vroussou's blog

Just another Blogs.sch.gr site

Ν. Εγγονόπουλος, Ποίηση 1948

Συγγραφέας: Βαρβάρα Ρούσσου στις Απρίλιος 19, 2012

Βαρβάρα Ρούσσου

Ν. Εγγονόπουλος, «Ποίηση 1948» ή η εύγλωττη ρητορική της σιωπής

Ο Μπλανσό λέει ότι ο υπερρεαλισμός είναι η εμπειρία της εμπειρίας. Στο ποίημα αυτό του Εγγονόπουλου περιγράφεται με ιδιαίτερα επιγραμματικό τρόπο ακριβώς η εμπειρία ( το ποίημα, η ποίηση) της εμπειρίας ( τα γεγονότα) μέσα από το προσωπικό ποιητικό φίλτρο. Πέρα από τις συνήθεις αναλύσεις θα ήθελα να φωτίσω, όπως τουλάχιστον νομίζω, διαφορετικές, υποφωτισμένες ως τώρα, και πάλι νομίζω, πλευρές στην ερμηνεία και διδασκαλία του εν λόγω ποιήματος.

Το 1944 ο Εγγονόπουλος εκδίδει το Μπολιβάρ που προσλήφθηκε (κάνω μια χονδρική αναφορά στην πρόσληψή του, έχουν γραφεί τόσα και δεν είναι το θέμα μας αυτό) ως το πρότυπο του ηρωικά αγωνιζόμενου Έλληνα. Όμοια, στη διάρκεια της Κατοχής γράφει το «Ένα οργισμένο ποίημα της Κατοχής» Πώς καταλήγει τέσσερα χρόνια αργότερα από την εξύμνηση των αγώνων για ελευθερία στην σχεδόν παραίτηση το δικαιολογούν τα ιστορικά γεγονότα που οδήγησαν από την αυτοθυσία στο όνομα της ελευθερίας στον τραγικό εμφύλιο. Ο Εγγονόπουλος αποδεικνύει την άμεση επίδραση που άσκησαν στην ποιητική του τα ιστορικά συμβάντα αλλά ταυτόχρονα επιδεικνύει την οξυδερκή, κριτική, ειρωνική οπτική του επί των γεγονότων. Ας το εξετάσουμε καλύτερα.
Η ρητορική της σιωπής ( που γενικά δεν είναι νέος τρόπος αλλά πανάρχαιος) ως εκφραστική της αδυναμίας της ποίησης να υπερβεί τα γεγονότα της εποχής της αποτελεί και στοιχείο του μοντερνισμού, κινήματος που εναντιώνεται –έστω και μερικώς, το ζήτημα είναι τεράστιο- στην άκρατη και πομπώδη λογοδιάρροια της αστικής τάξης. Εν προκειμένω, ο Εγγονόπουλος δεν κάνει ποίημα μόνον την υστέρηση της ποίησης, του λόγου έναντι της πράξης και των γεγονότων και κυρίως έναντι του απαρέγκλιτου του θανάτου• η λιτότητα του δικού του ποιήματος και το αίσθημα πικρίας που αποπνέεται δεν προέρχονται μόνον από την βιωμένη εμπειρία του εμφυλίου αλλά και από τον ακατάσχετο λόγο της εποχής –προερχόμενο από όλες τις πλευρές- περί ελευθερίας, πατρίδας, πολέμου άρα και θανάτου. Απέναντί τους ο Εγγονόπουλος τείνει στο άλεκτο και προτείνει τη σιωπή και η τάση του αυτή αποτυπώνεται με την λιτότητα, την βραχυλογία, την άμεση προβολή του συναισθήματός του και την δηλούμενη ολιγογραφία. Η τάση στη σιωπή δεν υλοποιήθηκε ποτέ, όπως συνέβη με τον Αναγνωστάκη, η ολιγογραφία όμως παρέμεινε γνώρισμα του Εγγονόπουλου (177 ποιήματα είναι γνωστά και δημοσιοποιημένα με κάθε τρόπο).
Η ίδια η συλλογή ΕΛΕΥΣΙΣ (Ελευσις) εξάλλου αποτελείται μόλις από δώδεκα ποιήματα. [ Το μότο της συλλογής, απόσπασμα από διάλεξη του Μπρετόν, είναι ιδιαίτερα αισιόδοξο, κάνει λόγο για την υπέρβαση του θανάτου από τον σουρεαλισμό, για μια ανοιχτή και συνεχή διαμόρφωση, αναγεννητικού χαρακτήρα, του κινήματος και ανοίγει μια οδό του μέλλοντος. Αυτό, ως ένα βαθμό, μπορεί να επηρεάσει την ερμηνεία του ποιήματος που συζητούμε. Ως τελευταίο της σύντομης συλλογής φαίνεται να επέχει θέση δικαιολογίας για το ολιγάριθμο των ποιημάτων.]
Πρόκειται για ένα ποίημα όπου τα ιστορικά γεγονότα είναι άμεσα αναγνωρίσιμα : ο εμφύλιος. Ο τίτλος τροφοδοτεί το συλλογικό : με την γενικευτική λέξη ποίηση –και όχι ποίημα- δηλαδή η ποίηση καθ ολοκληρίαν, και με το έτος, 1948, που είναι κοινό για τους πάντες και αναδεικνύει εμφατικά την έντονη παρουσία των ιστορικών συμφραζομένων. [Ένας παρόμοιος τίτλος ενός ποιήματος του ίδιου με διαφορετικές συνδηλωτικές σημασίες είναι το «Όρνεον 1748».] Στην εξέλιξη του ποιήματος όμως το υποκείμενο που εκφέρει τον ποιητικό λόγο τονίζει την υποκειμενικότητά του τηρώντας μια θλιμμένα κριτική στάση απέναντι στο συλλογικό, το ιστορικό, μεταβάλλοντάς το σε ατομικό, ιδιωτικό. Η μετάβαση είναι άμεσα ορατή με την ύπαρξη δύο στροφικών ενοτήτων-στροφών κατά την παραδοσιακή ορολογία- που διαχωρίζονται με το διπλό διάκενο. Ας τις εξετάσουμε : η πρώτη αισθητοποιεί την γενικότητα του βιώματος τονίζοντας τις ιστορικές συγκυρίες : δύο φορές η λέξη εποχή -1ος και 3ος στίχος-. Παράλληλα, δημιουργείται έτσι μια ρυθμικότητα με την επανάληψη της λέξης και με την δυνατότητα μετρικής ανάγνωσης των 6σύλλαβων –κατά μία ανάγνωση- στίχων. Ενδιάμεσα, ο 2ος στίχος, με περισσότερες συλλαβές, 8σύλλαβος άρα οπτικά μεγαλύτερος ορίζει ακριβέστερα το χρονικό σημείο : του εμφυλίου σπαραγμού. Να σημειωθεί ότι σε εποχές πολιτικής πόλωσης όπου ο εμφύλιος αποκαλείται συμμοριτοπόλεμος και ανταρτοπόλεμος ο ψυχραιμότερος, ακριβέστερος και εντέλει όντως ανθρωπιστής Εγγονόπουλος διαβλέπει την ουσιαστική πτυχή του πολέμου και τον χαρακτηρίζει αναλόγως : εμφύλιος σπαραγμός. Στο σημείο αυτό, μορφολογικά, η πτώση του τόνου –εμφυλίου αντί εμφύλιου- αποδίδει την οικεία στον ποιητή, και τον υπερρεαλισμό, καθαρεύουσα.
Μπορούμε να παρατηρήσουμε επίσης το στίχο «για ποίηση» που προηγείται των άλλων παρομοίων : από το καβαφικό διακείμενο παραλείπεται το εξόχως ειρωνικό «ηχηρά» με αποτέλεσμα να αμβλύνεται η ειρωνεία που περιορίζεται έτσι στην υπαγωγή της ποίησης σε ένα χώρο «κι άλλων παρομοίων», δηλαδή στο χώρο της τέχνης, διότι ας μην λησμονούμε ότι ο Εγγονόπουλος είναι και ζωγράφος. Δεν είναι καιρός για τέχνη γενικά αλλά εφόσον με τον λόγο αποκαλύπτεται το άκαιρο της ποίησης –του λόγου- η ποίηση, για λίγο, προηγείται και απομονώνεται από τα άλλα παρόμοια. Η άνω και κάτω στιγμή εισάγει την επεξήγηση υης κατηγορηματικής θέσης με την οποίαν ξεκινά το ποίημα.
Η δεύτερη στροφή, ως αποτέλεσμα ( «γι αυτό») της πρώτης, αφενός μεταβάλλει το ομαδικό βίωμα σε ατομικό και απεικονίζει, με την κυριαρχία του α’ ενικού, το χώρο του προσωπικού αφετέρου αιτιολογεί την ποιητική επιλογή : ολιγογραφία και πίκρα με έμφαση ( «προ πάντων») στο πρώτο στοιχείο, ως πάγιο γνώρισμα της ποίησης του Εγγονόπουλου. Η δοκιμασία της πραγματικότητας επηρεάζει τον εξωτερικό κόσμο και όσο και τον εσωτερικό. Θα πρέπει να λαμβάνουμε υπόψη όχι μόνον τις επίκαιρες περιστάσεις υπό τις οποίες γράφτηκε το ποίημα αλλά και δύο ακόμη μόνιμα στοιχεία της ποίησης του Εγγονόπουλου, την αυτοαναφορικότητα και την μελαγχολία του. Ωστόσο, και στην πρώτη στροφή το σχόλιο και η ειρωνική διατύπωση – καβαφικό δάνειο- όπως αναφέρει και το σχολικό βιβλίο- συγκροτούν την προσωπική οπτική γωνία. Οι δύο στροφές εντέλει συνθέτουν την ιδιαίτερη πρόσληψη των ιστορικών συμβάντων από το υποκείμενο και την μετατροπή τους σε ολίγα ποιήματα, παρά την ομολογούμενη εμμέσως αδυναμία της ποίησης που υποφώσκει στην πρώτη στροφή. Ταυτόχρονα, ολόκληρο το ποίημα καταδεικνύει και την ηθική στάση του ατόμου-ποιητή.
Η ποίηση αποτελεί την άλλη όψη του θανάτου, την πίσω πλευρά του. Διερωτώμαι όμως : η «άλλη μεριά» είναι απλώς η πίσω όψη του θανάτου, το παρακολούθημά του ή είναι η αντίθεσή του στο λευκό χαρτί, η πρόκληση για γραφή και άρα για ζωή; Πάντως η δυσκολία δεν αναιρείται, ούτε ο θάνατος. Γι αυτό σαν πάει κάτι/ να/ γραφη/ είναι/ ως αν/ να γράφονταν/ : ωστόσο, η άρση της ισχύος του ποιητικού λόγου παραμένει. Η ποίηση είναι ολίγη -ότε και αν- δηλαδή σαν, δηλωτικό μιας αβέβαιης αρχής χωρίς συνέχεια. Όμοια ερμηνεύεται και το «ως αν», ένα είδος υποθετικής παρομοίωσης της ποίησης με το μέσο που αναγγέλλει το θάνατο, τον δείκτη του θανάτου δηλαδή τα αγγελτήριά του. Βοηθητική στην απάντηση που έθεσα με το παραπάνω ερώτημα είναι η αναφορά του Εγγονόπουλου : « η ζωγραφική και η ποίησις με παρηγορούν και με διασκεδάζουν». Παραμυθητικός ο λόγος της ποίησης λοιπόν έστω και πικραμένος. Ήδη έγινε αναφορά στο αισιόδοξο μότο της συλλογής και αυτό το συναίσθημα διακατέχει μέρος της ποίησης του Εγγονόπουλου αλλά λειτουργεί αναπόσπαστα και με την πικρία που του προκαλεί η πραγματικότητα και η στάση και συμπεριφορά των ανθρώπων.
Στη δεύτερη στροφική ενότητα η απομόνωση των λέξεων είναι εμπρόθετη, πράγμα που ισχύει εξάλλου για όλο το ποίημα, όπως και για το μεγαλύτερο τμήμα της ποίησης του Εγγονόπουλου που βασίζεται σε τέτοιου είδους στίχο. Τονίζονται τα ποιήματα, το προσωπικό δημιούργημα ως προϊόν του γένους ποίηση. Επίσης η έμφαση δίνεται στο τόσο/ λίγα. Η βαρύτητα των λόγων ενισχύεται με τις παύλες.
[ Η καβαφική ανάκληση στην πρώτη ενότητα δεν περιορίζει το διακείμενο μόνον στον Καβάφη. Νομίζω ότι κάτω από την ιδιοπροσωπία του τόνου στο εν λόγω ποίημα απαντά η ήρεμη θλίψη του Καρυωτάκη, στις στιγμές που η ποίησή του δεν αντιτίθεται φανερά στην κοινωνική πραγματικότητα του καιρού του, αλλά διαπιστώνει με ζοφερή διάθεση την πικρία της πραγματικότητας. Δικαιούμαι, πιστεύω, να εκθέσω μια τελείως προσωπική εκτίμηση για το συγκεκριμένο ποίημα, πολύ περισσότερο μάλιστα εφόσον ο ίδιος ο ποιητής διαλέγεται με τον Καρυωτάκη στο ποίημά του «Κλεαρέτη Δίπλα-Μαλάμου» αλλά και τον αναγνωρίζει ανάμεσα στους ξεχωριστούς. ]
Το ποίημα αυτό δεν φέρει αμιγή υπερρεαλιστικά χαρακτηριστικά, όπως συμβαίνει με άλλα ποιήματα του Εγγονόπουλου. Η δόμησή του, που ήδη παρουσιάστηκε, νομίζω αποδεικνύει κάτι τέτοιο, όπως και η έλλειψη απροσδόκητων εικόνων και συνειρμών που εκπλήσσουν και καθιστούν το ποίημα δυσπρόσιτο. Παρά τις υπερρεαλιστικές πρακτικές μπορούμε να αναλογιζόμαστε ότι ο ίδιος ο ποιητής, με διόλου ειρωνική διάθεση, δηλώνει «Το απόφθεγμα του Σολωμού «Πρέπει πρώτα με δύναμη να συλλάβει ο νους, κι έπειτα η καρδιά βαθειά να αισθανθή ό,τι ο νους συνέλαβε», είναι πάντα παρόν στη σκέψη μου».
Γλώσσα : Νομίζω επαρκείς για τη διδασκαλία είναι στο σημείο αυτό ο λόγος του ίδιου του ποιητή στις «Σημειώσεις» του Α’ τόμου των ποιημάτων, σ. 154, 155 όπου δεν αποδέχεται τον χαρακτηρισμό της «μικτής» γλώσσας και απλώς είναι η γλώσσα που μιλάει ούτε και συναινεί στον διαχωρισμό δημοτικήεε-καθαρεύουσας εφόσον οι μελέτες του τον οδήγησαν στο συμπέρασμα ότι «η γλώσσα η ελληνική είναι μία» και δεν χρειάζεται να εμμένει κανείς σε έναν τύπο της αλλά να αντλεί από παντού όπως ο Παπαδιαμάντης και ο Καβάφης.
Μορφή : Τα εξής σταθερά χαρακτηριστικά στοιχεία της ποίησης του Εγγονόπουλου γίνονται ορατά στο συγκεκριμένο ποίημα : η κάθετη οργάνωση που επιτυγχάνεται με τους ολιγοσύλλαβους στίχους, η χρήση της άνω και κάτω στιγμής και η χρήση της διπλής παύλας όπως και των παρενθέσεων (θεωρώ τα δύο τελευταία ως ένα στοιχείο). Το πρώτο γνώρισμα επιτρέπει την απομόνωση των λέξεων και την ανάδειξή τους αλλά και την διάρρηξη και αναδόμηση της ρυθμικότητας του ποιήματος. Ως προς την προβολή αυτής καθαυτής της λέξης μπορούμε να ισχυριστούμε ότι ο Εγγονόπουλος ως υπερρεαλιστής δέχεται και πραγματώνει το βασικό χαρακτηριστικό του κινήματος : η γλώσσα να απελευθερώσει τα σημαίνοντά της και να δηλώσει την απόκλισή της από τη συμβατική χρήση της. Επομένως, αυτή η στιχική οργάνωση μπορεί να εκληφθεί ως υπερρεαλιστικό στοιχείο με την έννοια ότι καταστρατηγεί την παραδεδομένη εικόνα του στίχου. Ο Εγγονόπουλος φτάνει στην ακραία κατάτμηση του στίχου[ Σε 37 από τα 123 ποιήματά του υπάρχουν στίχοι μιας ή δύο λέξεων ενώ η δεύτερη συλλογή του είναι η πιο ρηξικέλευθη μορφολογικά.], αν και η δόμηση σε στίχους αναδεικνύει εντέλει την πίστη στην ύπαρξη του στίχου ως στοιχείου της ποίησης. Η χρήση της πρόζας βέβαια, η άλλη μορφολογική επιλογή του Εγγονόπουλου αναιρεί εν μέρει αυτήν την πίστη]. Οπτικά τέτοια κάθετης οργάνωσης ποιήματα δίνουν την αίσθηση στήλης λέξεων και μεταφέρουν στην ποίηση την εικαστική πλευρά του ποιητή. Η τυπογραφική διάταξη παραπέμπει στη ζωγραφική. Διαβάζοντας το ποίημα είναι οφθαλμοφανής η έμφαση στις λέξεις εποχή, εμφυλίου σπαραγμού, ποίηση, γραφεί/να γράφονταν κλπ. Η κάθετη οργάνωση δεν αποτελεί επιλογή του Εγγονόπουλου μόνον για το συγκεκριμένο ποίημα και επομένως δεν είναι άρρηκτα δεμένη με το συγκεκριμένο περιεχόμενο. Πρόκειται για πάγια τακτική [Αναφέρω εντελώς ενδεικτικά « Το γλωσσάριο των ανθέων», «Ύμνος δοξαστικός για τις γυναίκες που αγαπούμε» από την ίδια συλλογή όπου και το ποίημα που μας απασχολεί, «Ο μαθητευόμενος της οδύνης» κ.π.ά.].
Η άνω και κάτω τελεία, όπου παρουσιάζεται, λειτουργεί επεξηγηματικά με διάφορους τρόπους. Εδώ πρόκειται όντως για την εξήγηση της θέσης του ποιητή, διότι με μια θέση αρχίζει το ποίημα. [Εξάλλου ο ποιητής χρησιμοποιεί συχνά διάφορα σύμβολα από τύπους χημείας έως το ανάστροφο ερωτηματικό]1;
Τέλος λιγότερο οι παρενθέσεις αλλά κυρίως οι παύλες είναι μόνιμα στοιχεία του έργου του Εγγονόπουλου. Δεν λειτουργούν απλά παρενθετικά αλλά σχολιαστικά και κυρίως αποτελούν ένα είδος αποστροφής εις εαυτόν, μια αναδίπλωση και ταυτόχρονα μια εξωτερίκευση της έντασης του έσω κόσμου που βαίνει παράλληλα, αν και όχι διασταυρούμενα, με τον έξω. Εδώ η αναστοχαστική ερώτηση προς τον εαυτό του αποδίδει μια πλευρά της ποίησης του Εγγονόπουλου, την θλιβερή. [η άλλη πλευρά είναι η χιουμοριστική, εκρηκτική, φαντασιακή πλευρά του, ας μην επεκταθούμε σε γενικότητες και κρίσεις πολύπλοκες]. Ο ποιητής έχει δοκιμάσει πικρία προερχόμενη από το δημόσιο βίο, τη χώρα ας πούμε, αλλά και από τον ιδιωτικό, από την προσωπική ποιητική του και ζωγραφική αλλά και γενικά επαγγελματική πορεία του.

Συσχετισμοί ή παράλληλα κείμενα : η πρακτική αυτή στο μάθημα της λογοτεχνίας έχει ιδιαίτερη σημασία αλλά περιορίζεται τόσο ώστε είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς και είθισται αυτό να είναι το κύριο παράλληλο του Εγγονόπουλου (Νέα περί του θανάτου του Ισπανού ποιητού…, ο πιο μακροσκελής τίτλος του Εγγονόπουλου). Επίσης, ως παράλληλα κείμενα συχνά εξετάζονται τα : « Ο στρατιώτης ποιητής» του Μίλτου Σαχτούρη, «Οφειλή» του Τίτου Πατρίκιου και βέβαια το θεωρούμενο απαντητικό στον Εγγονόπουλο ποίημα του Αναγνωστάκη «Στον Νίκο Ε…», τα οποία κατά κύριο λόγο αναπαράγουν τις όμοιες με το «Ποίηση 1948» συνθήκες και εκθέτουν τον προβληματισμό σχετικά με τη θέση του ποιητή σε τέτοιους καιρούς.
Ωστόσο, θα κάνω μια άλλη πρόταση με μια σειρά ποιημάτων του ίδιου του Εγγονόπουλου. Κάτι τέτοιο θα επέτρεπε στους μαθητές και μια περαιτέρω επαφή με τον ποιητή και μια μελέτη παράλληλων κειμένων. Εξάλλου στόχος μας δεν είναι –πάντα ή μόνον- να «πιάσουμε» το παράλληλο των εξετάσεων…Νομίζω, λοιπόν, ότι έχει ενδιαφέρον το ποίημα «Ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής» με αφιέρωση «Εις Τριστάνο Τζαρά» από την μεταγενέστερη συλλογή Στην κοιλάδα με τους ροδώνες. Το ποίημα απαντά στην αμφισβήτηση της ποιητικής ισχύος που θέτει το «Ποίηση 1948», δηλαδή στο αν είναι δυνατόν να υπερνικηθεί ο θάνατος και η πραγματικότητα με την ποίηση. Ο ζυγός, φορτισμένος με την θλίψη, κλίνει μάλλον προς το όχι ενώ το ποίημα «Ο υπερρεαλισμός της ατέρμονος ζωής» κλίνει αισιόδοξα προς το αδιαμφισβήτητο ναι. Φαίνεται βέβαια ότι την αντίθετη αυτή απάντηση τροφοδοτεί η διαφορετική εποχή που γεννά τα δύο ποιήματα, ωστόσο η νίκη του ποιητή επί του προσωπικού αλλά και ποιητικού θανάτου ανάγεται στο διηνεκές.
Το ποίημα «Τα γαρούφαλα», το τελευταίο που δημοσίευσε ο ίδιος ο Εγγονόπουλος το 1983 σχετίζεται με τον πόλεμο και τον ποιητή στον οποίον αρμόζει, σε συνθήκες πολεμικές, να τρώει «ξερό ψωμάκι», βιώνοντας άμεσα τον πόλεμο. Ωστόσο, μπορεί να ξεφύγει από την πραγματικότητα μέσω της ομορφιάς, του οράματος μιας άλλης πραγματικότητας, πέραν της απτής, εντέλει μέσω της τέχνης. [βλ. σχόλια του Δ. Βλαχοδήμου για το ποίημα]
Του Εγγονόπουλου και πάλι το «Βιτσέντζος Κορνάρος», από την ίδια συλλογή. Έχει την ίδια περίπου δομική οργάνωση – ολιγοσύλλαβους στίχους, χρήση της παύλας. Εδώ η ζωή και όχι η ποίηση είναι τόσο σύντομη και τόσο λίγη και αιτία οι άλλοι, αυτοί που «είθισται να δολοφονούν τους ποιητάς». Εδώ η ποίηση είναι καταφύγιο, παρηγοριά.
Τέλος, «Εις Κωνσταντίνον Μπακέαν», όπου με χιούμορ, χαρακτηριστικό του ποιητή αλλά και του υπερρεαλισμού, υπερασπίζεται τα ολίγα ποιήματά του και την σιωπή του που έχουν καθαρά προσωπική αιτία και όχι τα ιστορικά γεγονότα.

Νομίζω συνθέτοντας ένα σώμα από τα πρώτα ποιήματα που προανέφερα έως τα τελευταία, με επίκεντρο το διδασκόμενο, σκιαγραφούμε μέρος της ποιητικής του Εγγονόπουλου και στοιχειοθετούμε, έστω αδρά, την άποψή του για την ποίηση και τον ρόλο του ποιητή.

Αφήστε μια απάντηση