Feed
Άρθρα
Σχόλια

Αρχείο για την κατηγορία 'Άθλοι του Ηρακλή'

ΤΑ ΑΛΟΓΑ ΤΟΥ ΔΙΟΜΗΔΗ

Η όγδοη εντολή που πήρε ο Ηρακλής από τον Ευρυσθέα ήταν να του φέρει ζωντανά τα άλογα του Διομήδη. Ο Διομήδης ήταν γιος του Άρη και της Κυρήνης, αδελφός του Κύκνου. Βασίλευε στη Θράκη σ” ένα πολεμικό λαό, τους Βίστονες. Αυτοί ζούσαν γύρω από μια λίμνη που είχε πάρει το όνομά τους, τη Βιστονίδα λίμνη.
Ο Διομήδης είχε 4 παράξενα θηλυκά άλογα που ήταν πολύ άγρια. Παράξενα ήταν και τα ονόματά τους: Πόδαργος, Λάμπων, Ξάνθος, Δεινός. Από τα ρουθούνια τους πετούσαν φωτιά. Δεν έτρωγαν χόρτα και σανό όπως όλα τα άλλα τα άλογα αλλά ανθρώπινες σάρκες. Όταν ερχόταν κάποιος ξένος στη χώρα τους ο Διομήδης τον σκότωνε και τον έριχνε στη χάλκινη φάτνη τους.
Επειδή τα άλογα αυτά ήταν τόσο άγρια και επικίνδυνα ο Διομήδης τα κρατούσε μέσα στο στάβλο τους δεμένα με χοντρές σιδερένιες αλυσίδες ενώ γύρω από το στάβλο είχε βάλει φρουρούς με όπλα να τα φυλάνε.

Ο Ηρακλής γνωρίζοντας όλα αυτά μάζεψε τους γενναίους φίλους του, μεταξύ αυτών ήταν και ο αγαπημένος του φίλος Άβδηρος, μπήκαν σε ένα καράβι με σκοπό να αντιμετωπίσουν το Διομήδη και τα φοβερά του άλογα.
Ξεκίνησαν και μετά από κάποιες μέρες ταξίδι πέρασαν τη Θάσο και άραξαν στην απέναντι ακτή. Μόλις πάτησαν το πόδι τους στη στεριά πήγαν κατευθείαν στους στάβλους του Διομήδη. Εκεί ο Ηρακλής σκότωσε τους φίλους τους φρουρούς και πήρε τα άλογα και τα πήγε κοντά στο πλοίο και άφησαν τον Άβδηρο να τα φυλάει. Στο μεταξύ ο Διομήδης πήρε είδηση τι είχε γίνει φώναξε τους Βίστονες να πάνε να καταδιώξουν τον Ηρακλή.
Ο Ηρακλής με τους συντρόφους του αντιμετώπισαν το Διομήδη και τους Βίστονες. Ο Διομήδης σκοτώθηκε από τον Ηρακλή και βλέποντάς τον οι Βίστονες νεκρό το βάλανε στα πόδια.
Όταν ο Ηρακλής γύρισε στο καράβι τον περίμενε ένα φρικτό θέαμα. Τα άλογα του Διομήδη είχαν κατασπαράξει το φίλο του, τον Άβδηρο. Πήρε τα άλογα και τα έδεσε με αλυσίδες και στη συνέχεια μάζεψε ό, τι είχε απομείνει από το φίλο του και τον έθαψε. Δίπλα στον τάφο του ίδρυσε την πόλη Άβδηρα και όρισε να γίνονται κάθε χρόνο αγώνες για να τον τιμούν.

Αφού τέλειωσαν όλα αυτά μπήκε στο πλοίο και πήγε τα άλογα στον Ευρυσθέα, ο οποίος τα άφησε ελεύθερα. Αυτά περιπλανήθηκαν και κάποτε έφτασαν στον Όλυμπο όπου τα έφαγαν άλλα άγρια θηρία.

Άλλη παραλλαγή του μύθου λέει ότι ο Ηρακλής πήγε μόνος του στο Διομήδη και για να πάρει ζωντανές τις φοράδες έκανε το εξής: έριξε τον ίδιο το Διομήδη στη φάτνη των αλόγων και αφού τον έφαγαν ημέρεψαν και τις οδήγησε ζωντανές στον Ευρυσθέα.

Ερμηνεία του μύθου.

Η Θράκη ήταν τόπος βοσκής άγριων αλόγων. Τα εξημερωμένα άλογα της Θράκης θεωρούνταν τα πιο κατάλληλα για τον πόλεμο. Ο Διομήδης είχε υποχρέωση, με εντολή του Ευρυσθέα, να προμηθεύει άλογα όπου υπήρχαν ανάγκες. Κάποια στιγμή ο Διομήδης δεν ήτα εντάξει με τις υποχρεώσεις του και τότε ο Ευρυσθέας έστειλε τον Ηρακλή να βάλει τα πράγματα σε τάξη.

ΚΕΡΒΕΡΟΣ – ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ

Είσοδος του Άδη:Οι Θεσπρωτοί πιστεύουν πως ο Ηρακλής κατέβηκε στον Άδη από την είσοδο που βρισκόταν κοντά στον Αχέροντα ποταμό και την Αχερουσία λίμνη.
Οι άποικο των Μεγαρέων, που είχαν κτίσει την πόλη Ηράκλεια στον Πόντο, διηγούνται πως κοντά στην πόλη τουςήταν η είσοδος από την οποία κατέβηκε ο Ηρακλής στον Κάτω Κόσμο.

Έξοδος του Ηρακλή από τον Άδη:

Οι κάτοικοι της Βοιωτίας λένε ότι ο Ηρακλής ανέβηκε από τον Άδη μέσα από ένα άνοιγμα που βρισκόταν στο βουνό Λαφύστιο, όπου υπήρχε και μια απεικόνιση του Ηρακλή με την επωνυμία «Ηρακλής Χάροψ»
Στην Ερμιόνιδα, πίσω από το ναό της Χθόνιας υπήρχαν τρεις χώροι, που οι ντόπιοι τους ονόμαζαν του Πλούτωνα, του Κλυμένου και τον τρίτο Αχερουσία Λίμνη. Στο χώρο του Κλυμένου έδειχναν ένα χάσμα γης, από το οποίο έλεγαν ότι ανέβασε ο Ηρακλής τον Κέρβερο.

Ερμηνεία του Μύθου

Το κατέβασμα του Ηρακλή στον Άδη είναι η πορεία του προς το θάνατο και ο αγώνας του να τον αντιμετωπίσει και να τον νικήσει για να αλλάξει τη μοίρα του κερδίζοντας την αθανασία.Μια ερμηνεία που μπορούμε να δώσουμε για το μύθο αυτό, σύμφωνα με αυτά που γνωρίζουμε, ως μαθητές και μαθήτριες της Ε Δημοτικού, έχει σχέση με το Τροφώνιο Μαντείο του υπήρχε στην πόλης μας.

Η κάθοδος του πιστού στο άδυτο του μαντείου, που συμβολίζει τhν κάθοδο στον Άδη, σκοπό είχε την αναζήτηση της αλήθειας. Μιας αλήθειας που θα του επέτρεπε να ζήσει μια καλύτερη ζωή στη γη αλλά και θα αντιμετόπιζε με το καλύτερο τρόπο την είσοδό του στον Κάτω Κόσμο.

Οι φωτ. δείχνουν τους τόπους εισόδου στον Άδη, κατά τη μυθολογία:
φωτ. 1η: Αχερουσία λίμνη – Ήπειρο
φωτ. 2η :ακρωτήριο Ταίναρο – Πελοπόννησος
φωτ. 3η: Ερμιόνη – Αργολίδας

Βιβλιογραφία: Ελληνική Μυθολογία – Εκδοτική Αθηνών

Ο ΚΕΡΒΕΡΟΣ

Ο Κέρβερος ήταν ένα σκυλί με πενήντα κεφάλια. Τα τρία μπροστά του ήταν σκυλίσια και τα άλλα πάνω στη ράχη του ήταν κεφάλια διάφορων ζώων. Η ουρά του κατέληγε στο κεφάλι ενός φαρμακερού φιδιού. Τον Κέρβερο τον είχε γεννήσει η Έχιδνα από τον Τυφώνα και ήταν φύλακας του Άδη. Αυτό το θεριό θέλησε να δει ο Ευρυσθέας και έστειλε τον Ηρακλή να του τον φέρει. Αυτή τη φορά έπρεπε εντελώς μόνος του να επιχειρήσει το ακατόρθωτο, δηλαδή να κατέβει ζωντανός στον Άδη και να ξαναγυρίσει πίσω φέρνοντας δεμένον τον Κέρβερο.

Πριν αρχίσει το ταξίδι του ο Ηρακλής πέρασε από την Ελευσίνα και μυήθηκε στα Ελευσίνια Μυστήρια, στα μυστήρια της ζωής και του θανάτου. Οι θεοί όπως και τις άλλες φορές έτσι και τώρα του παραστάθηκαν. Ο Δίας, ο πατέρας του, έστειλε την Αθηνά και τον Ερμή να τον συνοδέψουν και να τον βοηθήσουν στις δύσκολες στιγμές του. Πολλές ήταν οι είσοδοι για να μπει κάποιος στον Κάτω Κόσμο. ο Ηρακλής προτίμησε να μπει από την είσοδο που βρισκόταν στο ακρωτήριο Ταίναρο, στην Πελοπόννησο.

Στο ακρωτήριο υπήρχε ναός του Ποσειδώνα και κάτω από τον ναό υπήρχε μια σπηλιά. Σ” αυτή τη σπηλιά κατέβηκε ο Ηρακλής και έφτασε στη θάλασσα κάτω από τη γη. Στην παραλία περίμενε ο Χάρωνας που με το μικρό πλοιάριο περνούσε τις ψυχές στο βασίλειο των νεκρών. Ο Ηρακλής ζήτησε από το Χάρωνα να τον πάει απέναντι αλλά αυτός αρνήθηκε, τότε ο Ηρακλής άρπαξε το κουπί και απείλησε να τον κτυπήσει. Αυτός αναγκαστικά δέχτηκε και τον πέρασε απέναντι. Όταν τον είδαν οι ψυχές φοβήθηκαν πολύ και σκόρπισαν τρομαγμένες, εκτός από το Μελέαγρο και την αδελφή του τη Γόργη.
Ο Ηρακλής ήθελε να μιλήσει με τους νεκρούς και γι” αυτό έπρεπε πρώτα να τους αφήσει να πιουν αίμα από σφαγμένο ζώο. Για το σκοπό αυτό πήρε και έσφαξε ένα βόδι από τα βόδια του Άδη που τα έβοσκε ο Μενοίτης. Ο Μενοίτης θύμωσε για την πράξη του Ηρακλή και τον προκάλεσε σε μονομαχία. Ο Ηρακλής τον έπιασε από τη μέση και θα τον αποτελείωνε αν δεν τον παρακαλούσε η Περσεφόνη να του χαρίσει τη ζωή.
Στον Άδη συνάντησε τις ψυχές πολλών γνωστών του και κάποιους τους βοήθησε. Άκουσε το Μελέαγρο να διηγείται την ιστορία του και ο οποίος του είπε να παντρευτεί την αδελφή του, τη Διηάνειρα, όταν θα ανέβαινε στον Απάνω Κόσμο.
Ο Ηρακλής πήγε και συνάντησε τον Πλούτωνα και την Περσεφόνη και ζήτησε την άδεια να πάρει τον Κέρβερο πάνω στη γη για να τον δει ο Ευρυσθέας.Ο Πλούτωνας έδωσε την άδεια, όμως με έναν όρο: θα έπρεπε να πιάσει τον Κέρβερο μόνο με τα χέρια, χωρίς να χρησιμοποιήσει ασπίδα ή σιδερένιο όπλο. Γι” αυτό ο Ηρακλής άφησε τα όπλα και φόρεσε μόνο τη λεοντή του. Όταν τελικά βρήκε τον Κέρβερο τον έπιασε με τα γυμνά του χέρια από το λαιμό, τον έδεσε γερά, ενώ η φιδίσια ουρά του τού είχε δώσει αρκετές δαγκωνιές. Πήρε ο Ηρακλής τον Κέρβερο και κίνησε για τον Απάνω Κόσμο. Αλλά ο Πλούτωνας δεν κράτησε τη συμφωνία του και δεν το άφηνε να φύγει. Ο Ηρακλής θύμωσε τράβηξε μια σαϊτιά και πλήγωσε τον Πλούτωνα. Αυτός φοβήθηκε και του έδωσε την άδεια να φύγει. Η Αθηνά τον βοήθησε να περάσει το ποτάμι της Στυγός, έτσι έφτασε στην έξοδο του Κάτω Κόσμου, που βρισκόταν στην Τροιζήνα, από όπου ανέβηκε στη γη.

Όταν ανέβηκε επάνω ο Κέρβερος θαμπώθηκε από το φως του ήλιου, γιατί ζούσε πάντα στα σκοτάδια, με αποτέλεσμα από το στόμα του να βγαίνει χολή, που όπου έσταζε φύτρωνε ένα δηλητηριώδες φυτό, το ακόνιτο. Από όπου περνούσε ο Ηρακλής μέχρι να φτάσει στις Μυκήνες ο Κέρβερος σκορπούσε τον τρόμο στους ανθρώπους που τον έβλεπαν. Όταν τον είδε ο Ευρυσθέας από το φόβο του μπήκε και κρύφτηκε στο χάλκινο πιθάρι του.
Αφού τον είδε ο Ευρυσθέας ο Ηρακλής τον επέστρεψε στον Άδη όπως το είχε υποσχεθεί στον Πλούτωνα.

ΠΑΡΑΛΛΑΓΕΣ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥ ΤΩΝ ΜΗΛΩΝ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ

Υπάρχουν πολλές παραλλαγές που διηγούνται διαφορετικά την ιστορία με τα χρυσά μήλα των Εσπερίδων.
Βάζουν το κήπο να έναι στο Βορρά, στη χώρα των Υπερβορείων. Άλλοι τον τοποθετούν δίπλα στο βουνό Άτλαντα, ο οποίος πήρε το όνομά του από τον Τιτάνα Άτλαντα.Άλλοι τον τοποθετούν πιο νότια, στη χώρα των Αιθιόπων και άλλοι πέρα από τον Ωκεανό, σ” ενα νησί. Έλεγαν μάλιστα για να πάει ο Ηρακλής εκεί χρησιμοποιήσε το κύπελλο του Ήλιου.
Ο Άτλας δεν έμενε λώς εκεί κοντά στον κήπο αλλά τον είχε ιδιοκτησία του και μάλιστα ήταν βασιλιάς που είχε το βασίλειό του πέρα από τη χώρα των Αιθιόπων. Επειδή η Θέμις του είχε προφητέψει πως θα έρθει ο Ηρακλής να πάρει τα μήλα, είχε φράξει τον κήπο γύρω γύρω με έναν γερό τοίχο και είχε βάλει ένα φίδι να τον φυλάει. Ο Άτλας λένε ότι ήταν πατέρας του Έσπερου και των Εσπερίδων.
Άλλοι λένε ότι οι Εσπερίδες ήταν κόρες του Έσπερου και άλλοι ότι είναι κόρες του Δία και της Θέμιδας, όπως και οι Νύμφες.Ο Άτλας μαζί με τον αδελφό του τον Έσπερο ζούσαν σε μια χώρα που την έλεγαν Εσπερία και ήταν ονομαστοί για τη δύναμή τους αλλά και γιατί είχαν κάτι θαυμάσια πρόβατα με ξανθοκόκκινο χρώμα, από τα οποία μετά βγήκε και η ιστορία με τα μήλα, γιατί μήλα έλεγαν τα πρόβατα. Ο Έσπερος απόκτησε μια κόρη την Εσπερίδα, που ζευγάρωσε με το θείο της τον Άτλαντα και απέκτησαν εφτά κορίτσια, που από τον πατέρα τους ονομάστηκαν Ατλαντίδες και από τη μητέρα τους Εσπερίδες.

Τις κοπέλλες αυτές κάποια μέρα τις άρπαξαν οι ληστές του βασιλιά Βούσιρι και τις πήγαν στην Αίγυπτο. Όταν ο Ηρακλής περνούσε από εκεί τις είδε και πήρε μαζί του αφού σκότωσε τους ληστές. Ο Ηρακλής τις πήρε μαζί του και τις έφερε στον πατέρα τους, τον Άτλαντα.

Για το πως πήρε τα μήλα ο Ηρακλής άλλοι λένε ότι τα πήρε μόνος του και ότι ο Άτλας μόνο το δρόμο του έδειξε. Όσο για το φίδι άλλοι λένε ότι το σκότωσε με το ρόπαλο ή με το τόξο, χρησιμοποιώντας τα βέλη που είχε βουτήξει στο δηλητηριασμένο αίμα της Λερναίας Ύδρας, Οι Εσπερίδες που μαζί με το φίδι φύλαγαν το δέντρο στεναχωρήθηκαν πολύ και μεταμορφώθηκαν από τη λύπη του σε δέντρα: σε λεύκη, φτελιά και Ιτιά. Το φίδι ο Δίας το έβαλε ανάμεσα στα άστρα για ναείνει άσβηστη η μνήμη του.

Άλλοι πάλι λένε πως δε σκότωσε το φίδι απλώς το κοίμησε για όσο χρόνο χρειαζόταν να κόψει τα μήλα από το δέντρο.

ΤΑ ΜΗΛΑ ΤΩΝ ΕΣΠΕΡΙΔΩΝ

Όταν παντρεύτηκε ο Δίας και η Ήρα όλο οι θεοί τους πρόσφεραν πλούσια δώρα. Η μητέρα – Γη έφερε στη νύμφη δώρο κάτι θαυμάσια χρυσά μήλα, που ήταν τα μήλα της αιώνιας νεότητας και της αθανασίας. Η Ήρα ευχαριστήθηκε πάρα πολύ που έδωσε εντολή να φυτέψουν τους σπόρους τους στον κήπο των θεών. Από το σπόρο αυτό φύτρωσαν θαυμαστά δέντρα που έκαναν χρυσά μήλα. Ο κήπος των θεών λένε πως ήταν πέρα στη Δύση, κοντά στο μέρος που έμενε ο Άτλας, ο γιος του Ιαπετού, που στους ώμους του κρατούσε τους στύλους που κρατούσαν τον ουρανό. Εκεί έμεναν και οι καλλίφωνες Εσπερίδες,που φύλαγαν τον κήπο των θεών, κόρες της Νύχτας, η Αίγλη ( η Λαμπερή), η Ερύθεια ( η Κόκκινη) και η Εσπερέθουσα ( η Αρέθουσα της Δύσης). Η Ήρα παρατήρησε ότι οι Εσπερίδες έκλεβαν τα μήλα γι” αυτό έβαλε φύλακα στον κήπο το Λάδωνα, πελώριο φίδι με εκατό κεφάλια, κατακόκκινη ράχη, έβγαζε όλων των ειδών τις φωνές και δεν κοιμόταν ποτέ. Έτσι κανένας δεν μπορούσε να πλησιάσει τον κήπο.

Ο Ευρυσθέας έστειλε τον Ηρακλή να του φέρει τα μήλα των Εσπερίδων. Επειδή ο Ηρακλής δεν είχε ιδέα που ήταν ο κήπος των Εσπερίδων πήγε μέσω Ιλλυρίας στον Πάδο ποταμό, στην πατρίδα του θαλάσσιου Νηρέα. Καθ΄οδόν συνάντησε τονΚύκνο το γιο του Άρη και της Πυρήνης που τον προκάλεσε σε μονομαχία. Όταν όμως ετοιμάστηκαν για τη μάχη ο Δίας έριξε ένα αστροπελέκι και διεκόπη η μάχη. Όταν έφτασε στον ποταμό Πάδο οι ποταμονύμφες του έδειξαν το Νηρέα που κοιμόταν. Ο Ηρακλής ζήτησε από το Νηρέα να του μαντέψει πως θα βρει τα μήλα. Αφού πήρε τις πληροφορίες που ήθελε συνέχισε το ταξίδι του.

Πέρασε πρώτα από την Αφρική, από τη Λιβύη και την Αίγυπτο και μετά συνέχισε για την Ασία. Πέρασε από την Αραβία, όπου σκότωσε τον Ημαθίωνα, μετά συνέχισε και έφτασε μέχρι τις Ινδίες. Εκεί έμεινε λίγο καιρό και έσμιξε με μια μεγάλη αρχόντισσα. Από την ένωση αυτή γεννήθηκε μια κόρη, η Πανδαία, που όταν έγινε 17 χρόνων έλαμπε από την ομορφιά της. Η Πανδαία παντρεύτηκε 17 χρονών και από τότε όλες οι κόρες της Ινδίας παντρεύονταν δεκαεφτά χρονών.
Στην συνέχεια προχώρησε προς βορρά όπου έφτασε στον Καύκασο. Εκεί βρήκε τον Προμηθέα, που ο Δίας τον είχε τιμωρήσει αλυσοδένοντάς τον σε ένα βράχο του βουνού, όπου ένας αετός του έτρωγε το συκώτι. Ο Προμηθέας για να τον ευχαριστήσει που τον ελευθέρωσε τον συμβούλεψε που θα βρει τα μήλα και με ποιο τρόπο θα τα πάρει.

Ο Ηρακλής πήρε το δρόμο που του υπέδειξε ο Προμηθέας. Έφτασε ση χώρα όπου βρισκόταν ο Τιτάνας Άτλαντας. Ο Ηρακλής του είπε το σκοπό της επίσκεψής του και ζήτησε τη βοήθειά του. Ο Άτλαντας δέχτηκε να πάει αυτός να του φέρει τα μήλα από τον κήπο. Γι” αυτό ζήτησε από τον Ηρακλή να κρατήσει αυτός τον ουρανό σε αυτό το διάστημα Ο Ηρακλής δέχτηκε και πήρε στους ώμους του τις κολόνες του ουρανού.
ο Άτλαντας πήγε στις Εσπερίδες και ζήτησε τα τρία χρυσά μήλα. Αυτές έδωσαν ένα ποτό στο φύλακα – δράκοντα για να τον εξουδετερώσουν. Αφού το φίδι κοιμήθηκε έκοψαν τα μήλα και τα έδωσαν στον Άτλαντα.

Ο Άτλαντας επέστρεψε με τα μήλα και είπε στον Ηρακλή να τα πάει αυτός στον Ευρυσθέα. Ο Ηρακλής θύμωσε που τον ξεγέλασε, αλλά δεν το έδειξε. Έδειξε πως δεχόταν να πάει ο Άτλαντας τα μήλα στον Ευρυσθέα. Πριν φύγει του ζήτησε να τον βοηθήσει λίγο να βάλει μια κουλούρα στους ώμους του γιατί τον έκοβαν οι κολόνες. Γι” αυτό θα έπρεπε να κρατήσει για λίγο τις κολόνες ώσπου να βάλει τις κουλούρες. Ο Άτλαντας δέχτηκε , άφησε τα μήλα κάτω και ανασήκωσε τον ουρανό. Ο Ηρακλής πήρε τα μήλα, αποχαιρέτησε τον Άτλαντα και κίνησε για τις Μυκήνες. Εκείνος δεν τα κράτησε τα έδωσε στον Ηρακλή και αυτός με τη σειρά του τα χάρισε στην Αθηνά. Αυτή τα πήγε πάλι στον κήπο των Εσπερίδων γιατί θεωρούνταν ανοσιούργημα να αφήσει κανείς τα μήλα αυτά σε άλλο μέρος έξω από τον κήπο που ευδοκιμούσαν.

Βιβλιογραφία: «Ελληνική Μυθολογία» – Εκδοτική Αθηνών
«Οι Ελληνικοί Μύθοι» – Ρόμπερτ Γκρεϊβς
» Ηρακλής» – Κ. Χωρεάνθης

Η ΣΠΗΛΙΑ ΤΟΥ ΗΡΑΚΛΗ ΣΤΟ ΝΕΟ ΚΟΚΚΙΝΟ

Η λίμνη Κωπαΐδα ήταν κάποτε η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας. Πριν από 10.000.0000 χρόνια ένα τεκτονικό βύθισμα δημιούργησε το λεκανοπέδιο της Κωπαΐδας, εκτάσεως 200 περίπου τετραγωνικών χιλιομέτρων. Οι έντονε βροχοπτώσεις και το λιώσιμο των πάγων πριν 11.500 χρόνια από σήμερα μετέτρεψε το λεκανοπέδιο σε λίμνη. Η λίμνη γύρω της είχε ασβεστολιθικά πετρώματα τα οποία διερράγησαν από σεισμούς και τα νερά της εξαφανίζονταν υπογείως. Το χειμώνα με τις έντονες βροχοπτώσεις πλημμύριζε και το καλοκαίρι τα νερά έφευγαν μέσα από υπόγειες διαδρομές και μετατρεπόταν σε έλος.
Η λίμνη είχε διάφορες ονομασίες, όπως Κηφισίδα, Ορχομένια, Αλιαρτίς, Ογχηστός, Ελευσίς, Ακραιφνίς, από τα ονόματα των παρακείμενων πόλεων. Τελικά επικράτησε το όνομα Κωπαΐς, από την αρχαία πόλη Κώπαι.Οι Μινύες με τρεις γιγάντιες διώρυγες, μέσου πλάτους 40 -60μ. και ύψος ανάλογο με την επιφάνεια της λίμνης μάζεψαν τα νερά και τα διοχέτευσαν στα υπόγεια χάσματα της ακρολιμνιάς, στις καταβόθρες.
Η βόρεια διώρυγα, που ήταν και η μεγαλύτερη έπαιρνε τα νερά του Μέλανα και του Κηφισού ποταμού και περνώντας από το Στροβίκι, το Κάστρο έριχνε τα νερά στις ανατολικές καταβόθρες της Μπίνιας, της Μεγάλης Καταβόθρας ή Σπηλιά του Ηρακλή στο Νέο Κόκκινο.
Η δεύτερη διώρυγα έπαιρνε τα νερά της Έρκυνας και περνώντας από τα Μαυρόγεια, διέσχιζε την πεδιάδα και συναντούσε την τρίτη διώρυγα.
Η τρίτη διώρυγα, στο νότο, έπαιρνε τα νερά του Φάλαρου, του Λόφιδος της Αλιάρτου, περνούσε κοντά από τη νησίδα του Γλα και χυνόταν στην πρώτη διώρυγα, τη βόρεια.

Οι Μινύες άνοιξαν πολλές καταβόθρες ή διάνοιξαν τις ήδη υπάρχουσες για την καλύτερη διοχέτευση των υδάτων. Επειδή στα βορειοανατολικά η λίμνη ήταν βαθύτερη και τα νερά δεν έφευγαν, αναγκάστηκαν να σκάψουν μία υπόγεια σήραγγα μήκους 2230 μ., πλάτους 1,50μ. και ύψος 1,80μ. και διοχέτευσαν τα νερά στον Ευβοϊκό Κόλπο.
Σε αυτή τη σήραγγα έφτιαξαν και 16 φρεάτια – ανοίγματα, σε απόσταση 100 μέχρι 200 μ. το ένα από το άλλο. Πρώτα ανοίχτηκαν τα φρεάτια και μετά δια μέσου αυτών η σήραγγα. Αργότερα αυτά χρησιμοποιούντο για να ελέγχουν τη ροή του νερού.
Το έργο αυτό έγινε όταν ήταν βασιλιάς του Ορχομενού ο Ορχομενός, ο γιος του Μινύα. Από αυτόν πήρε και η πόλη το όνομά της. Ο Ορχομενός την εποχή εκείνη ήταν μια από τις πλουσιότερες πόλεις, μετά την Τροία και τις Μυκήνες.
Με αφορμή τους φόρους που πλήρωναν οι Θηβαίοι στους Ορχομένιους ο Ηρακλής για να τους εκδικηθεί πήγε στη Μεγάλη Καταβόθρα, στο Νέο Κόκκινο και την έκλεισε με αποτέλεσμα να μη βρίσκουν διέξοδο τα νερά και να πλημμυρίσει η πεδιάδα.
Η Μυθολογία αναφέρει ότι ο Ηρακλής έριξε μια γροθιά στην οροφή με αποτέλεσμα να αποκολληθεί ένας βράχος, να πέσει στην είσοδο της σπηλιάς και να τη φράξει.
Ερμηνεύοντας το μύθο μπορούμε να πούμε ότι την εποχή εκείνη κάποιος σεισμός που έγινε προκάλεσε την πτώση ενός μέρους της οροφής που έκλεισε την είσοδο της καταβόθρας.

ΤΑ ΒΟΔΙΑ ΤΟΥ ΓΗΡΥΟΝΗ – ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΤΗΣ ΕΠΙΣΤΡΟΦΗΣ

Ο Ηρακλής συνεχίζοντας το ταξίδι του έφτασε στις ανατολικές ακτές της Ιταλίας. Στο δρόμο του συνάντησε τον Κρότωνα, τον οποίο σκότωσε κατά λάθος, γι” αυτό τον έθαψε με όλες τις τιμές. Προχωρώντας γύρω από τον Κόλπο του Τάραντα έφτασε στην νότια ακτή του, εκεί που ήταν η Σκύλλα. Καθώς πέρασε ο Ηρακλής από εκεί του άρπαξε και κατασπάραξε μερικά βόδια. Ο Ηρακλής θύμωσε και σκότωσε το τέρας. Αλλά ο πατέρας της ο Φόρκυς το έβαλε μέσα σε ένα καζάνι που έβραζε νερό και ξαναζωντάνεψε.
Στη συνέχεια κάνοντας το γύρω της Αδριατικής προχώρησε προς το Ιόνιο πέλαγος. Όταν έφτασε στις ακτές της Ηπείρου, η Ήρα έστειλε μανία στο κοπάδι, κατά άλλους μια βοϊδόμυγα εξαγρίωσε τα ζώα και χωρίστηκαν σε δυο μέρη. Το ένα τράβηξε βόρεια στα βουνά της Θράκης, όπου έμεινε εκεί και ζούσε σε άγρια κατάσταση. Το άλλο τράβηξε ανατολικά. Ο Ηρακλής το ακολούθησε και το έπιασε στον Ελλήσποντο και το οδήγησε πάλι πίσω. Όταν έφτασε στον ποταμό Στρυμόνα, τον κατηγόρησε πως τον είχε εμποδίσει όταν πήγαινε να μαζέψει τα ζώα του γι” αυτό, θέλοντας να τον τιμωρήσει, τον γέμισε πέτρες.Γυρίζοντας πίσω ο Ηρακλής δεν πήγε αμέσως στις Μυκήνες, αλλά πέρσε πρώτα από τη Σκυθία. Είχε όμως κουραστεί και επειδή έκανε κρύο, τυλίχτηκε με τη λεοντή του για να ζεσταθεί και αμέσως τον πήρε ο ύπνος. Όταν ξύπνησε είδε ότι έλειπαν οι φοράδες από το άρμα του και κίνησε να πάει να τις βρει. Ψάχνοντας την περιοχή συνάντησε μια γυναίκα που ήταν από τους γοφούς και κάτω φίδι. Ο Ηρακλής της είπε ότι έψαχνε τις φοράδες του και αυτή του ομολόγησε ότι αυτή τις είχε και δεν θα του τις έδινε αν δεν πλάγιαζε μαζί της. Αλλά αυτή όμως δεν κράτησε το λόγο της και κράτησε τον Ηρακλή κοντά της πολύ καιρό.
Πριν φύγει ο Ηρακλής της έδωσε το τόξο και της είπε ότι όποιο από τα τρία παιδιά τους καταφέρει και το τεντώσει αυτός θα γινόταν βασιλιάς αυτής της χώρας. Όποιος όμως δεν τα καταφέρει θα πρέπει να φύγει από τη χώρα. Μαζί με το τόξο της έδωσε και την ζώνη που φορούσε, που στην άκρη της κρεμόταν ένα χρυσό μπουκαλάκι. Όταν αργότερα γεννήθηκαν τα τρία παιδιά ο μικρότερος εξ αυτών, ο Σκύθης, κατάφερε να τεντώσει το τόξο, γι” αυτό και έγινε κυρίαρχος της χώρας και της έδωσε και το όνομά του.

Ο Ηρακλής αφού πήρε τις φοράδες του γύρισε πίσω βρήκε το κοπάδι και το οδήγησε για τις Μυκήνες αντιμετωπίζιοντας πολλές ακόμη περιπέτειες στο δρόμο του. Αφού τελικά έφτασε στις Μυκήνες παρέδωσε τα βόδια στον Ευρυσθέα. Αυτός τότε τα θυσίασε στην Ήρα.

ΕΡΜΗΝΕΙΑ ΤΟΥ ΜΥΘΟΥΑλήθεια ο Ηρακλής πήγε στην Ιβηρική Χερσόνησο μόνο για να φέρει τα βόδια του Γηρυόνη, που μπορεί πράγματι να ήταν μια εκλεκτή ράτσα βοδιών ή μήπως υπήρχε εκεί και κάτι άλλο σημαντικό για το οποίο έκανε ένα τόσο μεγάλο ταξίδι για την εποχή του;Ο γεωγράφος και ιστορικός Στράβων μας λέει ότι στην Ιβηρική χερσόνησο υπήρχε μεγάλος μεταλευτικός πλούτος από χαλκό, χρυσό και σίδηρο, που σε κανένα άλλο μέρος του κόσμου δεν υπήρχε σε τόση ποσότητα και ποιότητα. Στη ΒΔ Ιβηρία μας περιγράφει ο αρχαίος γεωγράφος ότι το χώμα που μετέφεραν οι ποταμοί λαμπύριζε από χρυσό, χαλκό και σίδηρο. Ο τρόπος συλλογής τους ήταν τόσο εύκολος γιατί η φύση το πρόσφερε χωρίς εξόρυξη.
Ο Ηρακλής στο μεγάλο του αυτό ταξίδι επεδίωξε τον έλεγχο μεγάλων οδών – περασμάτων, μεγάλων ποταμιών. Ίδρυσε την πόλη Αλήσια στη Γαλατία στο συγκεκριμένο σημείο γιατί γύρω της υπήρχαν τα ποτάμια ο Δούναβης, ο Άνω Ρους του Ροδανού και ο Λίγηρας, δηλαδή ήταν μια περιοχή μεγάλης στρατιωτικής σημασίας, μια περιοχή κλειδί.

Ο Ηρακλής ήταν πρώτος μεταξύ των αρχαίων εξερευνητών που πορεύτηκε σε διαδρομές που αποτέλεσαν τους μετέπειτα εμπορικούς δρόμους χερσαίους, ποτάμιους και θαλάσιους, μεταξύ Μεσογείου και Βόρειας Ευρώπης.

ΤΑ ΒΟΔΙΑ ΤΟΥ ΓΗΡΥΟΝΗ

Ο Ηρακλής αφού πήρε τα βόδια πέρασε από τη Αβδηρία. Μετά προχώρησε στα Πυρηναία. Το όνομά τους το οφείλουν στην πριγκίπισσα Πηρήνη, την κόρη του βασιλιά της περιοχής, η οποία είχε άδοξο τέλος, την κατασπάραξαν τα άγρια θηρία όταν ο πατέρας της την έδιωξε από το παλάτι, όταν έμαθε ότι θα αποκτούσε παιδί με τον Ηρακλή. Ο Ηρακλής βρήκε τα μέλη της πριγκίπισσας και τα έθαψε στο βουνό.Από εκεί ο Ηρακλής πέρασε τις Λυγιρηκές Άλπεις, χτίζοντας δρόμο για τα στρατεύματά του και τα μεταφορικά του μέσα, και έφτασε στην Γαλατία. Εκεί έφερε τον πολιτισμό και ήρεμα ήθη. Με όσους τον ακολούθησαν ίδρυσε μια πόλη, την Αλήσια. Οι κάτοικοι της περιοχής τιμούσαν τον Ηρακλή αιώνες μετά το πέρασμά του από την Αλήσια και πίστευαν ότι έλκουν την καταγωγή τους από την ένωση της πριγκίπισσας Γαλάτης με αυτόν.

Ενώ διέσχιζε τη Λιγυρία του επιτέθηκαν τα δυο παιδιά του Ποσειδώνα, ο Ιαλεβίων και Δέρκυνος που προσπάθησαν να του κλέψουν τα βόδια. Έγινε μάχη και τα δυο αδέρφια σκοτώθηκαν. Εκτός από τους γιους του Ποσειδώνα λέγεται ότι του επιτέθηκε ολόκληρος στρατός. Ήταν τόσοι πολλοί που ο Ηρακλής έριξε όλα του τα βέλη και πάλι δεν μπόρεσε να τους εξοντώσει. Μη έχοντας άλλο όπλο, ούτε καν πέτρες, γονάτισε λαβωμένος και κουρασμένος, τότε ο Δίας τον λυπήθηκε, σκέπασε τη γη με ένα σύννεφο από το οποίο έπεσαν πέτρες. Έτσι μπόρεσε να τρέψει σε φυγή τους αντιπάλους του.Η τεράστια κυκλική πεδιάδα στην οποία έγινε η μάχη λέγεται Πετρώδης πεδιάδα, επειδή είναι γεμάτη πέτρες σε μέγεθος ανθρώπινης γροθίας.

Σύμφωνα με άλλη πηγή η κόρη του βασιλιά, η Κελτίνη ερωτεύτηκε τον Ηρακλή και απέκτησε ένα γιο, τον Κέλτο. Ο Ηρακλής φεύγοντας της άφησε το τόξο του, με την προϋπόθεση ότι αν ο Κέλτος το τέντωνε θα γινόταν βασιλιάς στους Κέλτες.
Μετά πέρασε στη Ιταλία και αφού πέρασε πολλά μέρη έφτασε στο Τίβερη ποταμό, εκεί που μετά κτίστηκε η Ρώμη. Άφησε τα πρόβατά του να να βοσκήσουν και αυτός κοιμήθηκε. Εκεί κοντά, είχε τη σπηλιά του ο τρικέφαλος ληστής Κάκος. Ο Κάκος, του έκλεψε μερικά βόδια και για να μην μπορέσει ο Ηρακλής να τα ανακαλύψει σοφίστηκε το εξής τέχνασμα. Έβαλε τα βόδια να περπατάνε προς τα πίσω τραβώντας τα από την ουρά. Όταν ο Ηρακλής ξύπνησε κατάλαβε ότι του έλειπαν τα βόδια του και άρχισε να τα ψάχνει.

Μάταια έψαχνε, δεν τα έβρισκε πουθενά. Συνάντησει τον Κάκο ο οποίος αρνήθηκε όταν ο Ηρακλής τον ρώτησε μήπως του είχε πάρει αυτός. Αλλά επειδή ο Ηρακλής ήταν έξυπνος σκέφτηκε να φέρει τα υπόλοιπα βόδια έξω από τη σπηλιά του Κάκου. Όταν αυτά άρχισαν να μουκανίζουν άρχισαν να κάνουν το ίδιο και τα βόδια που ήσαν στη σπηλιά του Κάκου. Έτσι με αυτό τον τρόπο προδόθηκε ο Κάκος. Ο Ηρακλής τον κυνήγησε και τον σκότωσε χτυπώντας τον με το ρόπαλό του. Όταν οι κάτοικοι των γύρω περιοχών έμαθαν για το θάνατο του Κάκου τον ευχαρίστησαν και του πρόσφεραν τιμές. Μάλιστα ο βασιλιάς τους, ο Εύανδρος, έκτισε ένα βωμό και πρόσφερε θυσία μια δαμάλα που δεν είχε ακόμα μπει στο ζυγό.

Μετά από αυτά ο Ηρακλής προχώρησε προς τα νότια για να πάει στο Ρήγιο της Ιταλίας.Στα σύνορα του Ρήγιου και των Επιζεφυρίων Λοκρών ξάπλωσε να κοιμηθεί γιατί ήταν πολύ κουρασμένοος. Όμως τα τζιτζίκια κελαηδούσαν ασταμάτητα και δεν τον άφηναν να κοιμηθεί. Γι” αυτό παρακάλεσε τους θεούς να τους κόψουν τη λαλιά. Οι θεοί αμέσως ικανοποίησαν την επιθυμία του Ηρακλή και έτσι τα τζιτζίκια από την πλευρά του Ρήγιου δεν ακούστηκαν ποτέ πιά ενώ από την πλευρά των Λοκρών τραγουδούσαν με όλη τους τη δύναμη.

Όταν έφτασε ο Ηρακλής στο Ρήγιο ένας ταύρος του έφυγε και πέρασε κολυμπώντας απέναντι στο νησί Σικελία, προχώρησε και έφτασε στην πεδιάδα του Έρυκα, που ήταν γιος του Ποσειδώνα. Ο Ηρακλής έψαξε τον ταύρο και τελικά τον βρήκε μέσα στα κοπάδια του Έρυκα. Ζήτησε τον ταύρο αλλά αυτός αρνήθηκε να του τον δώσει, παρά μόνο αν τον νικούσε σε αγώνα πυγμαχίας. Στον αγώνα που ακολούθησε, ο Ηρακλής νίκησε τον Έρυκα τρεις φορές και στο τέλος τον σκότωσε. Αφού πήρε τον ταύρο πήρε και τα βόδια του Έρυκα και γύρισε στο Ρήγιο, που ήταν το κοπάδι του, αφού έκανε πρώτα το γύρο της Σικελίας. Από όπου περνούσε οι κάτοικοι τον υποδέχονταν με θαυμασμό. Στην πόλη Αγύριο του πρόσφεραν θεϊκές τιμές γιατί όταν έφτασε εκεί συνέβη κάτι παράξενο. Αποτυπώθηκαν τα ίχνη των ποδιών του Ηρακλή και του κοπαδιού του πάνω στο βράχο σαν να ήταν από μαλακό κερί. Για να ευχαριστήσει ο Ηρακλής τους κατοίκους του Αγύριου έφτιαξε στην πόλη τους μια μικρή λίμνη, με περίμετρο 800 μέτρα και ίδρυσε τοπικά ιερά στον Ιόλαο και στον Γηρυόνη.

Σύμφωνα με άλλη παραλλαγή του μύθου ο Γηρυόνης δεν τα βοσκούσε στο νησί Ερύθεια αλλά στην Ισπανία, στην μεριά του Ωκεανού. «Γηρυών» ήταν χαρακτηρισμός του ονομαστού βασιλιά Χρυσάορα, ο οποίος βασίλευε σε ολόκληρη τη χώρα, και είχε τρεις δυνατούς και γενναίους γιους που τον βοηθούσαν να υπερασπίζεται το βασίλειό του. Καθένας από τους γιους του είχε ένα δικό του στρατό από πολεμοχαρείς άνδρες.Για να τους πολεμήσει ο Ηρακλής μάζεψε μεγάλο εκστρατευτικό σώμα στην Κρήτη, τη γενέτειρα του πατέρα του, του Δία. Προτού ξεκινήσει τον τίμησαν λαμπρά οι Κρήτες και ο Ηρακλής για να τους το ανταποδώσει τους καθάρισε τον τόπο από τα άγρια θηρία που προκαλούσαν καταστροφές στις καλλιέργειες.

Πρώτα πήγε στη Λιβύη, όπου σκότωσε τον Ανταίο, εξόντωσε τα άγρια θηρία που λυμαίνονταν την έρημο. Έπειτα πήγε στην Αίγυπτο όπου σκότωσε το Βούσιρη, ύστερα διέσχισε τη Βόρεια Αφρική πηγαίνοντας δυτικά, εξοντώνοντας τις Γοργόνες και τις λυβικές Αμαζόνες και ίδρυσε την Εκατόμπυλο, τη σημερινή Κάψα, στη Νότια Νουμιδία, φτάνοντας επιτέλους στον Ωκεανό κοντά στα Γάδειρα.
Εκεί έστησε από μια στήλη σε κάθε πλευρά των στενών, μία την αφρικανική και μία στην ευρωπαϊκή πλευρά. Στην ευρωπαϊκή πλευρά και σε απόσταση 8 χιλιομέτρων ιδρύει την πόλη Ταρτησσό, η οποία ήταν γνωστή και ως Ηράκλεια. Στη συνέχεια πέρνασε στην Ιβηρία συγκρούστηκε με τους γιους του Χρυσάορα, τους νίκησε και τους σκότωσε.
Πήρε τα βόδια του Γηρυόνη, αφού άφησε τη διακυβέρνηση της Ιβηρίας στον αξιότερο από τους κατοίκους της χώρας.

Στο θηρεό της πόλης των Γαδείρων εικονίζεται ο Ηρακλής, ο οποίος θεωρείται και ιδρυτής της πόλης.

Βιβλιογραφία: «Οι ελληνική μύθοι» Ρόμπερτ Γκρέιβς – Κάκτος

Ποιος ήταν ο Γηρυόνης;
Ο Γηρυόνης ήταν βασιλιάς στην Ταρτησσό της Ισπανίας και είχε τη φήμη του δυνατότερου ανθρώπου στον τότε κόσμο. Ήταν ένα φοβερό τέρας που το είχε γεννήσει ο Χρυσάορας με τη κόρη του Ωκεανού, τη Νύμφη Καλλιρόη.Είχε τρία κεφάλια και τρία σώματα που ήταν ενωμένα στη μέση. Ο τόπος όπου έμενε ήταν το νησί Ερύθεια, στη μακρινή Δύση, πέρα από τον Ωκεανό όπου εκεί είχε και το κοπάδι του μετά θαυμαστά κοκκινότριχα βόδια. Βοσκός του κοπαδιού ήταν ο Ευρυτίωνας, γιος του Άρη, μαζί του είχε και το σκύλο Όρθο, σκυλί τέρας με δυο κεφάλια και με φιδίσια ουρά. Το είχε γεννήσει ο Τυφώνας με την Έχιδνα και είχε αδέρφια του τον Κέρβερο, τη Χίμαιρα και τη Λερναία Ύδρα. Με τέτοιους φύλακες ήταν αδύνατο να μπορέσει κανείς να κλέψει τα βόδια. Ο Ηρακλής όμως είχε εντολή από τον Ευρυσθέα να το κάνει και έπρεπε να φέρει εις πέρας το δέκατο άθλο του.

Το Ταξίδι στην Ερύθεια
Ο Ηρακλής ξεκίνησε από τις Μυκήνες για τη μακρινή Δύση, διασχίζοντας όλη την Ευρώπη ώσπου να φτάσει στην Ιβηρία, πριν από το ρεύμα του Ωκεανού. Στο δρόμο, σε κάθε τόπο από όπου περνούσε σκότωνε τα άγρια θηρία που προξενούσαν καταστροφές και τους κακούργους που λήστευαν και σκότωναν τους ανθρώπους. Αφού διέσχισε την Ευρώπη, πέρασε απέναντι στην Αφρική και – αφού έκανε διάφορα κατορθώματα – κατέληξε στην Ταρτησσό, η οποία βρισκόταν στον πορθμό που χωρίζει την Ευρώπη από την Αφρική, εκεί που πίστευαν ότι ήτα το τέλος του κόσμου. Στο μέρος αυτό ο Ηρακλής έστησε δυο μεγάλες στήλες , μία στην Αφρική και μία στην Ευρώπη, σε ανάμνηση του ταξιδιού του, που αργότερα ονομάστηκαν » στήλες του Ηρακλή».
Έπρεπε ο Ηρακλής να περάσει το ρεύμα του Ωκεανού για να φτάσει στο νησί Ερύθεια. Ήταν σε δύσκολη κατάσταση και δεν ήξερε τι να κάνει. Σκέφτηκε ότι μόνο μια λύση υπήρχε να ζητήσει το χρυσό κύπελο του Ήλιου. Το κύπελο αυτό ήταν φτιαγμένο από το θεό Ήφαιστο, ήταν άρμα που το έδενε ο ήλιος στις φοράδες του και με το οποίο ταξίδευε πάνω από τον Ωκεανό όταν ήθελε από τα σκοτάδια της δύσης να φτάσει στην ανατολή και να φέρει το φως της ημέρας. Ο Ηρακλής το ζήτησε και το πήρε από τον Ήλιο ή από τον Νηρέα, αλλά με διαταγή του Ήλιου. Λένε πως ο Ηρακλής τον ανάγκασε να του το δώσει. Ήταν μεσημέρι αποκαμωμένος από τη ζέστη καθόταν στην παραλία μη ξέροντας πως θα φύγει για το νησί. Τότε σήκωσε το τόξο του και σημάδεψε τον Ήλιο. Ο Ήλιος θαύμασε την τόλμη του και για αντάλλαγμα του επέτρεψε να χρησιμοποιήσει το κύπελο με την προϋπόθεση να το επιστρέψει την ίδια μέρη πριν βραδιάσει.

Μπήκε ο Ηρακλής στο κύπελο έχοντας μαζί του το κέρας της Αμάλθειας, του το είχε δώσει ο Ερμής, με όλα τα απαραίτητα τρόφιμα για το ταξίδι. Στη μέση του Ωκεανού άρχισε,μεγάλη τρικυμία και το κύπελο κινδύνευε να βουλιάξει. τότε ο Ηρακλής πήρε το τόξο του και απείλησε τον Ωκεανό και αμέσως η τρικυμία κόπασε.

Ο Ηρακλής μόλις έφτασε στο νησί Ερύθεια έτρεξε αμέσως στο βουνό Άβαντα και σκεφτόταν με ποιο σχέδιο θα αρπάξει τα βόδια του Γηρυόνη. Δυστυχώς όμως τον μυρίστικε ο Όρθος και όρμησε καταπάνω του. Ο Ηρακλής άρπαξε το ρόπαλό του και του έσπασε και τα δυο κεφάλια. Όμως άκουσε τα γαβγίσματα του σκύλου ο Ευρυτίωνας και κατάλαβε ότι κάποιος ξένος είχε πλησιάσει τα βόδια. Μόλις είδε τον Ηρακλή χύμηξε καταπάνω του αλλά ο Ηρακλής τον σκότωσε. Ανενόχλητος ο Ηρακλής μάζεψε τα βόδια και τα πήγαινε προς την παραλία. Όμως τον είδε ο βοσκός του Άδη, ο ο Μενοίτης, και ειδοποίησε το Γηρυόνη που τους πρόλαβε καθώς περνούσαν τον ποταμό Ανθεμούντα. Ο Ηρακλής σκότωσε το Γηρυόνη και τον έθαψε. Στο σημείο που τον έθαψε έβγαινε αίμα και αργότερα φύτρωσε ένα δέντρο που έβγαζε κόκκινους καρπούς σαν κεράσι αλλά χωρίς κουκούτσι. Αφού έφτασε στην παραλία έβαλε τα βόδια στο κύπελλο και έφτασε πίσω στην Ιβηρία, στην Ταρτησσό, όπου και παρέδωσε το κύπελλο στον Ήλιο.

Βιβλιογραφία: «Ελληνική Μυθολογία» – Εκδ. Αθηνών

Παλιότερα Άρθρα »