάν γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα αυτιά;
-Για να σε ακούω καλύτερα!
-Αμάν γιαγιά, γιατί έχεις τόσο μεγάλα μάτια
-Για να σε βλέπω καλύτερα!
-Αμάν γιαγιά, γιατί έχει τόσο μεγάλα χέρια;
-Για να σε πιάνω καλύτερα!
-Αλλά γιαγιά, τι μεγάλο και τρομακτικό στόμα που έχεις;
-Για να σε φάω καλύτερα!
Και αμέσως πετάχτηκε από το κρεβάτι και όρμησε πάνω στην κοκκινοσκουφίτσα και την κατάπιε. Μετά ξάπλωσε στο κρεβάτι και αποκοιμήθηκε ροχαλίζοντας πολύ δυνατά.
Τυχαία έξω από το σπιτάκι της γιαγιάς περνούσε ο κυνηγός, που ακούγοντας το ροχαλητό ξαφνιάστηκε. «Δεν είναι φυσικό γριά γυναίκα να ροχαλίζει έτσι» σκέφτηκε και μπήκε στο σπιτάκι για να δει αν χρειάζεται κάτι η γιαγιά. Μόλις μπήκε στο δωμάτιο, πλησίασε το κρεβάτι και το λύκο που έψαχνε εδώ και καιρό ξαπλωμένο. Αμέσως άρπαξε το όπλο του, αλλά σκέφτηκε ότι ο λύκος μπορεί να έφαγε την γιαγιά και ίσως προλάβαινε ακόμη να την σώσει. Έτσι δεν πυροβόλησε αλλά πήρε το ψαλίδι και έκοψε την κοιλιά του λύκου που κοιμόταν. Μόλις άρχισε να κόβει μερικές φορές με το ψαλίδι, είδε να λάμπει η κοκκινοσκουφίτσα και μόλις έκοψε λίγο ακόμη πετάχτηκε το κοριτσάκι μέσα από την κοιλιά του λύκου.
-Αχ πόσο φοβήθηκα, ήταν τόσο σκοτεινά μέσα στην κοιλιά του λύκου.
Αμέσως μετά βγήκε και η γιαγιά ζωντανή μέσα από την κοιλιά. Η κοκκινοσκουφίτσα έτρεξε και έφερε πέτρες και με τις πέτρες γέμισαν την κοιλιά του λύκου. Μόλις  ξύπνησε ο λύκος ήθελε να το σκάσει, αλλά οι πέτρες ήταν τόσο βαριές που έπεσε κάτω και πέθανε.
Μετά από αυτό όλοι ήταν ικανοποιημένοι. Ο κυνηγός πήρε το τομάρι του λύκου, η γιαγιά έφαγε το γλυκό και ήπιε το κρασί που έφερε η κοκκινοσκουφίτσα και η κοκκινοσκουφίτσα σκεφτότανε ότι όσο ζούσε δεν θα άφηνε ξανά τον δρόμο της για να μπει στο δάσος, ειδικά όταν της το έχει απαγορεύσει η μαμά της.

____________
Επίσης λένε ότι μια άλλη φορά που η κοκκινοσκουφίτσα πήγαινε γλυκά στη γιαγιά της, ένας άλλος λύκος της μίλησε και προσπάθησε να την οδηγήσει μακριά από τον δρόμο της. Η κοκκινοσκουφίτσα όμως προφυλάχθηκε και πήγε απευθείας στο σπίτι της γιαγιάς. Όταν έφτασε στη γιαγιά της, της είπε ότι συνάντησε τον κακό λύκο και ότι της είπε καλημέρα, αλλά την κοίταξε με τέτοια κακία στα μάτια «που αν δεν ήταν καταμεσής στο δρόμο  θα με είχε φάει».
«Έλα» είπε η γιαγιά «ας κλειδώσουμε την πόρτα για να μη μπορεί να μπει». Μετά από λίγο ήρθε ο λύκος και χτύπησε την πόρτα «έλα γιαγιά άνοιξε, είμαι η κοκκινοσκουφίτσα και σου φέρνω γλυκά». Αλλά η γιαγιά και η εγγονή δεν αποκρίθηκαν και έκαναν ησυχία σαν να μην ήταν κανείς στο σπίτι. Ο κακός λύκος γυρνούσε γύρω-γύρω από το σπίτι για να δει τι συμβαίνει. Σαν είδε και απόειδε ότι κανείς δεν αποκρινόταν, ανέβηκε στη σκεπή του σπιτιού για να περιμένει.
Αλλά η γιαγιά κατάλαβε το σχέδιο του λύκου και είπε στην κοκκινοσκουφίτσα: «φέρε έναν κουβά, πάρε το νερό στο οποίο έβρασα εχθές τα λουκάνικα και ρίξε το στο πηγάδι». Η κοκκινοσκουφίτσα γέμισε το πηγάδι με το νερό από τα λουκάνικα. Τότε η μυρωδιά έφτασε μέχρι την σκεπή και ο λύκος άπλωνε το κεφάλι του για να δει τι μυρίζει τόσο ωραία. Κάποια στιγμή άπλωσε τόσο πολύ το κεφάλι του που έχασε την ισορροπία του, γλίστρησε από την σκεπή, έπεσε στο πηγάδι και πνίγηκε. Έτσι η κοκκινοσκουφίτσα επέστρεψε χαρούμενη στο σπίτι της και κανείς δεν της έκανε κακό.