Πρόσφατα σχόλια

visitors – επισκέπτες

Flag Counter

Απόκριες, μια συνόψιση του Βασίλης Γεργατσούλη

1 Μαρτίου 2024 από και με ετικέτα ,

 

a

Μια συνόψιση που έκανα για τις Απόκριες δημοσιεύτηκε στο “Εκπαιδευτικό Βήμα”. Ευχαριστώ πολύ! Διαβάστε στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

https://ekpaideutikovima.blogspot.com/…/blog-post.html…

Απόκριες (μια συνόψιση του Βασίλη Γεργατσούλη)

Η αποκριά διαρκεί τρεις βδομάδες. Ονομάζεται Τριώδιο, από τις «τρεις ωδές», τρεις ύμνους που λέμε στην εκκλησία. Ανάλογη σημασία με την ελληνική λέξη αποκριά έχει και η λατινική λέξη καρναβάλι (Carne=κρέας και Vale=περνάει, δηλ. αποχή από το κρέας).

Η πρώτη εβδομάδα της αποκριάς τελειώνει την Κυριακή του Ασώτου και λέγεται Προφωνή, γιατί παλιά προφωνούσαν, διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι Απόκριες. Λέγεται και «Απολυτή», επειδή πιστεύουν ότι οι ψυχές των πεθαμένων ελευθερώνονται και κυκλοφορούν στο πάνω κόσμο. Η δεύτερη λέγεται Κρεατινή, επειδή έτρωγαν κρέας και δε νήστευαν ούτε την Τετάρτη και Παρασκευή. Τη βδομάδα αυτή έτρωγαν και γλεντούσαν χωρίς θρησκευτικούς περιορισμούς. Η Πέμπτη της ονομάζεται Τσικνοπέμπτη («τσίκνα», μυρωδιά καμένου κρέατος). Η Κυριακή της Αποκριάς (απέχω από κρέας) ονόμασε όλη την περίοδο. Η τρίτη εβδομάδα λέγεται «Τυρινή» ή «Μακαρονού» ή «Τρανή Αποκριά», γιατί έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα ή χειροποίητα μακαρόνια, σαν ενδιάμεση κατάσταση μεταξύ κρεοφαγίας και νηστείας, για να προετοιμαστούν σταδιακά για τη νηστεία της Σαρακοστής. Τότε έπαιζαν το «χάσκα»: η μητέρα έπαιρνε ένα σφιχτοβρασμένο αβγό, το καθάριζε και το έδενε με νήμα και το στερέωνε στην άκρη ενός ξύλου. Μόλις τελείωνε το τραπέζι της Τυρινής, έπαιρνε το ξύλο με το αιωρούμενο αβγό και το περιέφερε ως εκκρεμές μπροστά στο στόμα όλων. Όποιος το έπιανε νικούσε. Εύχονταν, «με αβγό το κλείνω, με αβγό να το ανοίξω», ενν. το Πάσχα με τα κόκκινα αβγά. Την τυρινή εβδομάδα οι άνθρωποι δεν έπλεναν το κεφάλι τους για να μη γίνουν τα μαλλιά τους άσπρα σαν τυρί.

Καθαρά Δευτέρα:
Με την Καθαρά Δευτέρα αρχίζει η Σαρακοστή (λέγεται έτσι γιατί έχουμε 40 μέρες νηστείας). Τη μέρα αυτή πετάμε χαρταετούς. Η Καθαρά Δευτέρα σε πολλές περιοχές αποτελεί συνέχεια στο πνεύμα της Αποκριάς με έθιμα που αποσκοπούν στη γονιμότητα και στην ευετηρία (ευ+έτος= καλή χρονιά. Παλιά πρωτοχρονιά ήταν η 1 Μαρτίου). Σε πολλούς τόπους πραγματοποιούνται διάφορα δρώμενα. Στο δρώμενο του «Καλόγερου» στη Θράκη έχουμε συμβολικές αναπαραστάσεις θανάτου και ανάστασης (θάνατος της φύσης τον χειμώνα και ανάστασή της την άνοιξη) και τελετουργική άροση-όργωμα μπροστά στην εκκλησία με αλέτρι και σπορά, που μας μεταφέρει σε προδιονυσιακές τελετές (υνί, σύμβολο γονιμότητας της γης).

Νηστεία της Σαρακοστής
Η νηστεία της Σαρακοστής είναι αυστηρότατη. Γι’ αυτό έλεγαν και το δίστιχο: «Πέρασαν οι αποκριές με λύρες, με παιχνίδια, / και ήρθε η σαρακοστή μ’ ελιές και με κρομμύδια». Υπάρχει αποχή από ορισμένα είδη τροφών και ποτών, τροποποίηση των διατροφικών συνηθειών, όχι πλήρη ασιτία. Παλιά νήστευαν και οι έγκυες, οι άρρωστοι και τα παιδιά. Μόνο σε περίπτωση σοβαρής ασθένειας διέκοπταν τη νηστεία. Η νηστεία προετοιμάζει τους πιστούς για τη μεγάλη Εβδομάδα και την Ανάσταση. Η Σαρακοστή παριστάνεται ως γυναίκα ξερακιανή, αυστηρή, χωρίς στόμα, γιατί δεν πρέπει να τρώει, με επτά πόδια, όσες και οι εβδομάδες μέχρι το Πάσχα. Την έφτιαχναν από ζυμάρι ή πανί παραγεμισμένο με πούπουλα και την κρεμούσαν από το ταβάνι. Κάθε βδομάδα έκοβαν από ένα πόδι κι έτσι προχωρούσε ο χρόνος ως το Πάσχα.

Ψυχοσάββατα (λατρεία των νεκρών).
Είναι τα δύο Σάββατα πριν την Κυριακή της Απόκρεω και την Κυριακή της Τυρινής και το πρώτο Σάββατο μετά την Καθαρά Δευτέρα (των Αγ. Θεοδώρων). Συνηθιζόταν η μετάβαση στα νεκροταφεία. Τα ψυχοσάββατα μας πάνε πίσω στους αρχαίους Έλληνες, στους οποίους αυτή ήταν εποχή γιορτής για την αναμονή της άνοιξης. Η γιορτή περιελάμβανε τελετουργικά αφιερωμένα στην «νέα ζωή» (μπουμπούκιασµα δέντρων, λουλουδιών…) και στις ψυχές των νεκρών που πίστευαν ότι ανέβαιναν στον «πάνω κόσμο» την 1η Μαρτίου. Η χριστιανική εκκλησία προσπάθησε να υποβιβάσει τις παγανιστικές τελετές και να τις αντικαταστήσει µε χριστιανικές πρακτικές.

Γαϊτανάκι
Έθιμο που γινόταν σε πλατείες πόλεων και χωριών. Είναι ένας χορός. Οι χορευτές ντυμένοι µε παραδοσιακές στολές χορεύουν σε κύκλο κρατώντας πολύχρωμες κορδέλες που στερεώνονται στην κορυφή ενός μακριού κονταριού το οποίο βρίσκεται στην μέση του κύκλου. Καθώς χορεύουν οι κορδέλες τυλίγονται γύρω από το κοντάρι.

Μεταμφιέσεις, Καρναβάλι
Τις μέρες αυτές οι άνθρωποι γλεντούν και μασκαρεύονται. Το μασκάρεμα έχει τις ρίζες του στις «Διονυσιακές γιορτές» των αρχαίων Ελλήνων, όπου οι άνθρωποι τιμούσαν τον θεό του κρασιού με μεταμφιέσεις, χορούς και τραγούδια. Η Κυριακή της Τυρινής είναι η μέρα της Παρέλασης των Καρνάβαλων από μεταμφιεσμένους χορευτές και άρματα. Κάθε άρμα της παρέλασης είναι διαφορετικό και διακωμωδούν καταστάσεις και γεγονότα. Υπάρχει κατά τόπους ποικιλία μεταμφιέσεων (Κουδουνάτοι, Κουκούγεροι, Μπούλες, Γενίτσαροι, Γέροι), με αναπαραστάσεις γάμων, θανάτου και ανάστασης, παρωδίες δικαστηρίων, τιμωρίες και δίκες.

Άσεμνα και βωμολοχικά στοιχεία
Το καρναβάλι, οι ομάδες των μεταμφιεσμένων και οι διασκεδάσεις των ημερών της αποκριάς χαρακτηρίζονται από την έντονη χρήση άσεμνων τραγουδιών, αφηγήσεων και μιμικών πράξεων (βλ. έθιμο «πιπέρι», εικονική άροση…). Αυτά δεν σχετίζονται με τη σύγχρονη πορνολογία, αλλά τα χαρακτήριζε μια γονιμική διάσταση. Οι απόκριες, που γιορτάζονται τον τελευταίο μήνα του χειμώνα, αποτελούσαν για τους αρχαίους μια γιορτή για την αναγέννηση της φύσης και της ζωής, η οποία κατά τον χειμώνα λογίζεται νεκρή. Οι άνθρωποι, με άλλα λόγια, χαίρονται που τελειώνει ο χειμώνας και αναγεννιέται η φύση και προσπαθούν με μαγικές πράξεις να εκβιάσουν και να επιταχύνουν τον ερχομό της άνοιξης. Σύμβολα της αναγέννησης της φύσης είναι το υνί και ο σπόρος (γι’ αυτό σε πολλά δρώμενα εμφανίζεται η εικονική άροση και σπορά), τα θαλερά κλαδιά (κλαδιά με πράσινα φύλλα) και το ανδρικό γεννητικό όργανο (γι’ αυτό πραγματοποιούνταν πομπές φαλλοφόρων). Επομένως το άσεμνο στοιχείο της αποκριάς (ανέκδοτα, αφηγήσεις, τραγούδια, δρώμενα) είχε από παλιά (και διατηρεί σε μικρότερο βαθμό ως σήμερα) γονιμικό, αναγεννητικό συμβολισμό.

Κατηγορία ΛΑΟΓΡΑΦΙΑ | 19 Σχόλια »

4 μικροδιηγήματα. Ονειρικά ταξίδια… με το GPS της καρδιάς

25 Ιανουαρίου 2024 από και με ετικέτα , , ,

Ευχαριστώ τη συντακτική επιτροπή του λογοτεχνικού ιστολογίου Fractal για τη δημοσίευση 4 διηγημάτων μου “Ονειρικά ταξίδια με το… GPS της καρδιάς” στο τεύχος 156 (23/01.2024). Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

4 μικροδιηγήματα. Ονειρικά ταξίδια… με το GPS της καρδιάς

Με το GPS της καρδιάς

 

Μπήκε στο αυτοκίνητό του, πληκτρολόγησε στο GPS τον τόπο που επιθυμούσε να μεταβεί, «οδός Ονείρων», και ακολούθησε τις οδηγίες. «Συνεχίστε ευθεία για οχτακόσια μέτρα, στρίψτε αριστερά, μετά από διακόσια τριάντα μέτρα στρίψτε δεξιά…, φτάσατε στον προορισμό σας». Μια επιγραφή στη γωνία, «οδός Ονείρων», επιβεβαίωνε πως το μηχάνημα τον είχε κατευθύνει σωστά.

Κοίταξε γύρω του. Ο δρόμος ήταν σκοτεινός, γεμάτος λακκούβες, πνιγμένος από πανύψηλες πολυκατοικίες, ούτε ένα δέντρο πουθενά, τα σκουπίδια ήταν σκορπισμένα έξω απ’ τους κάδους, πολλά αυτοκίνητα και μηχανάκια ήταν παρκαρισμένα πάνω στα στενά πεζοδρόμια με τις φθαρμένες πλάκες.

Ένιωσε πως το μέρος που είχε φτάσει δεν ήταν το σωστό. Θύμωσε με τον εαυτό του που εμπιστεύτηκε ένα άσχετο μηχάνημα.

Στάθμευσε στην άκρη του δρόμου το αυτοκίνητό του, πέταξε το GPS στα σκουπίδια κι έφυγε πεζός να βρει την αληθινή «οδό Ονείρων». Αυτή τη φορά θα ακολουθούσε το… GPS της καρδιάς του.

 

Το πηγάδι

 

Μια έναστρη νύχτα άνοιξε το καπάκι του πηγαδιού, έσκυψε και κοίταξε μέσα. Μαγεμένος είδε εκατοντάδες άστρα να λάμπουν στο ασάλευτο νερό.

Άπλωσε το χέρι να τ’ ακουμπήσει –πάντα ονειρευόταν να πιάσει ένα αστέρι–, μα ήταν πολύ βαθιά.

Έφερε τρία φορτηγά χώμα στα χείλη του πηγαδιού. Έβαλε με τον νου του πως επιχωματώνοντας το πηγάδι, θα ανέβαζε τη στάθμη του νερού, μαζί και τ’ άστρα. Τότε θα χαμήλωνε τα χέρια και θα τ’ ακουμπούσε.

Έριξε το χώμα. Τ’ άστρα έσβησαν τελείως στο πηγάδι.

Στο φως της νέας μέρας είδε τον πάτο του πηγαδιού στεγνό. Τότε θυμήθηκε που έλεγε ο παππούς του πως «τα στερεμένα πηγάδια δεν αντιφεγγίζουν άστρα»*.

 

* Η φράση είναι απ’ το μυθιστόρημα του Στρατή Χαβιαρά «Όταν τραγουδούσαν τα δέντρα», μετάφραση απ’ τα αγγλικά Παύλος Μάτεσις, εκδόσεις Καστανιώτης, Αθήνα 1999, σελ. 21.

 

Δίχως σώμα

 

Όταν με πήρε ο ύπνος κι αφού πέρασα στο στάδιο REM, άρχισα να ονειρεύομαι. Σηκώθηκα και απομακρύνθηκα αθόρυβα απ’ το κρεβάτι μου δίχως σώμα. Περπατούσα απαλά σαν γάτα δίχως τα πόδια μου, στιγμές στιγμές υψωνόμουν και πετούσα χαρούμενος πέρα δώθε σαν πουλάκι, μα δίχως φτερά. Έβλεπα ολοκάθαρα τα πάντα γύρω μου δίχως μάτια και χωρίς τα μυωπικά μου γυαλιά. Άκουγα γλυκές μελωδίες δίχως αφτιά. Οσφραινόμουν το μεθυστικό άρωμα των λουλουδιών δίχως μύτη. Γελούσα ξεκαρδιστικά δίχως πρόσωπο. Μιλούσα και τραγουδούσα δίχως στόμα.

Όταν τέλειωσε τ’ όνειρό μου, επέστρεψα στο κρεβάτι μου και μπήκα αθόρυβα στο σώμα μου, που το βρήκα να με περιμένει εκεί υπομονετικά σαν άβουλο.

Τελικά, για να ταξιδέψουμε στον κόσμο των ονείρων δε χρειαζόμαστε περιττά φορτία και βαριές αποσκευές, γι’ αυτό αφήνουμε πίσω το σώμα μας και όλα τα παρελκόμενα όργανά του.

 

Τεκμήρια

 

Το πρωί ξύπνησα με μια γεύση πικραμύγδαλου στο στόμα. Ήταν η γεύση του νυχτερινού ονείρου μου. Τα όνειρα έχουν γεύσεις ιδιαίτερες και έντονες. Έχουν και άρωμα ξεχωριστό. Όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να θυμηθώ τ’ όνειρό μου. Μόνο τη γεύση του είχα στην άκρη της γλώσσας μου.

Κάποιες φορές ξυπνώ με γεύσεις σκινόκαρπου, γαρύφαλλου, μοσχοκάρυδου ή λεμονιού στο στόμα μου. Άλλοτε με αρώματα θυμαριού, ρίγανης ή φασκόμηλου στη μύτη. Σπάνια θυμάμαι τα όνειρά μου. Μα η γεύση και το άρωμά τους είναι εδώ, τεκμήριο ονείρων που πέρασαν και με σημάδεψαν.

Όμως καμιά φορά αναρωτιέμαι αν τελικά ονειρεύομαι όνειρα ή ονειρεύομαι μόνο γεύσεις και αρώματα ονείρων.

 

 Βασίλης Γεργατσούλης είναι δάσκαλος, φιλόλογος και διδάκτωρ Λαογραφίας. Έχουν δημοσιευτεί 15 βιβλία του. Λαογραφικές μελέτες του και λογοτεχνικά κείμενά του έχουν δημοσιευτεί σε συλλογικούς τόμους και περιοδικά. Έχει βραβευτεί σε πολλούς λογοτεχνικούς διαγωνισμούς.Εργάζεται ως διευθυντής στο 19ο Δημοτικό Σχολείο Νίκαιας.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“Το δέντρο” διήγημα

7 Δεκεμβρίου 2023 από και με ετικέτα , , ,

logotechniko deltio 28

Δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Λογοτεχνικό Δελτίο (τεύχος 28, Δεκέμβριος 2023) το διήγημά μου “Το δέντρο”. Ευχαριστώ τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού και ιδιαίτερα τον Αντώνη Χαριστό για τη δημοσίευση.

Εκτός από την έντυπη δημοσίευση, το διήγημά μου έχει αναρτηθεί και στο https://filologikosomilos.com/2023/12/11/%cf%84%ce%bf-%ce%b4%ce%ad%ce%bd%cf%84%cf%81%ce%bf-%ce%b2%ce%b1%cf%83%ce%af%ce%bb%ce%b7%cf%82-%ce%b3%ce%b5%cf%81%ce%b3%ce%b1%cf%84%cf%83%ce%bf%cf%8d%ce%bb%ce%b7%cf%82/?fbclid=IwAR0NaJ6aLbfzJA2WnXPBBT7k-DyDmAAKDs1avU3C_bXddHoaL1GrZyNd1hY

Επίσης, ευχαριστώ για την αναδημοσίευση και τα “Καρπαθιακά Νέα”:

https://www.karpathiakanea.gr/to-dendro-vasilis-gergatsoulis/

καθώς και την ηλεκτρονική εφημερίδα «Ομόνοια» (Φ. 78, 28/12/2023): https://efimeridaomonia.wordpress.com/2023/12/28/f78-15/

Μπορείτε να το διαβάσετε παρακάτω.

 

ΤΟ ΔΕΝΤΡΟ (διήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη)

Νιώθω να με πνίγει η πόλη. Τον ίδιο βραχνά κουβαλά και η γυναίκα μου. Δεν ξέρω γιατί δεν αποφασίζουμε επιτέλους να μετακομίσουμε κάπου στην επαρχία, να ζήσουμε ανθρώπινα. Εδώ δε μας δένει τίποτα σημαντικό, μόνο η δύναμη της συνήθειας μάς κρατά. Όποτε το φέρνει η κουβέντα, λέμε πως έχουμε εδώ το σπίτι μας και τις δουλειές μας και δεν μπορούμε –τάχα– να τα αφήσουμε. Σιγά το σπίτι, σιγά τις δουλειές! Η ατολμία μας φταίει, όλα τα υπόλοιπα είναι δικαιολογίες.

Όμως επειδή λατρεύουμε και οι δυο τις εκδρομές, πολλά Σαββατοκύριακα που δε δουλεύουμε φεύγουμε με το αυτοκίνητό μας στην εξοχή. Έστω και αυτές οι μικρές αποδράσεις στη φύση κάνουν καλό στην ψυχολογία μας. Το πράσινο έχει μια ανεξήγητη δύναμη· διώχνει τις έγνοιες μας και μας ηρεμεί. Πάντα επιστρέφουμε στην πόλη με βελτιωμένη διάθεση.

Σήμερα φύγαμε πάλι. Εγώ οδηγούσα. Διασχίζοντας έναν αχανή κάμπο σπαρμένο με σιτάρι, ένα θεόρατο δέντρο με πλούσια φυλλωσιά τράβηξε την προσοχή μου. Δεν ξέρω να πω με σιγουριά αν ήταν βελανιδιά, πλάτανος, λεύκα ή καρυδιά… Ούτε η γυναίκα μου γνώριζε το όνομα του δέντρου. Οι περισσότεροι άνθρωποι της πόλης δεν έχουμε μάθει να τα διακρίνουμε, τα λέμε όλα «δέντρα» και ξεμπερδεύουμε. Το δέντρο λοιπόν ορθωνόταν ανάμεσα στα σπαρτά, ψηλό, μόνο, μελαγχολικό. Σταμάτησα το αυτοκίνητο στην άκρη του δρόμου, βγήκαμε και το κοιτούσαμε απορημένοι. Είπα στη γυναίκα μου πως θεωρώ τα δέντρα εξόχως κοινωνικά και συντροφικά και απορώ πώς βρέθηκε τούτο δω κατάμονο κι έρημο στη μέση του κάμπου.

Όμως θα διακόψω εδώ. Δε θα πω περισσότερα για το μοναχικό δέντρο που γνωρίσαμε στην εκδρομή μας. Το ανέφερα μόνο γιατί έγινε αφορμή και θυμήθηκα ένα άλλο δέντρο, δικό μου –αν και νομίζω πως τα δέντρα δεν έχουν ιδιοκτήτες∙ υπάρχουν από μόνα τους, για δικιά τους ικανοποίηση και είναι ακηδεμόνευτα. Θα σας μιλήσω λοιπόν γι’ αυτό το δέντρο που αποκαλώ «δικό» μου, γιατί τ’ αγαπώ περισσότερο απ’ τ’ άλλα δέντρα και το νοιάζομαι.

Εγώ και η γυναίκα μου μένουμε στη λαϊκή συνοικία της πόλης, σε μια παλιά μονοκατοικία, που μας την παραχώρησαν τα πεθερικά μου. Γύρω απ’ το σπίτι μας ορθώνονται πολυώροφες πολυκατοικίες που μας κόβουν τη θέα, τον αέρα, τον ήλιο. Μπροστά στο σπίτι μας έχουμε μια μικρή αυλή και μια μικρότερη πρασιά· θα ’ναι δε θα ’ναι δεκαπέντε τετραγωνικά.

Λίγα χρόνια πριν είχα φυτέψει στην πρασιά μας μια μουριά. Ήθελα να τη μεγαλώσω για να τοποθετήσω στη σκιά της ένα τραπέζι και δυο καρέκλες, ν’ απολαμβάνουμε τον καφέ μας τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια εγώ και η γυναίκα μου. Την πότιζα, τη σκάλιζα, τη φρόντιζα… Ήμουν χαρούμενος, γιατί πρώτη φορά είχα ένα δικό μου δέντρο, που το είχα φυτέψει με τα χέρια μου.

Σχεδίαζα να δώσω στη μουριά μου σχήμα ομπρέλας, δένοντας στα τρυφερά κλαδιά της τούβλα και τσιμεντόλιθους για να τα υποτάξω. Την τεχνική αυτή εφάρμοσε με επιτυχία ένας φίλος μου στον κήπο του και είπα να την αντιγράψω. Εκείνος είχε φυτέψει πολλά δέντρα. Έχει μεγάλο κήπο, όχι σαν τον δικό μας. Εγώ φύτεψα στην πρασιά μου μόνο μια μουριά, αυτή για την οποία σας μιλώ.

Ένα βράδυ άκουσα θόρυβο απέξω. Ήμουν κουρασμένος και δε σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου να δω. Το πρωί διαπίστωσα πως η μουριά είχε φύγει απ’ την πρασιά μας –στο σημείο που ήταν φυτεμένη είχε μείνει μόνο μια βαθιά τρύπα στο χώμα– και είχε ριζώσει σ’ ένα χορταριασμένο οικόπεδο στην απέναντι πλευρά του δρόμου. Απόρησα πώς το έκανε αυτό, γιατί ως τότε πίστευα πως τα δέντρα δεν περπατούν.

Μα δεν αντέδρασα. Προτίμησα ν’ αφήσω να εξελιχθεί το φαινόμενο.

Η γυναίκα μου είχε τρομάξει κι έλεγε να πάμε στην αστυνομία να δηλώσουμε την κλοπή. Της είπα πως δεν υφίσταται κλοπή και πως η αστυνομία δεν έχει αρμοδιότητα να ασχοληθεί με την οικιοθελή μετακίνηση της μουριάς μας.

Από τότε το δέντρο μας μετατοπιζόταν σαράντα με πενήντα μέτρα κάθε βράδυ. Τις μέρες έμενε ακίνητο και παρίστανε πως δεν κατέχει το χάρισμα να περπατά. Μα τις νύχτες όλο ξεμάκραινε απ’ το σπίτι μας. Εγώ και η γυναίκα μου το ψάχναμε τα πρωινά. Πατούσε όπου έβρισκε άχτιστα οικόπεδα, κήπους ή πάρκα. Ένα μήνα αργότερα έφτασε στην άκρη της πόλης, στους πρόποδες ενός κατάφυτου λόφου. Ρίζωσε εκεί, ανάμεσα σε άλλα δέντρα και θάμνους, πεύκα, κουτσουπιές, ελιές, μυρτιές και σκίνα… και δεν ξανακουνήθηκε.

Εγώ, μετά που έφυγε το δέντρο μας, σκέπασα την πρασιά μας με μια τέντα –δεν ήταν η καλύτερη λύση, μα δεν είχα άλλη επιλογή–, δημιούργησα τη σκιά που ήθελα και πίνουμε με τη γυναίκα μου τον καφέ μας τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια.

Τη μουριά μας δεν προσπάθησα να τη φέρω πίσω. Είπα με τον νου μου πως είχε κάνει την επιλογή της –έχουν και τα δέντρα δικαιώματα. Πιστεύω πως στον νέο τόπο που έφτασε ζει ευτυχισμένη.

Τα απογεύματα που βγάζω βόλτα τον σκύλο μου, φτάνω συχνά μέχρι το δασάκι και καμαρώνω τη μουριά μου που μεγαλώνει και ομορφαίνει συντροφιά με τ’ άλλα δέντρα.

Αν θέλετε, ελάτε μια μέρα να σας τη δείξω. Ο κορμός της έχει παχύνει αρκετά. Τα κλαδιά της δεν πήραν ποτέ σχήμα ομπρέλας, ανυπότακτα τραβούν ψηλά, γυρεύοντας τα ζεστά χάδια του ήλιου.

Κάπου κάπου ζηλεύω το δέντρο μας. Λέω πως εκείνο είχε την τόλμη και πραγματοποίησε –ακόμη και ενάντια στη φύση του– το όνειρό του, ενώ εμείς –που μας προίκισε η φύση με πόδια και μυαλό– μένουμε ριζωμένοι στην πόλη και βουλιάζουμε μέρα-νύχτα στη μιζέρια μας.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΧΡΟΝΟ (μικροδιήγημα)

17 Νοεμβρίου 2023 από και με ετικέτα , , , , ,

Βασίλης Γεργατσούλης: Δὲν ἔ­χει χρό­νο

Ευχαριστώ τη συντακτική επιτροπή του ιστολογίου “Ιστορίες μπονζάι” του περιοδικού Πλανόδιον για την επαναδημοσίευση του διηγήματός μου “Δεν έχει χρόνο”. Διαβάστε τον στον σύνδεσμο που παραθέτω.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ

19 Οκτωβρίου 2023 από και με ετικέτα , , ,

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ Οριζόντια13435 ΤΕΛΙΚΟ

Σας περιμένουμε!

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“Επιστράτευση” του Β. Γεργατσούλη στο Fractal

12 Οκτωβρίου 2023 από και με ετικέτα ,

Ευχαριστώ το ηλεκτρονικό λογοτεχνικό περιοδικό Fractal και τη συντακτική του επιτροπή για τη δημοσίευση του ποιήματός μου “Επιστράτευση”.

Η επιστράτευση (του Βασίλη Γεργατσούλη)

(Μιλάει η μάνα του στρατιώτη)

 

Θα φύγω, μάνα! μου είπες.

Δίπλωσες το χαρτί της επιστράτευσης

και το ’χωσες στην τσέπη σου.

Είσαι μικρός, είσαι παιδί ακόμα

για πόλεμο, έκανα να πω

μα δεν απόσωσα τον λόγο μου.

 

Σήκωσα αργά τα μάτια να σε δω.

Πότε ψήλωσες τόσο, γιε μου;

Οι ώμοι σου χώνονται μέσα στα σύννεφα

τα μαλλιά σου ψηλαφίζουν τον Θεό.

Πότε πρόλαβες και θέριεψες έτσι;

Γονάτισε λίγο, αγόρι μου, ν’ ακουμπήσεις

τις κορυφές των κυπαρισσιών.

Σκύψε να σ’ αποχαιρετήσω, να σε φιλήσω.

 

Μα εσύ, παιδί μου, μυρίζεις μπαρούτι…

μυρίζεις λευτεριά και ουρανό.

 

Φόρεσες το μητρικό φιλί για φυλαχτό.

Έτρεξες κι έσμιξες τ’ άλλα παιδιά.

Όλα ντυμένα στο χακί,

λες και ανδρώθηκαν σ’ ένα λεπτό.

 

Τότε ένα δάκρυ κύλησε στα μάγουλά σου.

Το είδα και ταράχτηκα.

Είσαι μικρός, είσαι παιδί ακόμα, γιε μου.

Πού σε πάνε; φώναξα.

Μα είχες ακουμπήσει τ’ άστρα

και δε μ’ άκουγες…

 

Στο βάθος βροντούσαν τα κανόνια

δυνατά… σαν την καρδιά μου.

 

Ποίημα: “Η επιστράτευση”

 

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΟΥΝΓΚ διήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη

26 Σεπτεμβρίου 2023 από και με ετικέτα , , , ,

Ευχαριστώ τη συντακτική επιτροπή του λογοτεχνικού ιστολογίου Fractal για τη δημοσίευση του διηγήματός μου “Ουνγκ” στο τεύχος 139 (Σεπτέμβριος 2023). Διαβάστε το στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Διήγημα: “Ουνγκ”

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΤΟ ΚΟΠΑΔΙ στο ΠΛΑΝΟΔΙΟΝ

26 Σεπτεμβρίου 2023 από και με ετικέτα , , , ,

Ευχαριστώ τη συντακτική επιτροπή του ιστολογίου “Ιστορίες μπονζάι” του περιοδικού Πλανόδιον για την επαναδημοσίευση του διηγήματός μου “Το Κοπάδι”. Διαβάστε τον στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Γεργατσούλης Βασίλης: Τὸ κο­πά­δι

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΠΟΠ ΚΟΡΝ (Διήγημα)

9 Ιουλίου 2023 από και με ετικέτα , , , , , ,

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΔΕΛΤΙΟ 26. ΙΟΥΝΙΟΣ 2023
Ευχαριστώ πολύ τον αγαπητό φίλο Αντώνη Χαριστό για τη δημοσίευση του διηγήματός μου “Ποπ κορν” στο Λογοτεχνικό Δελτίο (τεύχος 26, Ιούνιος 2023).
Διαβάστε το παρακάτω:
Ποπ κορν (του βασίλη Γεργατσούλη)
Εγώ μέχρι χθες τρελαινόμουν για ποπ κορν. Σχεδόν κάθε βράδυ έριχνα στην κατσαρόλα μου μισή χούφτα απ’ τα πολύτιμα σποράκια του καλαμποκιού. Χαιρόμουν να τα ακούω να σκάνε και να τα βλέπω να χορεύουν σαν μεθυσμένα. Η κατσαρόλα μου διαθέτει γυάλινο καπάκι και επιτρέπει και την ικανοποίηση του ματιού. Αφού έσκαγαν όλα, τα έβαζα σε μια βαθιά γαβάθα, τα αλάτιζα καλά και τα απολάμβανα όσο έβλεπα αθλητικά στην τηλεόραση. Δε θα μπορούσα να φανταστώ ποτέ τη ζωή μου χωρίς αυτά. Είχα πάθει μεγάλο κόλλημα, σας λέω. Αυτά όμως γίνονταν μέχρι χθες, γιατί σήμερα αποθεραπεύτηκα απ’ αυτή την εξάρτησή μου.
Και να πώς συνέβη! Η πανδημία του κορονοϊού και το ξέσπασμα του ρωσοουκρανικού πολέμου προκάλεσαν τους τελευταίους μήνες σοβαρά προβλήματα στο διεθνές εμπόριο, διαταράχθηκε η εφοδιαστική αλυσίδα και προέκυψαν στην αγορά μεγάλες ελλείψεις σε βασικά εμπορεύματα, σε φάρμακα και σε τρόφιμα. Καθώς εξαντλούνταν πολλά προϊόντα και άδειαζαν τα ράφια των σούπερ μάρκετς, εγώ αγχώθηκα για την επάρκεια του ποπ κορν στην αγορά και για τη δυνατότητά μου να συνεχίσω να το προμηθεύομαι απρόσκοπτα. Γι’ αυτό παράγγειλα δώδεκα τσουβάλια των είκοσι πέντε κιλών απ’ το αγαπημένο μου σνακ. Κάποιοι ίσως με πείτε υπερβολικό, μα θα σας απαντήσω πως… των φρονίμων τα παιδιά πριν πεινάσουν μαγειρεύουν. Εξάλλου, δεν είμαι εξαίρεση, πολλοί άνθρωποι σ’ αυτό τον πλανήτη, βλέποντας τις αρρυθμίες στο εμπόριο, προχώρησαν σε μαζικές αγορές προϊόντων. Άλλοι γέμισαν τις αποθήκες τους με χαρτιά υγείας, με χλωρίνες και αντισηπτικά, άλλοι με μακαρόνια, ρύζια, όσπρια και κονσέρβες, άλλοι με φάρμακα, εισπνεόμενα, παυσίπονα και βιταμίνες… Εγώ με ποπ κορν. Ένα φορτηγό τα έφερε στο σπίτι μέσα σε γιούτινα σακιά. Δυο εργάτες τα ξεφόρτωσαν και τα τακτοποίησαν στην αποθήκη μου στο υπόγειο πάνω σε ξύλινες παλέτες, όπως τους υπέδειξα.
   Μόλις νύχτωσε, ησυχασμένος πια, έπεσα να κοιμηθώ.
Είμαστε στην καρδιά του καλοκαιριού. Σήμερα είχε έναν ανυπόφορο καύσωνα. Είδα λοιπόν στον ύπνο μου έναν φοβερό εφιάλτη. Ονειρεύτηκα πως ο υδράργυρος ανέβαινε διαρκώς και χυνόταν αφρισμένος έξω απ’ τα θερμόμετρα σαν κουνημένη σαμπάνια, πως η ζέστη δυνάμωνε και γινόταν ολοένα και πιο αφόρητη, πως έλιωνε η άσφαλτος στους δρόμους και κολλούσαν τα παπούτσια των περαστικών. Και το χειρότερο… είδα πως άρχισαν να σκάνε το ένα μετά το άλλο τα εκατομμύρια σποράκια του ποπ κορν στο υπόγειό μου με ένα εκκωφαντικό κροτάλισμα, σαν να εκπυρσοκροτούσαν ταυτόχρονα δεκάδες μυδραλιοβόλα. Αμφιβάλλω αν οι βόμβες στο ρωσοουκρανικό μέτωπο δημιουργούν τέτοιο χαμό και φασαρία.
Σύντομα τα σκασμένα καλαμπόκια γέμισαν απ’ άκρη σ’ άκρη το υπόγειό μου. Πάντα απορούσα πώς καταφέρνουν και διογκώνονται σε τέτοιο βαθμό, που με μισή χούφτα σπόρους γεμίζεις μια τσουκάλα ποπ κορν. Μετά όρμησαν προς τα πάνω. Απ’ τη σκάλα ανέβηκαν στο ισόγειο, πλημμύρισαν όλους τους χώρους, τους διαδρόμους, το σαλόνι, την κουζίνα, την τουαλέτα. Δεν άργησαν να φτάσουν και στον όροφο –μένω σε μια δίπατη μεζονέτα–, να απλωθούν στους πάνω διαδρόμους και να εισβάλλουν στα υπνοδωμάτια, γεμίζοντάς τα κι αυτά ολοκληρωτικά. Εμένα, όπως ήμουν ξαπλωμένος στο κρεβάτι, με σκέπασαν εντελώς, σε βαθμό που ανάπνεα με δυσκολία.
Ξύπνησα τρομαγμένος κι άρχισα να σπρώχνω δυνατά με τα δυο μου χέρια. Ευτυχώς το ποπ κορν είναι ελαφρύ, μαλακό και συμπιέσιμο. Κάποια στιγμή κατάφερα και σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου. Ψάχτηκα. Μέσα στις τσέπες μου –η πιτζάμα μου διαθέτει δυο φαρδιές τσέπες– ανακάλυψα μια τσάπα κι ένα φτυάρι, σε φυσικό μέγεθος. Δεν ξέρω πώς βρέθηκαν εκεί ούτε πώς χώρεσαν -εξάλλου, στα όνειρα όλα τα παράξενα πράγματα μπορούν να συμβούν, ακόμα κι ένας ελέφαντας μπορεί να φωλιάσει φαρδύς πλατύς μέσα σε μια δαχτυλήθρα. Με τα εργαλεία μου έσκαβα όλη τη νύχτα λαγούμια για να δημιουργήσω μια δίοδο διαφυγής μέσα στο παχύ στρώμα του λευκόχρυσου καλαμποκιού. Μετά αποφάσισα πως είναι κρίμα να πάει χαμένο τόσο ποπ κορν –σας είπα πως μέχρι χθες το λάτρευα– κι έτσι άρχισα να το τρώω χούφτες-χούφτες. Στην αρχή έτρωγα με βουλιμία, μετά με όρεξη, μα, όσο περνούσε η ώρα, με το στανιό. Έσκαβα, φτυάριζα κι έτρωγα. Έτρωγα, έσκαβα και φτυάριζα… Αυτό συνεχίστηκε ως το πρωί που χτύπησε το ξυπνητήρι μου.
Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι. Ένιωθα πολύ εξαντλημένος και βαρύς. Σκέφτηκα πως το παράκανα, είχα καταναλώσει τεράστια ποσότητα ποπ κορν και το στομάχι μου πονούσε υπερβολικά. Κατέβηκα στο υπόγειο. Τα δώδεκα σακιά με το ποπ κορν βρίσκονταν άθικτα στη θέση που τα είχαν αποθέσει οι εργάτες χθες. Άρα τα χθεσινοβραδινά γεγονότα δεν ήταν τελικά γεγονότα, ήταν μόνο ένας εφιάλτης. Όμως εγώ ένιωθα φουσκωμένος ή, θα έλεγα καλύτερα, σκασμένος. Ακαριαία μίσησα τα καλαμπόκια και αποφάσισα πως είναι μια εξάρτηση στη ζωή μου, απ’ την οποία πρέπει ν’ αποτοξινωθώ. Και η κατάλληλη στιγμή ήταν αυτή. Ένα ένα φορτώθηκα στον ωμό μου τα τσουβάλια με το καλαμπόκι, τα ανέβασα στο ισόγειο και τα έβγαλα στο κατώφλι του σπιτιού μου.
Διακόσια μέτρα απ’ την κατοικία μου λειτουργεί ένα δημοτικό σχολείο. Κάθε πρωί απ’ τις οχτώ παρά τέταρτο έως τις οχτώ και δέκα περνούν έξω από την πόρτα μου πολλοί μαθητές κατευθυνόμενοι στον ναό της γνώσης. Το ρολόι μου ήδη έδειχνε εφτά και είκοσι. Έπρεπε να βιαστώ, γιατί σε λίγη ώρα θα έφτανε εδώ όλο το παιδομάνι. Άνοιξα τα σακιά και με μια σέσουλα γέμισα εκατοντάδες νάιλον τσάντες με δυο τρία κιλά καλαμπόκι την καθεμιά. Σε λίγο φάνηκαν οι μαθητές. Βγήκα στον δρόμο και πρόσφερα μια τσάντα στο κάθε παιδί.
-Πάρτε να φτιάξετε ποπ κορν όταν γυρίσετε το μεσημέρι στο σπίτι σας! τους έλεγα.
Μαζεύτηκαν πολλά παιδιά μπροστά μου, σχεδόν ολόκληρη διαδήλωση. Ήταν ενθουσιασμένα απ’ τα ανέλπιστα δώρα μου. Από κοντά και οι μανάδες τους.
-Μη σπρώχνεστε, όλοι θα πάρετε!
Μέχρι να χτυπήσει το κουδούνι του σχολείου είχα αδειάσει και μοιράσει και τα δώδεκα σακιά. Μόνο τότε μπήκα στο σπίτι να ετοιμαστώ γιατί είχα αργήσει στη δουλειά μου.
Για μένα δεν κράτησα ούτε ένα σποράκι ποπ κορν. Δε θέλω να ξαναδώ ποτέ μου καλαμπόκια. Τόσα που έφαγα την τελευταία νύχτα στον ύπνο μου… τα σιχάθηκα για μια ζωή.
Από σήμερα όταν βλέπω αθλητικά στην τηλεόραση, θα τρώω πια μπάμιες λαδερές, με ντοματούλα, άνηθο και σκορδάκι. Νομίζω μάλιστα πως είναι πιο ωφέλιμες για την υγεία απ’ το ποπ κορν.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Σάμσα (διήγημα)

26 Μαΐου 2023 από και με ετικέτα , , , ,

f18
Ευχαριστώ από καρδιάς τη συντακτική ομάδα του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού Fractal για τη δημοσίευση του διηγήματός μου “Σάμσα”. Επιλέξτε τον σύνδεσμο που ακολουθεί για τα το διαβάσετε.
Το ίδιο διήγημά μου αναδημοσίευσε η ηλεκτρονική εφημερίδα “Καρπαθιακά Νέα”. Τους ευχαριστώ και ιδιαίτερα τον κ. Μανόλη Δημελλά: https://www.karpathiakanea.gr/samsa-vasilis-gergatsoulis/
.
ΣΑΜΣΑ (Διήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη)

Ξύπνησα σκαντζόχοιρος. Δεν ήταν η πρώτη ούτε η μοναδική φορά που ονειρευόμουν πως μεταμορφώθηκα σε ζώο, μα η αίσθηση ετούτη ήταν τόσο ζωντανή και πειστική, που κατατρόμαξα.

Σηκώθηκα βιαστικά απ’ το κρεβάτι μου κι έτρεξα στο μπάνιο. Όσο κι αν τέντωνα τον λαιμό μου, δεν έφτανα για να με δω στον καθρέφτη. Πάτησα στα χείλη της μπανιέρας και από εκεί ανέβηκα στον νιπτήρα. Όταν αντίκρισα στο γυαλί τον σκαντζόχοιρο, οι φόβοι μου επιβεβαιώθηκαν. Είδα το σώμα μου σκεπασμένο με μαύρα, σκληρά αγκάθια. Μόνο το πρόσωπο, ο λαιμός και η κοιλιά μου καλύπτονταν από μαλακό καφεκίτρινο τρίχωμα. Απόρησα πώς άλλαξε τόσο η εμφάνισή μου σε μια μόλις νύχτα. Μα σκέφτηκα πως συμβαίνουν αυτά. Οι μεταμορφώσεις έρχονται και μας βρίσκουν απότομα και απροειδοποίητα. Έτσι δε γίνεται και στα παραμύθια; Με μια μαγική λέξη ο ήρωας μεταμορφώνεται, αυτοστιγμεί, σε βάτραχο, σε αητό, σε τραπέζι ή σε σύννεφο. Αρκεί να το θελήσει, να το αποφασίσει και να το επιτρέψει μια ανώτερη δύναμη. Εγώ δεν ξέρω ποιος θεός ή ποιος δαίμονας με καταράστηκε κι έγινα σκαντζόχοιρος. Ούτε μπορώ να θυμηθώ πού έφταιξα. Ούτε αν έφταιξα…

Πάντως η καινούρια κατάστασή μου με υποδεχόταν με μια έντονη φαγούρα στην πλάτη –σαν να αντιδρούσε το δέρμα μου στην απρόσμενη μεταμόρφωσή μου. Έφερα μηχανικά το χέρι μου πίσω, να ξυστώ, μα η κίνησή μου έμεινε μετέωρη. Δεν τόλμησα να με ακουμπήσω. Φοβήθηκα τα αγκάθια μου, μην καταγδάρουν και πληγώσουν την παλάμη μου.

Οι μέρες και οι νύχτες μου σέρνονταν πια αργές και βασανιστικές. Εγώ κοιμόμουν και ξυπνούσα σκαντζόχοιρος. Δεν ξαναπλησίασα τον καθρέφτη, για να μη βλέπω την όψη μου και τρομάζω.

Τις μέρες κρυβόμουν συνέχεια κάτω απ’ το πάπλωμά μου, τελείως κουκουλωμένος. Μόνο τη μουσούδα μου έβγαζα κάπου κάπου έξω απ’ τα στρωσίδια, δειλά, και μύριζα ανήσυχος τον αέρα.

Ως γνήσιος νυκτόβιος θηρευτής, έβγαινα τα βράδια στο γειτονικό αλσύλλιο και αναζητούσα τροφή. Έβρισκα έντομα, σαλιγκάρια, βατράχια, χόρτα και ρίζες. Τα έτρωγα όλα ωμά. Ομολογώ πως ήταν γευστικότατα και θρεπτικά, αν και με αηδίαζαν κάπως. Εδώ, νομίζω, λειτουργούσε η λογική της παλιάς, ανθρώπινης ιδιοσυγκρασίας μου. Όπως και να έχει το πράγμα, τουλάχιστον σταμάτησα να πεινάω.

Αν σ’ αυτές τις νυχτερινές εξορμήσεις μου συναντούσα τυχαία κανέναν άνθρωπο, περαστικό, κρυβόμουν βιαστικά μέσα στα πυκνά χόρτα. Δεν ήμουν σίγουρος πώς θα αντιδρούσε αν με έβλεπε. Ήξερα πως οι άνθρωποι είναι πολύ παράξενοι και αλλοπρόσαλλοι στις αντιδράσεις τους. Είχα μια βάσιμη υποψία, που την αντλούσα από αξιόπιστες πηγές, πως οι άνθρωποι είναι τα πια επικίνδυνα ζώα του πλανήτη. Θα ήταν ολέθριο λάθος να τους εμπιστευτώ. Αφού τέλειωνα το δείπνο μου, χορτασμένος πια, επέστρεφα, με χίλιες δυο προφυλάξεις, αχάραγα στο σπίτι και χωνόμουν ολόκληρος κάτω απ’ το πάπλωμά μου. Μόνο εκεί ένιωθα ασφαλής. Ήταν η φωλιά και το καταφύγιό μου.

Όσο περνούσαν οι μέρες, αγωνιζόμουν να συνηθίσω και να αποδεχτώ τη σκαντζοχοιρένια όψη μου. Έλεγα στον εαυτό μου πως εγώ γεννήθηκα σκαντζόχοιρος γνήσιος, κοντόχοντρος, αγκαθωτός και φοβητσιάρης. Ισχυριζόμουν πως δεν υπήρξα ποτέ άνθρωπος και πως η ανάμνηση της υποτιθέμενης ανθρώπινης υπόστασής μου δεν ήταν παρά ένα πολύ ζωντανό και συνάμα τρομακτικό σκαντζοχοιρόνειρο, που το είχα πιστέψει αφελώς.

Όμως ένα πρωί, τελείως απροειδοποίητα, ξύπνησα άνθρωπος. Θα ήταν καμιά δεκαριά μέρες μετά την αρχική μεταμόρφωσή μου. Ανοιγόκλεισα τα μάτια μου για να σιγουρευτώ πως δεν ονειρεύομαι. Σήκωσα τα χέρια μου, τα έφερα μπροστά μου και τα κοιτούσα εκστασιασμένος. «Χέρια… χέρια!» έλεγα και τα θαύμαζα. Παραμέρισα την κουβέρτα για να δω και τα πόδια μου. Ήθελα να σιγουρευτώ. «Άνθρωπος… άνθρωπος!» άρχισα να μονολογώ σαστισμένος.

Σηκώθηκα απ’ το κρεβάτι μου κι έτρεξα στο μπάνιο. Αυτή τη φορά δε χρειάστηκε να σκαρφαλώσω στον νιπτήρα, γιατί ο καθρέφτης μου ήταν βιδωμένος στη σωστή θέση ή, μάλλον, εγώ είχα αποκατασταθεί στο σωστό ύψος. Ο καθρέφτης επιβεβαίωνε, το δίχως άλλο, την επιστροφή μου στην ανθρώπινη κατάσταση. Κοιτιόμουν για ώρα στο γυαλί και δε χόρταινα να με βλέπω. «Άνθρωπος… άνθρωπος!» επαναλάμβανα, για να πιστέψω το απίστευτο. Και με καμάρωνα. Έβρισκα το πρόσωπό μου πανέμορφο. Θαύμαζα μέχρι και τις ρυτίδες και τις άσπρες τρίχες μου, που πριν απ’ την αναπάντεχη μεταμόρφωσή μου με προβλημάτιζαν πολύ και με στενοχωρούσαν.

Αν και τις μέρες που προηγήθηκαν είχα αρχίσει να συμβιβάζομαι με τη σκαντζοχοιροκατάστασή μου, να συμφιλιώνομαι με τα αγκάθια μου και να βρίσκω συμπαθητική ακόμα και τη διατροφή μου, η αποκατάσταση της πρότερης μορφής μου με γέμισε χαρά. Είχα νομίσει πως θα έμενα για την υπόλοιπη ζωή μου σκαντζόχοιρος, σαν τον Γκρέγκορ Σάμσα, που η μεταμόρφωσή του σε κατσαρίδα ήταν οριστική και μόνιμη.

Λίγους μήνες πριν επέλθει η προαναφερθείσα μεταμόρφωσή μου σε σκαντζόχοιρο, είχα εγκαταλείψει αρκετές απ’ τις παλιές χρονοβόρες ενασχολήσεις μου. Έμενα πια πολλές ώρες στο σπίτι.  Η μεταμόρφωσή μου σε… σπιτόγατο είχε προηγηθεί εκείνης σε… σκαντζόχοιρο. Γέμιζα λοιπόν τον ελεύθερο χρόνο μου με διάβασμα. Δυο με τρεις φορές κάθε μήνα επισκεπτόμουν το βιβλιοπωλείο της γειτονιάς μου και χάζευα για ώρες τους πάγκους με τα απλωμένα βιβλία. Μου άρεσε να τα πιάνω, να τα φυλλομετρώ, να διαβάζω τις περιλήψεις τους στα οπισθόφυλλα και να οσφραίνομαι το φρεσκοτυπωμένο χαρτί τους. Έφευγα απ’ το κατάστημα με μια τσάντα γεμάτη με βιβλία, κατά το πλείστον λογοτεχνικά, Ελλήνων και ξένων συγγραφέων. Και τα διάβαζα συστηματικά. Όσα βιβλία μού άρεσαν πολύ, τα ξαναδιάβαζα, δυο, τρεις και τέσσερις φορές.

Όμως, μετά την τελευταία μεταμόρφωσή μου, πήρα μια μεγάλη απόφαση:

-Ως εδώ! Τέλος! Δε θα ξαναδιαβάσω Φραντς Κάφκα!

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

« Παλιότερα άρθρα