Το ταξίδι του Οδυσσέα (Α΄Μέρος)

Με αφορμή το DVD «Ο Οδυσσέας στο νησί της Καλυψώς» που έφερε ένα παιδί στο σχολείο, τα παιδιά αποφάσισαν να ασχοληθούν  τις επόμενες ημέρες με τον Οδυσσέα και τα ταξίδια του.     

Ακολουθεί υλικό για την προσέγγιση του θέματος που βασίστηκε στο Κεφάλαιο 6: «Οι περιπέτειες του Οδυσσέα» από το ηλεκτρονικό βιβλίο Ιστορίας του μαθητή της Γ΄Δημοτικού, όπως είναι αναρτημένο στο Ψηφιακό Σχολείο καθώς και στο βιβλίο που έφερε κάποιο παιδί με τίτλο  «ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑ Θεοί & Ήρωες – Τρωικός πόλεμος – Οδύσσεια» της Σέρβη Κατερίνας, Εκδοτική Αθηνών Α.Ε., Αθήνα:2003

«…… Αφού έπεσε η πόλη του Πριάµου και τέλειωσε ο δεκάχρονος Τρωικός πόλεµος, οι Αχαιοί ξεκίνησαν με τα πλοία τους για να γυρίσουν στην πατρίδα. Όµως οι θεοί του Ολύµπου ήτανε θυµωµένοι μαζί τους, γιατί είχαν κάψει τους ναούς της Τροίας. Για το λόγο αυτό αποφάσισαν να δυσκολέψουν το ταξίδι τους και έστειλαν δυνατούς ανέµους  κι άγρια θαλασσοταραχή. Όλοι γύρισαν γρήγορα στα σπίτια τους.   Μόνο ο Οδυσσέας, ο πολυμήχανος βασιλιάς απ’ την Ιθάκη, περιπλανήθηκε δέκα ολόκληρα χρόνια σε θάλασσες και σε χώρες µακρινές και πέρασε πολλές ταλαιπωρίες, ώσπου να φτάσει στην Ιθάκη, την πατρίδα του.

Ο Οδυσσέας έφυγε με δώδεκα καράβια από την Τροία

 (Εικόνες από το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄Δημοτικού)

Το μυθικό ταξίδι του Οδυσσέα

  (Η εικόνα ανακτήθηκε από την ιστοσελίδα   http://www.dimos-pylou-nestoros.gr/visitor/history/troy-war.html?page=4)

1. Στη χώρα των Κικόνων    Όταν όµως ξανοίχτηκαν τα πλοία του στο Αιγαίο, οι θεοί έστειλαν άγριους ανέµους που τα έσπρωξαν βόρεια, στη χώρα των Κικόνων. Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του άρπαξαν απ’ τους Κίκονες ζώα και γλυκό κρασί και κάθισαν στην αµµουδιά να φάνε. Τότε όµως τους επιτέθηκαν όλοι οι Κίκονες µαζί κι έγινε άγρια µάχη. Πολλοί πολεµιστές σκοτώθηκαν κι οι άλλοι µπήκανε στα καράβια γρήγορα κι έφυγαν µέσα σε άγρια καταιγίδα.

 2. Στη χώρα των Λωτοφάγων

  Ταξίδεψαν νότια ως τον κάβο Μαλέα. Τότε άρχισε να φυσά βοριάς που έσπρωξε τα καράβια µακριά, στην Αφρική. Έτσι έφτασαν στη χώρα των Λωτοφάγων. Βγήκανε στη στεριά κι ο Οδυσσέας έστειλε τρεις απ’ τους συντρόφους του να δουν τι άνθρωποι ζούσαν σ’ αυτή τη χώρα. Οι σύντροφοί του πήγαν κι όταν συνάντησαν τους Λωτοφάγους, εκείνοι τους έδωσαν να φάνε λωτούς, που ήταν φρούτα µαγεµένα! Αµέσως ξέχασαν πατρίδα και συντρόφους και δεν ήθελαν να φύγουν από εκεί.   Ανήσυχος ο Οδυσσέας πήγε να τους βρει. Τους πήρε µε το ζόρι κι αµέσως διέταξε τα καράβια να σαλπάρουν.
 
3. Στη χώρα των Κυκλώπων

Μέρες και νύχτες ταξίδευαν, ώσπου οι άνεμοι τους έφεραν στο νησί των Κυκλώπων. Μόνο το καράβι του Οδυσσέα πλησίασε εκεί και άραξε. Τα άλλα έντεκα καράβια έμειναν σ’ ένα νησάκι απέναντι, γιατί ο Οδυσσέας φοβόταν για τη ζωή των συντρόφων του. Άραξαν το καράβι κι ο Οδυσσέας µε δώδεκα συντρόφους βγήκαν έξω. Κοντά στη θάλασσα είδαν µια θεόρατη σπηλιά και μπήκαν μέσα. Παντού υπήρχαν δοχεία µε γάλα και καλάθια µε τυρί και πλήθος αρνάκια και κατσίκια. Έφαγαν και περίμεναν να ’ρθει ο νοικοκύρης.

 Όταν τον είδαν όµως τρόμαξαν. Ήταν πανύψηλος κι είχε ένα μονάχα µάτι στο μέτωπο. Ήταν ο Κύκλωπας Πολύφηµος, ο γιος του Ποσειδώνα. Έκλεισε την πόρτα της σπηλιάς µ’ ένα τεράστιο βράχο κι άναψε δυνατή φωτιά. Τότε είδε τους ξένους και τους ρώτησε άγρια. «Ποιοι είστε εσείς»; «Ξένοι ναυαγοί, γυρίζουμε απ’ την Τροία», του είπε ο Οδυσσέας. Αµέσως ο Πολύφηµος άρπαξε δυο συντρόφους και τους έφαγε. Μετά έπεσε για ύπνο. Το πρωί έφαγε άλλους δύο, άνοιξε την πόρτα της σπηλιάς, έβγαλε το κοπάδι, την ξανάκλεισε κι έφυγε. Τότε ο Οδυσσέας, ο πολυμήχανος, πήρε ένα μακρύ κλαδί, το έξυσε στην άκρη, ώστε να είναι μυτερό, και το έκρυψε στις στάχτες.
Το βράδυ γύρισε ο Πολύφηµος κι έφαγε κι άλλους δυο από τους συντρόφους. Τον πλησίασε τότε ο Οδυσσέας κρατώντας ένα ασκί µε γλυκό κρασί και του πρόσφερε να πιει. Εκείνος ήπιε, του άρεσε και ζήτησε κι άλλο. «Ποιο είναι το όνοµά σου» ρώτησε τον Οδυσσέα τότε. «Κανένα µε φωνάζουν», απάντησε εκείνος. «Εσένα, Κανένα, θα σε φάω τελευταίο», ξανάπε ο Κύκλωπας και συνέχισε να πίνει, ώσπου τελείωσε όλο το κρασί και µεθυσµένος αποκοιµήθηκε. Σηκώθηκε τότε ο Οδυσσέας, άρπαξε το µυτερό κλαδί και, µε τη βοήθεια των συντρόφων του, το κάρφωσε στο µάτι του Πολύφηµου. Εκείνος πετάχτηκε ουρλιάζοντας και φώναζε βοήθεια. Οι άλλοι Κύκλωπες έτρεξαν έξω απ’ τη σπηλιά «Τι έπαθες, Πολύφηµε», ρωτούσαν. «Με τύφλωσε ο Κανένας». «Αφού κανένας δε σε τύφλωσε, τι φωνάζεις» του απάντησαν κι έφυγαν θυµωµένοι.
Ο Οδυσσέας και οι σύντροφοί του τυφλώνουν τον Πολύφηµο (Από αρχαίο ελληνικό αγγείο)

 (Εικόνες από το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄Δημοτικού)

 

4. Στο νησί του Αίολου

Ταξιδεύοντας ο Οδυσσέας με τους συντρόφους τους έφθασαν στο νησί του Αιόλου, που ήταν ο θεός των ανέμων. Το νησί του είχε τείχη χάλκινα και ταξίδευε συνέχεια στη θάλασσα. Ο Αίολος τους καλοδέχθηκε και τους φιλοξένησε περίπου ένα μήνα. Όταν αποφάσισαν να φύγουν τους έδωσε ένα ασκί που μέσα είχε κλείσει όλους τους άγριους ανέμους. Έξω άφησε μόνο το Ζέφυρο να σπρώχνει το καράβι. Ο Οδυσσέας κρέμασε στο ασκί στο κατάρτι του πλοίου του. Εννιά μερόνυχτα ταξίδευαν και κόντευαν να φθάσουν στην Ιθάκη. Τότε ο Οδυσσέας αποκοιμήθηκε και οι σύντροφοί του νομίζοντας πως το ασκί ήταν γεμάτο ασήμι και χρυσάφι το άνοιξαν. Αμέσως όρμησαν έξω όλοι οι άνεμοι και έσπρωξαν τα καράβια μακριά στη γη των Λαιστρυγόνων. 

5. Στη γη των Λαιστρυγόνων

Στη γη των Λαιστρυγόνων υπήρχε ένα λιμάνι και τα 11 καράβια του Οδυσσέα μπήκαν μέσα. Μόνο ο Οδυσσέας με το καράβι του έμεινε έξω από το λιμάνι. Οι Λαιστρυγόνες έτρεξαν στο λιμάνι ουρλιάζοντας. Καθώς ήταν άγριοι και ψηλοί σα γίγαντες, άρπαζαν βράχια και τα έριχναν στα πλοία. Τα έσπασαν όλα και τα βύθισαν και έφαγαν όλους τους ανθρώπους που ήταν μέσα. Μόνο το καράβι του Οδυσσέα γλίτωσε. Ο ίδιος πήρε αμέσως τους συντρόφους του και έφυγαν γρήγορα από τη γη των άγριων Λαιστρυγόνων. 

Εικόνα από την ιστοσελίδα: http://users.sch.gr/ipap/Ellinikos%20Politismos/Yliko/OMHROS%20ODYSSEIA/Eikones.Odysseia/Odysseas,%20Lestrigones.htm

 
6. Στo νησί της Κίρκης

Οι άνεμοι έριξαν τον Οδυσσέα και τους συντρόφους του στο νησί της μάγισσας Κίρκης.  Αφού άραξαν σε μια ακρογιαλιά, ο Οδυσσέας έστειλε μερικούς απ’ τους συντρόφους του να πάνε να ρωτήσουν πού βρίσκονταν. Αυτοί βρήκαν γρήγορα το παλάτι της Κίρκης. Η Κίρκη τούς πρόσφερε ένα μαγικό ποτό, μετά τους χτύπησε με το μαγικό ραβδί της και τους έκανε γουρούνια.   Μόνο ένας από τους συντρόφους του γλίτωσε κι έτρεξε πίσω να το πει στον Οδυσσέα. Εκείνος τότε άρπαξε το σπαθί του κι έτρεξε στο παλάτι. Η Κίρκη τού πρόσφερε ποτό μα, όταν σήκωσε το ραβδί της να τον χτυπήσει, ο Οδυσσέας άρπαξε το κοφτερό σπαθί του και την ανάγκασε να ξανακάνει τους συντρόφους του ανθρώπους. Έμειναν αρκετό καιρό στο νησί της Κίρκης. Όταν αποφάσισαν να φύγουν, η Κίρκη συμβούλεψε τον Οδυσσέα να κατεβεί στον Άδη, να βρει το μάντη Τειρεσία, να τον ρωτήσει πώς θα έφτανε στην Ιθάκη. 

Η Κίρκη ανακατεύει το μαγικό ποτό της (Από αρχαίο ελληνικό αγγείο)

 (Εικόνα από το βιβλίο Ιστορίας της Γ΄Δημοτικού)

2 σχόλια

Αφήστε μια απάντηση